Κάθομαι που λες κι ανεστορούμαι, τα χρόνια πούμουνε κοπέλι. Ένα με τα έχνη, ένα με τα δεντρά, τσοι σαϊτες, τα χαντάκια, τσ΄αφορδακούς τσ΄αχελώνες, τσοι κατσόχοιρους τσοι ζουρίδες και τσ΄αρκάλους. Αμάσαι κοπέλι ούλα έχουνε ένα ροζ χρώμα, να, σα ντο βρακάκι τση μπιμπι μπο να πούμε…, γι σούρχονται οι ήχοι μακρινοί από κειανά τα χρόνια, σαν γροικάς το κουδουνάκι τση γατέλλας γι του γατινιού μου, που τρέχουνε να με μπροακαδιάσουνε στον κήπο όντε γυρίζω από τη δουλειά. Άμα μωρέ Αντρουλιό δεν είσαι μίζερος, τα παιδικά σου χρόνια τα θωρείς και τ΄ανεστοράσαι χαρούμενα…
Σούπα πως επεινούσαμενε εκειανά τα χρόνια; Ε και; Άλλο να σαι πεινασμένος κανακάρη μου, κι άλλο νάσαι αχόρταγος. Άμα πεινάς και βρεις να φας πράμα και ξεπεινάσεις, είσαι ευτυχισμένος, λες και δοξα τω γεραμπή. Άμα είσαι κακομοίρη μου αχόρταγος, σα μια μπατούλια σημερνούς, δε λές δόξα τω θεώ ποτέ σου, μονό πολεμάς να φας τσοι γύρο σου…
(’Ηθελα να τ΄ανεστορούμαι στο Αντρουλιό μου, στο Μαργιό μου, στο γκονάκι μου σα δε μπιτίζει… Μα μιας και τα μονολογώ, είπα συντουνούς μου: δεν τως τα γράφω καλιά; Εδά τα κοπέλια δεν είναι σα νταλλοτεσινά, είναι ανεξάρτητα, λαλούνε τονεδικό ντως δρόμο από νωρίς, δεν μασε γροικούνε μπλειό. Δε μασε σέβουνται; Εγώ δεν είπα τέθοιο πράμα… Εμεις το σεβασμό τονεθέλαμε νάχωμε τα κοπέλια μας σήκω-σήκω και κάτσε-κάτσε, εθέλαμε να θωρούμε τη συνέχεια τ΄απατού μας στο κάθε ζάλο των κοπελιών μας. Ασε τως λοιπός την κουβέντα γραμμένη να βρίσκεται, κι άμα τα γκονάκια μου θένε, ας τα διαβάσουνε αμοναχά ντωνε…).
(Παρακάτω οι επισκέπτες μπορούν να βρουν τ’ ΑΝΕΣΤΟΡΗΜΑΤΑ: 1. Τα Βιβλία, οι Γνώσεις., 2. Η καλοκαιρινή παρασθιά. 3. Ο ασκιανός και οι εθιές. 4. Οοο την παντέρμη κάψα. 5. Πάει το λαδοκούρουπο … 6. Πάτερ, πάτερ η αιξ ευρέθη. 7. Το δάσος με τσοι χοντρολιές. 8. Η χρονολόγηση, η μάνα μου και τα ξεγιβεντίσαματα. 9. Τα Τροζοκόπελα. 10, Το Καμίνι 11. Οι ΑΞΙΕΣ … (ΟΡΥΖΩΝΕΣ, ΟΡΥΖΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ). 12. Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ «ΦΟΥΡΝΑΡΙΣΑ»-Ο ΖΥΜΩΤΟΣ 13. Η Κρασοκατάνυξη 14. Αυτόματη Πλοήγηση …1955 15. Το πρώτο αεροπλάνο 1915
15. Το πρώτο αεροπλάνο 1915
29 Δεκ. 2008
Ντουχιουντίζομενε πολλές φορές, πως δουλεύει το μυαλό τ’ αθρώπου, πως αποτυπώνει γεγονότα, εικόνες, παραστάσεις… Θυμούμαι τη μάνα μου, ν΄ανεστοράται και να μου διγάται πως αντιληφθήκανε το πρώτο αεροπλάνο απού επέταξε στη Μεσσαρά, γύρο στο 1915….
Η μάνα μου, 5-6 χρονώ κοπελιδάκι, εζούσανε στη Γαλιά, μόλις είχανε κατεβεί από τα Βορίζα… Οι Βαλκανικοί πόλεμοι είτανε στο φόρτε ντως, οι περισσότεροι νέοι Κρητικοί είτονε στα μέτωπα τση Μακεδονίας, και η Κρήτη, ημιαυτόνομη, μπορούσε επιτέλους ν΄ανασάνει και αρχίνισε να κατεβαίνει από τα βουνά προς τσοι κάμπους… Είλεγέ μου το λοιπός η μάνα μου:
«-Είμουτανε στο δώμα του σπιθιού μας, γιατί είτανε μαθές καλοκαίρι και ούλο το χωργιό εκοιμούντανε στα δώματα, με την αμπλά μου την Ψεβία… Μια στιγμή γροικούμενε ένα βρούχο κείρχουντανε από ανατολικά, από την Απόλυχνο, και θωρούμενε ένα πράμα και επέτα στο ουρανό και μέχρι να το καλοξανοίξωμενε επόγειρε αθο ντη Φανερωμένη…. . Οντε με ρώτα η μάνα μου, απούτανε στο σταύλο και δεν επρόκαμε να το δει, εγώ τσείπα πως επέτα στον ουρανό ένα στιβάνι… κείκανε μεγάλο βρούχο…. Με το πολυώρι επέρασε ο ξάδερφός μου του Καμπανογιώργη, απούχε νε γυαγίρει από το στρατό και μας είπενε πως εκειονά απούδαμε το λέγανε αερόπλανο. Σαν τάκουσε η ξαδέρφη μου, αυτή η κακομοίρα είτονε και μεσομπούνταλη, γυρίζει και κάνει ντου: Πως είπες ξάδερφε πως το λένε; Αερόπανο;»
Πέρασε ένας αιώνας από το αερόπλανο ή αερόπανο ή στιβάνι, τση μάνας μου και τση ξαδέρφης τση… Ένα είναι σίγουρο: το μυαλό του ανθρώπου έχει πολλές δυνατότητες να μάθει, να δεχθεί, να κατανοήσει. Πολλοί, μετά από ένα-δυό αιώνες λογικά θα γελούνε με πολλούς από τους φόβους και τα πιστεύω της «σύγχρονης» εποχής μας…

Το σπίτι τση μάνας μου (Ειρήνη Κανάκη) στη Γαλιά 1915
14. ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ …1955
28 Δεκ 2008
Σήμερο ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα. Πολυκατοικία γίνεται το οικόπεδο τση γωνίας, σπίθια φυτρώνουνε εκειά απούτανε δάση, δρόμοι ανοίγουνε εκειά απού είτονε ένα μονοπάτι, παραλίες γίνουνται πλάζ και πάει λέοντας… Εϋκολα το λοιπός χανόμαστε και ψάχνομε άλλοτε καταρωτώντας, άλλοτε ξεφυλλίζοντας το χάρτη, να πάμενε κατά τον προορισμό μας… Ήρθενε και η τεχνολογία και μας εφοδίασε με τα νέα επιτεύγματά τζη, τσ΄οδηγούς αυτόματης πλοήγησης, τα gps για τσοι πιο ψαγμένους. Και δε λέω, είναι πραγματικά μεγάλη ευκολία να λες στο μηχανάκι σε ποια διεύθυνση θες να πας και να σου λέει πήγαινε από παέ , στρίψε δεξά, στρίψε ζερβά, μέχρι να ξετρυπήσεις στο προορισμό σου… Ακόμη, μιάς και όσο περνούνε τα χρόνια και η γεροντική άννοια, και η αμνησία όλο και θα αυξάνονται, με ένα τέτοιο μηχανάκι στην τσέπη του ο παππούς θα καθοδηγείται από πρόθυμους συνανθρώπους του, να ξαναγυρίσει στο σπίτι του…
Ανε ρωτάτε είντα κιαολιάς σχέση έχει το gps με τσ΄αναμνήσεις μου, όσο και να σασε φαίνεται περίεργο, έχει… Εξάνοιγα σε διπλανή σελίδα , απούγραφα για τα ΖΩΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ, και θωρώντας το γάιδαρο, εθυμήθηκα πόσες βολές ο κύρης μου τον είχενε χρησιμοποιήσει σαν ….ΑΥΤΌΜΑΤΟ ΠΛΟΗΓΌ! Πολλές βραδυές γυρνώντας από τα χωργιά τσ΄απάνω ρίζας, ενυχτωνώμαστε αρκετές ώρες μακρυά από το χωργιό. Εκείνα τα χρόνια δεν είτανε φώτα πουθενά για να τα βάνεις σημάδια στσοι γαιδουρόδρομους απού συνδέανε τσοι τόπους μεταξύ ντονε… Άμα δεν επέρνας συχνά από ένα τόπο εύκολα χανόσουνα τη νύχτα και δεν ήβριχνες τα περάσματα για να γυαγείρεις στον τόπο σου… Τόστεσάς το λοιπός, θυμούμε το μακαρίτη τον κύρη μου και μούλεγε: -Ν΄αφίσομε θέλει το γάιδαρο ορνικό ντου, και αυτός σε κάθε διασταύρωση θα διαλέξει το σωστό δρόμο… Είχανε μαθές τα ζώα πολύ καλή μνήμη, μα και όση νοημοσύνη χρειαζότανε να καταλάβουνε, πως το τέλος της κούρασης είτονε να φθάσουνε στο χωργιό του αφεντικού ντωνε…
Είχενε ο κύρης μου ένα φίλο στην Πλώρα, δυό μιση ώρες γαιδουρόδρομο από το Πετροκεφάλι. Ένα χειμώνα του 1955, μου φορτώνει λίγα κλίματα να τα πάω του φίλου του στην Πλώρα, για να τα φυτέψει σε ένα αμπέλι και μου δίδει τσοι στοιχειώδεις οδηγίες: Θα πάς μέχρι το Λειβαδιώτη, και ύστερα θα πάς ντρέτα για τα Περαλήθινα… Αμα περάσεις τα ασβεστοκάμινα και τη Φουντάνα, μετά τον Αι Στελιανό, θα στρίψεις αθό ντη Πλώρα.. και θα αφίσεις το γάιδαρο και αυτός θα σε παει στην αυλή του ….του φίλου μου ! Παραγματικά ο γάιδαρος του κυρού μου χρησιμοποιώντας το δικό του gps (μα και το iq απού τούλεγε πως ο πιθανότερος προορισμός είναι εκεί που συνήθως πηγαίνουμε !) με πήγε από τον σντομότερο δρόμο στον προορισμό μου.
13. Η Κρασοκατάνυξη
27 Δεκεμβρίου 2008
Ένα φεγγάρι, είπα καταγράψω και να συμμαζώξω τα σόγια του χωργιού και τα συγγενολόγια, λίγο μετά τον Καποδίστρια…. Εύρικα το λοιπός ένα πρόγραμμα για τον υπολογιστή και είκαμα καλή δουλεια, μόνο που δεν είχα αφαλή στοιχεία. Ρωτώντας όμως τσοι μεγαλύτερους, τσοι συγγενείς, συμμάζεψα αρκετα πράγματα.
Τεράστια βοήθεια μου πρόσφερε ένα αθώο Μαθητολόγιο του δημοτικού σχολειού του Πετροκεφαλιού, από το 1900 μέχρι και το 1950, που μου προμήθευσε για λίγο ο φίλος και δάσκαλος του χωργιού Γιώργος Δαμιανάκης….
Επειδή λοιπόν σε εκείνο το μαθητολόγιο γραφότανε εκτός από τα στοιχεία του μαθητή και το όνομα και επάγγελμα του πατέρα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι σχεδόν αποκλειστικό επάγγελμα στο Πετροκεφάλι είτονε το «γεωργός». Υπήρχαν όμως και μερικοί που ανάφεραν σαν επάγγελμα το «οινοπώλης». Παραγματικά, καλά-καλά αυτό που εμεις γνωρίζομε σαν καφενείο –καφετζής δεν υπήρχε, μιας και δεν υπήρχε καφές… Το κύριο λοιπόν είδος-μέσο διασκέδασης ήταν το κρασί ή ρακή και αντε και κανένα γλυκό κουταλιού, άλλωστε δεν υπήρχε ούτε και ρεύμα για τυχόν αναψυκτικά….
Κτηνοτρόφοι δεν θυμάμαι να υπήρχαν στο χωργιό, ενώ ο μόνος έμπορος που θυμάμαι να αναφέρεται ήταν από το σόι της Ευτυχίας Βασιλάκη (σημερινοί ιδιοκτήτες της Aegean airlines).
Πρέπει νάτανε καθημερνή, χειμώνας, και ο ήλιος εμύριζε, πα ναπει είτονε ευπρόσδεκτος στα σοκάκια του χωργιού. Ίσα πούχενε γείρει ο ήλιος κατά δυσικά, και ο Ευθύμης (Ευθύμιος Τσικνάκης Παντοπωλείο) είχενε βγάλει την καθέλκα ντου στο στενό μροστά στην πόρτα του μαγαζού του και τονε χτύπα ο ζεστός χειμωνιάτικος ήλιος. Ήκανε του παρέα το Νικολιό το Τρουλιτάκι (Νικόλαος Εμμ Χαλκιαδάκης) με ένα νεροπότηρο κρασί με μια χαχαλιά αστραγάλια, απού τούχενε βάλει ο Ευθύμης.
Στην ώρα πάνω έφτασε και ο Μιχελοηλίας, (Ηλίας Ιωαν. Μιχαλινάκης) κορυζασμένος φαίνεται, και σα ντονε θωρεί του λέει:
-Βάλε μου μπρε Ευθύμη ένα ποτήρι κρασί…
-Κατέχεις πούναι, μονό σάλευε να βάλεις αμοναχός σου… Πάει και Μιχελοηλίας, παίρνει ένα νεροπότηρο, και βρίχνει την κάνολα στο βαρελάκι, γεμίζει το ποτήρι, και άρχισε να το πίνει καθώς έβγαινε όξω να κάτσει κι΄αυτός στη πεζούλα του μαγαζού… εκράθιε και μια παστή σαρδέλλα για μεζέ από την οριά τζη, διαλεχτός μεζές για τσοι μπεκρήδες.. Σαν το πόπιε, ξαναπαραγγέλει του Ευθύμη και ένα δεύτερο, μα ο μπακάλης τον ήπεψε να σερβιριστεί πάλι μόναχός του. Ήκαμε φαίνεται καμπόσες φορές ο Μιχελοηλίας το δρομολόγιο και κάθε φοράα τούλεγε όλο ευχαρίστηση: «Ετουτονάναι κρασί Ευθύμη…» . –Ντα από το ίδιο μπρε δε σούβαλα κι΄οψές; Τούλεγε κάθε φορά, αδιάφορα ο Ευθύμης..
Με το πολυώρι, φτάνει Σανταρμομαργώ να πουσουνίσει μιά ψημαθιά φασόλες, και εμάζωξε ανόρεξάς του τσ΄ αντικλίνες του ο Ευθύμης να πάει να τηνε εξυπηρετήσει.
«Κράθιε μου μπρε Ευθύμη άλλη μιά, οντε θα πορίσεις! παράγγειλε ο Μιχελοηλίας του μπακάλη μιά ακόμα κούπα κρασί. Απίτις όμως εδοκίμασε την καινούργια κούπα άρχισε να ξυνίζει τα μούτρα ντου…
– Είντα κρασί ναι μπρε Ευθύμη ετουτονά απού μούφερες; -Από το ίδιο βαρέλι είναι αλάι σου, κοντό θέ μου ήλλαξα βαρέλι; Εγούζουντανε όμως ο Μιχελοηλίας και δεν τούρχουντανε να τονε …κοροιδέψει ο Ευθύμης, οπότε με την επιμονή του, κάτι σανα κακόβαλε ο Ευθύμης:
-Γιά έλα παέ κουμπάρε Ηλία, από ποιό βαρελάκι ήβαλες; Δείχνει ντου ο Μιχελοηλίας ένα βαρελάκι στη μέσα μπάντα του μαγαζού απούχενε πρώτης ποιότητας κονιάκ, και μέχρι να καταλάβει ο Ευθύμης είντα εγίνουντανε, είχε κατεβάσει τέσσερα-πέντε νεροπότηρα κονιάκ ο Μιχελοηλίας και το φχαριστήθηκε η ψυχή ντου….
7 Απριλίου 2008
12. Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ «ΦΟΥΡΝΑΡΙΣΑ»-Ο ΖΥΜΩΤΟΣ
Έχετε μωρέ κοπέλια αγροικησμένα το «Ο ΚΑΡΑΓΚΙΌΖΗΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ;» Σάικα έχεντέ το ακουστά, κάτσετε δα να σασε πω και για τη μάνα μου, οντενέκανε τη φουρνάρισα…
-Καλημέρα Ρηνιό, είντα κάνετε, είντα σου γράφουνε τα κοπέλια…
Καλώς τη Φυλαχτή, καλά είμαστε, καλάναι και τα κοπέλια. Κόπιασε ξαδέρφη να κάτσεις να μου πεις τα χαμπάρια σου. Είντα καλός καιρός σείφερε στη γειτονιά μας;
-Εγώ ξαδέρφη δεν σε παραβαρώ για το ζυμωτό, καλά κατέχεις το, ούλα τα χρόνια εζύμωνα στου συμπεθέρου μου το φούρνο, μα αποντανεβάλανε τη καινούργια νύφη στο σπίτι ντως ανεγύρισα μιαολιά γιατί δε τηνε θωρώ και καλή χρειγιά. Επαίρνουνε αλλότες απώξω και εγροικούναντηνε να χτυπομουρά τον άντρα τζη, πως θελαζυμώσει ταχυτέρου η αμπλά ντου και θελα τση μαγαρίσει το αρχοντικό! Μωρέ καλή πουσουνιά έκανεμε η κακομοίρα η συμπεθέρα μου η Μαργιόρα!
-Είντα στενοχωράσαι μπε Φυλαχτή, επαέ ναι ο φούρνος, ταχτέρου θα ξεφουρνίσω εγώ το παξιμάδι, και άμα θες και ντελόγο να τον ανάψεις, εμένα δε με νοιάζει!
-Ο θιός να σ΄ έχει καλά ξαδέρφη, και σένα και τον άντρα σου, γιατί κακονίζικο εξάνοιξα οψές και δεν έχομε θρουλί ψωμί, και θένε να φύγουνε τα κοπέλια ταχυτέρου να χωραφίσουνε κεινα-δυό μέρες στο μερτικό μου και του αδερφού μου στη Φανερωμένη, και θα ξωμένουνε εκειά…
- Μη σε νοιάζει ξαδέρφη, έλα να σου δώσω μιά βούργια ψωμί, και άμα ζυμώσεις μου το γιαγέρνεις…. Μονό άμε να μυνήσεις τ΄αντρού σου να φέρει τα φουρνόξυλα και τ΄αλεύρι κι έλα το βράδυ να καταστέσομε τα μπράτη, να κοσκινίσεις και να ανεπιάσεις το προζύμι…
Έτυχε νάχει ο κύρης μου Φούρνο στο σπίτι μας. Είπαμέντο κι΄αλλού, πως κάθε καλονυκοκύρης άμα είτονε μπορετό και φούρνο έσαχνε, και πηγάδι άνοιγε και γούρνα χτιστή γι πελεκητή εκατάστενε στην αυλή ντου, για νάχει η κερά ντου ότι τση χρειγάζουντανε να κάνει το νυκοκεράτο τζη… Εκειά πούτανε όμως τα σπίθια στιμωγμένα, δεν είτονε μπορετό νάχουνε φούρνο, είθελε μαθές κι΄αυτός την απλωσάντου, και από την άλλη οι αθρώποι εφοβούντανε να σάζουνε σπιθια μακριά ο γεις από τον άλλο την τουρκοκρατία… Ετσά, τα παλιά σπίθια είτανε κολλητά τονα ταλλού, και μόνο άμα ξετζουτζουλέψανε εχτίζανε πιό απλωμένα, και είχανε τη βολή ντωνε και εκάνανε το νοικοκεράτο ντως…
Όσοι είχανε φούρνο στο χωργιό εξυπηρετούσανε τσ’ αποδέλοιπους. Από όσο θυμούμαι, στη γειτονιά μας είχενε φούρνο ο κύρης μου, ο Τσουροστελιανός (Στυλιανός Εμμ Σπυριδάκης), ο μπάρμπας μου ο Βανίλης (Στυλιανός Γεωρ Φραγκιουδάκης) πιό πέρα είχενε ο Δράκος (Δράκος Δημ Μαρκάκης), Μπελαδοδράκος (Δράκος Μανασσάκης), ο Κοκκάκης (Στυλιανός Εμμ Κανακαράκης), ο Μανώλης ο Τσαγκάρης, ο Φανουροκικολής (τσ’ Αρτεμησίας), ο Λυμπεροσταυρούλης ο Δασκαλογιάννης και αρκετοί άλλοι. Κάθε φούρνος είχενε τσοι «πελάτες» του, το σόι, τσοι γειτόνους και τσοι φίλους του ιδιοκτήτη. Πιό βολικοί είτονε οι φούρνοι που διαθέτανε νερό και χώρο για το κοσκίνισμα, ζύμωμα, πλάσιμο κλπ στο φούρνο, γιατί διαφορετικά είπρεπε το έτοιμο για φούρνισμα ψωμί να μεταφέρεται στο φούρνο από το σπίτι του κάθε αθρώπου που είχενε το ζυμωτό…
Το να φτιάξεις ψωμί, ούτε είτονε, ούτε και είναι εύκολη δουλειά. Είπρεπε λοιπόν ο ιδιοκτήτης του φούρνου να παρέχει και τις απαραίτητες τεχνικές συμβουλές σε όλες τις φάσεις της κατασκευής του ψωμιού. Αυτό είτονε δουλειά τση νοικοκεράς, οι άντρες είτονε μόνο για τσοι χοντροδουλειές.
Α. ΤΑ ΦΟΥΡΝΟΞΥΛΑ Τόπαμε αλλού που, μιά δουλειά που είπρεπε να γίνει για να κάμωμε (παναπεί να θερμάνωνε το φούρνο στην κατάλληλη θερμοκρασία) το φούρνο, είτονε να εφοριαστούμε με την ανάλογη ποιότητα και ποσότητα των ξύλων.
Β. ΤΟ ΑΛΕΣΜΑ. «Όπου Κι΄αν πάει τ’ άλεσμα, ο μύλος θα τ΄αλέσει //κι΄ ’οπου κι΄αν πάει η κοπελιά, στα χέργια μου θα πέσει». Έτσά ετραγούδιε ο ερωντοχτυμημένος ντελικανής τσ’ εποχής μου άμα θελα του παντιδώσει να πέψει τα μηνυματά ντου κατά πού αλλοιθώριζενε…
Αλέσματα είτονε πολλώ λογιώ. Το καθαρό σιτάρι είτονε ακριβό είδος, και συνήθως το ανακατεύανε με ποσότητα κριθαριού φτιάχνοντας το μιγάδι. Αυτό μεταφερότανε στο νερόμυλο όπου και το αλέθαμε δίδοντας το ανάλογο μερίδιο στο μυλωνά, τα αλεστικά. Από κειά και οι κουβέντα που λέει «μπάτε φίλοι αλέστε, κι άλεστικά μη δόστε». Από τσοι μύλους τση περιοχής, μόνο μιά φορά θυμούμαι το μύλο τση γυροποταμιάς στο Πετροκεφάλι να αλέθει. Η συνηθισμένη μας διαδρομή είτονε να πηγαίνομε τ΄άλεσμα στη Φαλάντρα, στη ρίζα του λόφου της Φαιστού. Αρκετά αργότερα, άρχισαν σιγά-σιγά να στήνονται μηχανοκίνητοι αλευρόμυλοι, ο Μύλος του Στελιανού στο Πετροκεφάλι (Στυλιανός Εμμ Τσικνάκης) και άλλοι στην είσοδο των Μοιρών. Τα βιομηχανικά άλευρα ήθραν επίσης αργότερα, οπότε αγοράζαμε όσο αλεύρι θέλαμε και συνεχίζαμε τη διαδικασία του ζυμωτού.
Βέβαια, υπάρχει και η αντίστοιχη καταβολή αλεστικών που όμως αφορούσε τσοι Φάμπρικες, που τραγούδαγε ο Σηφογιωργάκης το 1963 στο καλαματιανό με τσοι λιομαζώχτρες, και που ανάφερε στο επίμαχο σημείο:
« Έφτασ’ ο καιρός καλέ μου που πέφτουν οι ελιές, … μυλωνάδες και μαζώχτρες ….θα΄χουμε χρυσές δουλειές. Κι’ αναλόγως καθεμιά // θα πλερώνει αλεστικά. Πάρε το καλάθι κιέλα όμορφή μου κοπελιά // γω θα σου κρατώ τη σκάλα ν΄ανεβαίνεις στην ελιά. Σα γεμίσεις το καλάθι, θα πιαστούμε στα φιλιά // και θα βγάλουμε το λάδι από κάτω απ την ελιά»
Γ. ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ Επειδή στα μέρη μας οι δουλειές είτοτνε ωξωτάρικες και το κλίμα θερμό, δεν εμπορούσανε οι γιαθρώποι να σάζουνε πεντέξε καρβέλια ψωμί, όπως αλλού, και μετά πέντε μέρες να ξαναζυμώνουνε. Είπρεπε το λοιπός να κάμουνε ένα μεγάλο ζυμωτό, 40-50 οκάδες άλεσμα, σε μεγάλο φούρνο για να κρατήσει τη φαμελιά 1-2 μήνες. Την παραμονή λοιπόν του ζυμωτού επαίρνανε το σακί τ΄αλεύρι και το πηγαίνανε στο σπίτι πούτανε ο φούρνος. Συνήθως ο ιδιοκτήτης είχενε την κνισάρα για το κοσκίνισμα του αλευριού ώστε να ξεχωρίσει το πίτουρο, και την σκάφη. Η σκάφη είτονε ξύλινη και πολύ μεγάλη για να χωρά ολόκληρη την ποσότητα του ζυμωτού. Φυσικά είτονε δύσκολο τέθοιο μπατάλικο χρειαζούμενο να τόχει κεινείς, άμα δεν είχενε φούρνο. Γι΄αυτό και συνήθως ο ιδιοκτήτης του φούρνου είχενε και την ανάλογης χωρητικότητας σκάφη. Όσο δεν την χρησιμοποιούσαν την είχαν φυλαγμένη μπρούμυτα, για να μη λερώνεται το εσωτερικό τζη, ο χώρος που φτιαχνότανε το ζυμάρι. Και σας το λέω εδά τουτονά αναλυτικά, γιά ένα λόγο: Ήρθε μου στο μυαλό το αίνιγμα τσ΄εποχής μου, αλληγορικό-σεξουαλικό, μα γεγονός: «Εγώ σ’ακριβοπέρωσα, κι΄έδωκα τον παρά μου // για να σε θέτω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου. Ειντάνε Αντρουλιό;» Και η απάντηση (η σκάφη του ζυμωτού) ήθελε αρκετή φαντασία, τουλάχιστο για τα κοπελάκια…Ένα μέρος του αλευριού ¼ συνήθως, ανακατευότανε χωρίς να ξεχωρίσει από τα΄αποδέλειπο με ζεστό νερό και εβάζανε μέσα και το προζύμι πούχενε κρατηθεί από προηγούμενο ζυμωτό, όι παραπάνω από μισό κιλό. Αυτό έκραθιε ζωντανούς τους μύκητες τση μαγιάς για καμπόσους μήνες. Εγίνουντανε το λοιπός το ανέπιασμα, στο 1/4 του ζυμωτού, σκεπαζότανε όλη νύκτα με ένα κουβερτάκι για να κρατεί τη θερμοκρασία και την υγρασία και την επομένη, νύχτα-νύχτα, ανακατευότανε και τα΄αποδέλοιπο αλεύρι με το φουσκωμένο πιά βραδυνό ζυμάρι. Ανέβαινε (πα να πει φούσκωνε) δε όλο το ψωμί σε δυό ώρες, αρκετά και είτονε έτοιμο να πλαστεί. Επλάσανε λοιπόν οι νοικοκυρές τα καρβέλια, απου εθέλανε και αυτά καμμιά ώρα να συνεχιστεί το φούσκωμα. Όταν ήταν έτοιμο το καρβέλι για φούρνισμα, ήπρεπε ναναι έτοιμος και ο φούρνος και στην κατάλληλη θερμοκρασία για το φούρνισμα.
Δ. Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΥΡΝΙΣΜΑ Ούλα τουτανά τα συντόνιζε η φουρνάρισα, επισπεύδοντας τις ανάλογες διαδικασίες: Εγροίκουνα πολλές φορές τη μάνα μου να δίνει οδηγίες στη γυναίκα που εζύμωνε: Μήνυσε μπρε τ΄αντρού σου νάρθει να συμπαίνει το φούρνο, γιατί θ΄ανεβεί το ψωμί και δεν θανείναι καμωμένος ο φούρνος. Πιάσε τον τρίφτη και παραπάντησε τα χοντα ξύλα, πέταξε και καμπόσους ασπαλάθους να ξανάψουνε τα μεσόξερα κουτσουράκια που έβάλες. Πέψε κειανα κοπέλι να ανοίξει του φούρνου τη κουτσούλα, να παίρνεια αέρα να πυρώσει πιά γλήγορα… Με το πολυώρι, έδινε άλλο παράγγελμα: Θωρώ το φούρνο και είναι ξασπρισμένος, στο τάφι ντου είναι, μονό βγάλετε αποδέλοιπα τα ξύλα, φέρετε τον πανιστή να τόνε σφουγκήξωμενε, και να φουρνίσωμε τα ψωμιά…
Εκεια ποθές ετέλειωνε το ζόρε του ζυμωτού. Σε 15-30 λεπτά τα καρβέλια είτονε ψημένα, τα ξεφουρνίζανε, και τα κόβανε σε ντάκους. Εκρατούσανε καμπόσα καρβέλια, για τον ιδιοκτήτη του φούρνου, για το συγγενολόι για για τσοι περαστικούς, μιάς και η βασκανία (το μάτι) είτονε πράμα που το τρέμανε. Θυμούμαι μια, θεός συχωρέσει την, απού μόνο που θελα περάσει από το δρόμο την εκυνηγούσανε να τση δόσουνε ένα καρβέλι για να μην τσοι ματιάσει και τοσε χαλάσει ο ζυμωτός…
Ο νυκοκύρης ήφερνε κειανα πιάτο ελιές και ετρώγανε οι ζυμωτήδες λίγο φρέσκο ζεστό ψωμί. Ακόμα καλύτερα δε, αμα είτονε ο ζυμωτός μετά τα Χριστόγενα, ωρισμένοι καλονοικοκύρηδες είχανε γλίνα, που έλοιωνε με το ζεστό ψωμί και λόγω της στέρησης τα’ εποχής, είτανε περιζήτη.
Και μιάς και τόφερε η κουβέντα, ούλα τα κοπέλια επαρανομιάζανε τόνα τάλλο (δίδοντας τα παρατσούκλια από διάφορα τυχαία γεγονότα). Ήλεγε μου ο κουμπάρος μου αλλότες: Ένα φεγγάρι, τα κοπέλια με φωνιάζανε «γλινόψωμο», κατέχεις γιάντα; Εζύμωνε η μάνα μου στο Φούρνο του Φροσυνιού και οντενεβγάνανε το ζεστό ψωμί μου λέει η μάνα μου -Άμε μωρέ Γιωργιό να φωνιάξεις του Μανώλη μας να φάμε γλινόψωμο… Έλα όμως απούχενε χτυπήσει το κουδούνι και ο Μανώλης μας είχενε μπει στην τάξη απούτανε 100 μέτρα πιο πάνω από το φούρνο. Έγώ όμως κοπέλι πράμα 3-4 χρονώ δεν εχαμπάριζα πράμα, και τρέχω, σταματώ στη ανοιχτή πόρτα του σκολειού και φωνιάζω του Μανώλη μας: Χο χό Μανώλη, έλα να φάμε γλινόψωμο ! Εκούσανε ντο τα κοπέλια και μου κολήσανε το παρανόμι….
Το παξιμάδι, οι ντάγκοι, εφτιάχνουντανε με δεύτερο ήπιο ψήσιμο-ξήρανση, για δυο τρείς ημέρες στον ίδιο φούρνο Μετά τους φυλάγαμε σε πιθάρια συνήθως, μιάς και στα σακιά εκινδυνεύανε από τσοι ποντικούς, απούτανε πιο πεινασμένοι σάικα από ότι είναι εδά…
Εκειά κατά το 1955 άνοιξε και το πρώτο αρτοποιείο στο χωργιό με τον Αλέκο το Βιτωράκη. Από τον Αι Γιάννη, απούχενε παντρευτεί μιάν από τοι κόρες του Κωστογιώργη. Μέσα του 1960 άνοιξε ο Μιχάλης ο Μελέτης ένα νεότερο φουρνάρικο για κάμποσα χρόνια και μετά αναλαβε τη δουλειά ο Σταύρος του Τσικνομανώλη και τα κοπέλια ντου που συνεχίζουνε μέχρι σήμερο….
22 Μαρτη 2008
11. Οι ΑΞΙΕΣ… (ΟΡΥΖΩΝΕΣ, ΟΡΥΖΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ)
Τί αξία έχει αυτό;, πόσο αξίζει; Άλλη μιά απόδειξη της Θεωρίας της …Σχετικότητας. Σημασία έχει ποιός φτιάχνει το μέτρο, ποιός μετρά, πότε μετρά, τι λείπει από τον καθένα μας, σε κάθε περίσταση….
Έτυχε να καρκατουλεύω μια μέρα στο ιντερνέτι, απού λέει κι ο αρούβαλος ο ανιψός τση συμπεθέρας μου, (ανεπίδεκτος μαθήσεως, κατά το δάσκαλό του, μόνο ότι τονε σύφερνε εμάθαινε). Είντα γύρευα στο …ιντερνέτι; Ήρθε μου στο μυαλό το «πότε πίτα και φλακί, πότε πίτα μοναχή», και μαζύ με το φλασκί, εθυμήθηκα και τον τσούκο… Είπα που λες να ξανοίξω στο ιντερνέτ, μα σάικα κεινας μερακλής συμπατριώτης Κρητικός θάλεγε κειμιά κουβέντα για αυτά τα άγια δισκοπότηρα τση κρασοκατάνυξης τα΄εποχής μου, και τελικά πάλι σε Πετροκεφαλιανό, γαμπρό αυτή τη φορά, έπεσα, στο Νίκο το Ψιλάκη… Ήλεγε που λέτε ο Νίκος για τον ΤΖΟΥΛΑΜΑ, και παράλληλα είκανε μια αναφορά και στο ρύζι και τσοι ρυζοκαλιέργειες τση Μεσσαράς «μέχρι το 1950». Μιάς και μούδωκε την αφορμή, ας θυμηθούμενε καμπόσα από τα της ορυζοκαλλιέργειας στα μέρη μας.
Η ιστορία μπορεί νάχει μέχρι και Βενετσιάνικες προεκτάσεις, ας μην το αγγίξω αυτό το κομμάτι, αλλά να μείνω στα προσωπικά και αδαμφισβήτητα βιώματα.
Θάτανε 1953-1955, δεν παίρνω όρκο. Γι΄, ας χρησιμοποιήσω και γω την ταχτική τση μάνας μου κατά που γράφω αλλού που για τσοι χρονολογήσεις: μιάς και η κόρη του Ρυζά, η Ευσταθία, είτονε συμμαθήτρια μου στη Δευτέρα Δημοτικού, τα γεγονότα είτονε του 1955-56… Η πεδιάδα τση Μεσσαράς είτονε στσοι δόξες τση. Τα νερά ήτονε άφθονα και τρεχούμενα. Η νοερή γραμμή βόρεια τση Πέτρινης Πολιτείας χώριζε ποτιστικά τα χωραφια προς τη Δύση με τρεχούμενα νερά. Η Γριά Αμάτα είτονε βασίλισσα των πηγών στη μέση, μα και οι Καρναββάς και Κοντογούνης έδιδαν αρκετά νερά, τρεχούμενα επιφανειακά, μόνιμα. Ήταν ότι ακριβώς ήθελε η ορυζοκαλλιέργεια: άφονα τρεχούμενα νερά.
Είχενε τελειώσει ευτυχώς, ο ανθελονοσιακός ψεκασμός (1947), και ετσά δεν μας επηρέασε με ελονοσία η ορυζοκαλλιέργεια. Μιάς και δεν εκατέχανε οι ντόπιοι από καλλιέργεια ρυζιού είρθενε ένας, ο Ρυζάς, που έδειξε στους ντόπιους την τέχνη. Το επώνυμό του ήτονε Κουτεντάκης, και το μόνο άλλο που θυμάμαι είναι πως η κόρη του Ευσταθία ήταν γεννημένη το 1947, συμμαθήτρια μου στη Δευτέρα δημοτικού… Είνε νοικιάσει το σπίτι του Ιωαν Ελευθερίου Σπυριδάκη, που αναφέρω στην ιστορία με το Ρωσσάκι. όπου και έμεινε δυο – τρία χρόνια.
Το πρώτο χωράφι ανατολικά που ξεκίναγε η καλλιέργεια ρυζιού είτανε και το μοναδικό της Πομπιανής περιφέρειας Ανάμεσα στο Πετροκεφάλι και την Πόμπια. Τα χωράφια πιο ανατολικά δεν πορούσαν να πλυμηρίζουνε συνεχώς από τρεχούμενα νερά και έτσι δεν χρησίμευαν για καλλιέργεια ρυζιού. Φεύγοντας το νερό από το συγκεκριμένο χωράφι πέρναγε στην περιφέρεια Πετροκεφασλιού πλημυρίζοντας του Σταμπάριου την ταβλα, μετά του Καρασουμάνη την τάβλα και του Τσουρή (Στελιανού) την τάβλα. Από κει και μετά, όλη η πεδιάδα μέχρι τη Φαιστό ήταν μια λίμνη με κατευθυνόμενα τα νερά από το μια στην άλλη καλλιέργεια, μιάς και το ρύζι είναι υδροχαρές φυτό. Με αρκετή δυσκολία εκόβανε το νερό και φτιάχνανε τις αλιτάνες στο κάθε χωράφι (μ΄ άλλα λόγια μοιραζότανε σε τετράγωνα 5χ5 μέτρα), ώστε να ελέγχεται η ροή του νερού, για το φύτεμα, πότισμα, το βοτάνισμα, τη λίπανση του ρυζιού κλπ.
Η πιο θεαματικές διαδικασίες που μούμειναν στο μυαλό ήτανε δυό: Οι κοπελιές του Πετροκεφαλιού, μετά παντελόνια και τις μαντήλες (οι περισσότερες 70 ετών το 2010) είχαν δουλέψει στα ρύζια εκείνη την περίοδο, δηλαδή στο φύτεμμα και στο βοτάνισμα. Είτανε σκηνές αντίστοιχες εκείνων που μπορούμε να δούμε σε ταινίες των χωρών ΝΑ Ασίας σήμερο…
Πολύ θεαματικό, και διασκεδαστικό ήταν εκείνα τα χρόνια το κυνήγι των σπουργιτιών που κατά σύννεφα έπεφταν και έτρωγαν το ρύζι. Έτσι ο κάθε καλλιεργητής είχενε μισθώσει ένα πιτσιρικά 1—3 δραχμές την ημέρα, εκεί που το μεροκάματο των γυναικών ήτανε 5 δραχμές, και είχενε μερικά άδεια κουτιά γάλακτος, είχε βάλει μέσα πέτρες και κτυπώντας τα και κουνώντας τα με μανία, εγύριζε και εξεσμίλιωνε τσοι σπουργίτες που πέφτανε σαν ακρίδες στο ρύζι…. Εγροίκας το λοιπός τα κοπελάκια να φωνιάζουνε « από παέ μωρεέεε ΄, από εκέ μωρέεεε”, τρέχοντας και κτυπώντας τα ντενεκέδια…. Πολλές φορές μάλιστα είχανε κάνει και…ενσύρματη σύνδεση, ώστε καθώς κτυπούσανε από μια θέση όσα ντενεκέδια κρατούσανε ,τραβαγανε και τα σύρματα που σε 30-40 μέτρα είχανε άλλη αρμαθιά ντενεκέδια και εξεσηκώνανε του σπουργίτους.
Εκείνη την εποχή από πλευράς πανίδας, τα μεν σπουργίτια ήταν σε σμήνη, όπως επίσης και τα κοράκια. Όπως αναφέρω αλλού οι διάφοροι γυπαετοί, (κουρήνες, σκάρες) ήταν επίσης συχνοί, και βέβαια τα κοτσύφια, τα ζιγαρδέλια. Μερικά χρόνια μετά, τα σπουργίτια και οι κόρακες σχεδόν εξαφανίσθηκαν εξαιτίας των φυτοφαρμάκων στις γεωργικές καλλιέργειες.
Κατά τα τέλη Αυγούστου κόβανε το νερό, θέριζαν το ρύζι και το αλώνιζαν στις πρώτες αλωνιστικές μηχανές που παρουσιαστίκανε στα μέρη μας, το έστελναν δε στην Αθήνα για αποφλοίωση. Η αφθονία και η επάρκεια των νερών δεν κράτησε για πολύ, και η ρυζοκαλλιέργεια σε μερικά χρόνια σταμάτησε εντελώς.
Είχαμενε ένα καλό χωριανό, τον Καλλιτέρη τον Αντώνη, που έφυγε με την οικογένειά του μετά τον πόλεμο στην Αθήνα, στην Ανω Γλυφάδα. Ήταν της σειράς των προ παππούδων μας, πολλοί από τους εικονιζόμενους στον ιστότοπό μου ήταν συνομηλίκου και φίλοι του… Μου λεγε λοιπόν (πιθανώς και ο ίδιος στην Αθήνα), μα σίγουρα ο πατέρας μου, την παρακάτω ιστορία:
Θάτανε 1956-57, που έφυγε ο Μιχάλης τση Τσαγκάραινας για την Αθήνα, να πληρωθεί το ρύζι της σοδειάς του από την εταιρεία που το αγόρασε από το χωριό. Τελειώνοντας, σκέφτηκε να επισκεφθεί το φίλο και χωργιανό του, τον Αντώνη τον Καλιτέρη, όπως και έγινε. Στη συζήτηση λέει ο Αντώνης του Μιχάλη: «Δεν έρχεσαι μπρε Μιχάλη να αγοράσεις ένα χωράφι δυο-τρία στρέμματα επαέ που πουλιέται;» Έλεγε μετά από χρόνια πολλά ο Μιχάλης στσοι φίλους του στο χωργιό: – Εγώ είχα πλερωθεί το ρύζι και λεφτά είχα σάικα μπόλικα, μα μετά το καλοσκέφτηκα και είπα: «Είντα θα το κάμω γω το χωράφι στη Γλυφάδα, για να δένει ο Καλιτέρης τσ΄αίγες του; και ετσά δεν το πήρα…» Εκείνα τα χρόνια, προφανώς στις ερημιές της Γλυφάδας, ο Καλιτέρης είχενε καναδυό κατσίκες για να δίδει γάλα στα παιδιά του, ενώ η Ανω Γλυφάδα, ακόμα και δέκα χρόνια μετά που την είδα (1965), είτανε ακόμα ένας σπανός χωρίς δέντρα και σπίθια τόπος… Το μόνο που βγόριζε στα 300 μέτρα από του Καλιτέρη το σπίτι είτανε το κάτασπρο Νεκροταφείο με καμπόσα κυπαρίσσα και ένα εκκλησάκι ο Άι Νικόλας(;)….
Και μιάς και τόφερε η κουβέντα, γύρο στο 1952 είχενε πάει ο μπάρμπας μου, δεν τον ήβρισκές αλλιώς μόνο Καλόγερος, (Γεώργιος Αλ Μπαμπιωνιτάκης 1908) στην Αθήνα και επήγε και επισκέφτηκε τον πρωτοξάδερφό του τον Πρωτοδίκη (Γεώργιο Εμμ. Φραγκιουδάκη) στην Κυψέλη. Λέει του λοιπόν ο Πρωτοδίκης: Έλα μπρε Γιώργη να αγοράσεις ένα δυο οικοπεδάκια επαέ πιο πάνω αθό ντην Άνω Κυψέλη.. Και ο μπάρμπας μου απόριψε την πρόταση του για το συγκεκριμένο οικόπεδο, «αφού μουδέ κριθάρι δεν έβγανε…» , κατά τη διήγηση του ίδιου του μπάρμπα μου όταν γύρισε στο χωργιό….
Μάρτης 11 2008
10 Το …Καμίνι
Μιάς και τόφερε η κουβέντα, ας πούμενε πράμα και για τα καμίνια. Καμίνια είντουσανε δυό λογιώ: τα πραγματικά καμίνια, απουφτιάχνανε οι γιαθρώποι γι τον ασβέστη (ασβεστοκάμινα), γι κάρβουνα (ξυλοκάμινα). Πρεπούμενο το λοιπός είτονε να γράψω για τα καμίνα στσ΄ασχολίες του χωργιού. Η λέξη όμως καμίνια αν και η ίδια, την είχενε ο κόσμος για να λέει …κόσμια και τσοι γνωστές σήμερα … κοπάνες των κοπελιών από τα σχολεία. Βέβαια, τοτεσάς οι κοπάνες είτονε πολυήμερες και όχι από το σκολειό, μα από το σπίτι του κυρού ντως:
Η σκληρή ζωή και οι καθημερινές υποχρεώσεις για την επιβίωση εζορίζανε τα κοπέλια πολλές φορές και άσκημα και άδικα, και οι γονέοι ντως πολλές φορές εγίνουντανε άδικοι… Άμα θελανείναι και το κοπέλι μιαολιά ατζούμπαλο, ανήσυχο, ακατίταγο, γι και κακή χρειγιά τελος πάντων, και ο κύρης του μιαολιά άγαρμπος, έδενε άσκημα το πράμα… Εκειάτανε που τωσεταίργιαζε κουβέντα “Ο γείς κακός χερόμυλος κι΄άλλος κακό μιγώμι” … Επαίρνανε το λοιπός τα κοπέλια των αμαθιών τως για καμπόσες μέρες, όσες αντέχανε… Βέβαια, αυτά εγίνουντανε πολύ περισσότερο πριχού το 1950, εμείς είχαμενε λίγα περιστατικά… Ετουτονά δα είτονε το άλλο …ΚΑΜΙΝΙ, μ΄άλλα λόγια το κατ΄εφημισμόν, που θάλεγε και ο Γυμνασιάρχης μας ο Μύρων ο Ζαχαράκης (θεός συγχωρέσει τονε) .
Μιάς και οι καμινάρηδες για ξυλοκάρβουνα, (σακειεδά σ΄αλλα μέρη τσ΄Ελλάδας όπούχουνε απομείνει ξύλα), κατασκηνώνουνε καμμιά δεκαπενταριά μέρες και απίτις εσάζανε τα κάρβουνα ξαναγυαγέρνουνε στον τόπο ντως, ετσά και τα κοπέλια, άμα θελα νέρθει το μυαλό στη κεφαλή ντως και το ξαναζυάζανε το πράμα, εξαναγειαγέρνανε στο σπίτι του κυρούντως… Εγροίκας τσοι το λοιπός να λένε:
“Εμοτσάρισά ντο μπρε Γιώργη μιαολιά το Νικολιό, και αυτός του διαόλου τ΄ αντράκι, επροσβλήθκε και μου κάνει καμίνι εδά και μιά βρομάδα… Αμα τονεδείς μπρε Γιώργη, αθο ντα Σιββιανά, πέτου με τρόπο κειαμιά γκουβέντα, να γειαγείρει, εσένα σου φρουκάται… Έχω και την αμπλά σου, απού με τροζαίνει καθ΄αργά, απουτση πόβγαλα το κοπέλι, κιούλο τη γροικάς: είντα ψυχή ‘χει μιάν όρνιθα που δωκε του Λιογιώργη για να πάρει μια κούτα τσιγάρα, άντρας είναι μπλειό” Βέβαια τόχομε πει κιαλλού, η αυτοπροστατευόμενη τότε κοινωνία και η έλλειψη γρήγορων συγκοινωνιακών μέσων, δεν επέτρεπε χειρότερη παραβατική συμπεριφορά ή συνέχιση, με κλοπές κλπ της …ελεύθερης διαβίωσης των αντίθασων.
Μάρτης 6 2008
9. ΤΑ ΤΡΟΖΟΚΟΠΕΛΑ….
Σκέφτομαι που λες κειαμιά φορά, προπαντός οντενεμοτσάριζα τα κοπέλια μου, για τσοι τροζάδες τως, και βάνω συντουνούς μου: Εεε, και που να κατέχανε τσοι δικές μου! Θα μου πεις βέβαια, στα χρόνια μας οι πολλοί από τσοι σημερινούς κινδύνους δεν υπήρχανε κάθόλου. Όμως και πάλι, το μυαλό των κοπελιώ δεν μπαίνει σε καλούπια, και καταστένει πράματα που δεν τα βάνει ο νου σου… Έρχουνται μου πολλά στο μυαλό, μα θα σασε διγηθώ δυο-τρία που τάχω πλειά μπρόσκαιρα, γιατί αμα τ΄αφήσω και παραπατήσουνε, μην το θαρείτε και περίεργο να χαθούνε στη σαβούρ α του μυαλού μου:
Α. Το Ρωσσάκι …
Καλό κοπέλι το Γιωργιό, (Γεώργιος Αλεξ Μιχελακάκης) και προπαντώς …φρόνιμο (οντενεκοιμούντανε). Μιά φορά είτονε με το Μάνο τον Παπαδάκη, το γνωστό τραγουδιστή, και ανεμογυρίζανε φαίνεται στο χωργιό τροζοκόπελα, και επεινάσανε, οπότε πάνε στο σπίτι του Μανώλη, όμως ο Ζωγράφος (ο κύρης του Μανώλη) είτονε στο περβόλι κείχενε κλειδωμένο τό σπίτι…. Πιάνει και Μανώλης το Ρωσάκι και το βάνει από τη θυρίδα, απούχενε ο Ζωγράφος για να μπαινοβγαίνουνε οι όρνιθες να κάνουνε τ΄αυγά μέσα στο σπίτι, να μην του τα παίρνει ο γεις και ο άλλος…. Τον ήμπωθε όσο εμπόργιενε από πίσω να χωρέσει, και κατάφερε και μπήκε μέσα και εξεμαντάλωσε το πανοπώρτι για τη συνέχεια. Είτονε συνηθισμένη μαθές ταχτική στα σπίθια τσ΄εποχής μου, στσοι τοίχους του πετρόχτιρου, 60-70 πόντους πάχος, να αφήνουνε μιά θυρίδα 25Χ25 πόντους, για να μπαίνουνε μεσα στο σπίτι οι όρνιθες να κάνουνε τ΄αυγό… Εκατάφερε τα το λοιπός το Γιωργιό, και ήκλεψε τ΄αυγά του Ζωγράφου με τη συνεργασία του γιού ντου…
Τόχομε πει κιάλλη φορά πως τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια, η πείνα είτονε οδηγός σε πολλά πράματα…. Στα Δυτικά του χωριού είτονε αποκεινά τα χρόνια, ενα διόροφο αρχοντόσπιτο του 1900 Σπυριδιανό (του Ιωάννη Ελευθερίου Σπυριδάκη) απέναντι από του Μιχελινάκη τη Φάμπρικα. Στην πάνω μεργιά 40 πόντους κάτω απο το τελείωμα του τοίχου, εφτιάχνανε οι χτιστάδες τσ΄εποχής του 1900, μιά σειρά φωλιές για τα περιστέρια και τσοι σπουργίτους…. Οντενείμαστε κοπέλια, κάθε Απρίλη-Μάη είτονε η χαρά μας να ξεσκονίζομε τσοι πουλιτσές, φωλιές σπουργιτών, να πάρουμε τσοι νεοσούς τσ΄ατσελέγους, και να τσοι τηγανίσομε….
Εγροίκα το Ρωσσάκι τσ΄ατσελέγους στοι φωλιές, εθώργιε και τσοι μανάδες τωνε που τωσε κουβαλούσανε θροφή, και δεν εσολαγούντανε. Εμηχανεύουνανε πως θελατσοι πιάσει. Από κάτω δεν είχενε τόσονα μεγάλουρη σκάλα, από πάνω δεν ήφτανε. Επήρενε στο τέλος μια μπρόκα, εβγήκε στο δώμα, την εκάρφωσε στον τοίχο, και τσήδεσε ένα μπαλότελο. Από την άλλη άκρα εδέθηκε και εκρεμάστηκε το αθεόφοβο 8 μέτρα στο αέρα για να φτάσει να βάλει τη χέρα ντου στην πουλιτσά και να πιάσει τσ΄ατσελέγους…. Εκειά θα νεπόμεινε σκιας δέκα χρόνια κρεμασμένο το μπαλότελο πουχενε κρεμαστεί, και το κάναμε χάζι τα κοπέλια, πιό μικρά από ελόγου ντου….
Β. Το πέρασμα στο Τραχείλι.
(Για να μην τα μπερδεύουμε, στα μέρη μας υπάρχουνε δυο τοποθεσίες με τόνομα τραχείλι: Η μιά είναι ορεινή απρόσιτη, στην περιοχή του Δήμου Ρούβα, στον Ψηλορείτη, όπου κατά την Γερμανική κατοχή έγινε μιά ηρωική μάχη κατά των κατακτητών. Μιά δεύτερη τοποθεσία αποτελεί το νοτιότερο κομμάτι ξηράς της Κρήτης, εξίσου απρόσιτη, στο τελείωμα του ακρωτηρίου Λίθινον στη μέση της Κρήτης. Σε αυτό αναφέρομαι παρακάτω.)
Το πιό νότιο άκρο τση ξηράς τση Κρήτης και τσ’ Ευρώπης, είναι στη μέση τση στα νότια ακρωτήρι Λίθινον, στο Κεφάλι. Ακριβώς στο τελείωμα του γκρεμού 200 μέτρα ψηλά, είναι η Μούρη τσ΄αστοιβίδας, με τη θάλασσα κάθετα από κάτω. Κάτω από το γκρεμό και πεντε-δεκα μέτρα πάνω από την επιφάνεια τση θάλασσας στο δυτικο μέρος είναι το τραχείλι μια μικρή γλώσσα ξηράς 200χ300 μέτρα που δεν επικοινωνεί όμως με δρόμο αλλά είναι συνέχεια του δέτη….
Περίπου 70-80 μέτρα από τη θάλασσα στη μέση του δέτη, υπάρχει τρόπος, αμα είναι κανείς ξυπόλυτος, αρκετά τολμηρός, χωρίς να κρατά περιτά πράγματα στα χέρια του, να περάσει σε 10-15 λεπτά, συγκρατούμενος από τις προεξοχές των βράχων στο τραχείλι….Αν υποθέσουμε πως πέφτει κανεις από εκεί πάνω τότε θα σκάσει κατευθείαν στη θάλασσα, 70 μέτρα πιό κάτω…Μόνο με ειδική εκπαίδευση θα μπορούσε κανείς να ελπίζει πως δεν θα τσακιστεί σε μιά τέθοια περίπτωση… Λένε, πως στην τουρκοκρατία και τσοι μεγάλους ξεσηκωμούς και διωγμούς πολλές φορές οι εγκλωβισμένοι στα νότια μέρη ντόπιοι καταφεύγανε στο Τραχείλι, για να γλυτώσουνε από τσοι Τούρκους. Παρακάτω θα σασε διγηθώ το δικό μου πέρασμα στο Τραχείλι οντενείμουνε ντελικανής…
Ήτονε λοιπόν το 1966, που εδεκαπεντάριζα στο Μάρτσαλο, εκπληρώνοντας αλλο ένα τάξιμο τση μάνας μου! ¨Ενας θεός κατέχει είντα ζόρε είδε η κακομοίρα οντενείμουνε μικρός και μ’ έταζε να με παει σηκωτό στο Μάρτσαλο και να δεκαπενταρίσει κιόλας!
(Εξεσκαμπουλάρισά ντηνε αρκετές φορές, πότε με τα ταξίματα, πότε με τα ξεματιάσματα, επρόκαμε φαίνεται και έβαλε τη χέρατζη και η πινκιλινη, ας είναι καλά ο γαμπρός μας ο Φλέμιγκ, που μόλις την είχενε ανακαλύψει. Μόνο που η πρώτη μορφή τζη ήτονε ευαίσθητη και ήθελε ψυγείο για να μη χαλάσει. Και ούλα τουτανά το 1947.Λέει ο Μιχελινάκης ο Γιατρός, του κυρού μου: το κοπέλι έχει πενυμονία και θέλει πενκιλίνη, αν θες να το σώσεις ! Ήντα θε λα κάνει ο κακομοίρης ο κύρης μου, ο πρώτος μου αδελφός είχενε ποθάνει 6 μηνών στη γερμανική κατοχή (1943), φεύγει και πάει στο Ηράκλειο, παίρνει την πινκιλίνη σε μιά κολώνα πάγο, και με του Ρουτζέρη το φορτηγό από το Σίββα την έφερε στο χωργιό, έκαμε μου την ένεση ο γιατρός και εξεζουτζούλεψα. Καλά-κακά πήρα τα πάνω μου, μα η μάνα μου τόχε αμέντες το τάξιμό τζη: -Αντρέα, εγώ δα μιά βολά δεν μπορώ να σεσηκώνω να σε πάω στο Μάρτσαλο, μονό μιάς και ξεμπέρδεψες από το σκολειό και μπήκες και στο Πανεπιστήμιο, πήγαινε να κάμεις και το τάξιμό μου στο Μαρτσαλο.)
Έτσά εβρέθηκα στο Μάρτσαλο με μιά καλή γυναικοπατούλια, αρκετά κοπελάκια, και καμπόσους μεγάλους άντρες. Ανάμεσά ντως ο Τσουροστελιανός και ο Γιώργης του Χατζή. Αυτοί καθε μέρα εψαρεύγανε με το καλάμι μα κατά που φαίνεται επετούσανε και καμπόσους δυναμίτες, δεν είτονε δα και δύσκολο να τσοι βρει κανεις εκειανά τα χρόνια. Ήρθανε μιά μέρα και εκρατούσανε 35 -40 κομάθια σκάρους μεχρι ενα κιλό οι πιά μεγάλοι Είπανέ μας πως είχανε περάσει στο τραχείλι και τσοι ψαρέψανε . Είδετσοι ο Γιώργης από τα Πιτσίδια, εδεκαπεντάριζε με την πεθερά ντου και τα δυό του κοπελάκια, και εζήλεψε. Βέβαια, έλεγε μου μιας και είτανε πιό θαλασινός από μένα, πως εκάτεχε από ψαρική, πως είχε πάει στο Τραχείλι, και άλλα πολλά…
Εκανονίσαμε το λοιπός την ταχινή να πάμε στο Τραχείλι Εκανονίσαμε καλάμια και δολώματα και 4,30 ξημέρωμα (με την παλιά ώρα, κοντά μια ώρα να ποδιαφωτίσει) είχαμε πιάσει τ΄ανάπλαγα, είχε μισή ώρα περπάτημα μέχρι το πέρασμα του Τραχειλιού. Καλά-κακά ευρίκαμε το σπηλιάρι στην αρχή του περάσματος, αφίκαμε εκειά τα παπούτσα και το νερό και ξυπόλυτοι με το καλάμι και τα δολώματα εξεκινήσαμε. Που και πού εβρίχνανε σα σημάδια καμιά πέτρα απάνω σ΄άλλη από άλλους πούχανε περάσει παλιότερα και εβρίκαμε το πέρασμα. Με την ψυχή στο στόμα και σιγά-σιγά, με την πλάτη κολημένη στσοι βράχους, χωρίς να ξανοίγωμε κάτω το χάος και την άπατη θαλασσα, επετροκαρδίσαμε και εκαταφέραμε, ένα τέταρτο διαδρομή, να περάσωμε στο τραχείλι….
Εκόντευε να βγεί ο ήλιος και έπρεπε να ξεσουβιαστούμενε, να ρίξωμε κιαμμιά μπετονιά, πριχού βγει ο ήλιος για τα καλά, μιας και με τον ήλιο ψάρεμα δε γίνεται. Εχωρίσαμε, επήγα εγώ από τη μιά μεργιά επήγε ο Γιώργης από την άλλη, ετσιμπίσανε ίσια ίσα δυο πρασινάδες και είχε πάει 9 η ώρα. Δεν επερίμενα άλλο καλιμέντο και αποφάσισα να βρω το Γώργη να του πω να γειαγείρομε. Φωνιάζω απο παέ, φωνιάζω από κε, αχνιά ο Γιώργης, ανεπαταχλί δεν εγροίκουνα…. Άρχισα να σκαρφαλώνω στη αρχή του γκρεμού για να βρώ το πέρασμα και να δω από ψηλά όλο το τραχείλι, μπάς και δεν με γροίκα. Εθώρουνα από ψηλά και ούλη τη θάλασσα τση περιοχής και εσκέφτουμνε, πως και νάχε πέσει στη θάλασσα πάλι θα τον εθώρουνα….Τελικά το πήρα απόφαση πως δεν εμπόρουνα να κάνω άλλο πράμα, παρα να γυρίσω πίσω και βλέποντας. Πραγματικά, πέρασα από την άλλη μεργια, και φτάνοντας στο σπηλιάρι θωρω το Γιώργη ξαπλωμένο στη δροσεράδα, και εγώ καϊναντισμένος από την κάψα και τη δίψα να γυρίζω σα ντο ανέραϊδο σούλο το τραχείλι να τονε γυρεύω!
-Γιαντα μωρέ Γιώργη δεν μούπες πως θελα γιαγείρεις; Και ο Γιώργης, που δεν είνενε ακόμη συνειφέρει από το ζόρε ντου :
-Και εκατό χιλιάδες λίρες να μου δόσουνε δεν ξαναπερνώ εκέ ! , και μούδειχνε το πέρασμα για το Τραχείλι !
Είχεντονε τον κακομοίρη κόψει ο φόβος από το ζόρι να περάσει και να γιαγείρει στο τραχείλι. Κι΄εγώ που είχα δόσει πίστη στα λεγόμενα του, πως τάχα μου τα κάτεχε σαν νάτονε στο σπίτι ντου!
Μάρτης 6 2008
8. Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ , Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΤΑ ΞΕΓΙΒΕΝΤΙΣΜΑΤΑ….
Ήλεγε μου η μακαρίτισα η μάνα μου τσοι γνωστές ιστορίες και παροιμίες με τονεδικό τζη τρόπο. Εθυμήθηκα την ιστορία με το καβρό και τον όφη, μονό κάτσετε ορνικοί σας να σατηνε πω:
Με τα πολλά τα βρίκασιν (όφης κι΄ο καβρός), να μην τρώει μπλειο ο γεις τον αλλο, και σε ….επικύρωση της συμφωνίας αγκαλιαστίκασι και εφιλιθήκανε και δόσασι και λόγο να γενούνε συντέκνοι. Εκειά πούτανε αγκαλιασμένοι, μιας κοπανιάς καταλαβαίνει ο καβρός πως ο καινούργιος του …σύντεκνος άρχίνιξε να τονε παρασφίγκει…. Γυρίζει και λέει του: μπρε σύντεκνε ειντάνε τουτανά τα πράματα, δεν το περίμενα από το σύντεκνό μου, και άλλα διάφορα… Άμα είδε και απόειδε ο καβρός πως είνονε χεσμένη η δουλειά, εστριφογύρισε το στο μυαλό ντου, και γυρίζει και λέει του συντέκνου ντου: Εεε, σα δεν μπιτίζει σύντεκνε, ήπαθα ντηνε, μονό κάνε μου σκιάς μια τελευταία χάρη: Φέρε επαέ κοντά τ΄αυτί σου να σου πω ένα μυστικό. Μιάς και στον τόπο μου η συντεκνιά είτονε μεγάλο πράμα, ακόμη και όφης είπενε: καλά σύντεκνε, εεε να !, πέ μου, και σιμώνει τη κεφαλή ντου στην χαχάλα του καβρού για ν΄ακούσει το μυστικό…. Προκάνει ο καβρός και πιάνει την κεφαλή του όφη ση χαχάλαντου, και την ήσφιγκε, μέχρι που ετεζάρισε ο όφης. Δεν ήφηνε ο καβρός την κεφαλή του όφη, μονο πεπήρενε καμπόσες ανάσες, γιατι εκόντευε να κρουφτεί από το σφίξιμο, και έσυρε τον όφη παράπαντας, που αφούχε νε ψοφήσει είτονε ακούνητος και ολόντετρος:
– Ετούτονάθελα να σου πω σύντεκνε, πως στοι συντεκνιές σου πρέπει νάσαι ντρέτος….
Θα μου πεις πως μούρθε κείβαλα την ιστορία του καβρού στση μάνας μου τα παραμύθια… Πολλές φορές θυμούμαι τη μακαρίτισσα τη μάνα μου. πως εσύνδεε γεγονότα και ημερομηνίες, κατα ένα αδιαμφισβήτητο τρόπο…Παραήτονε βέβαια ντρέτη, ακόμη και για την εποχή τζη:
Εγίνουντανε καμμιά φορά η γνωστή κουβέντα, που επείραζε και τότεσάς τσοι γυναίκες, όι ούλες όμως: η ηλικία. Πολλές όμως εβγάνανε τα χρόνια ντωνε πιό λίγα και απο των ….κοπελιών των. Κιαμιά φορά, όντνεκατεχε η μάνα μου στοιχεία αδιαμφήσβήτητα, θυμούμαι τα λεγούμενά τζη:
-«Ε΄ την μπαντέρμη! Οψές επεράσανε οι αγερανοί τη γκούνια τζη ! Ήλεγέ μου η μάνα μου, πως είναι ενούς μηνού γέννα με την αμπλά μου την Ψεβία!, Και γιάντα το θυμούντανε κι΄ μάνα μου; γιατί η Μηνάδαινα η μαμή, οντενήτονε δυο-τριών μερώ λουχούνα η μάνα μου, ήρθε και τση γύρευε τη μεγάλη πετρολεκανίδα, πούχε πομείνει στο σπίτι μας ονενεξεγέννησε την αμπλά μου η μαμή, για να καταστέσει ενα άλλο κοπέλι που επήγαινε να ξεγενήσει. Και ποιότανε το κοπέλει που επήγαινε να ξεγενήσει; είτουνε ετουτηνά η πατσάβρα, που εδά μασε κάνει τη μεμπέκα! Ντα εγώμαι 5 χρόνια πιό μικρή από την αμπλά μου, και θα μασε βγει η σώκερη τζη (τσ΄αμπλάς μου) , πιο μικρή από μένα;».
- Έτυχε να μου διηγείται ο Γιάννης ο Επιλοχίας (Ιωάννης Ανδρ. Πετράκης) γύρο στο 2000 σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ανακατεμένα με τη στρατιωτική θητεία των μπραμπάδων του των Πετράκηδων το 1910 και μετά. Συγκεκριμένα, οι νεαροί τότε Πετράκηδες ήταν 18-25 χρόνων, και η Κρήτη ήτανε ημιαυτόνομη, αλλά στην πραγματικότητα βοηθούσε την Ελλάδα στους απελευθερωτικούς αγώνες: «Ο μπάρμπας μου ο Πετρο Μιχάλης ήτονε στρατιώτης στη μεγάλη φωθιά τση Θεσσαλονίκης. Αυτοί δεν εμπορούσανε να σιμώσουνε να την ε σβύσουνε και αναγκαστήκανε οι Αγγλοι να βορβαδίζουνε την περιοχή από τη θάλασσα, να χαλάσουνε τα σπίθια που εκαίγουντανε και να σταματήσει η φωθιά» Πραγματικά, αναφέρεται η συγκεκριμένη πυρκαγιά μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, που απο διηγήσεις εκάτεχε ο επιλοχίας, και όχι φυσικά από …..ιστορικές μελέτες. Αυτό με τη σειρά του με βοθηούσε τσεκάρω την αλήθεια κάποιων διηγήσεων, αλλά και να προσδιορίσω χρονικά κάποια γεγονότα.
(Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης έγινε 15 Αυγούστου 1917, με Αγγλους-Γάλους στρατιώτες του Α! Παγκ Πολέμου, να έχουν αποβιβασθεί στη Θεσσαλονίκη για τις συμμαχικές επιχειρήσεις. Πράγματι, οι σύμμαχοι είχαν βοηθήσει τότε να σταματήσει η πυργαγιά, που είχε καταστρέψει το ένα τρίτο της Θεσσαλονίκης)
-Ήλεγά σας αλλού πού, για το Μάρτσαλο και τσοι δεκαπενταριστάδες. Μου ξεφεύγει ποια χρονιά 1964, 1966; είχα πάει στο Κεφάλι για να κόψω στελιάργια γιά τ΄αμπέλι του κυρού μου. Όμως, τα παράλληλα γεγονότα μπορούν να βοηθήσουνε:
α) Αμα εκατάστεσα τα στηλιάργια είχε βραδυάσει και εφόρτωσα το γάιδαρο και επήγα στο Μαρτσαλο να δω τσοι χωργιανούς, που εδεκαπενταρίζανε, καμμιά ώρα δρόμο. Αποδιαφώτιστα την επομένη θα φόρτωνα το γάιδαρο να κατεβώ στο χωργιό, τρεις ώρες απόσταση.
β) Πριν φύγω από το χωργιό είπα του Πετρομανώλη: «Δόσε μου μωρέ Μανώλη το τρατζιστοράκι, να γροικώ πράμα εκειά που θα κόβω τα στελιάργια….» Είχενε πάρει ο Πετρομανώλης το πρωτο φορητό τρατζιστοράκι στο χωργιό, θάτανε σα δυο πακέτα τσιγάρα, με μπαταρίες. Τοτεσάς οι εκπομπές εγίνουντνε μόνο στα μεσαία κύματα και στα βραχέα. Με λίγο ισχυρούς σταθμούς ακούγαμε την Αθήνα. Ακόμη, λίγο πιό παλιά, ίσως νάτονε το 1960, εγίνανε οι Ολυμπιακοί στο Τόκυο και με τα βραχέα πρέπει να ακουγόντουσαν στην Ελλάδα…Στα νότια παράλια τση Κρήτης επιάναμε άνετα τσοι σταθμούς τση Αφρικής Λυβύη, και ελάχιστα Αθήνα. Θυμούμαι όμως πως όσες μέρες έκοβα στιλιάργια, εγροίκουνα τα γεγονότα που εξελίσσονταν στην Κύπρο με Πρωθυπουργό το Γεώργιο Παπανδρέου Τα συγκεκριμένα γεγονότα εγενίκανε μάλον το 1964….
Μάρτιος 2, 2008
7. Το Δάσος με τσοι χοντρολιές
Οοο, τσοι παντέρμες στοι χοντρολιές, ολόκληρο δάσος είτονε στα Καμαράκια και τον Καρνέρη το 1950-60. Από διακοσώ μέχρι 500 χρονώ δεντρά, είτανε τα μόνα πούχανε φαίνεται γλυτώσει από τσοι καταστροφές των Τούρκων. Πιό ψηλά, αθο ντα παπούργια που η γης είτονε ολοχρονίς ξερή, τα παπούργια δε είχανε μόνο αριά και που κιαμιάν αχλαδιά και κιαμιάν απιδιά.
Εμεγάλωσα το λοιπός κάτω από θεόρατες χοντρολιές, στα σύνορα των ποτιστικών χωραφιών νοτικά στην πεδιάδα, και στσοι ελιές στη σωχώρας. Και μιας και η κάψα δε ενταγιαντίζουντανε το καλοκαίρι, εκάναμε τσοι δουλειές μας πρωί-πρωί και μετά εγυρίζαμε ν΄αποσκιάσομε απο τση έντεκα κύστερα, σ΄οτι ασκιανό είχενε ο καθένας, ψευτοκάλυβο γι κακόσπιτο μέχρι να κατουμώσει μιαολιά η κάψα. Εγροίκουνα τη μάνα μου να μουρμουρίζει: “Εεε τον μπαντέρμο, μα να κάμει θέλει πάλι σήμερο κάψα, που θα ντιντινίσει. Αντέστε να πα να φάμε πράμα, και ν΄αποσκιάσωμε μέχρι να γυρίσει ο ήλιος, μπας κι ανπνέψει μια σταλιά. “
Ήπαιρνα και γω ό,τι βιβλίο έβριχνα, ντα δεν είχαμενε και πολλά, από βίους Αγίων, αγιά γραφή, μιά δανεικιά μέθοδος Αγγλικών ανευ διδασκάλου τση ξαδέλφης τση Θεοδοσίας, έπαιρνα και κιαμιά τσούλα, και εβριχνα την ελιά με τον πιό παχύ ασκιανό. Ελογάργιαζα κατά πως επήγαινε ο ήλιος, και εξάπλωνα σε μιά θέση που νάχει ασκιανό δυο-τρεις ώρες. Κιαμιά βολά, όντενείτονε οι μεγάλες κάψες, ο κύρης μου μούσερνε φωνή: Ξάνοιγε μωρέ Αντρέα που θέτεις, να μη σπάνει κειανας κλάδος και σε μισερώσει! Πραγματικά, αμα θελανέχει μεγάλη κάψα εγροίκας στην ησυχία τσ΄εξοχής την ώρα τση μεγάλης κάψας (11-4 μμ) το χαρακτηριστικό θόρυβο που έκανε κανένας μεγάλος κλάδος από τοι ελιές και εξεμασχαλίζουντανε… Φαίνεται πως με την πολλή κάψα διαστελόντουσαν οι χυμοί τσ΄ελιάς και εσπούσανε οι πιό μεγάλουροι κλάδοι.
Οντενείμουνε κοπελάκι πεντε-εξε χρονώ, ούλο το καλοκαίρι είχαμενε τα μπράτη μας κάτω από μιά ελιά στη σωχώρα, για να σηκώνεται νύχτα ο κύρη και η μάνα μου να καταστένουνε τα κηπαλάκια μας. Ήζε ακόμη παππούς μου ο Αλεξάκης και γι αυτό δεν μέναμε στο σπιτάκι του (πόθανε το 1955). Θάτονε φαίνεται 9-10 η ώρα το πρωί, και είμουνε αμοναχός με την αμπλά μου, δυο χρόνια πιο μεγάλη…Στα καλά του καθουμένου γροικούμενε ένα τρομερό βρούχο από τον ουρανό και νασου να περνά πάνω από την κεφαλή μας ένα αεροπλάνο. Επήραμενε τέθοια τρομάρα, εφάνηκε μας πως θελα μασε κάμει κακό, και γερά-γερά εσέρναμενε τα παπλώματα-τσούλες και ότι κατσουμάντερα είχαμνε, κάτω από ενα κοντινό ελιδάκι, και μετά εχωθήκαμενε και μεις κάτω από μιά μεγάλουρη κουτσούρα απούχενε ο κύρης μου στο σύνορο του χωραφιού μας….
Είχενε ο Αλμπατοηλίας κάμποσες ελιές δίπλα από το χωράφι μας, και μια ελιά είχενε ένα κλάδο που έγερνε ακριβώς πανω από το δρομαλάκι που εκόβαμενε δρόμο για το χωργιό, οντενερχόμαστε από τσοι Μοίρες. Απο εκειονά το δρομαλάκι επέρνα το Πετροκεφάλι, Κουσές, Λίσταρος Σίβας Πιτσίδια για να πάνε από και προς τσοι Μοίρες, Άμα δεν είχενε κιανείς το νού ντου και εκαβαλίκευε στο γάιδαρόντου, οντενεπέρνα κάτω από την ελιά εκουργκούνα την κεφαλή ντου… Έπαθέντηνε μιά βολά κι ο γιατρός ο Μιχελινάκης απούρχουντανε καβάλα στη φοράδα ντου από τσοι Μοίρες μιαολιά πάρωρα και δεν εθώργιε καλά, και ταχυτέρου εκράθιε ένα σάρακα κείκαστσε και είκοψε τον κλάδο για να μην τηνεξαναπάθει…
Δεν κατέχω ζάβαλε πόσο χρονώ κιαολιάς είτονε οι ελιές τση σωχώρας και του κάμπου στο Πετροκεφάλι, μα για τον Καρνέρη, απούτανε μια ολιά πιό νέϊκες, μούγεγε μιά βολά η θειά μου η Κοκάκαινα (Ελένη Νικ Φραγκιουδάκη) πως τσήλεγε η γιαγιάτζη: ” Οντενείμουνε κοπελιδάκι μείπαιρνε η μάνα μου και επηγαίναμε και ποτίζαμε τσ΄αργουλίδες απούχαμενε φυτέψει στον Καρνέρη. Νωρίς-νωρίς εφεύγαμε και εγυρίζαμε πριχού βουτήξει ο ήλιος στο χωριό, γιατί οι Τούρκοι αγάδες εγυρίζανε μετα μπεγίργια και δε ντόχανε σε πράμα να μαζώξουνε τσοι κοπελοπούλες να τσοι βιάσουνε”
Οι περισσότερες χοντρλιές είχανε με τον καιρό κουφαλιάσει στο εσωτερικό του κορμούντως, και εκειά εβρίχνανε καταφύγιο οι χοντροί χοχλοί στο τέλος τσ΄ανοιξης, να ξεκαλοκαιρέψουνε. Εμπαίνανε το λοιπός βαθειά στοι τρύπες και εκλεινόντουσανε στο καβούκι τως κολλημένοι ο γεις στον άλλονε ή και στο τοίχωμα τσοι κουφάλας, οντενεκαταλαβαίνανε πωε έμπαινε καλοκαίρι. Τα καλοκαίρια άμα θελανέχωμε όρεξη εχοχλιδολογούσανενε και τσοι ξετρυπωναμε από τσοι κουφάλες τσ΄ελιάς.
Μάρτιος 2, 2008
6. Πάτερ πάτερ η αιξ ευρέθη…
Είχενε ο κύρης μου ένανε αδερφό, το Γιώργη (Γεώργιος Αλεξ. Μπαμπιονιτάκης 1908), ο θιός να τοσε συγχωρέσει… Ούλοι στο χωργιό τον εκατέχανε με το παρατσούκλι καλόγερος. Βέβαια, είχενε μια τάση με τα θρησκευτικά ο μπάρμπας μου, και είχενε κάμει καμίνι* και είχενε πάει οντενείτονε μικρός στη Μονή Τοπλού (Λασηθίου), στο τριπλό μοναστήρι, κατά πώς το κατέχανε στον τόπο μου, όπου και έμαθε αρκετά από τα παπαδίστικα, είχενε γενεί και καλογεροπαίδι, είχενε μάθει να ψέλνει και ετσά τονε θυμούνται οι περισσότεροι Πετροκεφαλιανοί.
Είχενε ο κύρης μου δυό αμπλάδες, (την Αγγελική και την Παρασκευή) που ποθάνανε κοπέλια. Κατά το 1920 ειδοποιήσανε τον παππού μου να παει ν΄ανεμαζώξει το γιό του από το τριπλό Μοναστήρι για τη δεν είναι καλά στην υγειά του… Άφησε ο παππούς μου παραγγελιές του κυρού μου για την άρρωστη κοπελιά, και έφυγε να πάει νανεμαζώξει τον μπάρμπα μου. Είτανε τριώ μερώ δρόμος να πάει ένας κανονικός άθρωπος μέχρι το τριπλό μοναστήρι, κι άλλο τόσο να γιαγείρει. Μόνο ο Παπατζιρίτης, από τι έχω ακουστά, έφυγε από τσι Μέλαμπες (γι από τσ΄ Αγίους Δέκα;) και βραδυάστηκε στο Πισκοκέφαλο, όξω από τη Σητεία.
Οντενεγιάγειρε ο παππούς μου με τον μπάρμπα μου (πούχενε είχενε ξετζουτζουλέψει στο μεταξύ), και εκοντοσιμώνανε αθό ντα Καμαράκια που είχενε ο παππούς μου τα έχνη και τα χτήματά του, του μήνυσε ένας χωργιανός πιό κάτω, πως ο Κωστής, ο κύρης μου, εξάνοιγε να βρει την αίγαντωνε, απούχενε ξεκαζικώσει και είχενε χαθεί. Εξανοίγανε το λοιπός και οι τρεις τωνε, και με το πολυώρι την βρίχνει ο κύρης μου και στην ώρα απάνω έφταξε στο χωράφι και ο μπάρμπας μου, που έκρινε σκόπιμο μα φωνιάξει του κυρού ντου, πως ευρίκανε την κατσίκα, και βάζοντας χωνί τα χέργια ντου άρχισε να φωνιάζει “Πάτερ, πάτερ η αίξ ευρέθη!”. Εγρκοικούσανε ντονε φαίνεται και πράμα χωργιανοί και του βγάλανε τη λίτη νου στα ντουκιάνια!
Δεν την είχα ακούσει την παραπάνω ιστορία από κιανένα όσο είμουνε μικρός. Θάτανε μετά το 1990, που καθόμουνα μιά μέρα στην πλατέα του χωργιού, στο καφενείο του Επιλοχία, που σύχναζε και ο Κωστής ο Μυρτάκης ( Θεός συχωρέσει τον κι΄αυτόνε) και μου πέταξε το …ρητόν . Λέει μου λοιπόν: Αντρέα δεν τηνε κατέχεις την ιστορία του μπάρμπα σου με την κατσίκα; Κάτσε να σουτηνε διγηθώ!
*Καμίνι στο αντίστοιχο ανεστόρημα (Νο 10)
5. Πάει το λαδοκούρουπο…
Καταχωρημένο ως: ΑΝΕΣΤΟΡΗΜΑΤΑ — Λεωντάριον @ 6:17 μ.μ