ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΖΩΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ

ΖΩΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ

Στον τόπο μου στο χωργιό μου, εκυκλοφορούσανε διάφορα ζωντανά, άποδα, δίποδα, τετράποδα, πολύποδα… Μιάς και ανήκομε στην ίδια συνοματαξία με το δίποδο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που έχει την τιμητική του σε όλο μου το ιστότοπο, ας τονε παραπαντήσωμε και ας καταπιαστούμενε με τάλλα ζωντανά του θεού, τουλάχιστο σαυτή τη σελίδα. Ας γράψωμενε το λοιπός πέντε λόγια γιά τάλλα ζωντανά από τσοι κολισαύρες μέχρι στ΄ όρνιθες, μιας και εκειανά τα χρόνια οι γιαθρώποι είτονε πιο κοντά στη φύση και ΣΥΖΟΥΣΑΝΕ με τάλλα ζωντανά του θεού.

Σήμερο εκαταντήσαμενε να θέμε σύμφωνο συμβίωσης ακόμη και με τον απατό μας και μουτέ μ΄αυτόνε δεν τα βρίσκουμε…. Κατά που θωρώ ακόμη και τα Πετροκεφαλιανάκια μετά καμπόσα χρόνια θα ρωτούνε την μάνα ντως: Εε, μα, ποιό δεντρό τα κάνει τα κοτόπουλα που τρώμενε, πώς το λένε, κοτοπουλιά; Κι΄είντα λοής είναι; (Μη σασε φαίνεται παράξενο, την ερώτηση τηνε παράκουσα στο προαύλιο τσ’ εκκλησάς, στα Γλυκά Νερά, από πιτσιρικά-μετανάστη από το …Κέντρο της Αθήνας, που εθωέργιενε, πρώτη ντου φορά, καμπόσα ζωντανά και με πούπουλα κοτόπουλα στο διπλανό οικόπεδο, κάτω από κάποια δένδρα…. )

ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΩΠΟ, ΤΟ ΡΙΦΙ, Η ΑΙΓΑ, Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ, ΤΟ ΠΟΥΛΑΡΙ ΚΑΙ Η ΠΟΥΛΑΡΙΝΑ, Η ΦΟΡΑΔΑ-ΤΟ ΜΠΕΓΙΡΙ, ΤΟ ΜΟΥΛΑΡΙ, Η ΟΡΝΙΘΑ, Η ΚΟΥΒΑ, ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, ΤΟ ΚΟΥΝΕΛΙ, Ο ΧΟΙΡΟΣ, Η ΑΕΛΙΑ, Η ΜΑΤΖΕΤΑ ΚΑΙ Ο ΝΤΑΝΑΣ, ΤΟ ΚΟΥΛΟΥΚΙ, Ο ΚΑΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΣΟΥΛΙ ΤΟΥ, Ο ΑΡΚΑΛΟΣ, Η ΖΟΥΡΙΔΑ, ΤΟ ΚΑΛΟΣΥΝΤΕΚΝΑΚΙ, Ο ΚΑΤΣΟΧΟΙΡΟΣ, Ο ΛΑΓΟΣ, Ο ΟΦΙΣ, Η ΛΙΟΧΕΝΤΡΑ, ΤΟ ΛΙΑΚΟΝΙ, Η ΚΟΛΙΣΑΥΡΑ, Ο ΣΑΜΑΜΙΘΑΣ, Η ΑΧΕΛΩΝΑ, Ο ΑΦΟΡΔΑΚΟΣ, Ο ΚΑΒΡΟΣ, ΤΑ ΑΧΕΛΙΑ, Ο ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ, Ο ΤΡΟΥΛΙΤΗΣ,  ΚΑΙ Ο ΑΤΣΕΛΕΓΟΣ, Ο ΚΟΡΑΚΑΣ, Η ΚΟΥΡΗΝΑ, Η ΣΚΑΡΑ, ΤΟ ΖΙΓΑΡΔΕΛΙ, Ο ΚΟΥΚΛΟΠΕΤΕΙΝΟΣ, Ο ΚΟΤΣΥΦΟΣ, Η ΣΚΛΟΠΑ, ΤΟ ΖΑΡΙ, Ο ΜΕΛΙΤΑΚΑΣ, Η ΚΑΒΡΟΜΑΜΟΥΝΑ, Η ΤΡΟΞΑΛΙΔΑ, Η ΚΑΝΤΙΝΕΛΑ, Ο ΜΠΟΝΤΙΚΟΣ, Ο ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΑΣ, Ο ΣΥΚΟΦΑΣ, Η ΦΟΛΕΓΑ, Η ΠΑΠΙΤΣΑ, Ο ΑΦΟΡΔΑΚΟΠΑΣ.

11/4/2007

Ο ΑΡΚΑΛΟΣ

ΑΡΚΑΛΟΣ

ΑΡΚΑΛΟΣ

Δεν έχω συντουνούς μου να σασε κάμω μάθημα ζωολογίας, ετουτονά μούλειπε, μα όσο αναλογούμαι στ΄αρκάλους, τσ’ αρκαλιές (πα να πει τσοι φωλιές τωνε), απούτανε γεμάτα τα ρυγιάκια ούλης τση ρίζας, τα ξενύχτια πούκαμα μέχρι τα 17 μου χρόνια στα καμαράκια, ένα παράπονο μούμεινε: Δεν έχω δει ποτέ μου άρκαλο! Είναι αλήθεια, πως ο άρκαλος είναι νυχτόβιο ζώο, και όσο και αν δεν εσολαγούμουνε τη νύχτα στην εξοχή, σπάνια ετύχαινε στο σκοτάδι να υποθέσω πως το ζώο που πέρασε ή πετάχτηκε μπορεί νάτανε ένας άρκαλος…

Είναι αλήθεια πως μασε κάνανε αρκετές ζημιές στσοι πατάτες κυρίως, που σκάβανε και ανεχουμίζανε τον κόσμο για να τσοι βγάλουνε και να τσοι φάνε. Φοβόντουσαν πολύ τα σκυλιά, που τους κυνηγούσανε, ακόμα και στις φωλιές τους. Ορισμένοι τους κυνηγούσανε με εκπαιδευμένα σκυλιά για το δέρμα τους. Επειδή στοι φωλιές τους δεν είχανε περιθώρια εξαερισμού, όταν ανάβανε φωτιές στο στόμιο τση φωλιάς , ο άρκαλος «πνιγότανε» από τον καπνό και αναγκαζότανε να βγει, οπότε τον αναλάμβανε ο σκύλος για τα αποδέλοιπα.

Η παραπάνω ταχτική κυνηγιού, είχενε αφήσει χαρακτηριστικές φράσεις για τις συνέπειες του κακού αερισμού σε χώρους, καθώς η φράση «βγείτε όξω γιατί θα πνιγούμε σαν τσ΄αρκάλους» έδιδε την εικόνα εξελισσόμενης πυρκαϊάς, αναθυμιάσεων, παρασθιάς με κακό εξαερισμό κλπ

Ήτονε πολλοί οι αρκάλοι στην περιοχή, οι δε φωλιές τωνε είτονε  λαγούμια με  20 πόντους διάμετρο,  που εκάνανε γάγλες όσο προχωρούσανε, στα πλαϊνά του ρυγιακιού. Στο Κουσανό ρυγιάκι αρχινούσανε από τη διασταύρωση με τον Κουσανό δρόμο και εφτάνανε μέχρι όπου πήγαινε εκειοσάς ο Λαγκός: Χριστός, Αγ Παρασκευή, Αρκαλιές. Στο βάθος δηλαδή πρέπει νάτονε το Βασίλειο των Αρκάλων, και η περιοχή επήρενε τ΄όνομάτζη από τσοι πολλούς Αρκάλους….Το επίσημο όνομα τ΄αρκάλου είναι Ασβός. Ακόμα και επώνυμα (Αρκαλάκης) υπάρχουν στο Πετροκεφάλι, αν και δεν δοθήκανε από τους εδικούς μας αρκάλους.

Η ΖΟΥΡΙΔΑ

zourida

Η συντέκνισα, η κυρά Μαριώ, απού λέγανε οι παλαιινοί, είναι το ζώο που γνωρίζουμε σαν κουνάβι. Εϊναι αλήθεια πως στα μέρη μας εμπερδεύαμε τη ζουρίδα-κουνάβι με την αλεπού, στην πραγματικότητα αλεπούδες δεν είχαμενε… Οι ζουρίδες όμως που είχαμε και έχομε, ζωή νάχουνε, εκποσωπούνε επάξια τσ΄αλεπούδες στην περιοχή μας. Το μόνο που φοβότανε είτανε οι σκύλοι, αλλιώς εμπαίνανε στον κούμο και εκάνανε γενική καθαριότη, απούλεγε και η μάνα μου, πνίγοντας τσ΄όρνιθες…

Στην είσοδο του Πετροκεφαλιού είναι ενα μεγάλο σόχωρο, που το λένε: στου Ζουρίδη τη σοχώρα, ιδιοκτησίας Ζουριδάκηδων από τα Πιτσίδια. Βέβαια και στ Πετροκεφάλι είχαμενε Ζουριδάκηδες, Μάλον από το ίδιο σόι (Ζουριδάκη Αθηνά Σύζ Σπυριδάκη Στυλιανού και η μάνα της, Πιτσιδιανής καταγωγής)

ΤΟ ΚΑΛΟΣΥΝΤΕΚΝΑΚΙ

ΚΑΛΟΣΥΝΤΕΚΝΑΚΙ

ΚΑΛΟΣΥΝΤΕΚΝΑΚΙ

Η Νυμφίτσα των αποδέλοιπων, το Καλογυναικάκι τσ΄άλλης Κρήτης, γιά μας είτονε το καλοσυντεκνάκι. 15-30 πόντους, επετιότανε από τη κουφάλα καμιάς ελιάς, από βάτους και έτρεχε να μας αποφύγει…

Ο φόβος και ο τρόμος τω νοικοκεράδων που ανατρέφανε κοτόπουλα… » Κατέχεις μπρέ είντάπαθα μιά αργαντινή  συμπεθέρα; Ήφηκέ ανοιχτό τον κούμο η νύφη μου, απουπήγενε να πάρει τ΄αυγό του κοπελιούτζη, και εμπήκενε το καλοσυντεκνάκι και τσήπνιξε μιά κλωσουδιά κλωσοπούλια! Ελυπήθηκάντα τα παντέμα, με την παλάμη τα πέταξα! Είπατση γώ αλλότες, πως ήκαμε κακή πουσουνιά ο γιός μου, μα είντα να πεις εδά. πάει εμπίτισε…»    Είχανε το συνήθιο, να δένουνε το κουλούκι κοντά στον κούμο, απού οτεθελα κούσει το καλοσυντεκνάκι γι τη ζουρίδα, έβγανε σύθρηνο… Και εξετέλευε την κουβέντα η …φαρμακόγλωση πεθερά: «Εεε το παντέρμο λαγωνάρη απου τον έχομενε, η λεγάμενη* μας τονε κουβάλησε κι΄αυτόν! Εμείς δεν εκούσαμε ανεπαταχλί, μα και ο λαγωνάρης απού επέρασενε το παντέρμο το καλοσυντεκνάκι από τη μούρη ντου; Ετσε μούρχεται να τονε δόσω ( το σκύλο) των ατζιγκάνω, την άλλη μερα που θα περάσουνε… Α δε ντονε πάρουνε οι γιατζιγκάνοι, θα τση τονε γιαγείρω να τονε δόσει του κυρούτζη να τονε κολλά του κουτέλου ντου…»

* (Υποτιμητικά: η περί ής ο λόγος, η αναφερόμενη (η προαναφερθείσα νύφη στην παραπάνω στοιχομυθία))

Ο ΑΦΟΡΔΑΚΟΣ

ΣΑΛΑΜΑΝΔΡΑ

ΣΑΛΑΜΑΝΔΡΑ

ΔΕΝΔΡΟΒΑΤΡΑΧΟΣ

ΔΕΝΔΡΟΒΑΤΡΑΧΟΣ

ΛΙΜΝΟΒΑΤΡΑΧΟΣ

ΛΙΜΝΟΒΑΤΡΑΧΟΣ

Ο κατά κόσμο βάτραχος, γιά μας είτονε ο αφορδακός. Τρία είδη: 1. σαλαμάνδρα που ζούσε κάτω από τις πέτρες και υγρά φυλλώματα, 2, δενδροβάτραχος, που εμείς τσοι λέγαμε πράσινα αφορδακάκια, απούτανε μικρά και πολλές φορές τρώγοντάς τους κατά λάθος τα μεγάλα ζώα μπορεί να δηλητριριάζονταν, 3. οι βάτραχοι, απούτανε κατά εκατομμύρια στα νερά και τσοι σαϊτες. Άμα θελανέχει κατά το λιοβασίλεμα σιγανάδα, πα να πει ήπιος καιρός, λίγο υγρός και χωρίς να φυσάει αέρας, άκουγες σε ούλη την πεδιάδα μιά συγχωρδία από εκατομμύρια βατράχους. Όσο και αν το κουάξ του ενός βατράχου δεν περικλείει τίποτε το αρμονικό ή μελωδικό, το άκουσμα χιλιάδων μαζί δεν έδιδε το αίσθημα του ενοχλητικού θορύβου… Είτανε μια περίεργη συγχορδία, που μπορεί να ξεκίναγε από το βάτραχο πούτανε κρυμμένος στη νύχτα μόλις 1 μέτρο δίπλα σου, και να προστίθεται σε χιλιάδες παρόμοια ακούσματα από βατράχια όλο και πιο απομακρυσμένα…

Δεν τους ενοχλούσαμε και δεν μας ενοχλούσαν… Πολλές φορές τα καλοκαίργια που γενούσαν βλέπαμε τους μικρούς γυρίνους, βατραχάκια με ουρά για λίγο, στσοι ποταμίδες. Δεν τους κυνηγούσαμε. Βέβαια, από ότι λένε οι παλιότεροι, αποτελέσανε τη χαρά των Ιταλών το Β΄Παγκόσμιο πόλεμο, που τους κυνηγούσαν γιά μεζεδάκια, τα γνωστά βατραχοπόδαρα…

Ο ΚΟΡΑΚΑΣ

ΚΟΡΑΚΑΣ

Μετά τσοι σπουργίτους, οι κοράκοι είτονε το πια συνηθισμένο πουλί τση περιοχής στα νιάτα μου. Δεν είναι μόνο το πως ευρίχνανε μπόλικο φαϊ, αλλά επιπλέον κάθε λιοβασίλεμα προτιμούσανε οι ορδές κοράκων να κάμουνε μερικά χιλιόμετρα παραπάνω και να κοιμηθούνε στσοι μεγάλες ελιές, τσοι κορακολιές, όπως τσοι λέγαμε για χάρη ντως, μιάς και επειδή πλησιάζανε στη θάλασσα το κρύο τη νύχτα είτονε λιγότερο συγκριτικά με τη μέσα Μεσαρά. Πολλές φορές παρατηρούσαμε αερομαχίες μεταξύ κοράκων, ακόμα και παιχνίδια στον αέρα άμα είχανε κέφι. Το πρώτο …ξενοδοχείο διανυκτέρευσης είτανε μιά τεράστια ελιά όξω από το σπίτι μας, του γέρο Κανακαρομανώλη (Στην κουζίνα του σπιθιού του σημερινού Κανακαρομανώλη (Γκακγκαούδη)) Από κειά και πέρα, μέχρι την Αγιά Μαρίνα απούτανε κορακολιές, καταφτάνανε μιλιούνια κοράκοι καθ΄άργά και πρωί-πρωί ξεκινούσανε για το … μεροκάματο, πίσω αθό ντη μέσα Μεσσαρά. Εγίνουντανε κειαμιά φορά πριχού κοιμηθούνε, καμμιά παρεξήγηση, ποιός κατέχει γιάντα, στην ελιά πούχενε σκειάς εκατό κοράκους, και τσοι γροίκας και εβγάνανε σύθρηνο, μεχρι να σολαϊστούνε… Βέβαια οι συγκρούσεις, καίτοι θορυβώδεις, είτανε εντελώς αναίμακτες (ίνα επιβεβαιωθεί το ρητόν : «κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει»…)

Οντανείμαστανε μικροί, εθώργιες τσοι κοράκους από πίσω από τσοι ζευγάδες γι τα τραχτέρια τον Οχρώβρη- Νοέμπρη, να μαζώνουνε ότι σκουλήκους θελα ξεθάψει το αλέτρι, ακόμη και τα κοκαράκια από τσοι ξυνίδες. Την πιά μεγάλη ζημιά τηνε κάνανε όμως στα κλωσόπουλα, απού τα αρπάζανε εκειά απού τ΄ανεμογύριζε η κλωσσού ανοιξη καιρού Αυτή την εποχή οι κοράκοι εσάζανε τσοι φωλιές των στσοι ελιές, και επιάνανε τα κλωσόπουλα και τα κουβαλούσανε γιά φαί στα κορακάκια…

Φαίνεται πως είχενε κάμποσες χρονιές ο γιατρός ο Μιχελινάκης πολλές κλωσούδες, μα του τσοι ρημαζανε οι κοράκοι. Έπιασε το λοιπός κι΄αυτός και ήβαλε τα κοπέλια να χαλούνε τσοι κορακιές, να του πηγαίνουνε τα κορακάυγουλα, και τους έδινε χαρτζικίκι…

Επεράσανε τα χρόνια, και με τα φυτοφάρμακα εξαφανιστήκανε οι κοράκοι από το χωργιό μου. Εδά τσοι θωρώ σπάνια στα Ρεθεμνιώτικα, και σε τόπους που δεν υπάρχουνε αρκετά έντονες καλλιέργεις και δη,ητήρια που ψακώνουνε τα διάφορα ζωντανά…

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ-ΔΕΚΑΟΧΤΟΥΡΑ

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

ΔΕΚΑΟΧΤΟΥΡΑ

ΔΕΚΑΟΧΤΟΥΡΑ

Στον τόπο μας είτανε περιστέρια, και μάλιστα οικιακά. Αγριοπερίστερα συναντούσαμε καμμιά φορά αθο το Μαρτσαλο. Οι δεκαοχρούρες, έχουνε εμφανιστει τα τελευταία χρονια στο χωργιό, παρόμοιες με αυτές που έχει γεμώσει η Αθήνα.*
*
*
*
*

Η ΣΚΛΟΠΑ

ΣΚΛΟΠΑ

ΣΚΛΟΠΑ

Η κουκουβάγια είναι το πουλί που εμείς ονομάζαμε σκλόπα. Εκτός που ότι την ακούγαμε να φωνάζει τις ήσυχες βραδιές στα γύρο δένδρα, δεν μας προξενούσε κανενός άλλου είδους εντύπωση ή προβλήματα. Μάλιστα, επειδή κυνηγούσε τα ποντίκια και τα φίδια, στα οποία έτσι κι΄αλιώς τρέφαμε έμφυτη αντιπάθεια, είχε τη συμπαθειά μας.
*
*
*
*
*
*
*

ΤΟ ΖΙΓΑΡΔΕΛΙ

ΖΙΓΑΡΔΕΛΙ

ΖΙΓΑΡΔΕΛΙ

Η καρδερίνα για τσ΄άλλους τσοι παλιολλαδίτες, για εμάς είτονε το ζιγαρδέλι. Είτονε γεμάτος ο κόσμος από δαύτα, εκάνανε καμιά φορά ψιλοζημιές σε ωρισμένα ευπαθή φυτά, όχι όμως όση οι σπουργίτες. Μέχρι και παρατσούκλι είχαμενε δόσει στο χωργιό, στο Δημήτρη το Ζιγαρδέλη, μα δεν κατέχω κιαολιάς γιάντα… Δεν τα βάναμε στα κλουβιά, μιας και την εκάνανε τη δουλειά ντως στα δεντρά απούτανε γεμάτο το χωργιό.*
*
*
*
*
*
*

ΟΙ ΦΟΛΕΓΕΣ

ΦΟΛΕΓΕΣ

ΦΟΛΕΓΕΣ

Οντενείμουνε κοπέλι είχαμενε μπόλικα νερά στη κάτω Μεσσαρά, να μην το ξαναλέμε…. Εγροίκουνα το λοιπός τσοι ντλελικαήνδες απού ασχολούντανε με το κυνήγι, οντεθελα πιάσει χιονιάς και είτονε παγωμένη ούλη η κάτω Μεσσαρά και ο Ψηλορείτης φορτωμένος χιόνια: Αντέστε να πάμενε αθό τσοι Μύλους, γιατί έχουνε κατεβεί οι φόλεγες… Πραγματικά, αποδημητικά για τον τόπο μας πουλιά οι φόλεγες, μου μείνανε, χωρίς να ξέρω τίποτα παραπάνω, παρά μόνο πως τσοι κυνηγούσανε με πουλόσκυλα, απού τσοι σηκώνανε από το νερό και τσοι μπαλοτάρανε οι κυνηγοί… Εδά που εχρειάτηκε, είδα και έπαθα να βρώ είντα κιαολιάς είτονε οι φόλεγες: Ιταλικό κοινό όνομα (Folega) τση γνωστής στην άλλη Ελλάδας Φαλαρίδας (Fulica atra), ή αλλιώς Μπαζίνας. Βλέπετε, και οι Ενετοί αφίσανε για τα καλά τα αχνάρια ντωνε στον τόπο μας. Ακόμη άλλο ένα είδος αποδημητικών που κυνηγούσανε είτονε οι παπίτσες, κάποιο είδος υδρόβιων αποδημητικών, που καταφτάνανε πάλι τσοι μέρες του έντονο κρύου στσοι βαροχειμωνιές στα μέρη μας.

Ο ΚΟΥΚΛΟΠΕΤΕΙΝΟΣ

koyklopeteinos

Μπορεί να φταίει που μοιάζει σαν κουκούλα το λοφίο ντου, εμείς πάντως στον τόπο μας τον τσαλαπετεινό τον ελέγαμε κουκλοπετεινό… Φανταχτερό αποδημητικό πουλί με λοφίο, απού τ΄άρεσε να … παραθερίζει τσοι καλοκαιρινούς μήνες στην Κρήτη. Εθώρουνά ντονε πολλές βολές πρωί-πρωί με τη δροσεράδα, γι΄απόγευμα μετά την πολλή κάψα, να κυλιέται και να παίζει στη μέση-μέση του δρόμου απούχενε πολλούς πασπάρους… Είναι αλήθεια, πως οι πάσπαροι είχανε καλή θερμομόνωση και είτονε αρκετά δροσεροί το πρωί και ήρεσέ ντως να κυλιούνται σαν τσοι γαϊδάρους…

Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ

ΓΑΙΔΑΡΟΣ

ΓΑΙΔΑΡΟΣ

Έχουνε γράψει και έχουνε πει πολλοί πολλά, και όχι άδικα, για τον γάϊδαρο. Είναι από τα λίγα ζωντανά που έμειναν στα αζήτητα της εποχής μας, μιάς και λόγω μεγέθους δε μπορεί να μπει σαν ζώο συντροφιάς στο σύγχρονο σπίτι, ούτε και έχει τις χάρες του αλόγου για ιππασία κλπ.

Εϊναι σίγουρο όμως, πως σαν ζώο οικιακής οικονομίας του παρελθόντος στάθηκε ηρωϊκά δίπλα στον αγνωιζόμενο για επιβίωση άνθρωπο, δείχνοντας μιά παράλληλη, θάλεγε κανείς, του ανθρώπου συμπεριφορά στις προσπάθειες, βοήθεια, μα και συναισθήματα! Προσέξετε το παραδοσικό λεξιλόγιο: «Έχει γαϊδουρινή υπομονή, Εσύ μωρέ σκάς γάϊδαρο, Είσαι ένα γαΪδούρι, Δουλεύει σαν γαϊδούρι, ο κυρ Μέντιος, (και ένα σωρό άλλα προσωνύμια), κάλλιο γαϊδουρόδενε παρα γαϊδουρογύρευε, γαϊδουρινή συμπεριφορά) και άλλα πολλά… Όλα κατατείνουν να δείξουν μιά έντονη, εργασιακά μα και συναισθηματικά, συμβίωση μεταξύ ανθρώπου και γαϊδουριού για πολλούς αιώνες…

Έχω αναφέρει κι΄αλλού, πως μέχρι την εποχή μου στο χωργιό, 1960, το μοναδικό μεταφρικό μέσο ήτανε το γαϊδούρι. Έτσι, ένας καλοστεκούμενος νοικοκύρης ώφειλε να έχει και ένα ή περισσότερα γαϊδούργια, για τις οικογενειακές μεταφορές πραγμάτων και προσώπων. Η απουσία αντίστοιχης υποδομής από ένα νοικοκυριό έδειχνε μειονεξία και ανικανότητα…

Είχανε ένα συνήθιο οι γαϊδάροι, αμα θελαγιαγείρομενε από κειαμιά κουραστική στραθιά, απού είτονε με τσ΄ ώρες φορτωμένοι και σωμαρωμένοι, να θένε να τωσε βγάλωμε το σωμάρι να ξειδρώσουνε και να τσοι κυλιστούνε στο χώμα, και είδικά στον πάσπαρο.

Είχενε που λέτε ο Αστρινός, (Αστρινός Εμμ. Τερζάκης) πριχού γενεί αμπελικός, πάρει το γάιδαρο του μπάρμπα ντου, να πάρει από την Ένωση μιαολιά καλαμπόκι για τσ΄όρνιθες, να κάνουνε λέει τ΄αυγό…(Ετσα τούλεγε η μάνα ντου η Τζαμπράκαινα, βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα). ¨Εφυγενε το λοιπός από του παπά την καμάρα, επήγε από το μεσοστράτι του Καλαμιάρη, και οντενέφτανε στου Συργιανού τη Βεζίνα, στη μέση-μέση στοι Μοίρες, το κακογάιδουρο ερετάριζε και εσκέφτηκε να το …γκαζώσει, όπότε του δίνει το παράγγελμα: «Σέ, πανέρμε σε!, » Φαίνεται πως ο γάιδαρος είτονε …γάιδαρος, και ο Αστρινός εσκέφτηκε να τονε …προσβάλει: «Σέ Καραμαλή!, σέ Καραμαλή!» Δεν κατέχω κιαολιάς ανέπιασε την προσβολή ο γάιδαρος και να γκαζώσει, μα την έπιασε ο χωροφύλακας απου κάθουντανε στο διπλανό ζαχαροπλαστείο και επήγε τον Αστρινό στο αυτόφωρο… Εϊτονε μαθές 1959-60 εντουτηνά η ιστορία, κατά πούλεγε ο ίδιος ο Αστρινός, και ο χωροφύλακας είτονε νόμος, και ο Πρωθυπουργός-Καραμανλής (ο γέρος) προστατευόμενο είδος… Είδες η χωροφυλακή; από τοτεσας το κάτεχε… «Προσέχουμε γιά να έχουμε», και όχι επειδή το λέει εδά η ΕΥΔΑΠ για την Αθήνα, μα η χωροφυλακή φρόντιζε γιά ούλη την Ελλάδα. Για ξανασκευθείτε το: αν δεν είτονε προστατευόμενο είδος ο Κωστάκης και ο Γιωργάκης εκείνου του καιρού, θαρείτε μωρέ πως θελανέχετε εδά Κωστάκη και Γιωργάκη;

( Και θα μου πεις εδά σύντεκνε: -Είντα μωρέ σου φταίνε οι γαϊδάροι, και ανακατώνεις τσοι ιστορίες τωνε με τσοι γαϊδουργιές των αθρώπω; Έχεις δίκιο σύντεκνε, μα από ότι θωρείς πάντα οι γαϊδάροι τηνε πλερώνανε, και τηνε πλερώνουνε… Ντα δεν το θωρείς κοντό θε μου, πως μασε λαλούνε σα τζοι γαϊδάρους ούλοι ντως: Μα ετσά μασε βγαίνει με τη γκεφαλή που κρατούμενε… ).

Ο ΧΟΙΡΟΣ

XOIROS BLACK

Ο Οικόσιτος χοίρος του 1950

Η εκτροφή γουρουνιών είναι αρκετά διαδομένη δε διάφορα μέρη (ακόμα και χοιροβοσκοί της Παλαιας Διαθήκης από την αρχαιότητα), είτε και ημιάγρια σε μέρη που υπάρχουν δάση από βελανιδιές. Στα μέρη μας, με την περιορισμένη και πολύτιμη γη ανά νοικοκύρη, καθώς και η πυκνή δόμηση του χωριού από το φόβο των Τούρκων, δυσκόλευε την ανατροφή χοίρου. Και ενώ οι αίγες και τα πρόβατα μπορούσαν να «φιλοξενούνται» τη νύχτα ακόμα και στο σπίτι του νοικοκύρη στο διπλανό δωμάτιο από το κρεββάτι του, αυτό ήταν αδύνατο για το χοίρο. Συνήθως λοιπόν  έπρεπε νάχει τη βολή του κανείς για ν΄αναθρέψει χοίρο: είτε κανα κατάλυμμα δίπλα στο σπίτι του, είτε κανένα σταύλο μακρυά  από το σπίτι του. Βέβαια περάσαμε μια εποχή απού «δένανε τσοι σκύλους με τα λουκάνιακα»  πανα πει πως οι γιαθρώποι δεν επειράζανε   γείς τον άλλονε (τε δε έκλεβαν).  Μπορούσαν λοιπόν να μετακινούν τα γουρούνια σε ωρισμένες περιοχές δεμένα και μακρυά από τα σπίτια. Ένα τετοιο  …πάρκιγκ χοίρων ήταν στην είσοδο του Πετροκεφαλιού από τις Μοίρες δεξιά και ένα άλλο επίσης μεγάλο,  100 μέτρα βορεινά από τον Αγιο Λευτέρη… Όντο δεν είχαμενε αυτοκίνητα, και νάθελε κειανείς να κλέψει κανα χοίρο είτονε κομμάτι δύσκολο μιάς και από τη μια είτονε ανυπάκουο μα και φωνακλάδικο ζώο, και από την άλλη είπρεπε να το ξωλαλείς με τσ΄ώρες για να το απομακρύνεις με κίνδυνο να σε δούνε. Δεν είτονε μαθές συνηθισμένο να μετακινοούμε χοίρους από τη μια πάντα στην άλλη

Ο χοίρος είτονε ένα σημαντικό κομάτι της οικιακής μας οικονομίας. Σήμερο μπορούμε να πετούμε το μισό από το φαγητό της ημέρας, χώρια τα δεύτερης ποιότητας υλικά που πετιούνται και δεν μπαίνουνε στην κατσαρόλα μας Όλα αυτά ήταν η τροφή των χοίρων στο σπίτι. Τα αποφάγια (χωρίς σαπούνι φυσικά) τα αποπλύματα*, και τα κάθε λογής ελαφρά αλοιωμένα τρόφιμα, ήταν τροφή για τα παμφάγα γουρούνια. Γι΄αυτό κατά τις συζητήσεις για την πουσουνιά* του γουρουνιου με σκοπό να το θρέψωμενε, εγροίκας τσοι αθρώπους: -Να σου μηνυτέψω* θέλω ένανε από την πάνω ρίζα (Μελαμπιανός θαρρώ είναι) απούχει καλόφαγα γουρούνα, να πα να πουσουνίσεις ένα…!

Εμάς ο χοίρος δεν ήτονε τοσονά είδος πρώτης ανάγκης, όπως αλλού (π. χ. στη Μάνη).  Αν και συνεισέφερε σημαντικά στην οικιακή οικονομία ήτονε πιο πολύ συνδεμένο με την παράδοση των Χριστουγέννων, οπότε και σφάζαμε το χοίρο. Παλιά οι ράτσες των χοίρων απού αναθρέφανενε ήτονε τετράπαχοι και είχανε μια παλάμη ξύγκι. Αυτό βέβαια δεν μασε πείραζε, μιας και είμασταν μια γενιά πούβγαινε από τη δεκαετία τση κατοχής ταλαιπωρημένη και πεινασμένη… Αργότερα φέρανε άλλες ράτσες με περισσότερο κρέας και λιγότερο λίπος…. Μετά το 1965 άρχισαν να κυκλοφορούνε τα μακρύφυλα γουρούνια  με πρώτη και καλύτερη τη ράτσα Λαντράς… Αυτή η φυλή των γουρουνιών (μακρόστενα και όχι τετράπαχα), κυκλοφορούσαν με το χαρακτηρισμό μακρύφυλα, επειρέασε και ένα χωργιανάκι μας και οι κακόγλωσσοι του βγάλανε τη λήτη ντου:

(Ήτονε που λέτε ο Μπουρμάς, ο καφετζής,  ο εξομολόγος τση πλατέας εκεινά τα χρόνια και πολλοί θαμώνες του λέγασι το πόνο ντως.. Εκεια εφτάνανε πρώτα και τα καθημερινά νέα από το Ηράκλειο και την Αθήνα, οντε δεν είχαμενε ακόμη τηλέφωνα…Ήντονε μαθές η στάση του Λεωφορείου,  από και προς τη Χώρα, στην πόρτα του καφενείου. Σα θελα  φτάξει το Λεωφορείο από το Ηράκλειο και θελα πεζέψουνε οι «Καστρινοί», οι πρώτοι που μαθαίνανε τα νέα ήταν οι θαμώνες του καφενείου:   (-Εγέννησε μπρε η τάδε κείκαμε μια θηλυκουρίνα, σα ντη μάνα τζη τη μακαρίτισα,  επόθανε κι΄ο συμπέθερος τση Φταλιάς, απούτανε στα τελευταία ντου, επουσουνίσανε τα χρυραφικά από τσοι Μοίρες οι λογοστεμένοι τση Πασπαρογιώργαινας, ελογοστεθήκανε τση Τσίκναινας το γκονάκι με μια από την απάνω ρίζα κείρθανε οι γονέοι τζη να δόσουνε γνώρα κλπ…)

Ήτανε που λέτε το Γιαννιό (ταχτικός πελάτης στο καφενείο του Μπουρμά)  στούμπος το κακονίζικο,  και ας ήτανε ο κύρης του πάνω από δυο μέτρα. Οντενεγένησε η γυναίκα του Γιάννη το πρώτο ντως κοπέλι,  άλλη απογοήτεψη… Πιο κοντό κι΄από τον κύρη  ντου.. Ήλεγε το παράπονο  ντου στον καφενέ και τονε περίλαβε η μαμή, ο καφετζής, και τονε ξελουχούνευε, υστερις τά μετάλεγε του Βιδαλή  και του Μελέτη,  και κάνανε σείρι… Με τον καιρό εκαταστέσανε το και το δεύτερο  κοπέλι και επήγε η κερά ντου στο  Βενιζέλιο και εγέννησε, και εγειάγειρε το Γιαννιό με το βραδυνό λεωφορείο, να καταστέσει τα ζούμπερα, φέρνοντας και το καλό μαντάτο…  Ο πρώτος που του καμε τα συχαρίκια είτονε ο Μπουρμάς, απού άρχισε να τονε ξελουχουνεύει: -Και πως είναι μωρε Γιαννιό τουτονέ το κοπέλι, κοντό θέ μου κοντό ναι και τουτονά; Και ο Γιάννης όλο χαρά γυρίζει και κάνει ντου : -Όι  καημένε Γιώργη, ετουτονέ δεν είναι σα ντο πρώτο, μονόναι μακρύφυλο, να το δει θες ταχυτέρου απου θα το φέρω….).  Εκράτησε ο Μπουρμάς  τα γέλια για το  …μακρύφυλο κοπέλι,  μα σαν επόγειρε αθο ντο σπίτι του ο Γιάννης,  είχενε μάθει ούλο το καφενείο για το …μακρύφυλο κοπέλι του Γιαννιού…)

Το τελετουργικό της οικιακής σφαγής των χοίρων το γράφω αναλυτικά σε ένα άρθρο σ΄αυτό το ιστολόγιο (ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ ΤΟΥ ΧΟΙΡΟΥ)

Η ΚΟΛΙΣΑΥΡΑ

ΚΟΛΙΣΑΥΡΑ

ΚΟΛΙΣΑΥΡΑ

Η πράσινη σαύρα, ήτονε για μάς η κολισαύρα. Ένα ερπετό που παρά την έμφυτη αποστροφή των περισσοτέρων ανθρώπων στα ερπετά, το συγκεκριμένο είδος δεν έμπαινε στα σπίθια μας και στους αγρούς απόφευγε γενικά να ανακατεύεται στις καλλιέργειες να κάνει ζημιές κλπ. Τη θεωρούσαμε, και είτανε φυσικά, ακίνδυνο είδος. Πετιότανε ξαφνικά στο δρόμο μας τρέχοντας να κρυφτεί στα χόρτα, μιάς και δεν είχε οικειότητα μαζί μας.

*

*

*

Ο ΚΑΤΣΟΧΟΙΡΟΣ

ΚΑΤΣΟΧΟΙΡΟΣ

ΚΑΤΣΟΧΟΙΡΟΣ

Ο Σκατζόχοιρος και για την κάτω Μεσαρά Κατσόχοιρος, είναι ένα τυχερό ζώο της περιοχής μας. Δεν το πειράζαμε, δεν μας πείραζε, μιάς και για διάφορες εκκλησιαστικές δοξασίες δεν το τρώγαμε και έτσι ευτυχούσε να ζει στο περιθώριο των κήπων μας χωρίς να το κυνηγούμε… Αγαπημένη του κρυψώνα είτανε τα βάτα που περιτρύγυρίζανε τους περισσότερους κήπους τσ΄εποχής μου. Τέτοιους και τόσους πολλούς βάτους μόνο στη Γαλλία είχα ξαναδεί. Από κει έβγαινε τη νύχτα να κυνηγήσει κανένα φίδι ή να φορτωθεί σταφύλια από τ΄αμπέλια…

Μιάς και είτονε πολλοί οι σκατζόχοιροι στα μέρη μας, αυτό είτονε η χαρά των ατσιγκάνων που κατασκηνώνανε καμπόσες φορές το χρόνο στο χωργιό. Αυτοί μετακινούνταν εκειανά τα χρόνια με μουλάργια και γαϊδούργια και είχανε μαζύ ντως και σκύλους, που είτανε εκπαιδευμένοι να ξετρυπώνουνε από τα βάτα τσοι κατσόχοιρους. Εφτάνανε που λέτε οι ατσιγκάνοι στοι φράχτες με τσοι βάτους κα άμα θελα μυριστούνε κανένα κατσόχοιρο εκάνανε σύθρηνο, ζητώντας από τ΄αφεντικό τως να κάνει πορισά να μπούνε μέσα στσοι βάτους να βγάλουνε τον κατσόχοιρο…

Εδά πλερώνει και ο κατσόχοιρος το τίμημα της προόδου, μιάς και που και που πέφτει θύμα των τροχαίων ατυχημάτων στους ασφάλτους τση περιοχής, καθότι δεν είναι και τοσονά στριφογυριζάμενος…

Η ΣΚΑΡΑ

ΣΚΑΡΑ

ΣΚΑΡΑ

Ο Γύπας ή όρνεο είτονε η σκάρα των παιδικών μας χρόνων. Είτονε αρκετά τα οικόσιτα ζώα τότε, και πολλά ψοφούσανε από διάφορες αρρώστιες. Στα περισσότερα ρυγιάκια μεταφερότανε τα ψόφια ζώα και είτονε τόπος συνάντησης των διαφόρων πτωματοφάγων της περιοχής. Τα ελεύθερα σκυλιά, τα κοράκια, οι κουρήνες, μα κυρίως οι σκάρες, αναλαμβάνανε να ανακυκλώσουνε τα ψοφίμια και να διατηρήσουνε την ισορροπία της φύσης.

Έχω γράψει πολλές φορές για τις σχέσεις αγάπης-μίσους-οργής και στοργής μεταξύ των ζώων και των ανθρώπων της εποχής μου. Πολλές φορές θυμάμαι την μάνα μου, θεός συγχωρέσει την, να διαπληκτίζεται εντονότατα με τσ΄όρνιθες, μιας και είτονε οι παντέρμες ζημιάρες, άμα θελα τωσε παντιδώσει… Στο ίδιο πνεύμα είτονε και μιά χαρακτηριστική βρισιά που απευθυνότανε στα ζωντανά, που δε μασε πηγαίνανε σορδεινιά: «Οι σκάρες να σε φάνε παντέρμο!», κάτι σαν το: ψόφα να ησυχάζω από σένα!

Πολλές φορές, μπορεί να βρισκόμασταν είτε στα παπούργια, είτε για ξύλα στα άνυδρα βουνά στη μεργιά τσ΄Οδηγήτριας, με ορατότητα σε μεγάλη απόσταση. Μόλις εθωρούσαμενε να ψηλοπετούνε και να φέρνουνε κύκλους σε ένα μέρος οι σκάρες, εκαταλαβαίναμε πως κάποιο ζώο είχενε ψοφήσει… Η ιστορία «Τα κατορθώματα του Βάτση» σ΄αυτό τον ιστότοπο, αναφέρεται σε μιά ιστορία με τσοι σκάρες και τον ίδιο…

Συνηθισμένος τόπος που εθώρουνα τσοι σκάρες οντενείνμουνε κοπέλι, είτονε Στου Ζερβού το Πέραμα, 100 μέτρα από τον άσφαλτο και μπροστά στο Κέντρο Αυγερινός. Ήτανε το πρώτο αποθετήριο νεκρών ζώων. Γενικά σε όλα τα ρυάγκια αποθέτανε τα διάφορα νεκρά ζώα, σπάνια τα θάβανε…

ΟΙ ΚΟΥΒΕΣ

ΚΟΥΒΑ

ΚΟΥΒΑ

Όσο και να έψαξα δεν έβρικα πουθενά το όνομα Κούβα , για τους Γάλους, Γαλοπούλες, Διάνους, ακόμα και μιά σπανιότερη ονομασία, Κούκλης, που χρησιμοποιείται στα Χανιά. Ενώ είναι πασίγνωστη σε όλη την Ελλάδα, μάλιστα μιά φίλη μούλεγε παλιά » όταν είνασταν μικρά θυμάμαι πως βάζαμε για λίγο καιρό μια γαλοπούλα στο υπόγειο, την ταϊζαμε καρύδια για να παχύνει, νάναι έτοιμη για το χριστουγενιάτικο τραπέζι», στα μέρη μας είτανε παντελώς άγνωστη για αυτό το σκοπό. Πολύ αργότερα το άκουσμα «γαλοπούλα» και η εικόνα «κούβα» συνδυαστίκανε στο μυαλό μας. Για να ολοκληρώσουμε τη γεωγραφική περιπλάνηση, στην αμερικανική Ήπειρο είναι αφθονότατες, μάλιστα και σε άγρια κατάσταση, ίσως από κει και τα ονόματα Διάνοι (Ινδιάνοι) και Κούβες (Κούβα).

Εντυπωσιακά για το μπόι μας πτηνά, φτάνανε στο ύψος μικρού παιδιού, και μάλιστα τα αρσενικά ήτανε επιθετικά και κινδυνεύαμε να μας στραβώσουνε. Ο μόνος που θυμάμαι νάχει από παλιά κούβες στο Πετροκεφάλι είτονε ο Πετροχαραλάμπης (Πετρακης Χαράλαμπος του Μιχαήλ, περίπου 1910), δίπλα από του Βασιλάκη τη Φάμπρικα, και απέναντι από το σπίτι του Χαψή. Βέβαια οι κούβες, οι κούβοι και τα κουβάκια περιτρύγιρίζανε, κατά το συνήθιο τσ΄εποχής, στους γύρο δρόμους τσιμπολογώντας έντομα και σπόρους. Εκεί κάπου είτανε και της ¨Λυμπιάδας η Μουρνιά» , όπου εξελίχθηκε η ιστορία «ΤΑ ΚΟΥΒΑΚΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΧΑΡΑΛΑΜΠΗ…» που γράφω στο «ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΓΕΛΙΟ..»

Ακουστά είχαμενε τα Κουβάγουλα, πολύ μεγαλύτερα των ορνιθαύγουλων, καθώς και τις «κουβαρές», δεύτερης κατηγορίας κρεατικό της πρώτης μετά το ηλεκτρικό ρεύμα εποχής (1970;), που κατεψυγμένες ουρές γαλοπούλας επροωθούντο σαν τροφή, σε ένα κόσμο που είχε ακόμα ανάγκη από λιπαρά τρόφιμα…

Και μιάς και η συζήτηση για λιπαρά τρόφιμα, φίλος κρεοπώλης του 1955-60 στις Μοίρες μού εδιηγείτο: «Κάθε Σαββάτο το Μοιργιανό παζάρι είτονε ο τόπος και τρόπος για εφόδια που λείπανε στα χωργιά, ανάμεσα σε αυτά και το κρέας. Κάτέχεις κουμπάρε, πόσοι είρχουντανε και με παρακαλούσανε να το σε κόψω ενα κομάτι κρέας, δυο-τρεις οκάδες, μα : «νάχει και μιαολιά ξύγκι ! Οι γιαθρώποι ετρώγανε αριά και που κρεατικό, και το ξίγκι δεν τσ΄όγκωνε όπως εδά».

ΧΕΛΩΝΑ

ΧΕΛΩΝΑ  ή ΑΧΕΛΩΝΑ

ΧΕΛΩΝΑ ή ΑΧΕΛΩΝΑ

Η αχελώνα ή χελώνα του γλυκού νερού, με μέγεθος από μερικους πόντους μέχρι είκοσι, ήταν συνηθισμένες σε όλα τα κανάλια νερού. Ο αριθμός τους ήταν παρα πολύ μεγάλος, αλλά έμεναν αυστηρά κοντά στις σαίτες και με τον παραμικρό θόρυβο βυθίζονταν στο νερό. Τους άρεσε η ηλιοθεραπεία, ειδικά τους χειμερινούς μήνες, και πολλές φορές βγαίνανε μαζικά στα πρανή και λιαζότανε (όπως στη φωτογραφία). Ήταν ουδέτερες, δεν έκαναν ούτε ζημιές ούτε και προβλήματα στην εξοχή. Δεν είχαμε χελώνες ξηράς, όπως τις γνωρίζουμε σα άλλα μέρη, στον Υμηττό για παράδειγμα (Φιλοξενώ χρόνια τώρα μια τέτοια  στην αυλή μου, που την είχε περιλάβει ένα σκυλί στο δρόμο και την βασάνιζε).

ΤΟ ΛΙΑΚΟΝΙ

ΛΙΑΚΟΝΙ - ΑΣΤΡΙΤΗΣ

ΛΙΑΚΟΝΙ - ΑΣΤΡΙΤΗΣ

Ο Αστρίτης για τους άλλους είτανε γνωστός στο Πετροκεφάλι σαν Λιακόνι. Ένα μικρό ερπετό με γυαλιστερό δέρμα, που έτρεχε τρομαγμένο να κρυφτεί όταν μετακινούσαμε  καμμιά πέτρα από την κρυψώνα του.  Το θεωρούσαμε πολύ δηλητηριώδες και αποκρουστικό. Σίγουρα όμως, ποτέ δεν άκουσα ιστορία δαγκώματος από δαύτο. Τελικά, είναι ένα ακίνδυνο παραξηγημένο ερπετό του τόπου μου.

*

*

*

Ο ΚΑΒΡΟΣ

Ο ΚΑΒΡΟΣ Τα καβούρια, καβροί στην τοπική γλώσσα,  ήταν άφθονα στα νερά της πεδιάδας. Μάλιστα, οργανώναμε και κυνήγι-μάζεμα σε ορισμένες περιπτώσεις. Η αγαπημένες θέσεις των καβουριών ήταν τα χαντάκια που είχαν περιστασιακά νερό, δεν άνοιγαν τις φωλιές τους  με στόμιο μέσα στο νερό.  Βέβαια στο βάθος οι τρύπες είχαν νερό. Συνήθιζαν να τρώνε χορτάρια από τις όχθες των νερών πούχαν τις φωλιές τους. Τα κυνηγούσαμε, με τρεις τρόπους: Ι. Είτε τη νύχτα με φανάρι, που τα βρίσκαμε να βοσκάνε δίπλα στις ποταμίδες. ΙΙ Με ένα θυσανωτό χορτάρι με μίσχο 40 πόντους μακρύ, το ονομαζόμενο σιργουληστήρι*, το βάζαμε στην φωλιά τους την καβροτρυπιά και το περιστρέφαμε πανω στο κουβούκλιό τους. Τα καβούρια ένοιωθαν ακατανίκητη επιθυμία να το κυνηγήσουν. Εμείς αποσύροντας το συργουλησήρι καταλληλα οδηγούσαμε τον καβρό έξω από την καβροτρυπιά και τον πίαναμε με μιά απότομη κίνηση. ΙΙΙ Τέλος ο τελεύταίος τρόπος για τους περισσότερο γνώστες και τολμηρούς πιτσιρικάδες, ήταν να βάλουμε προσεκτικά το χέρι μας στην καβροτρυπιά, και ψαχουλευτά να μετακινήσουμε την παλάμη προ το κουβούκλιο και όχι προς τις δαγκάνες, και να τον πιάσουμε και να τον ανασύρουμε έξω. Φυσικά η παράτολμη τελεύταία τεχνική οδήγησε στην παροιμιώδη φράση: Του κουζουλού τη χέρα βάζουνε στην καβροτρυπιά μιάς και αυτή η τεχνική πολλές φορές καταληγε σε ένα άγριο δάγκωμα από το καβούρι….

14 σχόλια »

  1. που μπορω να βρω τετοια εποχη καβουρια;;;;

    Σχόλιο από αννα πλερονακη — 28/01/2010 @ 12:56 πμ | Απάντηση

    • Επειδή και μόνον έζησα τα καβούρια που περιγράφω, που ενώ ήσαν ιδιο μέγεθος με τη φωτο αλλά χωρίς να κοκκινίζουν, με την εξαφάνιση των νερών από την πεδιάδα της Μεσσαράς, εγώ τουλάχιστον δεν ξαναείδα καβούρια τα καλοκαίρια που κατεβαίνω για διακοπές. Ας μην ξεχνάμε πως τότε τα καβούρια ζούσαν στα νερά της πεδιάδας. Σήμερα όμως τα νερά βρίσκονται 45-60 μέτρα κάτω από το έδαφος ! Τελευταία φορά που είδα-έπιασα καβούρια ήταν το 1980, που υπήρχαν ακόμα άφθονα νερά στο Πετροκεφάλι. Μοναδική περίπτωση που θυμάμαι (περί το 1983) με καβούρια τον Αυγουστο και μάλιστα εκτός πεδιαδας, ήταν στο Αγιοφάραγγο, που μετά από βαρυχειμωνιά είχε ακόμα κατακαλόκαιρο νερόλακκους το φαράγγι του Αγιοφάραγγου.

      Σχόλιο από Λεωντάριον — 28/01/2010 @ 10:13 πμ | Απάντηση

      • Πριν μερικες μερες επαντιξα ετσα ενα καβρο στο χωραφι μου κοντα σε ποταμιδα(20-30μ μακρια).Ηταν αρκετα μεγαλος,μαλλον λογο της συννεφιας και της βροχης ειχε βγει βολτα…Σκεφτομουν για πολλη ωρα μηπως τον επερνα για φαι αλλα ηταν η πρωτη φορα που συναντουσα ενα τετοιο στην περιοχη κ σκεφτηκα οτι ετσι ισως βοηθησω στη περεταιρω αναπτυξη του ειδους..Θυμαμαι την γευση τους…απιστευτη…!!

        Σχόλιο από dodos — 19/12/2014 @ 2:52 μμ

  2. υπαρχουν ακομα τετοια καβουρια στην παλια βρυσι στο Σιβα

    Σχόλιο από sigelakis — 21/03/2011 @ 10:35 μμ | Απάντηση

  3. καλημέρα!πάρα πολύ ενδιαφέρον μπλογκ!παρακαλώ μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου?θα επιθυμούσα να σας γνωρίσω από κοντά. ευχαριστώ.

    Σχόλιο από κατερίνα — 17/05/2011 @ 8:51 πμ | Απάντηση

    • Αγαπητή μου Κατερίνα, ευχαριστώ για τη θετική σας άποψη για το ιστολόγιό μου. Νομίζω πως απευθυνόμενος σε όποιον θα έδειχνε ενδιαφέρον για τα γραφόμενά μου, ειτε τοπικά είτε ιστορικά, μα ακόμα και από πλευρας ιδεολογοπολιτικών θέσεων, εθεώρησα ανάγκη να συστηθώ αρχικά με κάθε λεπτομέρεια για το ποιός είμαι, τι δουλειά κάνω γιατί γράφω σε ποιούς απεύθύνομαι κλπ. Όλα όπως βλέπετε, έχουν δηλωθεί στη σελίδα ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, καθώς και ότι άλλο θα θέλατε να πληροφορηθείτε. Ήδη γνωρίζετε επίσης που μπορεί να με βρείτε, στο Πανεπιστήμιο στο σπίτι μου στην Κρήτη κλπ. Απλά εγώ δεν είμαι της γενιάς του ιντερνέτ κρυβόμενος πίσω από ένα IP, γι΄αυτό το ξεπερνώ δηλώνοντας ποιός είμαι. Τα προσωπικά δεδομένα είναι αδιάφορα ή και αποτελούν τιμή για τους έντιμους, σε αντίθεση με τους ανέντιμους που όντως πρέπει να «διαφυλάσονται» (ευγενική έκφραση του «ν΄αποκρύβονται»). Και πάλι ευχαριστώ για την θετική σας άποψη.

      Σχόλιο από Λεοντάριον — 12/06/2011 @ 5:40 μμ | Απάντηση

  4. !!!!

    Σχόλιο από Panagiotis Papazoglou — 03/08/2011 @ 12:15 μμ | Απάντηση

  5. ta sevh mou!!

    Σχόλιο από adamantios — 25/08/2011 @ 3:59 πμ | Απάντηση

  6. exete ksexasei ton kariatzoula…

    Σχόλιο από adamantios — 25/08/2011 @ 4:00 πμ | Απάντηση

    • Αγαπητέ φίλε, ευχαριστώ που ασχολήθηκες με τα ζώα του τόπου μου. Δεν είναι δύσκολο να ξεχάσει κανείς κάποιο από τα ζωντανά της περιοχής. Όμως, τον καριάτζουλα δεν τον γνωρίζω, τουλάχιστον δεν τον λέγαμε έτσι στο Πετροκεφάλι. Αν όμως κάνω λάθος δεν είναι καθόλου δύσκολο στέλνοντάς μου την φωτογρφία του ή έστω τό άλλο του όνομα και να το …αποκαταστήσουμε από κοινού ! Αν πάλι είναι το παρατσούκλι ένός ζώου που ονομαζόταν έτσι σε μιά άλλη περιοχή, είναι εύλογο να μην το γνωρίζω.

      Σχόλιο από Λεοντάριον — 28/08/2011 @ 12:08 μμ | Απάντηση

      • Έχει δίκιο ο κύριος Αδαμάντιος..καριάτζουλα λένε τον σκορπιο στα Χανιά..θα μπορούσατε εύκολα να τον προσθέσετε στην συλλογη!!

        Σχόλιο από Σπύρος — 03/04/2012 @ 9:42 πμ

  7. Παιδιά καλησπέρα σας!Είναι γεγονός πως και εγώ έχω ακούσει για τον »καριάτζουλα» δηλαδή τον σκορπιό!
    Στην αρχή μάλιστα νόμιζα πως υπήρχε και κάποιος διαφορετικός ιδιοματισμός της λέξης »καριάτζουλας» με την προσθήκη ενός »σ» από μπροστά,
    δηλαδή »σκαριάτζουλας». Πιστεύω πως πρέπει να λυθεί άμεσα το μυστήριο που κρύβει η λέξη »καριάτζουλας» από πίσω της και σε ποιο ζώο του τόπου μας αντιστοιχεί..!

    Σχόλιο από antonio — 03/04/2012 @ 6:08 μμ | Απάντηση

  8. Χαιρετώ την όμορφη παρέα ! Παιδια δεν είναι ζώο και δεν λέγεται καριατζούλα.. είναι η καριάτζουλα και ήταν είδος τσουκνίδας. Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι να μου λένε πως να βρίσκω μολόχα για να τρίψω ελαφρά στο σημείο που τσίμπισε ι καριατζούλα για να μην τσούζει ! Οσοι είναι από Κοτρόνι Σκιάθου ξέρουν.. το τραγουδάκι.. το θυμάστε ? έμπα μολόχα βγαίκα τσουκνίδααα τι κιαν καριατζούλα αφήσει κοκκινίλαααα.. Τώρα αν υπάρχει κάτι πέρα από απαυτό είναι πέρα από κάθε γνωστικό μου αντικείμενο. Ευχαριστώ και καλή ανάσταση βρε παιδια !!!

    Σχόλιο από Tsogun — 05/04/2012 @ 2:08 πμ | Απάντηση

  9. Καργάτζουλας: Ο Σκορπιός

    Κουρκούτσα: Χελώνα

    Σχόλιο από stratos beryk — 24/09/2012 @ 7:49 μμ | Απάντηση


Κανάλι RSS για τα σχόλια του άρθρου. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

The Rubric Theme. Ιστολόγιο στο WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: