ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΧΩΡΙΟ, ασχολίες 1960

Έζησα 18 ολάκερα χρόνια στο χωριό, αρκετά για να κινηματογραφήσω στη μνήμη μου πολλά, να καταγράψω ακόμα περισσότερα ακούσματα και βιώματα. Από κει και μετά, καθένας μπορεί να μοντάρει τα, κοινά για πολλούς, βιώματα της εποχής του, ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή του, και να στήσει τη δική του ταινία αναμνήσεων, που σ΄άλλους βγαίνει αστεία, άλλοτε είναι χαρούμενη, ποτέ όμως δεν είναι όμοια σε όλους, ειδικά όταν θελήσεις να την κάνεις κτήμα σε ένα κοινό που έχει κοινές αναμνήσεις με εσένα…. Δεν πιστεύω λοιπόν στην αλήθεια της δικής μου εκδοχής για εκείνη την εποχή, απλά την παρουσιάζω όπως μούρχεται, πλουμισμένη με όποια συναισθήματα μου προξένησε κάθε ένα από τα γεγονότα ή διηγήσεις που γράφω….. Η κρίση και η κριτική είναι καλόπιστη, τα δε ονόματα που αναφέρω είναι υπαρκτά φυσικά, χωρίς όμως διάθεση μείωσης ή προσβολής κανενός, αντίθετα μάλιστα μνημόσυνο στη διάβα όσων έφυγαν, κάθε αναφορά στο όνομά τους….

Άμα θές να πεις σε κάποιον για τον τόπο σου ή για την εποχή σου, ένα τρόπος είναι να του τα διγάσαι. Άλλος τρόπος είναι να του δείχνεις μικρές- μικρές εικόνες, από τη ζωή, τσ΄ανάγκες, τσοι ασχολίες, μα και τσοι αξίες των ανθρώπων εκείνης τσ΄εποχής. Αυτό βέβαια θυμίζει αρχαιολογικές ανασκαφές, και συνταίργιασμα των ευρημάτων, μα μήπως δεν είναι; Τα διάφορα επαγγέλματα ικανοποιούσαν ανάγκες των ανθρώπων της γενιάς μου, μα ήταν και ο καθρέφτης εκείνης της πραγματικότητας. Μια ματιά λοιπόν στο χθες, μέσα από τις ειδικές ασχολίες και ανάγκες των ανθρώπων.

Δεν με ενδιαφέρουν τα επαγγέλματα από την πλευρά της ιστορικής αποτύπωσης γενικότερα, αλλά σαν αναφορά μόνο στις συνήθειες του χωριού μου και τις προσωπικές μου εμπειρίες. Δεν είμαι και δεν θα γίνω τώρα ιστορικός ερευνητής, μην αναζητάτε λοιπόν ταξινόμηση ασχολιών, συνηθειών και επαγγελμάτων. Μια τέτοιου τύπου επεξεργασία άλλωστε, κινδυνεύει να παραποιήσει την πραγματικότητα, αναγορεύοντας τους, με τη σημερινή ορολογία, χομπίστες εκείνης της εποχής, σε …επαγγελματίες. Για παράδειγμα, άκουγες: «Επατήσανέ μου οι χοχλιδολόγοι τσοι κολοκυθιές οψές το βράδυ». Ο κάθε κάτοικος μπορούσε να μαζέψει λίγα σαλιγγάρια όταν ήταν κατάλληλος ο καιρός, για προσωπική κυρίως, κατανάλωση. Οι χωριανοί λοιπόν γινότουσαν περιστασιακά, χοχλιδολόγοι, αχελολογούσανε, καβρουλολογούσανε, λαχανολογούσανε (μαζεύανε χόρτα) κλπ. Κάποια από αυτά τα χόμπυ είχανε τη γραφικότητά τους, που είτε έχει χαθεί εντελώς σήμερα είτε έχει αντικατασταθεί από εμπορικά και βιομηχανικά αγαθά.

Αντίστοιχα των δομημένων επαγγελμάτων που γράφω παρακάτω, αναφέρονται κάπου-κάπου και στη σελίδα ΑΝΕ…ΣΤΟΡΗΜΑΤΑ, αλλά πλέκοντας την ιστορία, την ανάμνηση, την ενασχόληση και το περιστατικό σε μια πιό εύπεπτη διήγηση.

Απ΄ότι θωρώ, έρχουνται κάθε τνάι-ντάι καμποσοι, που θένε να διαβάσουνε από τσοι σελίδες μου, ό,τι τοσε γράφω: Γιά να τσοι διεκολύνω, τοσε γράφω τα θέματα πούχω καταγραμμένα για την ώρα: 1. Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ 2. Ο ΦΑΜΠΡΙΚΑΡΗΣ 3. Ο ΓΑΝΩΤΗΣ 4. Η ΜΑΜΗ, 5. Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ, 6. Ο ΠΑΓΩΤΑΤΖΗΣ, 7. Ο ΧΑΡΚΙΑΣ, 8. Ο ΜΟΥΝΟΥΧΙΣΤΗΣ, 9. Ο ΑΛΜΠΑΤΗΣ, 10 ΚΑΖΑΝΑΡΗΣ, 11. Ο ΤΡΥΓΑΣ, 12. ΟΙ ΑΧΕΛΟΛΟΓΟΙ, 13 ΟΙ ΑΝΥΦΑΝΤΟΥΔΕΣ 14. Ο ΜΠΑΚΑΛΗΣ, 15 Ο ΚΑΣΑΠΗΣ 16. ΤΟ ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ

16. ΤΟ ΚΑΜΙΝΙ (ασβεστοκάμινο) ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ

Καμίνια θυμούμαι δυό λογιώ στον τόπο μας: Τα ασβεστοκάμινα και τα ξυλοκάμινα.Τα ασβετοκάμινα εθέλανε κατάληλλες πέτρες-ασβεστόλιθους, σε μεγάλες ποσότητες–νταμάργια για να σάξουνε τον ασβέστη. Εμείς στην πεδιάδα όι ασβεστόλιθους δεν είχαμενε, μονό μουδέ τσούρλους να πετούμενε ο γεις τα΄αλλού, οντενείμαστε κοπέλια. Κειαμιά φορά τα λίγα μαρτάρικα απούχαμενε είπρεπε να τα δένομε να μην κάνουνε ζημιές στα καλλιεργημένα χωράφια, δικά μας γι ξένα. Εγροίκας τον λοιπός την κερά μας να φωνιάζει: Αμε μωρέ Χαρίλαε να μεταδέσεις τσ΄αίγες, εκειά στη δεμαθιά από κάτω έχω χωσμένη την πέτρα να μη μας τηνε πάρει κειανείς, και να ξανοίγξεις να μη φτάνουνε οι γιαίγες τσοι κολοκύθες τση ψακωμένης τση θειάς σου εκειά που θα τσοι καζηκώσεις, γιατί θα φωνιάξει ντελόγο τα΄αμπελικού. Γροικάς μωρέ; Και να τσοι καζηκώσεις καλά ! Επαίρναμενε που λές και μεις την πέτρα και εχτυπούσαμενε με τέχνη το ξύλινο τζένιο, να μην το σπάσωμενε, μα να καθφωθεί καλά και να μην ξεζενιώσει, και ποιος εγροίκα ύστερα τον κύρη μας!
Οι πέτρες λοιπόν είτονε πολύτιμο είδος στην πεδιάδα, και τ΄ασβεστοκάμινα που θυμούμαι είτονε στα Περαλήθινα σύριζα τση πεδιάδας καμπόσα χιλιόμετρα ανατολικά, απού είχενε νταμάργια με σιδερόπετρες κατάλληλες για ασβέστη, και φυσικά δεν είτονε επαγγέλματα γι ασχολίες των Πετροκεφαλιανών.
Πολλοί άξιοι ερευνητές της Κρητικής αρχιτεκτονικής και γενικά της τέχνης της οικοδόμησης έχουνε γράψει πολλά για τη μακραίωνη ιστορία της Κρήτης και σ΄αυτό τον τομέα Στην μετακατοχική όμως εποχή μας (από τους Τούρκους εννοώ) ούτε τα υλικά ούτε οι γνώσεις είτονε αρκετές. Το τσιμέντο και σίδερο είτανε ακριβά και σπάνια είδη, οι μεταφορές είταν επίσης δύσκολες, έτσι οι οικοδομές βολευόντουσαν με υλικά τοπικής παραγωγής:
ΠΛΙΝΘΟΧΤΙΡΑ:Λίγες φορές στα μέρη μας για μικροκατασκευές οι ανθρώποι εφτιάχνανε πλίνθους, όχι με τσιμέντο, αλλά με χώμα ανακατωμένο με άχερα, εβάνανέντα σε ένα καλούπι κιοντενεστέγνωνε τσ” αφίνανε και εξεραίνουντανε, και τσοι χτίσαζανε. Τέθοιοι τοιχοι είπρεπε να σοβαντιστούμε καλά για να μη στακώσουνε το χειμώνα και χαλάσουνε…
ΠΕΤΡΟΧΤΙΡΑ: Είτονε το συνηθισμένο χτίρι στο χωργιό. Οι πρώτοι τεχνίτες πρέπει νάρθανε από την Κάρπαθο, εγροίκας τσοι παπούδες του 1950 να λένε: «τουτηνά την εκκλησά που θωρείς τηνε χτίσανε Σκαρπαθιώτες θωρείς επειεπάνω μια επιγραφή; εκειά το γράφει!». Σιγά σιγά εμάθανε καλά-κακά την τέχνη και οι ντόπιοι και τα κουτσοκαταφέρανε. Γι΄αυτό δεν θωρεί κεινείς μέγαρα εκείνης τα΄εποχής στα χωργιά μας. Μια ρημαγμένη από τσοι πολέμους Κρήτη ίσα-ίσα εξάνοιγε να σάξει ένα απόσκειο για τη φαμελιά ντζη, και έχει ο θιός… Δεν είτονε σάικα το μόνο πρόβλημα του Κρητικού, το που θελα βάλει την κεφαλή ντου, μα κείντα θελα φάει, κι αυτός κι η φαμελιά ντου… Ετσά το …αξίωμα πούχενε επικρατήσει στσοι πιο πεινασμένες κοινωνίες «Σπίτι ίσα να χωρείς, και πράμα όσο να μπορείς» έδειχνε μια κοινωνία που έβγαινε μεν από το φάσμα τση πείνας και της αβεβαιότητας, όμως τα οδηγά βιώματα θ΄αργούσανε πολύ να την εγκαταλείψουνε… Εθώργιες και εγροίκας τσοι πιο γέρους, ακόμη και το 1970-80 να λένε:
- Εεε καιανε γυρίσει πάλι κειμιά γκατοχή, είτνα θα πάθομενε… Αλλοι πάλι αγοράζανε το τραχτεράκι, γι το σκαφτικό, όμως κι από την άλλη: «Δεν το διαλυώ εγώ το ζευγάρι, μουδε τα ζυγάλετρα δεν πετώ, άστα κειά μα ψωμί δεν τρώνε, άμα γυρίσει κειαμιά καντοχή νάχω κα σπείρω δυο μουζουργιώ χωράφι να μει πεινάσομενε…»
Για να μην ξεφεύγωμε από την κουβέντα μας, ένα σημαντικό υλικό για το κανονικό χτίσιμο του σπιθιού είτονε και ο ασβέστης. Όι σάικα πως δε εθώργιες και σπίθα χτισμένα ξεροπέτρι, πανα πει πέτρες χτισμένες προσεχτικά μα χωρίς συνδετικό υλικό, λάσπη με χώμα γι ασβέστη. Τέθοιοι τοίχοι εθέλανε περισσότερη δουλειά για να δένουν ε, μα και πια λίγα έξοδα. Στα χρόνια μου το συνηθισμένο χτίρι είχενε πέτρες και λάσπη με χώμα, και από μέσα κι΄απόξω ένα γερό στρώμα ασβεστόλασπη για σοβά.
Τσοι πέτρες τσοι φέρνανε από το πετροκοπιό από τον Αι Γιάννη και το Καμηλάρι. Η μεταφορά εγίνουντανε με τα κάρα. Επαργέλνανε οι νοικοκυραίοι 10-20 καριές πέτρες και ο χτίστης αρχινούσε το χτίρι. Τσοι πέτρες τσοι βγάνανε από το νταμάρι με φουρνέλα.
Η αλλη δουλειά πούχανε να κάνουνε είτονε να αγοράσουνε τον ασβέστη. Θυμούμαι τα ασβεστοκάμινα τση Αληθινής, 2-3 είτονε, γιατί είτονε στο γύρο του δρόμου. Μοιάζανε με τα σύγχρονα καμίνια των μεταλουργείων μέχρις ενός σημείου. Το μισό καμίνι είτονε μέσα στο χώμα και τ΄άλλο μισό πάνω από τη γη, καμπόσα μέτρα ψηλό και 4-5 μέτρα διάμετρος. Εκειά εβάνανε με τέχνη και πατωσές-πατωσές ξύλα, σιδερόπετρες, ξανά ξύλα, ξανά πέτρες. Εβάνανε φωθιά στο καμίνι για καμπόσες μέρες και εψήνουντανε οι πέτρες, πα ναπεί πως οι πέτρες πούτανε ανθρακικό ασβέστιο οντεθελα ψηθούνε εθρουλούσανε και εχάνανε το διοξείδιο ντωνε και έμενε μιάν άλλη ουσία πιό απλή που τη λένε Οξείδιο του ασβεστίου, πουνε ο άσβηστος ασβέστης. Εκειονά το πράμα-σκόνη είτονε που ελέγαμε ασβέστη στα χρόνια μας, τον επαίρναμε, εσάχναμε έναν ασβεστόλακκο και του ρίχναμε ασβέστη και νερό (σβησμένος ασβέστης, επιστημονικά υδροξείδιο του ασβεστίου) και τον ανακατώναμε με άμμο φτιάχνοντας την ασβεστόλασπη για το σοβάντισμα…Το σβυσμένο ασβέστη εχρησιμοποιούσαμενε, και σήμερο το ίδιο κάμουμε, και για το άσπρισμα τω σπιθιώ, μέσα κιόξω Και μιάς και μιλούμενε για τ΄άσπρισμα, οι καλονοικοκυραδες ούλες τσοι μεγάλες σκόλες επαραγγέλνανε τ΄αντρούστως: πάρε μπρε καμπόσες οκάδες ασβέστη ν΄ασπρίσω μιαολά τσ΄αυλές και τα πεζούλια, μεγαλοβδομάδα σιμώνει….
-Ο Μυρτομανώλης είχενε ένα σωρό κοπέλια, τοι δυό τελευταίες κοπελιές (Αννα και Αναστασία) που παντρευτήκανε από την Πόμπια, τσοι πρόκανα ανύπαντρες. Είχενε ο Μυρτομανώλης το σπίτι ντου νοτικά του Περίβολου του Δημοτικού Σχολιού του Πετροκεφαλιού, Είτανε το μοναδικό σπίτι απόκεινηνά την πάντα, και οι κοπελιές του, καλές νοικοκυρές, κάθε ντάι-ντάι είτανε με τη βούρτσα και το ασπρίζανε… Ακόμη το θυμούμαι… Θυμούμαι όμως ακόμη πως εκειανά τα χρόνια ασπρίζανε και τα πιθάργια του σπιθιού γιά να ναι καθαρά απόξω. Είλεγε το λοιπός ο Μυρτομανώλης για τσοι τελευταίες του κοπελιές: «Αδικονατοσελάχει, α, δεν εχοντρύνανε τα πιθάργια και εστενέψανε τσοι πόρτες, και σε μια ολιά καιρό δεν θα χωρούνε μουδε τά πιθάργια να βγούνε μηδέ μεις να μπούμενε στο σπίτι!
Χτίστες θυμούμαι στο χωργιό μπόλικους. Από τη γενιά των παππούδων μου θυμούμαι μόνο τον παππού μου τον Αλεξάκη και τον Κωστή το Χαψή, σώγαμπρο στο χωργιό μας, Σκαρπαθιώτη.
Η επόμενη γενιά, οι σαραντάρηδες του 1950, είχενε ένα σωρό χτίστες. Ο Διονύσιος ο Τσικνάκης, και ο Αδελφός του ο Χαρίδημος, ο Δημήτρης του Τσικνομανώλη, ο Μανώλης και ο Διαμάντης του Χαμψή, ο Μπιτσακομανώλης, είναι από τσοι λίγους που θυμούμαι πως είχανε το χτίσιμο σαν κύριο επάγγελμα.
Θυμούμαι μιά φορά 1952-53, τον παππού μου τον Αλεξάκη να αρμηνεύγει του Χαρίλαου πως να σάξουνε, στον κεντρικό δρόμο του Πετροκεφαλιού για τά Μάταλα, μιάν τσιμεντένια πλύστρα, όσο το πλάτος του δρόμου και μιά δεκαριά μέτρα μάκρος για να μην ανοίγει το νερό τση βροχής χαντάκια και δεν μπορούνε να περνούνε τ΄ αμάξα… Η …διδασ καλία γινότανε ανάμεσός τ΄Αι Λευτέρη και του Κουσανού δρόμου, απού ετέλειωνε το παληό νεκροταφείο του Πετροκεφαλιού. Οι δρόμοι είτουσαν χωματόδρομοι και τα νερά από τον Κουσανό δρόμο και από το χωργιό επερνούσανε τον Αι Λευτέρη και εγέρανε κάτω, ανοίγοντας κάθε ντάι-ντάι ρυγιάκι στο παραπάνω σημείο. Εσκεφθήκανε το λοιπός, μιάς και δεν είχανε τα λεφτά να σάξουνε θεοτικό γιοφύρι, να κατεβάσουνε με ομαλή κλήση 15 μέτρα του δρόμου μισό μέτρο πιό βαθιά, να το καλύψουνε με τσιμέντο, που και τα νερά μα και τ΄αμάξα να περνούνε… Την ίδια ταχτική εκάμανε και στο Κουσανό ρυγιάκι, και πάνω-πάνω στο Κουσέ, και στο καινούργιο Νεκροταφείο, εκειά πούναι εδά το γιοφυράκι…

(Συνεχίζεται…)

15. Ο ΚΑΣΑΠΗΣ

Ο Χασάπης ή Κρεοπώλης, δεν ήτονε κύριο επάγγελμα στο χωριό μας. Ο λόγος ήτονε, πως μιας και δεν ήτονε πολύ μεγάλο χωριό, ούτε και κτηνοτροφικό, δεν είχαμε την πολυτέλεια της καθημερινής διαθεσιμότητας κρέατος. Δεδομένης δε και της απουσίας τεχνικής συντήρησης κρεατικών από μεγάλα ζώα, εκτός των παραδοσιακών χοιρινών, και της έλλειψης ψυγείων, η κατανάλωση κρέατος γινότανε είτε με αγορά από τις Μοίρες, είτε με προσυνενοημένη σφαγή από τους ντόπιους κασάπηδες κάποιου μαρτάρικου, διάδοσης του γενονότος πριν και μετά, και τελικό ξεπούλημα του σφάγιου.

Οι δυό κασάπηδες που θυμούμαι είτονε ο σάντολός μου ο Κωστής ο Μαρής και ο σάντολος τα΄αμπλάς μου, ο Λιομανώλης. Και οι δυό γνωρίζανε καλά την τέχνη του εκδοροσφαγέα, αλλά περα από αυτό είχανε σε μόνιμη βάση σαν επάγγελμα και το παραδοσιακό καφενείο, από όπου διαθέτανε το κρέας. Εγροίκας το λοιπός τα΄αθρώπους στο καφενείο να ρωτούνε ο γεις τον άλλο: « Ήκουσες μπρε Γιώργη ανε σφάξει πράμα ο Λιωμονώλης το Σαββάτο, αλλιώς να κάμω το κολάι μου από τσοι Μοίρες, γιατί περιμένω τα συμπεθεράκια την Κυριακή…» ή «άγομε μωρέ Γιωργιό να πεις του μπράμπα σου του Μαρή μα μασε κρατήξει την κουτάλα, κι α δυο τρεις οκάδες, τα΄αίγας απού θα σφάξει ταχυτέρου…».

14. Ο ΜΠΑΚΑΛΗΣ

Νάναι καλά η ΔΕΗ που μας εκόβει που και που το ρεύμα και μασε βάνει να θυμούμαστε τα παληά. Εϊχα μια μάζωξη στο σπίτι και είπρεπε ναχω τρόπο να βολέψω την κατάσταση, και εύρικα μια λάμπα πετρελαίου, επουσούνισα και άλλη μια, και εθυμήθκα το εμπόριο τα΄εποχής μου:

-Κοπέλια μη φάτε τα΄αυγά που θα κάμουνε οι όρνιθες, γιατί εμπήκενε η Μεγάλη Σαρακοστή. Μανωλιό να περιμένεις μιαολιά να κάμει η χοχλίδα όρνιθα τα΄αυγό να το πάρεις αντράκι μου να πας γερά-γερά στου Καραϊσκου να του το δόσεις να πάρεις ένα τετράδιο και να δρομώσες για το σκολειό. Ανε ντο καμουνε (τ΄αυγό) κι΄οι γδυμνολαίμες, θα μαζώξομε καμπόσα να πάτε τα΄αχυρέρου να τα δόσετε του Παζούρη να πάρετε ένα λαμπόγυαλο, που το χαρκέψετε οντε σας είπα να το πλύνετε, και μιαολιά καφέ και ζάχαρη, νάχω να κεράσω κειανανάθρωπο…

Μιάς και στα μέρη μας είχαμενε αρκετή παραγωγή λαδιού από εκειανά τα χρόνια, συνηθισμένο είδος για πούλημα είτονε το λάδι: Εγροίκας τσοι μανάδες μας:

-Γέμωσε μπρε Νικολή ένα πεντακοσάρι λάδι του κοπελιού να το πέψω στου Ευθύμη να πάρει μιά ψημαθιά φασόλες, ένα τσούκο κρασί και τ΄αποδέλοιπο σαρδέλες… Εφώνιαξες μαθές των αθρώπων να στεγιάσετε και να λεπιδιάσετε ταχυτέρου το σταυλάκι, είντα θα τσοι ταϊσωμενε; Γι΄λες να κάμω καλιά το κολάι του μεγάλου πετεινού και να κρατήξω κεινένα από τσοι μικρούς, να βατέβει τσ΄όρνιθες; Μετά τ΄Αγίου Πινεμάτου θάνε μεγαλωμένος, απού θα θέλω να θέσω δυο-τρεις κλωσουδιές, να μη γυρίζω σα την ανεράιδα τσοι πόρτες ν΄αλλάσσω τ΄αυγά…

(ΕΝΘΕΤΟ: Για τους μη σχετικούς της ….πτηνοτροφίας: Άν τα αυγά της κότας δεν ήταν γονιμοποιημένα, από τον κόκορα, τότε φυσικά κατά το κλώσισμα δεν εκολαπτόντουσαν πουλάκια. Ώφειλε λοιπόν η νοικοκυρά που θά έθετε την κλωσσού δηλαδή θα της διέθετε 15-20 αυγά να τα κλωσήσει, να φροντίσει ώστε να είναι γονιμοποιημένα. Οι έμπειρες λοιπόν μανάδες μας είτανε και άριστες …ωοσκόπιοι: Κυττάζοντας υπό ειδική γωνία το κάθε αυγό, έβλεπαν αν υπάρχει μέσα έμβρυο ή όχι. Στέλνανε λοιπόν ένα κοριτσόπουλο συνήθως ένα καλαθάκι αυγά, και επήγαινε στοι γειτόνισες και του άλλασαν τα αυγά που έδιδε, με άλλα γονιμοποιημένα. Μετά, γινότανε ένας τελευταίος έλεγχος ωοσκοπικός: -Ελα μπρε Ρηνιό να δούμενε αν τόχουνε ούλα (ενοούσανε το έμβρυο, το πουλάκι) τα αυγά, πριχού τηνε θέσω (εννοούσε την κλώσσα) . Εγροίκας τσοι το λοιπός: Έτουτονέ τόχει , και τουτονέ τόχει, σ΄ ετουτονέ δε θωρώ πράμα κλπ.

Σύμφωνα το λοιπός με τα παραπάνω ο πετεινός στον κούμο είχενε πολλή και καθημερινή δουλειά, είπρεπε νάναι βαρβάτος και να μην του ξεφεύγει καμμιά όρνιθα καθημερινά, ήθελε δεν ήθελε, γιά ναχει την κεφαλή του ήσυχη, πώς είκαμε και καλά το χρέος του… Ετουτανά εθώργιε και ο νεαρός επιβίτορας τσ΄εποχής μου και ετραγούδιε με παράπονο:

«Νάμουνε κείντα νάμουνε, τον Αύγουστο κριγιάρι // ΚΙΟΥΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΠΕΤΕΙΝΟΣ, και κάτης το Γενάρη…»

Είτανε μια εποχή, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, που τα χρήματα ήταν δύσκολα, και η τροφοδοσία των νοικοκυριών γινότανε με ανταλλαγή, ενώ το εμπόριο γινότανε σε είδος. Οι παντοπώληδες τα΄εποχής με τη λιγοστή πραμάτεια, έπρεπε να κάνουνε διπλό εμπόριο: Να ρευστοποιούν ε αυγά, λάδι, καρπό, κυρίως, και να πουλούν το ισοδύναμο είδος. Βέβαια, τα εμπορεύματα είτανε λιγοστά: όσπρια, παστά (σαρδέλες φρίσες μπακαλιάροι), ρύζι, μακαρόνια καφές ζάχαρη, φωτιστικό πετρέλαιο, όταν άρχισαν να ξαπλώνονται οι λάμπες φωτιστικού πετρελαίου. Άλλο είδος απαραίτητο στα μπακάλικα τα΄εποχής του 1950 είτονε τα καρόλια τα σβιγάκια και οι βελόνες, και λάστιχο, για καρτσοδέτες, τα βρακιά και τα σώβρακα. (Όπως μπορείτε να δείτε στο: ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΓΕΛΙΟ: ΤΟ ΡΩΣΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΒΙΑΚΙ η …εξέλιξη άγγιξε και τον τρόπο που δέναμε τα βρακιά μας, ….ικανοποιώντας και τις περί αυτού απαιτήσεις και προτροπές του Ρωσακιού…) Ακόμη διαθέτανε κλωστές κεντήματος και πλεξίματος και βέβαια λίγο οινόπνευμα και κρασί.

Ο Καραϊσκος (Γεώργιος Μιχ. Μιχελινάκης), Ο Ευθύμης (Ευθύμιος Εμ Τσικνάκης), και ο Παζούρης (Κωνσταντίνος Καλοχριστιανάκης) ήταν τα τρία μπακάλικα τα΄εποχής μου. Μικρότερο ήτανε το μπακάλικο του Τρακοσάρη (Νικόλαος Χαρ Τσικνάκης) στην πλατέα του Πετροκεφλιού.

13. ΤΑ ΦΑΝΤΑ, ΟΙ ΑΝΥΦΑΝΤΟΥΔΕΣ, ΟΙ ΞΟΜΠΛΙΑΣΤΡΕΣ

Είνα, χωρίς αμφιβολία, περίεργο νάχω γνώση και άποψη για γυναικοδουλειές τσ΄εποχής μου (με την έννοια γυναικοασχολίες), όπως είναι τα φαντά, τα ξόπμπλια κλπ. Όμως ώς κι΄αν το κάμεις, οντενείναστε κοπέλια, άμα τοχες να μαθαίνεις και να θες να καταλάβεις τον κόσμο γύρο σου θα σταμάταγες στο υφάδι γι στο ξόμπλι επειδή η μάνα σου εκατούργιε ανεκούρκουβα και εσύ εκατουργιες ορθός; Χαρά τη διαφορά! Είχενε που λες η μάνα μου εξον από την προίκα τζη, και ενα αργαστήρι και εκατάστενε τα προυκιά τσ΄αμπλάς μου , κατά πούχενε μάθει, από την μάνα τζη. Εγώ κοπελάκι, εμεγάλωσα ανάμεσα στ΄αρδάχρι, το θρομίλι, τσοι πατηρήρες την ανέμη και τα τυλιγάδια τση μάνας μου, μέχρι να ξεπορτίσω και να …ενηλικιώθώ στσοι ποταμίδες, τ΄αμπέλια, τσοι κήπους τση πεδιάδας… Και μετά; Εεε, τά πήρα ούλα κλερονομιά και παρακαταθήκη, τάδεσα κόμπο στο μυαλό μου κι΄αρχισα να τα φέρνω βόλτα από τονα Πανεπιστήμιο στ΄άλλο, να τα παρφουμάρω με νέες γνώσεις και εμπειρίες…. Εδά, στη σούμα, ξανοίγω να δω ήντα κιαολιάς ξελαγαρίζω από ούλα τουτανά…. Λογιστής δεν είμαι, και για κειονά κάθομαι και σας τα διγούμαι, ούλα χύμα. Κατά που λέει ο φίλος μου ο Αντώνης, λογιστής το επάγγελμα, έχει καμπόσους κακούς πελάτες, που βάνουνε σ΄ένα τσουβάλι τα χαρτιά τιμολόγια και ότι άλλο τσ΄επιχείρισής τωνε, και του τα πάνε και του τα φκεραίνουνε, με τη εντολή: σάξε τα! Δε ν κατέχω, μα πιάνω τον απατό μου σαν κακό πελάτη, απού δεν μπορώ να κάνω λογαριασμό αμοναχός μου… Γιαυτό σας τα λέω χύμα και ότι ξεκαθαρίσετε! Βέβαια θα μου πεις: μα και ο πατριώτης μας ο Νικολής ο Καζαντζάκης, μιάς ζωή το πάλευε απο παέ το παλευε από κε, και στο τέλος είπενε κι΄αυτός : άστα αξεκαθάριστα!

Δεν είναι σάικα εύκολη δουλειά ν’ ανεστορούμαι τσοι χίλιες δυο λεπτομέρειες από τα ξόμπλια, και τα χρειαζούμενα, και τα ένα σωρό κατσουμάντερα που ανεκάτωνε στα φασίδια τζη η μάνα μου. Εθώρουνα ντηνε βέβαια από τα γενοφάσκια μου να παιδεύεται στον οντά μας με το αργαστήρι τζη, αργαστήρι ελέγαμε τον αργαλειό, μα δεν ανακατονώμαστε παρά σε ειδικές περιπτώσεις με τα της υφαντικής. Κειαμιά φορα που έφευγε η σαϊτα κήπεφτε κάτω από το αργαστήρι αθο τζηοι πατητήρες, γι αμα θε λα σπάσει κειαμιά κλωστή από το στιμόνι, γι οντονήθελε να ξεσφίξει τ΄αντί να μαζώξει το υφάδι, εφώνιαζέ μου να κάνω και εγώ το καερέτι μου…. Άλλη βολά πάλι η συμβολή των κοπελιών θηλυκών η αρσενικών ήτονε πολυτιμη, οντονεθέλανε να βάλουνε στο τιλιγάδι την πλεξά την κλωστή και εμείς με τεντωμένα χέργια έπρεπε να βοηθήσομε να τιλιγαδιάδει η μάνα μας….

Τα χρόνια εκειανά, οι νοικοκυράδες είχανε στα προυκιά ντωνε και ένα αργαστήρι, μιάς και τα λίγα λινά, μπαπμαπκερά για μάλινα πανιά που εκυκολφορούσανε στο εμπόριο είτανε σάικα και αρκετά ακριβά. Ετσά, οι γυναίκες είχανε εξόν απο τσ’ αλλες δουλειές του σπιθιού, να σάξουνε-φάνουνε πανί, ξεκινώντας από το μαλί γι το μπαμπάκι. Λινάρι σπάνια εβάναμε στον τόπο μας μα και το μπαμπάκι ήτονε σπάνιο. Εκτός από μια περίοδο που εγίνηκε για καμπόσα χρόνια καλλιέργεια μπαμπακιού στην πεδιάδα, είχε μάλιστα ξεμείνει και ο πρωτος καλλιεργητής (ξενομπάτης) στον τόπο μας με το όνομα Μπαμπακάς, η μόνη πρώτη ύλη για κλωστή-ύφασμα ήτονε το μαλί των προβάτων.

Εφυτεύαμε βέβαια που και πού καμπόσα σπυριά μπαμπάκι, για ένα – δυο σοβαρούς λόγους: Πρώτος και καλίτερος ήτονε να χομε μπαμπάκι να σάχνομε φτίλι του λύχνου μας και αριά και που να σάζωμε και κειανα φτυλάκι για κανακαντίλι, οντενήτονε πρεπούμενο να θυμηθούμε σ΄αποθαμένους μας…. Ο άλλος επίσης σημαντικός λόγος νάχει κάθε καλονοικοκύρης λίγο μπαμπάκι στο σπίτι του, ήτονε για κα θέτομε κειαμιά βεντούζα. Ήτονε δεν ήτονε κοφτές οι βεντούζες, το μπαμπάκι ήτονε η απαραίτητη πρώτη ύλη για τουτηνά τη γιατρικουλιά….

Ήμουνε τσοι προάλλες με μιά καλή παρέα τσ’ εποχής μου, και επολεμούσαμε να θυμηθούμε, αθρώπους, ονόματα, χρειαζούμενα, και σκηνές απο την οικοτεχνία τση παραγωγής κάθε λογής πανιού. Εδά βέβαια μας ενθουσιάζουνε τα υφαντά-έργα τέχνης που πιτείδιες και χρυσοχέρες μανάδες και γιαγιάδες, μας εκλερονμήσανε, μα άμα το δει κειανείς και μιαολιά πιό ψύχραιμα, πάει αλλού το πράμα: δεν εκάνανε οι γυναίκες εκεινης τσ’ εποχής τέχνη για την τέχνη, μα απλά εδίδανε περίτεχνες λύσεις στσ’ ανάγκες τση καθημερινής τως ζωής.

Φάδι, στιμόνι, αντί, χειρόχντενα, μιτόχτενα, ξάστρα, ξετόστρα, τιλιγάδι ανέμη, ρόκα, άρδαχτος, αρδάχτι, σφεντίλι, θρομίλι, καλάμια, σαίτες, μασούργια, πατητήρες, πέταλα, και ένα σωρό άλλα ονόματα ανακατωμένα στο μυαλό μου, ούλα ντως ένα μπερδεμένο κουβάρι, που η μιά ντου άκρα εξεκίνα από το κούρεμα των προβάτων μας και η άλλη σε μιά ξομπλιαστή πατανία, έργο τέχνης, μετά από μήνες ατέλειωτης υπομονής και δουλειάς….. Ήτονε η εποχή που ένας από τσοι λυράρηδες τσ’ εποχής (Ο Σηφογιωργάκης ;) είχενε γράψει το τραγούδι εμίλιενε για τα βάσανα τσ’ ανυφαντούς:

«Εκομποδέσαν΄ οι κλωστές και σπάσανε το χτένι, κι΄αρώστησ’ η γιανυφαντού, να λύνει και να δένει…., Και τάκα-τακα και τούκου-τούκου το πεταλό σου κάνει // και το πανί σου κι η γιαπατή σου σε πειρασμό με βάνει….»

Πραγματικά, πολλές φορές εθώρουνα τη μάνα μου, να μουρμουρίζει, να τα βάζει με το υφάδι και με το στιμόνι, και να λέει τον πόνο τζη στη γειτονισα: «Δε μου πάει το παντέρμο σορδεινιά, μουδε μιά πεταλιά δεν ήπαιξα σήμερο….» Τη μιά να μην τση βγαίνει το ξόμπλι, την άλλη να τση χύνουνται τα μασούργια απότσοι σαϊτες, την άλλη να τση σπούνε οι κλωστές από το στιμόνι.

*Ποιά ήτονε η καλίτερη κούκλα για τα κοριτσάκια των παιδικών μου χρόνων; Μην ψάχνεστε, δεν ήτονε ούτε πλαστική, μα μούτε μασε περίσευε πανί για πάνινες κούκλες. Μιά λύση εκ των ενόντων ήτονε το …θρομίλι. Ένα καδρονάκι 10Χ5 Χ50 εκατοστά. Από τη μιά μπάντα είχενε μιά λακουβίτσα, όπου εστριφογύριζε η ρόκα Αυτή η λακουβίτσα γινότανε σιγά σιγά με τη χρήση μιά μαύρη τρύπα από τη μιά μεργιά, εκειά που μέ τέχνη εγύρισε η μάνα μου τη ρόκα και έγέμοζε τα μασούργια. Με λίγη φαντασία η αμπλά μου και οι συνομίλικές τση θωρούσανε την τρύπα σαν στόμα του μωρού, οπότε με μιά πετσέτα-πάνα ετυλίγανε το θρομίλι – μωρό και το παιχνίδι εξεκίναγε….*

Ακόμη και δα μούρχεται η θύμιση τση μυρωδιάς τση λεβάντας (;) που ανάδινε μιά μεγάλη κασέλα, απούχε η μάνα μου τα πιό περίτεχνα κομμάθια τση προίκας τση, μα και ότι άλλο εκατάστενε με τον καιρό και δεν ήτονε για καθημερινή χρήση….

Θάτανε το 1963 ή 64 που κατάφυγα στην κασέλα στη μάνας μου για να κάνομε πλάκα στο Λυκειάρχη μας: Οι πιό πολλοί τση παρέας μου εκείνα τα χρόνια εκοντεύαμε να τελειώσομε το Λύκειο, και σιγά σιγά εβγάναμε τη μούρη μας απο τον άθο, κατά πούλεγε και ο μακαρίτης ο κύρης μου….Ετσά, ως μας εθώργιε ο Λυκειάρχης, Βουρλάκης από το Βραχάσι, να κρατούμενε σα τζ’ ανέραϊδους μιά δεμαθιά βιβλία χύμα ως εφτάναμε στο σκολειό, και πότε να τα παραιτούμε σε ότι πεζούλα θε λα τύχει μπροστά μας, πότε να μασε πέφτουνε και να σκορπίζουνε στη μέση-μέση του δρόμου, και πότε-πότε, μιάς και ήμαστε και μιαολιά ατζούμπαλοι, να πετά ο γεις τ΄αλλού τα βιβλία, ήβγαλε την απόφαση: -Από αύριο παιδιά θάρχεστε με τσάντες, απαγορεύονται τα βιβλία χύμα! –Μα κυριε Λυκειάρχα δεν έχει ο κύρη μας λεφτά για ντάσκες, δεν είμαστε δα και δασκάλια του δημοτικού!, -Δεν με νοιάζει τι τσάντα θα κρατάτε, ας πάρετε και μιά πάνινη τσάντα, μιά βούργια και να τάχετε μέσα! Στο διάλειμα εμείς επεξεργαστήκαμε την ιδέα, καλή μασε φάνηκε γιά χαβαλέ, θάμασαν καμιά σαρανταριά στην τάξη, και ακόμη και οι λίγοι πούχανε θεοτική ντάσκα τως είπαμενε να βρούνε από τσοι μανάδες τως ότι περίεργες βούργες είχανε και την επομένη καταφθάσμε στην τάξη και εκρεμούσαμε …επιδειχτικά την πραμάτεια μας δεξά-ζερβά στα θρανία και εκάναμε χάζι το Λυκειάρχη, που βέβαια δεν μπορούσε πιά να κάνει κριτική και στα γούστα μας!

Εγώ σαν εγειάγειρα στο σπίτι, ανοιγω τη μεγάλη κασέλα τση μάνας μου, και άρχισα να ξεθάβω ότι παράωρες βούργιες έβριχνα. Έβρικα μιά, προυκιό τση μάνας μου από τη γιαγιά μου τη Κλεάνθη από τα Βορίζα, θάτανε φαντό πρίν από το 1900 . Ήβγαλά τζη τα βουργιδοβάσταγα και τηνε τροποποίησα κάνοντας τηνε σα γύφτικο ταγάρι, ανεκαλοθυμούμαι είχε ένα παγώνι σαν ξόμπλι στη μέση, και καμαρωτός-καμαρωτός έκανα την εμφάνιση μου στο σκολειό με την …ντάσκα στον ώμο. Άλλοι πάλι από πιό ορεινά και κτηνοτροφικά χωργιά, απούχανε οι γονέοι ντως ντορβάδες κανονικούς εκείνησάς τσ’ εποχής, που τσοι χρησιμοποιούσανε για να ψευτοταίζουνε το ζευγάρι οντεθελα σταματήσει για ξεκούραση, στοι πήρανε και εκουβαλήσανε τα βιβλία ντως, «τοις κείνου ρήμασι πειθόμενοι», κατά πούλεγε και μακαρίτης ο Μύρος, ο Γυμνασιάρχης του συστεγαζόμενου Γυμανσίου και μορφή της εποχής μας. Ήντονε μαθές η πρώτη βολά που το εξετάξιο Γυμνάσιο αποχωρίστηκε για τα καλά από τα παιδικά του ονόματα: Μέχρι τότε πολλές φορές ενώ το Γυμνάσιο είχενε έξ τάξεις, τσοι δυό τελευταίες τσοι λέγανε: έβδομη και ογδόη, από παλιότερες εποχές που οι δυό τελευταίες τάξεις του δημοτικού ανήκανε στο Γυμνάσιο, κάνοντάς το οχτατάξιο. Ο Γέρο-Παπανδρέου, πρωθυπουργός και υπουργός παιδείας το 1963 πρέπει να χώρισε το τότε Γυμνάσιο, σε: τριτάξιο Γυμνάσιο και τριτάξιο Λύκειο.

Δε κατέχω πόση πέραση έχουνε ακόμη τα βουργίδια, τα βουργιάλια, και οι βούργιες, στην εποχή του πλαστικού τση μιάς χρήσης, πάντως στην εποχή μας ήτονε άριστο εργαλείο μεταφοράς και φύλαξης ευπαθών, κυρίως στεγνών τροφίμων, που έπρεπε να μεταφερθούν με άνεση και ασφάλεια στον τόπο τση κατανάλωσης, μιάς και εκινδυνεύανε τόσο από τα πεινασμένα οικόσιτα, τον κάτη και το σκύλο, όσο και από τσοι κοράκους, μπόλικους στην εποχή μου. Είχενε η βούργια περασμένα τα κορδόνια από ειδικά θηλάκια και έσφιγγε με μιά κίνηση, ανοιγοκλείνοντας αρκετά εύκολα και πρακτικά. Άλλη μιά εκδοχή βούργιας ήτονε η μεγάλη βούργια μεταφοράς ημιπολίτιμων πραγμάτων, όπως κεντήματα και ρούχα, αλλά η πιό χαρακτηριστική χρήση ήτονε η μεταφορά αρτοπλασιών στα πανυγήρια. Μεγάλης χωριτικότητας βούργιες που χώραγαν πεντε αρτους και ένα πρόσφορο, ήτανε η συνηθισμένη εικόνα των πιστών που κατα εκατοντάδες καταφθάνανε στα διάφορα μοναστήρια. Που γιορτάζανε.

Και αν και ήτονε ευκολος και κατανοητός ο μηχανισμός του ανοιγοκλεισίματος τση βούργιας για τον …ψαγμένο φιλόσοφο ριμαδόρο, του ήτονε μιαολιά δύσκολο, δεν εκάτεχε ο κακομοίρης ανατομία, πως στο καλό ντου ανοιγοκλείνει αρκετά εύκολα και με ασφάλεια ο ….πισινός του, και μάλιστα χωρίς βουργιδοβάσταγα: «Μεγάλουρο μυστήριο είναι τ΄αρθώπ΄ο κόλος // χωρίς βουργιδοβάσταγα ανοιγοκλείνει μόνος…» Βλέπεις εκειανά τα χρόνια ο καθωσπρεπισμός είχενε διαφορετική έννοια…..

¨Αλλη μιά … κακοήθεια τσ’ εποχής μου μούρχεται στο μυαλό που δεν μπορώ να τηνε καταλάβω. Οι συμπαθέστατοι και εργατικότατοι Τυμπακιανοί είχανε δεινοπαθήσει στην κατοχή μιάς και οι Γερμανοί είχανε καταστρέψει το Τυμπάκι, και οι κάτοικοι διασκορπιστίκανε στα γύρο χωργιά, και επίσης στο Πετροκεφάλι. Βέβαια στην εποχή μου, δέκα χρόνια μετά, οι πληγές αυτές είχανε επουλωθεί, μα στο Πετροκεφάλι είχανε ξεμείνει καμπόσες πειρακιτκές μαντινάδες για τοι Ντυπακιανούς, που ίσως νατανε και ερωτικά απωθημενα κάποιων. Μιά είχενε σχέση και με τσοι βούργιες: «Ντυπακιανή θα πάρω γω, να βλέπει* και τα βούγια // να βγάνει τα παπούτσα τζη να τα πετά στη βούργια» Στο Γυμνάσιο τση Πόμπιας βέβαια, γύρο στο 1960, 20 χρόνια μετά, είχα 63 συμμαθητές στην πρώτη τάξη από το Τυμπάκι, με τσοι Ντυμπακινές να καίνε καρδιές, και οι έμμετρες αντιπαραθέσεις ήτονε μόνο προσχηματικές…

Από τσοι πιό χαρακτηριστικές εικόνες της υφαντικής τέχνης στο χωργιό μου ήτονε η προετοιμασία του αργαλιού για να φαίνει. Σαν ήμπενε ο χειμώνας η καλονοικοκυρά έπρεπε να «καταστέσει το φασίδι» ήγουν να «στιμονιάσει», να περάσει μ΄αλλα λόγια τις κλωστές οδηγούς στον πίσω κυλινδρικό άξονα του αργαλειού και στα μιτόχτενα, ώστε νάναι έτοιμος ώστε να περνά με τη σαίτα το οριζόντιο νήμα και τα ξόμπλια μέ το χέρι….

* το βλέπει είχε την ένοια του: επιβλέπει

Η Σναταρμομαργώ, η Δεσποινιά του Γκιαουρομιχάλη, ή μάνα μου ήτονε από τσοι γυναίκες που θυμούμαι πως εκατέχανε καλά την τέχνη να στιμονιάζουνε…..Ένας τοίχος 20 – 30 μέτρα είτε κάτω, είτε πάνω από τον Αι Λευτέρη (στου Μανώλη του Μαραγκού γι στου Μπορνόβα) ήτονε κατάλληλοι τοίχοι για να στέσουνε το στιμόνι και να το τυλίξουνε. Μετά έπρεπε να μιτοχτενιάσουνε και να το περάσουνε στο αργαλειό, για ν΄αρχίσει το ντάκα-ντούκα….

Βέβαια αν και οι πιό σοβαρές φάσεις ήτονε οι παραπάνω, καθημερινά έπρεπε να ετοιμάζουνε το νήμα που θα βάζανε στα μασούργια και στη σαίτα καθώς και στα διάφορα ξόμπλια. Το στιμόνι ήτονε μονάχα ο βασικός σκελετός στην ύφανση. Το γνέψιμο (το ξάσιμο), το κλώσιμο, το τίλιγμα, το βάψιμο, το μασούργιασμα ήτονε άλλες δουλειές που καθε ντάι – ντάι έπρεπε η ανυφαντού να καταστένει για να

συνεχίσει το φασίδι… Και βέβαια αυτές οι δουλειές ήτονε χρονοβόρες και μονότονα επαναλαμβανόμενες για πολλές ώρες. Από το μασούργιασμα έμεινε και η φράση « εσύ, τη ρόκα σου» πα να πει ασχολήσου με το δικό σου θέμα και μόνο, και μην ασχολείσαι με το θέμα άλλου, (που πήγες ν΄ ασχοληθείς).

12. ΟΙ ΑΧΕΛΟΛΟΓΟΙ

Τα χέλια είναι ένα ζωικό είδος με περίεργες συνήθειες πολλαπλασιασμού και μετανάστευσης. Δεν έχω καμιά διάθεση να σας κάνω μάθημα βιολογίας και αναπαραγωγής των χελιών σε τόπους μακρινούς κατά πως λένε, και επιστροφή τις βροχερές νύχτες του χειμώνα στις αρχές των πηγών των γλυκών νερών. Δεν μούτυχε να βρω χέλια να χοροπηδάνε στα χόρτα και τά νερά ούτε μέρα μα ούτε και νύχτα, κι’ ας νυχτοπερπατούσα όταν είμουνα μικρός…..
Συναντούσαμε χέλια εγκλωβισμένα σε πηγάδια, αλλά τα πολλά ήταν σε ημιστάσιμα νερά που επικοινωνούσανε με τη θάλασσα από το Γέρο ποταμό, στα λασπώδη τοιχώματα σε βάγγες, σαϊτες, ποταμίδες, δέματα. Μέσα στο λασπώδη πυθμένα εύρισκαν καταφύγιο τα χέλια, και δεν ξέρω πότε μετακινούνταν και επέστρεφαν από τα πέρατα του κόσμου, πάντως εμείς βρίσκαμε χέλια από μέγεθος 20 εκατοστών μέχρι και 40-50 εκατοστών σπανια βάρους μισής οκάς και άνω. Βέβαια το να πιάνεις χέλια, (ν’ αχελεύεις ή ν’ αχελολογάς), σούδιδε την ιδιότητα, τις χάρες, αλλά και τα …κουσούρια του κυνηγού ( λίγο η υπερβολή, λίγο το ψέμα, οι κυνηγοί φαίνεται να τόχουνε στο αίμα τους). Μιά τέτοια ιστορία, θα μπορούσα να την έλεγα: «το πιο μεγάλο χέλι τση ζωής μου», θα βρείτε στο: «ΤΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΤΣΗ»
Το βασίλειο των χελιών είτονε όμως αθό τσοι πνιγάρηδες περιοχή με αφυονα λιμνάζοντα νερά ακριβώς κάτω από το λόφο της Φαιστού. στον Αι Γιάννη. Εκειά τα νερά τση πεδιάδας έκαναν στάση και στροφή γιά το πέρασμα τση Φαιστού στο γέρο ποταμό από τη Φαλάντρα. Κατά πως λένε, χιλιάδες χρόνια πριν το πέρασμα τση Φαιστού είτονε κλειστό και τα νερά τση Μεσσαράς που είτονε λιμνη εφεύγανε από την μπάντα του Αι Γιάννη προς τα Καμηλαργιανά και τη θάλασσα, νοτικά τσ’ Αγια Τριάδας. Εγώ Αρχαιολόγος γιά Γεωλόγος δεν είμαι, ετσά παράκουσα και σας το μεταφέρω. Τέλος πάντων το βασίλειο των αχελιών και κοντά σ’ αυτά και των αχελολόγων είτονε ο Αι Γιάννης. Εκειά εξεπεζεύανε οι μερακλήδες τση κάτω Μεσσαράς στα χρόνια μου και πιό πίσω, γιά ένα καλό φαγοπότι μαζί με την κρασοκατάνυξη, μιάς και τα διαφορα μοντέρνα ντρινκς είτανε άγνωστα. Θα μου πεις βέβαια: ήτονε τόσονα νόστιμα τα χέλια; Σίγουρα ή χρήση των ζωικών τροφίμων και πρωτεϊνών με μέτρο και σε ανεπάρκεια εκείνα τα χρόνια, (προφανώς γιατί ήτανε μεγάλη η έλλειψη), τα καθιστούσε περιζήτητα. Άλλωστε για πόσα πράγματα σήμερα μασε μυρίζει ο χορτασουλιάς, μόνο και μόνο γιατί μασε περισεύουνε; Τα χέλια είναι μόνο μασε φαίνουνται άνοστα;
Το ψάρεμα των χελιών, το αχέλεμα, δεν ήτναε σάικα επάγγελμα, απλά οι πιό μερακλήδες πουχανε λίγο χρόνο, ασχολούνταν με το χόμπυ τσ΄εποχής.
Οι πιό μερακλήδες αχελολόγοι αχελεύανε με την καβούλα:. Στα χέλια άρεσαν τα νεροσκούληκα, οι αβρομάταροι όπως τσοι λέγαμε (γαιοσκώληκες), που είτονε μέσα στο υγρό μη συμπαγές χώμα των κήπων.Οι αχελολόγοι λοιπόν έσκαβαν, μάζευαν τσ’ αβροματάρους, τους πέρναγαν σε λίγη οργιά (λεπτή στέρεα λινή κλωστή) και τους έκαναν μάτσο. Αυτό το δόλωμα δεμένο με ορμίδι σ’ ένα καλάμι ψαρέματος λειτουργούσε όπως το αγκίστρι. Τα χέλια όντνεσκοτείνιαζε και ειδικά αμα ήτονε ήσυχος και υγρός ο καιρός, κολυμπούσαν στα νερά γιά να βοσκήσουν τσίμπαγαν και τράβαγαν τα σκουλήκια και ο ψαράς έμπειρα τράβαγε και πέταγε το χέλι έξω από το νερό καθώς στιγμιαία τα δόντια του μπερδεύοντα στην κλωσή όπως προσπαθούσε να αποσπάσει το δολωμένο σκουλήκι.. Με το λαδοφάναρο εντοπίζαμε το χέλι μέσα στα χόρτα, τοβάζαμε σ΄ένα σακούλι ζωντανό,  και συνεχίζαμε την προσπάθεια Ο Πετρογιώργης και αργότερα ο γιός του, ο Μανώλης του Πετρογιώργη, ήταν συνηθισμένος επισκέπτης στου Πετρογιάνη την καμάρα , αθο τον Καρναβά. Παλιότερα, τα χέλια τα πιάνανε με την καβούλα ακόμη και στη Φραγκιδιανή Φάμπρικα, μέσα στο Πετροκεφάλι στη Γυροποταμιά και ανατολικότερα, μιάς και ολοχρονίς έτρεχε άφθονα νερά και ήλεθε ο μύλος.
Άλλος τρόπος να πιάσωμε αχέλια είτονε να πλέξωμε κερτάρια (κύρτους). Σήμερο βλέπουμε διαφόρων τύπων κατασκευές, γιά χρήση στη θάλασσα και ψάρεμα διαφόρων ψαριών. Στα μέρη και τα χρόνια μου εμείς εφτιάχναμε το δικόνε μας τύπο κερταριών, χρησιμοποιώντας τα βούρλα. Βρουλιές (αναγραμματισμένο από το: βουρλιές), είτονε γεμάτος ο τόπος, προφανώς γιατί είτονε ανθεκτικά τα φυτά αυτά στα συστατικά των άγονων εδαφών σε ωρισμένα πνιγάρικα μέρη τση πεδιάδας, που εφυτρωνανε μόνο βρούλα και ματζόχορτα. Μάλιστα δε μετά την κατοχή ωρισμένοι Τυμπακιανοί στα δύσκολα εκείνα χρόνια (οι Γερμανοί είχανε ξεσπιτώσει τσοι Ντυπακιανούς για να φτιάξουνε το Αεροδρόμιο) εκόβανε τα βρούλα και εσάχνανε παρασύρες (ήγουν σκούπες), που τσοι πουλούσανε. Ούτε με το εμπόριο ερχόντουσαν οι χορτάρινες επίσης, αλλά καλύτερες, σκούπες στην περιοχή μας ούτε και καλιεργούντανε τα αντίστοιχα φυτά για να τις φτιάχνουνε οι ντόπιοι. Τα κερτάρια είτανε όσο η γάμπα του ποδιού σε μήκος και πάχος με την κλασική παγίδα στο εσωτερικό του. Εκείνο που μου ταιργιάζει από τσοι περιγραφόμενες συνήθειες των χελιών να κινούνται κοντρα στη πορεια του νερού, το χρησιμοποιούσαμε στην πράξη: Πάντα εστέναμε (ετοποθετούσαμε) τα κερτάργια ώστε όπως ανεβαίνανε τα χέλια κόντρα στη ροή του νερού να μπαίνουνε στο άνοιγμα του κερταργιού και να εγκλωβίζουνται στο εσωτερικό του. Μετά μιά δυό μέρες επηγαίναμε και εξεστέναμε τα κερτάργια. Πολλές φορές τως εβάζαμε μέσα και δολώματα (αβροματάρους) ώστε να επιδιώκουνε τα χέλια να μπούνε μέσα.
Το καλοκαίρι εχρησιμοποιούσαμε τον τελευταίο και πιό …δροσιστικό τρόπο για ν΄αχελέψωμε: Είτε εκάναμε …by pass στο νερό σε κομμάτια καναλιών που γνωρίζαμε πως υπάρχουν χέλια, είτε συνδυάζαμε το by pass (στα χρόνια μου ελέγαμε πως: εκόβαμε το νερό, τε του αλάζαμε πορεία, ενώ συγχρόνως εξαγλιούσαμε (τε αντλούσαμε το νερό) που ανάβλυζε πηγαία από το έδαφος. Στην περίπτωση αυτή τα αχέλια αναγκάζονταν να κινούνται στα λασπόνερα, τα βλέπαμε και τα πιάναμε. Σϊγουρα ήταν πολύ καλύτερη αυτή η …σοδειά αλλά φυσικά μοιραζόταν σε πολλά μερίδια μιάς και χρειαζόντουσαν πολλοί για να πετύχουμε το στόχο μας.
Συνηθισμένη περίοδος για το συγκεκριμένο …άθλημα είτονε οι πρώτες μέρες του Αυγούστου, με στόχο την ψαροφαγία της 6ης Αυγούστου στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Περιττό να πούμε βέβαια πως είτονε έγκλημα να μην τηρήσει κανείς τη νηστεία του Δεκαπεντάυγουστου. Έτσι, ακόμη και αυτοί που έπιαναν αχέλια με δάφορους τρόπους τις μέρες της νηστείας, απλά τα τσιγάριζαν με μπόλικο λάδι, και τα έβαζαν σε λαδοκούρουπο, για να τα φάνε τις 6 Αγούστου, που επιτρεπόταν από τη θρησκεία η Ψαροφαγία. Ένας λόγος λοιπόν να αδειάσωμε καμμιά βάγκα το καλοκαίρι ήταν για να εφοδιαστούμε με ψαροειδή για την ημέρα του Χριστού.
Το εμπόριο εκείνα τα χρόνια αφορούσε μόνο παστά ψάρια: μπακαλιάρο φρίσσες (ρέγγες) και σαρδέλες, μιάς και το ρεύμα-ψυγεία άργησαν να έλθουν. Ακόμα, ήτονε ο Κεμάλης και ο Μαύρος αν τους θυμούμαι καλά, από τα Πιτσίδια, που με ένα μαύρο μουλάρι και ένα ψαρό άλογο φέρνανε τα ψάρια από το Καϊκι του Γερόνυμου στα Μάταλα, και πουλώντας δρόμο-δρόμο σε Πιτσίδια, Σϊββα, Πετροκεφάλι, τη ψαριά τωνε, (από λίγες βούπες (γόπες), σαρδέλες, μπαρμπούνια, σαβρίδια, σκάρους), εκαταλήγανε στην αγορά των Μοιρών για ξεπούλημα.
Εμαζώνουντανε λοιπόν καμπόσοι και επαίρνανε και τα συμπράγαλά ντωνε, κουβάδες, γκαζοντενέκες, σκαπέθια, παλάμες, τσαπράζα, επαίνανε και κειανα αρσενικο κοπέλι για τσοι ψιλδουλειές, οι πλειό μερακλήδες επαίρνανε και κειανα τσούκο κρασί, ελιές, έβραζέ ντως η κερά και καμπόσες πατάτες, τα αποδέλεοιπα (ξυλάγκουρα, ντομάτες) είτονε γεμάτος ο τόπος. Αυτά τάχανε για να …στελειώσουμε στα πόδια ντωνε μετά το ζόρι του αχελέματος μετη δεσά και το ξάγλημα του νερού από τη βαγκα.
Η πλειό μεγάλη ….επιχειρηση αχελέματος που θυμούμαι, θάτανε το 1960-61, είτονε καμπόσοι χωριανοί που εμαζωχτήκανε και αποφάσισανε να ξαγλήσουνε μια τεράστια βάγκα του Γερο ποταμού, με τη βοήθεια των αντλητικών βεζινοκινητήρων που μόλις προ δυο τριών ετών είχανε εμφανιστεί στην περιοχή μας.
Μιά 7-9 Αποστολίδη του Καραϊσκου, ένα 5 Kohler του αφέντη μου, και δεν κατέχω πόσα άλλα μοτέρια μαζευτήκανε πρωί – πρωί και αδειάζανε τα νερά. Εκεια κατα τσοι δυο το μεσημερι τάχανε καταφέρει και εμπηκανε οι γιάντρες στση αδειανή βάγκα και αρχισανε να μαζώνουνε τ΄αχέλια με τνο κουβά. Επήρανε καμπόσες οκάδες ο κάθε περιστασιακός ….συνεταίρος και εμαζώξανε τα μπράτη τωνε με τη ….καλάδα να τα πάνε τση κεράς τως για νατα καταστέσει τηγανητά, και με τα κρομύδια στιφάδο για μετά την επόμένη που θελα κατηφορήσουνε οι πιστοί από το Χριστό.
Κειαμιά φορα οι πιό μερακλήδες αχελολόγοι είχανε καταστεμένο κειανα πεντακοσάρι σπιτικό κρασί και αχελομεζέ στη μιά βούργια και μιά λειτουργιά άρτους στην άλλη. Άμα θελα τελειώσει τη λειτουργία ο παπά Κωστής εμαζεύντανε παρέες-παρέες και με θέα την πεδιάδα εδίνανε τον εορταστικό τόνο στην ημέρα, ξεκινώντας από νωρίς το γλέντι.. Μετά το: «Μετεμορφώθεις εν τω όρει Χριστέ, δείξας τοις μαθηταίς σου την δόξα σου καθώς….», ο παππά Κωστής, γερό ποτήρι, ετιμούσε δεόντως και το άλλο χριστιανικό ρητό «Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου…», πρωτοστατώντας στην ψυχική μας ανάταση… Άλλωστε εκειανά τα χρόνια ο ρυθμός τση ζωής ήτονε πολύ πιό αργός και το δίχως άλλο, ότι έκανε κειανέίς τουλάχιστο το καταλάβαινε. Πα ναπεί, το πρόγραμμα τση μέρας ήτοντε: να φροντίσομε τα ζωντανά, να πάμε στη εκκλησία, παρέα και φαγοπότι, ξεκούραση και καμμιά άλλλη δουλειά. Στους σημερινούς ρυθμούς, το έθιμο και η παράδοση, μπορεί να χωρέσει σε ένα ημίωρο του πολυάσχολου σημερινού ανθρώπου, που πετιέται με το 4Χ4 για ένα κερί στο Χριστό, ξεστρατίζει για να κλείσει ι τσοι βάνες στον Αι Γιώργη, να πιεί καφέ στοι Μοίρες, να φέρει την πεθερά του απο το γυναικοχώρι, και να παει και κάνα ψάρι τση προκοπής στη κυράς του άμα έχει το ψαράδικο, ετσά για να τιμήσωμε το έθιμο….

11. Ο ΤΡΥΓΑΣ

Το κατακάθι από το λάδι, όπως το παράγει το ελαιοτριβείο κάθε είδους, έχει αρκετό νερό και αιωρούμενα τεμάχια από τον ελαιόκαρπο. Η τυποποίηση του ελαιολάδου και εμφιάλωσή του, μεταξύ των άλλων έχει σκοπό και τη διαύγαση του. Όταν όμως αποθηκεύεται-διανέμεται το λάδι χωρίς τυποποίηση, με τον καιρό κατακαθίζει η τρυγιά στον πάτο του πιθαριού, ένα συνοθύλευμα, ψύχας της ελιάς, νερού και λαδιού, που δεν διαχωρίζεται με οικιακά μέσα. Σε κάθε σπίτι, είτε στην αποθήκη είτε στο σταύλο, πάντως παράμερα, ήτανε στη σειρά τα λαδοπίθαρα του σπιθιού. Το λάδι για φαγητό ή για πούλημα το βγάζαμε από πάνω, λίγο λίγο, μέχρι να φθάσωμε σχεδόν στον πάτο, στην τρυγιά. Έτσι τα άδεια πιθάρια είχανε κατακάθι, την τρυγιά, και έπρεπε κάθε Σεπτέμβρη –Οκτώβρη να καθαριστούν για την καινούργια σοδειά.Επειδή η περιεκτικότητα της τρυγιάς σε λάδι είναι αρκετά υψηλή, και η ποσότητα της τρυγιάς σε κάθε σπίτι ήτανε αρκετά μεγάλη, επέρνα ο Γιάννης ο Τρυγάς από την Πόμπια, (Ιωάννης Μαθαιάκης) και με κανίστρες έπαιρνε και αντάλασσε την τρυγιά κάθε σπιθιού με σαπούνι. Την τρυγιά την πήγαινε στην Πόμπια, στου Χρονάκη, που είχε ένα σπωνοποιείο και η σαπωνοποίηση του λαδιού τση τρυγιάς έπαιρνε όλο το λάδι της και το έκανε σαπούνι. Σπάνια, καμπόσες καλονυκοκυράδες εφτιάχνανε μόνες τους σαπούνι στο σπίτι τους, αξιοποιώντας τα παλιόλαδα και τις τρυγιές. Άλλωστε, το μόνο που χρειαζότανε παραπάνω, ήτανε ν΄αγοράζουνε όση σόδα έπρεπε, για να μετατρέψουμε το μη φαγώσιμο λάδι σε σαπούνι…
10. Ο ΚΑΖΑΝΑΡΗΣ
Ένα από τα πιο ευχάριστα εποχιακά παραεπαγγέλματα τα΄εποχής μου ήτονε ο καζανάρης.
Από παλιά, ψάχνοντας τα διάφορα επαγγέλματα της περιοχής, εθώργιες μόνο γεωργούς, δημόσιοι υπάλληλοι ή και ιδιωτικοί δεν υπήρχανε, ενώ κάπου – κάπου έβρισκα και κανένα οινοπώλη. Ήτονε προφανώς ο οινοπώλης το ισοδύναμο του καφετζή, που όμως το μόνο είδος που μπορούσε να προσφερθεί ήτονε το κρασί. Η απόσταξη των στέμφυλων (τίκουδα, στην τοπική διάλεκτο) των ζυμωμένων υπολειμμάτων σταφυλοζαχάρου μετά τη συλλογή του μούστου, ήτονε μια παραεργασία του Οκτώβρη – Νοέμβρη, πριν μπει για τα καλά ο χειμώνας. Η απόσταξη ήτανε και είναι αυστηρά ελεγχόμενη εργασία, φορολογούμενη σκληρά. Προφανώς, ο λόγος πρέπει νατανε υγειονομικός αρχικά, και κατάληξε νάναι φοροεισπρακτικός και τίποτε περισσότερο. Έτσι κι΄ αλλιώς το καζάνι απόσταξης ήτανε σφραγισμένο από την αστυνομία, και αποσφραγιζότανε και ε χρησιμοποιείτο για ωρισμένα 24ωρα, αφού πρώτα πληρωνόταν ο ανάλογος φόρος.
Το καζάνι εχώργιε τουλάχιστο 50 οκάδες τσίκουδα, και ήτονε σε μια χτιστή παρασθιά, μόνιμη κατασκευή. Το κινητό καπάκι κατάληγε σε μια σωλήνα που οδηγούσε τους ατμούς στον ψύκτη ( το λουλά) που πέρναγε μέσα σε μια δεξαμενή νερού και υγροποιούνταν η ρακή.
Ο καλονυκοκύρης το λοιπός πουχε τα΄αμπέλι μετά το πάτημα των σταφυλιών έπαιρνε τα τσίικουδα και τάβαζε σε πιθάρια, τάκλεινε καλά για να ζυμωθεί τό λίγο σταφυλοζάχαρο πούχενε μείνει σε οινόπνευμα, κανα μήνα και παραπάνω, περιμένοντας νανοίξουνε τα καζάνια… Μετά έπρεπε να αγοράσει χρόνο από τον καζανάρη, πχ 2-3-5 καζανιές, και ο καζανάρης μαζεύοντας αρκετούς πελάτες επήγαινε και πλήρωνε το φόρο στο ταμείο στις Μοίρες,, ξεσφράγιζε το καζάνι, και άρχιζε την απόσταξη:
Ο νοικοκύρης εκτός από τα τσίκουδα, έφερνε και χοντρά ξύλα για να συμπαίνει το καζάνι συνέχεια, για να γίνεται γερά-γερά το ξεκαζάνιασμα. Εκράθιε ακόμη ένα μοσοράκι αλεύρι, που τοκάνανε ζύμη και εστεγανώνανε το καζάνι (τα δυό του κομάθια), κάθε φορά που τοκλείνανε για ν΄αρχίσει η απόσταξη. Πέρα όμως από τα χρειαζούμενα τσ΄απόσταξης, είχανε και τα χρειαζούμενα τση …παρέας:
Είπαμενε, πως είτονε αρχές του χειμώνα, και σ΄όσους άρεσε το παρεάκι, εβρίχνανε μια καλή αφορμή. Ετσά, το πρώτο εφόδιο ήτονε οι οφτές πατάτες και τα κυδώνια, ήτονε η εποχήντωνε, και βέβαια η ρακή πού έτρεχε από το λουλά… Κάθε νοικοκύρης είχενε και την παρέα του, μα είτονε και άλλοι που είτονε τση προσκόλησης και είχανε κάθε μέρα γλέντι, πηγαίνοντας από τόνα καζάνι στ΄άλλο.
Το πρώτο μέρος της απόσταξης, έπρεπε να πεταχτεί γιατί είχε την μεθανόλη (Ξυλόπνευμα) που προκαλεί τύφλωση, ενώ στη συνέχεια μαζευότανε το υπόλοιπο, μέχρι να κατέβει στους 18-20 βαθμούς, που το μετρούσαν με ειδικό για την δουλειά αραιόμετρο, το γράδο.Από τα καζάνια που θυμούμαι:
Του μπαρμπα μου του Βανίλη (Στυλιανός Γ Φραγκιουδάκης), Του Τσουροστελιανού (Στυλιανός Εμμ Σπυριδάκης), του Μιχάλη του Γκιαούρη (Μιχαήλ Δαμιανάκης) και του Θωμά του Κουρτικάκη.
Χαρακτηριστικό των θέσεων των καζανιών ήτανε πως έπρεπε ναναι στημένα δίπλα σε ένα πηγάδι, από όπου έπρεπε να γεμώσουνε μια δεξαμενή που περνούσε ο σωλήνα ψύξης των ατμών (ο λουλάς).
Πολύ νεώτερο ήτονε το καζάνι του Μανώλη Γεωρ Τσικνάκη, που φτιάχτηκε μετά την ύδρευση του χωριού από σύγχρονο δίκτυο.

10. ΣΩΜΑΡΑΣ

Μπαμπιονιτάκης 30/1/2008)

Ένα ακόμα επάγγελμα, εκ των ουκ άνευ, για την εποχή εκείνη. Δεν θα αναφερθώ στις λεπτομέρειες του επαγγέλματος, άλλωστε δεν τις γνωρίζω και πολύ καλά, αν και φυσικά, το σαμάρι ήτανε είδος βασικό στα εφόδια ενός σπιτιού. Μπορεί να πει κανείς πως άνθρωποι που δεν είχαν ένα ζώο για μεταφορές, τόσο πραγμάτων όσο και των ανθρώπων, χαρακτηριζότανε πολύ απαξιωτικά από την κοινωνία του χωριού. Ο λόγος ήτανε απλός: Μιας και δεν υπήρχε έμισθη εργασία εκείνα τα χρόνια, όλοι ήταν παραγωγοί κάποιου προϊόντος, κάποιας υπηρεσίας. Αν δεν έκαναν λοιπόν κάποιο από αυτά, τότε πλέον δεν έκαναν τίποτε.
Το σαμάρι εκτός από τη χρήση του για τό φόρτωμα των διαφόρων προϊόντων και τη μεταφορά τους, πολλές φορές έπαιζε και το ρόλο πρωτότυπης, και μάλιστα φορητής, κούνιας, για τα νεογέννητα μωρά τσ΄εποχής μου, μιας και οι γυναίκες τσ΄εποχής εκείνης πολλές φρορές δεν είχανε την πολυτέλεια ούτε καν να σαραντήσουνε, μόνο έπρεπε να δουλέψουν ε ακόμα και λεχώνες. Άμα θελακαταστέσουμε λοιπόν στην εξοχή τα κατσουμάντερα, τα χρειαζούμενα, και τα ζωντανά, εθέτανε ανάσκελα το σωμάρι του γαϊδάρου, εταχτοποιούσανε το νεογέννητο στην …κούνια, και έκαναν τις διάφορες δουλειές.
Ο πρώτος και τελευταίος Σωμαράς που γνώρισα είναι ο Σωτήρης από τό Κουσέ. Σωστός τεχνίτης, είχε το σωμαράδικο απέναντι από του Στυλιανού Τσικνάκη τον αλευρόμυλο. Δουλειά του είτα ν να κατασκευάζει, να επιδιορθώνει και αλλά και να γομώσει τα σαμάρια των ζώων, ώστε να ναι λειτουργικά. Με τα χρόνια εγκατάλειψε το επάγγελμα καθώς δεν υπήρχαν πλέον ζώα στα πεδινά μέρη μας, και αντικατασταθήκανε με τα διαφόρων ειδών οχήματα.
Βλέποντας όμως κανείς τα επίθετα ή τα παρατσούκλια του χωριού, μπορεί να συμπεράνει εύκολα, πως το επάγγελμα αυτό υπηρετεί το και από άλλους, προηγουμένων γενεών. Έτσι, θυμίζω το: ο Μιχάλης του Σωμαρά (Μιχαήλ Μιχελινάκης), η Σωμαροβαγγελιά και τα κοπέλια τζη, που υποδηλώνει κάποια επαγγελματική σχέση με τη σαγματοποιία.

9. Ο ΑΛΜΠΑΤΗΣ

(Α Μπαμπιονιτάκης 30/1/2008)

Δεν κάνω απογραφή των επαγγελμάτων που έχουνε εκλείψει με την εξέλιξη, περισσότερο γράφω όσα έζησα, όσα χρησιμοποίησηα και όσους επαγγελματίες αντίστοιχα γνώρισα στα αντίστοιχα επαγγέλματα: Ένα από αυτά, είτανε ται αυτό του πεταλωτή, που στο χωριό τουλάχιστον το κατέχαμε σαν Αλμπάτης. Μάλιστα υπάρχει και το συνώνυμο επώνυμο: Αλμπατάκης.
Ο αλμπάτης είτονε ο …πεντικιουρίστ, της εποχής μου για τα άλογα τα μουλάγια και τα γαιδούρια. Είτονε υποχρεωμένοι οι ανθρώποι να ζητούνε σκληρά πράγματα από αυτά τα ζώα, με αποτέλεσαμ να τραυματίζονται στις οπλές και να μην μπορούν να αποδώσουν. Έτσι πολλές φορές έπρεπε ο αλμπάτης να παίξει το ρόλο του κτηνιάτρου, αφαιρώντας αιχμηρά αντικείμενα ή πέτρες από το πέλμα του ζώου, ακόμα και να περιποιείται το τελείωμα της οπλής τους, που πολλές φορές σε ανώμαλους δρόμους μπορούσε να σπάσει.
Η κύρια εργασία του αλμπάτη είτανε βέβαια το πετάλωμα των ζώων. Βασικό του εφόδιο είτανε τα πέταλα, που έφτιαχνε ο χαρκιάς. Ο αλμπάτης είχε μεταξύ των άλλων ένα μικρό σιδηρουργείο για την τροποποίηση-διαμόρφωση και εφαρμογή των πετάλων σε κάθε ζώο
Από όσο θυμάμαι, ο παπα Κωστής (Κωνσταντίνος Γεωρ. Τσικνάκης) είτανε, πριν γίνει παπάς, αλμπάτης. Ο γιός του επίσης Γεώργιος Κων Τσικνάκης, που αλλού αναφέρεται να παίζει και βιολί, είχε μάθει την τέχνη από τον πατέρα του. Αυτόν τον θυμάμαι να πεταλώνει κανένα άλογο μπροστά από το σπίτι του παπα Κωστή. Πρέπει νάτανε μια θελόπετρα μπροστά στου Αλέκου του Κορεάτη το Καφενείο , όπου έδεναν τα ζώο και με τη βοήθεια του κατόχου του γινόταν το πετάλωμα. Μπορεί να συμπεράνει κανείς, πως σε ένα τόσο στενό δρόμο κατά τη δεκαετία του 1950 η κατάληψη του οδοστρώματος είτανε ανύπαρκτη έννοια. Κάπου-κάπου πέρναγε κανένας πεζός, σπανιότατα κανένα αυτοκίνητο. Πρέπει επίσης να αντιληφθούμε πως δεν ήταν επάγγελμα αποκλειστικής απασχόλησης, αλλά γινόταν παράλληλα με γεωργικές δουλειές.
Άλλος, και τελευταίος, αλμπάτης στο Πετροκεφάλι ήτανε ο Αλμπατογιώργης (Γεώργιος Μαρκάκης). Αυτός είχε το αλμπάτικο στην κολύμπα στο νυν καφενείο του Σωτήρη. Ήτανε ο πλέον επαγγελματίας αλμπάτης της περιοχής, και πολλές φορές ερχόντουσαν από άλλα μέρη για να πεταλώσουν τα ζώα τους. Στην είσοδο του σημερινού πάρκου ήταν ένας τεράστιος ευκάλυπτος, και άλλοτε επετάλωνε τα ζώα δίπλα από την είσοδο του αλμάτικου, κια άλλοτε κάτω απ΄τον ευκάλυπτο. Πολλοί θυμούνται περί το 1962, το παρακάτω περιστατικό: Τον Οκτώβρη σε μιά ξαφνική νεροποντή άρχισαν τα αστραπόβροντα. Ένας Πομπιανός είχενε φέρει ένα ωραίο άλογο, που πετάλωνε κάτω από τον ευκάλυπτο. Μιας και το μπουρίνι παραείτονε δυνατό, έφυγαν οι ανθρώποι και μπήκανε στο αλμάπτικο, μέχρι να κατουμώσει ο καιρός. Ευτυχώς, γιατί μιά ξαφνική βροντή-αστραπή και ένας κεραυνός στον ευκάλυπτο, κεραυνοβόλησε το άλογο. Δεν θυμάμαι άλλη φορά στον τόπο μας θύμα κεραυνού…

8. Ο ΜΟΥΝΟΥΧΙΣΤΗΣ…

(Α Μπαμπιονιτάκης 30/1/2008)

Είπαμενε τα τα λέμε ούλα από αυτή εδώ τη θέση…. Στο Κάτω κάτω εγώ γράφω εγώ υπογράφω, απόψεις μου είναι και θα μου κάμετε την τιμή να με αφίσετε να τα πω κατά πως τα καταλαβαίνω….

Θα μου πείτε βέβαια: Γιατί ζορίζεσαι χριστιανέ μου, πέστα όπως σούρχονται, άλλοι σε κρίνουνε αμα κρίνεις μόνος σου τον απατό σου, πάντα λάδι θα τονε βγάζεις….

Το ζόρι που λέτε είναι για το μουνούχισμα… Αγροικάτε το λοιπόν:

Είτονε, και είναι, γνωστόν πως ο οίστρος διατηρεί σε χαμηλή στάθμη την εναπόθεση λίπους στα γουρούνια, και όχι μόνον… Αποτέλεσμα λοιπόν είτονε να μην παχαίνουν, πράγμα ανεπίτρεπτο στην οικιακή οικονομία. Η λύση είτανε ο ευνουχισμός των θηλυκών γουρουνιών, το κοινώς λεγόμενο μουνούχισμα, Δεν μπορώ να γνωρίζω τι σχέση είχε η ονομασία μιας περιοχής γνωστής στο Πετροκεφάλι (του μουνούχο ο λάκκος), Περί τα τέλη της άνοιξης ο μουνουχιστής, ένας πρακτικός χειρουργός, είτονε σίγουρος επισκέπτης του χωριού μας, με ειδικότητα στη συγκεκριμένη χειρουργική επέμβαση. Δεν μπορώ να γνωρίζω λεπτομέρειες, αλλά από όσο θυμάμαι πρέπει να δένανε τα γουρουνόπουλα και φυσικά χωρίς αναισθητικό, με ένα καλά ακονισμένο τσακί-μπιτσάκο, έκαναν μια τομή στο λαγόνι του γουρουνιού και του αφαιρούσαν πιθανώς τις ωοθήκες, τα ορομονοπαραγωγά όργανα των θηλαστικών, με αποτέλεσμα να παύουν να έχουν ορμές-οίστρο. Στη συνέχεια το ράβανε με λίγη οργιά και όλα καλά….
(Υστερόγραφο: Μετά από συζήτηση με μιά καλή φίλη εχρειγιάσηκε να μελετήσω λίγο παραπάνω το θέμα για το ….μουνούχισμα. Όσα γράφω για τα θηλυκά γουρούνια ισχύουν, απλά τους αφαιρούσαν ολάκερη τη μήτρα. Βλέπεις δεν έτυχε ναχω δει όλες τις υποκατηγορίες μουνουχίσματος. Για τα αρσενικά, τους κόβανε τους σπερματαγωγούς πάνω από τους όρχεις, είτε κοπανίζοντάς τους, είτε δαγκώνοντάς τους, είτε χρησιμοποιώντας τα Μουνουχόξυλα. Αυτά ήτανε ειδικό ζευγάρι ξύλων για την δουλειά αυτή, και είτανε το εργαλείο που φοβερίζανε τα αρσενικά κοπέλια, οντεδενεκάθουντανε φρόνιμα. Προφανώς εγροικούσανε τα κοπέλια τα ζωντανά που μουγκρίζανε όντε τα μουνουχούσανε, και όντε δεν επηγαίνανε σορδεινιά τα ίδια και εκάνανε πολλές τροζόδες, εγροίκας τη μάναντως: -Γιάντα μωρέ Γιωργιό δε σολαγάσαι, θωρείς τα τα μουνουχόξυλα, επαέ ταχω, να σε μπουζάσω θέλω και θα σε γροικά ούλο το χωργιό και θανέχεις και δίκιο….)
Μιας και αναφέρθηκε η λέξη τσακί ή μπιτσάκος: είτανε ένα είδος μαχαιριού που έκλεινε. Το όνομά του μάλλον ιρακινής προέλευσης (Μπιτσάκ), μεταφέρθηκε από τους Άραβες στην Κρήτη, σε εμάς. Και για να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση, δυο αδέλφια με φήμη πως σφάζανε τους Τούρκους με τον μπιτσάκο, κυκλοφορούσαν στην απάνω ρίζα (Βορίζα Καμάρες ) με προέλευση από τα Χανιώτικα. Αυτοί κάποια στιγμή κατέβηκαν στο Πετροκεφάλι, όπου έμεινε ο ένας, ενώ ο άλλος συνέχισε για το Λασίθι Ο Πετροκεφαλιανός είτανε ο γενάρχης των Μπιτσακάκιδων.

7. Ο ΧΑΡΚΙΑΣ

(Α Μπαμπιονιτάκης 30/1/2008)

«Απού δε θέλει χτύπους, στο χαρκιδιό δεν πάει»

Μια από τσοι αναρίθμητες παροιμίες που ο κόσμος αυμπυκνώνει τον πόνο, το παίδεμα, τα πάθη και τελικά τη σοφία του.Ο σιδηρουργός, απόγονος σίγουρα του Ισίοδου και του Ηφαιστου, ελάχιστα πρέπει να χε διαφοροποιηθεί στον τόπο μας, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Επάγγελμα απαραίτητο τόσο για την κατασκευή όσο και για την επιδιόρθωση των μεταλλικών εργαλείων τση εποχής μου. Είπα πως ήτονε ευθέως απόγονος των μυθικών σιδηρουργών, μιας και δεν έλαχε σε εμάς να εξελίξουμε ούτε τη μεταλλουργία ούτε τη σιδηρουργία…. Η τουρκοκρατία βλέπεις, το μόνο που επέτρεψε ήτανε μια στοιχειώδης επαφή με τη μεταλλουργία, που βοηθούσε Τούρκους και Έλληνες να έχουν μια στοιχειώδη παραγωγή και συντήρηση των μεταλλικών εργαλείων τους μέχρι το 1950…
Σ΄άλλα μέρη της Ελλάδας φαίνεται πως οι γύφτοι είχανε κατ΄αποκλειστικότητα το επάγγελμα της μεταλουργίας, εμάς όμως το επάγγελμα το είχανε ντόπιοι, και μιάς και πιο εύπλαστο υλικό είτονε ο χαλκός, οι ανθρώποι ονομασθήκανε χαλκείς, χαλκιάδες, χαρκιάδες. Σε όλα τα μέρη της Ελλάδας θα βρει κανείς Χαλκιάς, Χαλκιαδάκης, Χαρκιαδάκης, Χακλίδης, επίθετο δηλωτικό του επαγγέλματος….
Στα χρόνια του 1950-60 είτονε δυο-τρία χαρκιάδικα στοι Μοίρες, το ένα μάλιστα, του Μανταλένιου στον Πομπιανό δρόμο δεξιά, είτονε ενούς χωριγιανού μας γαμπρού (εκράθιε του γέρο Πετρομανώλη μια κόρη).Η δουλειά του χαρκιά εκεινα τα χρόνια είτονε μιαολιά ζόρικη. Έπρεπε νάχει ένα παραγιό, που εδούλευε το φυσερό. μια κατασκευή που έστελνε αέρα από τη βάση του καμινιού σε ένα σωρό σπίθα. Με μια μεγάλη τσιμπιδα ο χαρκιάς εκράθιε το κομάτι το σιδερο ή σιδερένιο εργαλείο, και οντενε κοκκίνιζε και εμαλάκωνε το μετέφερε στο αμόνι, όπου με γρήγορα και τεχνικά χτυπήματα το διαμόρφωνε, το έστριβε, το λέπτυνε, ακόμα και το έκοβε. Η παραπάνω διαδικασία κρατούσε όσο χρειαζότανε να πάρει το κομμάτι το μέταλλο την κατάλληλη μορφή… Μετά ακολουθούσε τροχισμα, και τέλος σκλήρυνση (ανόπτηση) ή το κοινό, στη γλώσσα των σιδεράδων και των γεωργών, βάψιμο. Εγροίκας τοσοι παππούδες μας: «Εστόμωσε μου το υνί, να πάω θέλω να το βάψω, γιατί μετά τ΄Αι Φιλίππου θέλω να κάμω (=οργώσω) το σόχωρο..»
Σκαπέθια, γκασμάδες, μανάργια, σκεπάρνια, μανάρες λοστοί, υνιά, σιδεροσωλήνες είτονε τα καθημερινά αντικείμενα που επηγαίνανε τους Πετροκεφαλιανούς στο Χαρκιά. Ειδικά όμως για τσοι Πετροκεφαλιανούς, τα χρόνια 1950-1970 τους πήγαιναν κάθε τόσο στο χαρκιάδικο και άλλα δυο είδη υποχρεώσεων: τα αδρευτικά συστήματα τα΄εποχής. Τα μηχανήματα και οι σακιέδες, είτονε αντλητικά συστήματα νερού από μικρό βάθος 3-8 μέτρα, με πολλές βλάβες Λίγο αργότερα, με τα μοτεργια (βεζινοκινητληρες) και τις ψευτογεωτρήσεις των 15-25 μέτρων, και πάλι έπρεπε να τρέχουμε για τις κατάλληλες σωλήνες, συνδέσεις κλπ…

6. Ο ΠΑΓΩΤΑΤΖΗΣ …του Αγίου Πινεμάτου (1950…)

(Α Μπαμπιονιτάκης 30/1/2008)

Θωρώ και γράφουνε οι διάφοροι που και που, για επαγγέλματα που με το καιρό παρακμάσανε, που καταργηθήκανε, και για άλλα που απλά βιομηχανοποιηθήκανε, καταργώντας την παραδοσιακή μορφή τους. Ένα από αυτά είναι σίγουρα και εκείνο του παγωτατζή. Μπορεί να μας φαίνεται λίγο δύσκολο πως στην εποχή που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και ηλεκτρικό ψυγείο, να μιλούμε για παγωτο που φτιαχνόταν στην εξοχή, σε 40 βαθμούς ζέστη. Όμως αυτή ακριβώς η ακραία εικόνα είτανε και ο λόγος που μου το χάραξε στη μνήμη… Ας σας την διηγηθώ λοιπόν, όπως μούμεινε:

«Μπαίνοντας στην πλατέα του Πετροκεφαλιού, από τσοι Μοίρες, το γωνιακό σπίτι αριστερά είτονε του Ιωάννη τση Ψεβίας, (Ιωάννης Μιχελινάκης), απαράλαχτο μέχρι σήμερα, και κολλητό νοτικά το διόροφο του σαντόλου μου του Μαρή του Κωστή.. (σήμερο είναι ο φούνος). Δέκα μέτρα μπροστά, μέσα στην πλατέα, είτονε ένα πλάτανος, το στέκι του παγωτατζή, τ΄Αγίου Πινεμάτου… Είρχουντανε που λέτε με ένα φαρδάκι πούχενε μέσα χιόνι, και αυτό είτονε μέσα σε ένα πιό μεγάλο φάρδο, πούχενε γύρου-γύρου άχερα. Τα΄άχερα εδυσκολεύανε το χιόνι να λιώσει, γιατί είτονε καλό μονωτικό. Το χιόνι το φέρνανε οι κατεχιάριδες από τα όρη, από τον Ψηλορείτη. Αυτοί εκατέχασι χαράδρες που δεν τσοι θώργιε ποτέ ο ήλιος και εκρατούσανε χιόνι ολοχρονίς του χρόνου. Επηγαίνανε το λοιπός με τα μουλάργια και εσακιάζανε μια στραθιά χιόνι και το κατεβάζανε σ΄αυτούς που τους το παραγέλνανε…Το χιόνι το χρημοποιούσανε το πλιά στα πανυγήρια για κανελάδες, συνήθεια που κρατεί και εδά στον τόπο μας… Για να σάξουνε παγωτό το πράμα είτονε μια ολιά δύσκολο…
Ο Παγωτατζής όξω από τα υλικά του παγωτού, εκράθιε και ένα ξύλινο βαρελάκι ξεπατωμένο από τη μια μπάντα. Το ξύλο είτονε καλό μονωτικό. Μέσα στο βαρελάκι εχώργιε η χειροκίνητη παγωτομηχανή, ένα τσίγκινο κουβαδάκι με ένα μαγκανάκι που εγύρισε δυο φτερωτές μέσα στο μίγμα του παγωτού, με τη χέρα. Γύρο από την παγωτομηχανή εγέμωζε ο χώρος με χιόνι, και εδιάλεγε ο παγωτατζής ένα «τυχερό» κοπέλι, τούταζε ένα παγωτό τσάμπα, και τόβαζε να γυρίζει το μαγγανάκι με τσ΄ ώρες…. Βέβαια, το παραπάνω ψυχτικό, το χιόνι αμοναχόντου, δεν έφτανε για να πήξει το παγωτό, και το άλλο που εχρειάζουντανε είτονε το αλάτσι. Είχενε το λοιπός ο παγωταζής και ένα μιγομάκι αλάτσι από το τελεωνείο, κίριχνε κάθε ντάι-ντάι μια φουχθιιά αλάτσι στο χιόνι… (Το αλάτι όταν διαλύεται στο νερό κάνει ενδόθερμη αντίδραση, παίρνοντας θερμότητα από το περιβάλλον και κατεβάζει τη θερμοκρασία). Με το πολυώρι λοιπόν έπηζε το παγωτό, και άρχινούσε να πουλεί ο παγωτατζής στα κοπέλια την πραμάτεια του, με λεφτά, με αυγά, με ότι βρισκούμενο. Οι κακομοίρες οι μανάδες μας ίσα-ίσα που καταφέρνανε να μασε μισοξεπεινάσουνε, μα κιαπό την άλλη με τσοι μύργιες οικονομίες τωνε αισθανότουσαν την την υποχρέωση να ζήσουνε τα κοπέλια ντως λίγες στιγμές ευτυχίας τ΄Αγίου Πινεμάτου…. Εκειανά τα χρόνια είτονε μεγάλο πράμα η γιορτή τα΄Αγίου Πνεμάτου, μιάς και είρχουντανε οι λυράρηδες στην πλατέα, το συγγενολόι τση κάθε οικογένειας από τα γυροχώργιουλα, να τσοι κοιμήσωμε να τσοι φιλέψωμε, να πάμενε ούλοι μαζί στο σπερνό αποσπέρας και στη λειουργιά το πρωί, και βέβαια στο γλέντι… Το πειά πολύ είρχουντανε και ο Δεστότης και στο σπερνό τση παραμονής και στη λειτουργιά την ημέρα τση γιορτής, από την Επισκοπή των Αγ Δέκα. Δεν είτονε μαθές γενομένοι Μητροπολίτες ακόμη, αυτό τα κάνανε γύρο στο 60, που μεταφέρθηκε και η Μητρόπολη στοι Μοίρες….
Κάμποσα χρόνια αργότερα, 1956-1958, είχενε καταφθάσει ένας επαγγελματίας ζαχαροπλάστης στο χωριό, Παγιαυλά τονε λέγανε, και είχενε νοικιάσει το σημερινό καφενείο του Διογένη, κάνοντάς το ζαχαροπλαστείο…. Μας έμεινε με το όνομα Παγωτάς, είχενε τέσσερα-πέντε κουτσούβελα, μα και το παραδοσιακό εκειανά τα χρόνια σύστημα …εμπορίας παγωτού: Είτονε ένα ειδικό ποδήλατο με δυό τροχούς μπροστά, και στη μέση του ένα κιβώτιο 1Χ1Χ1 μέτρο, πούχενε το έτοιμο παγωτό και το ψυκτικό που είπαμε. Το πίσω μέρος του ποδηλάτου είτονε μονότροχο με σέλα και πετάλια. Ο Παγωτατζής στ΄εποχής εγύριζε τσοι γειτονιές, και διαλαλούσε την πραμάτεια του, καβάλα στο παραπάνω ποδήλατο…»

5. Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ

(Α Μπαμπιονιτάκης 31/1/2008)

Το παρατσούκλι τσαγκάρης ήτανε αρκετά γνωστό στο Πετροκεφάλι. Ο Μανώλης ο τσαγκάρης είτανε ο πατέρας των Γεωργίου, Χαραλάμπους, Νικολάου Στυλιανού και Μαρίκας Μαρκάκη, απέναντι από την κολύμπα, το σημερινό πάρκο. Ακόμη, μιά άλλη τσαγκάραινα, έφθασε μέχρι την εποχή μου κυρίως χάρη στα κοπέλια τζη: Ο Μιχάλης τση τσαγκάραινας (Μιχαήλ Γεωργ Σταματάκης) και ο Μηνάς τση Τσαγκάραινας (Θεσσαλονίκη) είτανε καλά γνωστοί το 1950. Προφανώς αναφερότανε το παρατσούκλι σε κάποιους τσαγκάρηδες των αρχών του 1900.
Στην εποχή μου, μετά το 1950, άρχιζε σιγά-σιγά η προσφορά βιομηχανικών παπουτσιών. Η ελβιέλα και η αλυσσίδα, (δυό εμπορικές φίρμες) είτανε τα πάνινα παπούτσια με ελαστικές σόλες που πρωτοφορέσαμε. Όμως, στη μεταβατική αυτή εποχή τα παπούτσια των πολλών ήσαν από δέρμα, φυσικά γνήσιο, μιάς και ψεύτικα ή απομιμήσεις δεν υπήρχαν, καθώς και τα γνωστά στιβάνια, που σε παλιότερες γενιές αποτελούσαν το υπόδημα τόσο στην επίσημη κρητική φορεσιά με τα σαλβάρια (βράκες), όσο και στις φράγκικες φορεσιές με τις κιλότες. Αυτά τα είδη λοιπόν χρειαζότανε όχι μόνο κατασκευή, αλλά και τακτική επιδιόρθωση, από μπάλωμα μέχρι σόλιασμα, μιάς και δεν είχαμε την πολυτέλεια της κατανάλωσης. Ακόμα, το στρατιωτικό υπόδημα, τα άρβυλα, ήτανε ένα περιζήτητο είδος για τους κακοτράχαλους δρόμους ειδικά στα ορεινά. Μάλιστα τα πρώτα φθαρμένα ελαστικά των λιγοστών αυτοκινήτων τσ΄εποχής, και ειδικά των αποχωρούντων Γερμανών, αποτελούσαν ένα πρώτης τάξεως υλικό για σόλες των παπουτσιών εκείνων…
Στους πιό παλιούς Πετροκεφαλιανούς είναι γνωστή η …ιστορία με το Δημητράκι (γύρο στην κατοχή το 1940), που ζήταγε με επιμονή του κυρού ντου άρβυλα: «-Εγώ θέλω αβρύλες, εγώ θέλω αβρύλες…. -Μα οι αρβύλες μωρέ Δημητράκι δεν έχουνε κορδόνια…, προσπαθούσε να τονε μεταπείσει ο κύρης του. -Εγώ θέλω αβρύλες, και ας μην έχουν και κορδόνια….» Πέρασαν τα χρόνια, το Δημητράκι μεγάλωσε, πήγε και ήλθε στην Αθήνα, και στον καφενέ, συνταξιούχοι πιά, τονε …μπικίζανε (οι πιά παλιοί που εθυμούντνε τσοι κουζουλάδες του, οντενείτονε κοπέλι): «-Εγώ θέλω αβρύλες, κι΄ας μην έχουν και κορδόνια…» Πράγματι, οι αρβύλες εκείνου του καιρού είχανε ειδικές πόρπες με χαρταλάμια για να σφίγγουν όσο έπρεπε… Αρκετά αργότερα ήρθανε και τα πρώτα …βιομηχανικά είδη εισαγωγής, τα κορδόνια, το λάστιχο για καρτσοδέτες, οι παραμάνες, το καρόλι το ζβιγάκι, τα ματσάκια οι κλωστές ντεμισέ (η γνωστή από τότε βιομηχανία κλωστών DMC, double meeting cord) για το κέντημα των προυκιών, οι ανόνες για το πλέξιμο, ο καφές, η ζάχαρη, το λιβάνι. Οπότε με ένα-δυο αυγά, ή με ένα μισοκαδιάρικο μπουκάλι λάδι σαν νόμισμα, εφοδιαζότανε καθε σπιτικό, στη χάση και στη φέξη, με τα παραπάνω χρειαζούμενα.
Δυό τσαγκάρηδες θυμούμαι στο χωριό: Το Νικολή του Σταμάτη (Νικόλαος Μιχ Μιχελινάκης) στο γνωστό σπίτι που τώρα μένει ο γιός του Μιχάλης. Μάλιστα εξω από το τσαγκάρικο ήταν ενας τεράστιος ευκάλυπτος, που οι κάλυκες από τα άνθη του, οι σβούροι, αποτελούσαν είδος παιχνιδιού και συναλλαγής μεταξύ των παιδιών, στα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Αρκετά αργότερα άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι γυάλινοι βώλοι, οι μπίλιες. Μαζί με τα πληθωρικά και καταργημένα κέρματα της Ελληνικής Δημοκρατίας του 1936 (φράγκα, δίφραγκα, τάλληρα) είταν τα πρώτα μας παιδικά παιχνίδια….
Ο άλλος τσαγκάρης που θυμούμαι είτονε ο Αντρέας του Καδιάνη Ανδρέας Γεωργ. Καδιανάκης) , στην είσοδο του χωριού, δίπλα στο σημερινό βεζινάδικο. Και πάλιδε πρέπει να ξεχνάμε πως οι επαγγελματίες εκείνης της εποχής είχανε παράλληλα και τις γεωργικές ασχολίες τους συμπληρώνοντας το εισόδημά τους…

4. Η ΜΑΜΗ

Μπορεί νάτανε κομμάτι δύσκολο να δεχτούνε τον εκσυγχρονισμό οι παραδοσιακές δομές στην κοινωνία, όμως οι δομές αυτές είτανε προϊόν αναγκης και φυσικά στων στραβών τη χώρα πάντα οι αλλοίθωροι είτανε μια λύση… Είχαμε λοιπόν και εμείς τη μαμή μας, τα δυσέγγονά και τρισέγγονά της ζουν ανάμεσά μας. Είτανε η Μηνάδαινα, την πρόφθασα εν δράσει, να μένει στο τελευταίο νοτιοδυτικό σπιτάκι του χωριού, χήρα πιά. Πρέπει νάχε ξεγενήσει ούλο το χωριό, και παρά τις σύγχρονες τηλεοπτικές ατάκες, δεν είχα ακουστά, τίποτε ευτράπελα. Άλλωστε, εκείνα τα χρόνια έτσι κι΄αλλοιώς οι γυναίκες ξεγενούσαν οι μια την άλλη. Ως εκ τούτου λοιπόν, πάσα βοήθεια ήταν δεκτή.
Δεν θυμούμαι και πολλές γένες εκείνα τα χρόνια, άλλωστε κοπελάκι δεν έπρεπε να ανακατεύομαι έθοιες ώρες σε έθοια πράματα, που λεγε και η θειά μου… Πάντως οντενεξεγένησε τη μάνα μου τον αδελφό μου το Νικολή, στην κουζίνα-τραπεζαρία του σπιθιού του κυρού μου, θυμούμαι πως εχρησιμοποιήσανε μια πετροκεκανίδα σαν χρειαζούμενο, κι΄ας είμουνε μόνο 2,5 χρονώ…
Θυμούμαι ακόμη άλλες δυό γέννες στη γειτονιά με τη μαμή: του Μιχάλη Στυλιανού Σπυριδάκη και του Γεωργίου Στυλιανού Φραγκιουδάκη, είτονε βλέπεις γειτονόπουλα και τα δυό, και επερίμενα από τη μάνα μου να μου φέρει τα καλοψίκια που ετρατάρανε στη γέννα… Άλλωστε εκείνα τα χρόνια εγροίκας σχετικά: Στοι μέρες τση είναι η τάδε, κοινιοπονά η δείνα… . Η επόμενη κίνηση είτανε να μαζευτούνε οι πιό στάμενες γυναίκες, και οι πιό έμπειρες, να πάνε να καθοδηγήσουνε , κατά πως μπορούσανε, την γυναίκα που εγένα…

3. Ο ΓΑΝΩΤΗΣ

Μπορεί τα μπακιρένια χρειαζούμενα νάτανε εξαιρετικά ανθεκτικά, είχανε όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: Η σκουργιά ντως (ένα πράσινου χρώματος οξείδιο) είτανε σοβαρό δηλητήριο. Έτσι, εγροίκας τσοι μανάδες μας να λένε: «είπιασε το παντέρμο το μπουγαδοτσίκαλο ίγωτα (δηλαδή σκουργιά) και πρέπει νάχω αμέντες (δηλαδή το νού μου), άντε θα περάσει ο γανωτής, να του το δώσω να το γανώσει. Σιμώνουνε μαθές τα Χριστόγεννα και δεν έχω που να καταστέσω το χοίρο…»
Ο γανωτής μάζευε τα μπακιρένα σκεύη και τους έκανε επικασιτέρωση, το γάνωμα, και έτσι είτανε ασφαλή για χρήση στο μαγείρεμα…

2. Ο ΦΑΜΠΡΙΚΑΡΗΣ

Είτανε καμπόσα επαγγέλματα, που είτανε εντελώς εποχιακά, δεν εδίνανε τίτλο επαγγελατία σε κανένανε, εγροίκας το λοιπός να λένε οι παλοί «θα πάω φαμπρικάρης στη Σπυρδιανή φάμπρικα». Εννοούσαν πως για κάποιο περιορισμένο χρονικό διάστημα θα εργασθεί σαν εργάτης στη φάμπρικα, το ελαιοτριβείο της εποχής. Το ίδιο εγροίκας και στσοι πιο φτωχές οικογένειες: Θα πάω εργάτης στ΄αμπελοσκάματα, θα κάμω καμπόσους εργάτες τα λιομαζώματα θα πάω εργάτης στη Γερμανία. Οι πλείστοι ήταν γεωργοί ιδιοκτήτες γης με δική τους παραγωγή. Εφόσον όμως υπήρχε περισσευούμενος χρόνος, απλά τον πουλούσαν σε αυτούς που είχανε περισσότερα κτήματα, μεγαλύτερη παραγωγή. Αυτός ο τροπος έκφρασης-σκέψης είχε λίγο εγωϊστικό στοιχείο, οι άνθρωποι δεν εδήλωναν κατ΄επάγγελμα εργάτες, ήτανε συνειδητοποιήμένοι αστοί είχαν περιουσία-ιδιοκτησία. Αυτοί που επεδίωκαν να ζήσουν προσφέροντας αποκλειστικά εργασία σαν εργάτες, δεν είχαν κοινωνική εκτίμηση, και ήταν ελάχιστοι.
Η δουλειά του φαμπρικάρη είτανε σκληρή, ολιγόμηνη, αλλά και σε περίοδο χειμώνα, που οι φωχότερες οικογένειες δεν είχανε οξωτάρικες δουλειές να κάνουνε. Έτσι οι πιο εργατικοί και γεροδεμένοι εφτιάχνανε την ομάδα τση κάθε φάμπρικας, που είχενε στόχο την εικοσιτετράωρη λειτουργία της. Το πιο χαρακτηριστικό καθήκον των φαμπρικάριδων είτανε να κουβαλούν τσ΄ελιές από κάθε σπίτι στη φάμπρικα και ανάποδα το λάδι από τη φάμπρικα στο σπίτι. Είχανε λοιπόν ειδική κατασκευή με σκοινιά σε κάθε κόφα, που χώραγε 40-50 οκάδες ελιές, την ζευόντουσαν στην πλάτη και την πήγαιναν στο σπίτι τα΄αφεντικού. Εκει σ΄ένα πατητήρι, αποθηκευόντουσαν οι ελιές επί 20-40 μέρες από το καθημερινό λιωμάζωμα τση κάθε οικογένειας. Ένας από τσοι φαμπρικάριδες έμπαινε μέσα στο πατητήρι και με την παλάμη γέμωζε την κόφα και ξεκινούσε τη στραθιά για τη φάμπρικα, μέχρι 700 μέτρα δρόμο, νύχτα, με βροχή λάσπες κλπ. Αυτή η δουλεια συνεχιζότανε μεχρι ν΄αλεστούνε ούλες οι ελιές. Φυσικά, τα σακιά είτανε αρκετά πολύτιμο είδος για να σακκιάζονται οι ελιές εκείνα τα πρώτα χρόνια. Στη φάμπρικα είτανε άλλοι που εφροντίζανε να γυρίζει το άλογο τσοι πέτρες τση φάμπρικας, να ρίχνει τσ΄ελιές, να μεταφέρει τη ζύμη στη σκάφη και να γεμώζουνε τσοι μποξάδες, να τσοι ντανιάζουνε, να τσοι σφίγουνε με το βίνσι, και να ξεχωρίζουνε από τσοι γούρνες το λάδι από τον κατσίγαρο…, Μετά να αδειάσουνε τσοι μποξάδες και ν’΄αρχίζουνε από την αρχή.

1. ΤΟ ΜΠΟΥΓΑΔΟΤΣΙΚΑΛΟ, ΤΟ ΜΠΟΥΓΑΔΟΚΟΦΙΝΟ ΚΑΙ Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ

Ήλεγά σας αλλού που, για τσοι δυσκολίες στσοι διαδικασίες του γάμου, και τα σχετικά. Μπορεί να νασε φαίνεται αστείο, μα άντε νάσαι στο χωργιό τη σήμερον ημέρα και να μην έχεις ας πούμε πλυντήριο ρούχων, να μην υπάρχει καθαριστήριο στην περιοχή, δεν είναι λίγο δύσκολο να κρατήσεις την καθαριότητα; Φανταστείτε το λοιπόν εκείνα τα χρόνια, που έπρεπε νάχεις ειδικά κατσουμάντερα για την ιεροτελεστία τση μπουγάδας, όπως:
- Ένα μεγάλο τσιάλι μπακιρένο, να βάνει 15-30 οκάδες. Το λέγανε μπουγαδοτσίκαλο, γιατί εβράζανε πολύ νερό οντενεκαταστένανε τη μπουγάδα. Βέβαια το ίδο τσικάλι είτονε χρήσιμο και οντενεσφάζανε και εμαδούσανε τσοι χοίρους, μα αυτό δεν είτονε δουλειά που εγίνουντανε κάθε μέρα… Κειαμιά βολά, πράμα μερακλήδες επετυχαίνανε κειμιά μουσκαροκεφαλή γι χοιροκεφαλή, και το μπουγαδοτσίκαλο ητονε απαραίτητο χρειαζούμενο για το βράσιμο…
-Είχνανε ακόμα ενα μεγάλο κοφίνι που το γεμώζανε με τ΄ασπρα που θέλανε να μπουγαδιάσουνε και το λέγανε μπουγαδοκόφινο,
-Σημαντικό εξάρτημα ήτονε και η αθομαντήλα, ενα ύφασμα με πυκή ύφανση, που έβαζαν μέσα τη στάχτη (άθο), στην πάνω μπάντα τση στρώσης μετ άσπρα, τα γαργερά, και την περιχύνανε με καυτό νερό από το μπουγαδοτσίκαλο.Το καυτό νερό έπαιρνε την Ποτάσα από τη στάχτη και όπως ήτονε ζεστό έσπαζε τη λιπαρή βρωμιά από τα ρούχα και τα ξεγάργιαζε.
Στο σπίτι του κυρού μου είχαμενε το πηγάδι στην αυλή, δίπλα την παρασθιά για το μπουγαδοτσίκαλο, δίπλα την πετρόγουρνα γα τα άλλα είδη πλυσίματος και δυο μέτρα πιό κει το φούρνο με τον άθο για την μπουγάδα. Ετσά το θέαμα είτονε καθημερινό με το μπουγάδιασμα, μιάς και καταπούλεγε η μάνα μου δεν επρόκανε ναμασε ξεσξουλικιάζει, ενοούσε πως θελα πιάνουνε σκουλήκους από τη βρωμιά, αν δε επλυνε καθε μέρα τα ρούχα που βρωμίζαμε…
Και μιάς και κουραστήκετε να διαβάζετε τα ….συστήματα καθαριότητας των γιαγιάδων μας, ας σας σε πω και την ιστορία τσ΄Αναστασίας και τση Φταλίας, με την μπουγάδα, κατά πως την διηγιότανε ο γαμπρός τση Αναστασίας ο Αλέκος, άμα είθελε να τηνε ταραχήσει:
Αθο ντην πάνω μπάντα του χωργιού, νοτικά, ήτονε, και είναι, το σπίτι τσ’ Αναστασίας του Νικολή του Μακρολαίμη. Καλονοικοκυρά, κι΄αυτή και άντρας τση, με το πηγάδι στην αυλή και ούλα τα χρειαζούμενα. Λίγο πιό νοτικά και πιό ψηλά ήτονε το σπίτι τση Φταλίας του Αντώνη του Τσολιά, γειτόνισας με μπόλικα κοπελάκια, που όμως δεν είχενε πηγάδι στην αυλή τζη και έπαιρνε νερό από τη γειτόνισά τζη την Αναστασία. Κάθε ντάι-ντάι έπρεπε οι γυναίκες τσ΄εποχής εκείνης να στένουνε μπουγάδα, να τωσε κάνει καλό καιρό να στεγνώσουνε τα ρούχα κπλ. Έγνοια τόχανε οι καημέχαρες νάχουνε καταστεμένη τη φαμελιά από ρούχα κι΄αλλαξές, πλυμένα και σιδερωμένα. Άμα θελατωσε στραβώσει ο καιρός είχανε τα ρούχα στην απλώστρα δυο και τρεις ημέρες.
Έπήγε που λέτε η Φταλία και έσερνε νερό και το κουβάλιε στην αυλή τζη, γιατί ετοιμάζουντανε να βάλει μπουγάδα, και επηγαινόρχουντανε, κουβαλώντας το νερό. Θωρεί τηνε η Αναστασία από το ανοιχτό πανωπόρτι και προβαίρνει και επιάσανε την κουβέντα και αφίκανε το κουβά στην πεζούλα του πηγαδιού. Απάνω στη κουβέντα και εκειά που ελέγανε για τα βάσανα τση μπουγάδας γυρίζει η Αναστασία του Νικολή και ρωτά την Φταλία του Αντώνη του Τσολιά με τα πολλά κοπέλια:
-Έχω ντο παρατηρημένο μπρε Φταλία, πως εσύ όντε καιανε μπουγαδιάζεις, σου κάνει καλό καιρό και σου στεγνώνουνε μονημερίς τα ρούχα. Εγώ η κακομοίρα τσοι πιο πολλές βολές πέφτω όξω και κάνουνε τρεις μέρες να μου στεξνώξουνε τα παντέρμα…Έχεις μπρε πράμα να παρατηρείς τον καιρό, να κάνω και γω το κολάι μου κατά πως πρέπει; Γυρίζει η Φταλία και λέει τζη:
- Έχω ντηνε γω μπρε Αναστασία τη συνταγή, μονό κάτσε και γροίκα: Αποδιαφώτιστα, την ημέρα που σκέφτομαι να βάλω μπουγάδα, ξεξυπνώ και κατεβάζω μιαολιά του Αντώνη μου το σώβρακο, και του τηνε παρατηρώ: Αν είναι πεσμένη ανατολικά θάναι καλός ο καιρός και ετοιμάζομαι για την μπουγάδα, ανείναι πεσμένη δυσικά, αθο ντο Κεφάλι, αυτό σημαίνει κακός καιρός και γυρεύω τη δουλειά μου. Εκαταλαβές το Αναστασία; Γυρίζει η Αναστασία και λέει τζη:
-Κειαμέ, μπουνταλού δεν είμαι, ανατολικά καλός καιρός, δυτικά κακός καιρός, και παει λέοντας…Νάσε καλά Φταλία, αντε να παω και γω να τυροκομήσω μιαολιά γάλα, … και η Αναστασία έγειρε κατά το κακόσταυλο πούτανε συνέχεια του σπιθιού τζη, μονολογώντας: δυσικά κακός καιρός, ανατολικά καλός καιρός, και ξανά από την αρχή, για να το …αποστηθίσει ! Μια στιγμή κοντοσκέκεται, σκέφτεται και βάνει τη φωνή στη Φταλία, που είχε κι΄αυτή πάρει την ανηφόρα και εκόντευε να ποκολώσει για το δικό τσζη σπίτι:
-Κι΄ άμα μωρή Φταλία είναι σηκωμένη και ολόρθη; Ήντα συμπέρασμα να βγάλω; Και η Φταλία με τα πολλά κοπέλια:
-Ηντα να σου πω μπρε Αναστασία, άμα είν ολόρθη τη μπουγάδα μωρή θα θα ξανοίγεις;
Ετουτανά ήλεγε ο Αλέκος ο γαμπρός στ΄Αναστασίας και την εφούρκιζε και τηνε ταράχα, κι΄ας την αγάπα την πεθερά ντου, άμα θελα σμίξουνε σε κειαμιά καλή παρέα.

Χωρίς σχόλια »

  1. Φίλε μου Ανδρέα,τυχαία βρέθηκα στην ιστολίδα σου,που βρηκα στην εφημερίδα Αποψη του Νότου,
    Πραγματικά με κατασυγκίνησες γυρίζοντας με πίσω σε εποχές νοσταλγικές,στα χρόνια τα μαθητικά ,Ιδιαίτερα το περιστατικό με τις βούργιες ήταν εκπληκτικό.Θυμάμαι ακόμα το Χριστόφορο που έφερε μια παλιά μπαλωμένη τσάντα και όταν τον ρωτήσαμε που την βρήκε απάντησε ότι έχυσε χάμω τα πίττερα για τις κότες και πήρε την τσάντα. Πολύ γλαφυρές οι περιγραφές σου για το χωριό καθώς και τις ασχολίες των κατοίκων εκείνης της εποχής.Νομίζω όμως,σε οτι έχει σχέση με το μουνούχισμα η διαδικασία αφορά σε άνδρες και όχι σε γυναίκες. Η αντίστοιχη ονομασία επισήμως είναι ο ευνουχισμός.
    Ο Ν.Καζαντζάκης αναφέρει στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γρέκο»,όταν επισκέφθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος την Κρήτη,οι συμπατριώτες μας προκειμένου να τον περιποιηθούν μουνούχισαν όλους τους πετενούς της περιοχής για να προσφέρουν τον γνωστό εκλεκτό μεζέ. Αυτός δε εθουσιασμένος αναφώνισε.»Που βρήκατε αυτές τις ωραίες φασόλες».Ανδρέα μου είσαι εκπληκτικός .Το φωτωγραφικό υλικό θαυμάσιο και επιβεβαιώνεις τη ρήση “»απού φελά παντού φελά». Μας κάνεις περήφανους όλους που σε έχουμε φίλο μας και συμμαθητή μας.ΣΤΕΛΛΑ ΣΤΥΛΙΑΝΑΚΗ

    Σχόλιο από stella — 07/03/2008 @ 1:21 μμ | Απάντηση

  2. Στέλλα Καλή απόκρια (σήμερα είναι Κυριακή της Αποκριάς). Ευχαριστώ για τα σχόλια, αλλά και τη συνεισφορά σου στο, ας το πούμε πισογύρισμα, του μυαλού μας σε εκείνα τα χρόνια. Αν κάποιοι μας πούνε: Τι τ΄ανασκαλίζετε, χαράς τσ΄αναμνήσεις, ας τους απαντήσοωμε, πως εμείς σ΄αυτά και μ΄αυτά φτιάξαμε το σκαλοπάτι για την επόμενη γενιά. Τώρα αν αυτή το ανέβει ή το κατέβεί, (εμείς για πιό από μας πάνω τη θέμε )είναι δικότζη πρόβλημα, δικιά τζη επιλογή.
    Στα περι …μουνουχίσματος, όπως είδες έλυσα και τις δικές σου μα και τις δικές μου απορίες, συμπληρώνοντας λεπτομέρειες για την παραπάνω ασχολία. Και πάλι ευχαριστώ. Ανδρέας Μπαμπιονιτάκης.

    Σχόλιο από Λεωντάριον — 09/03/2008 @ 9:52 πμ | Απάντηση


Κανάλι RSS για τα σχόλια του άρθρου. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

The Rubric Theme. Ιστολόγιο στο WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: