ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΧΨΩ

ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΨΩ.           Γιά λέξεις από άλλα γραμματα: ΚΛΙΚ ΣΤΟ: ΚΡΗΤΙΚΑ ΤΣΗ ΚΑΤΩ ΜΕΣΣΑΡΑΣ

Χ
*********************************************
χαβάνι
ιγδίον, γουδί ορειχάλκινο (τούρικικη λέξη)
χαβρίζω χαίνει, χάσκει κάτι (Η Μπουρμπουλινομαρία, ολημερίς μοτσαίρνει τον κακομοίρη το Μπουρμπούλη. Αφθιά νάχετε και απομονή, να τη γροικάτε: -Εχάλασε το μάσκουλο και χαβρίζει η πόρτα. Σάξε τηνε μπρέ γιατί τα μπούνε οι κάτες και θα σπάσουνε τη συγλινοκουρούπα. -Πού πας μπρέ στο ντουκιάνι με τουτονα το πατελόνι… Δε θωρείς πως ήσπασε το κομπί και χαβρίζει από μπροστά και θα κάνουνε σεϊρι τα μπράτη σου; Εεε μάνα μου ντροπή…Σάλευε να βάλεις άλλο  να μη μου βγάλουνε τη λήτη μου,  πως δε σε φουνταλάσσω κατά πως πρέπει…)
χαέρι-χαείρι
προκοπή, καλιμέντο*, όφελος  (αρνητικο  το:αχαϊρευτος=ανεπρόκοπος) Φράση για πράγματα: Αστα συμπέθερε, ούλο το καλοκαίρι δεν εσολαγούμουνε να κατασταίνω το μποστάνι, μα χαέρι δεν εκαμε , το παντέρμο…
χαλαυτανάς  ο
= ήπιος, και με σχετική συμπαθεια, μειωτικού τύπου χαρακτηρισμός νεαρών αγοριών. (Θα μπορούσε νάναι: αυτός που χαλά(=καταστρέφει) τα αυτιά (των άλλων)… Ο φασαριόζος)  (-Ποια κοπέλια μπρε επεράσανε, και εξεταλαγιάσανε* μου το κοπέλι, απου ισα πουχενε κοιμηθεί; – Οι αχλαυτανάδες τση συμπεθέρας μου είτονε με άλλους δυο- τρεις, και δρομώσανε* αθο τζοι Βαθιάδες, να φέρουνε λέει ξύλα για τον Ιούδα…)
χαλεύω
= σπαταλώ την ώρα μου, ψαχουλεύω ή αναζητώ ή αναμένω κάτι ( Φράση: Γειά σου κουμπάρε, εγύρευά σε από την ταχινή, και μούπενε ο ξάδερφός σου πως εχάλευες στην Κυλιστριά και ήρθα γιατί σουχω μια παραγγελιά από το γυναικοχώρι…)
χαλικουτίζω
Μιλώ ακατάληπτα (Επέρασε μπρε από τ΄ αμπέλι απού  τρυγούσαμενε ένας τουρίστας και μασε χαλικούτιζε μιαολιά (=καμπόση) ώρα,  μα δεν εκαταλαβα είντα κιαολιάς ήθελε… Ήδωκά ντου καμπόσα σταφύλια, και είγηρε αθό ντη Φαιστό, από τσι πνιγάριδες…).
χαλώ
αποδομώ κάτι, (παροιμία: απού χαλά και χτίζει, όφκαιρος δεν καθίζει)
χαμπάρι
είδηση, το νέο.
χαμπιόλι
 μουσικό πνευστό οργανάκι, αυτοσχέδιο, από ημεροκάλαμα. ( Τα ημεροκάλαμα ήταν ενδιάμεσα μεταξύ των αγριων και των γνωστών ήμερων καλαμιών διαμέτρου 3 εκατοστών και μήκους 5-6 μέτρων. Τα ημεροκάλαμα με διάμερο 1-1,5 εκατοστό φύτρωναν στα τρεχούμενα νερά της πεδιάδας και ήταν ιδανιά για τά δικά μας χαμπιόλια. Αλλού τα εύρισκες σαν σουραύλια, φιαμπιόλια και παρεμφερή ονόματα. Το τμήμα ανάμεσα σε δυο κόμβους στο καλάμι,  15-25 εκατοστά μήκος,  ήταν αρκετό γιά το χαμπιόλι ή και σφυροχάμπιολο. Με ένα τσακί* κόβαμε-χαράσαμε ένα γλωσσίδι (το παλόμενο μέρος του μουσικού οργάνου), αμέσως μετά τον πρώτο κλειστό κόμβο. Το γλωσίδι είχε τέτοιο μήκος, ώστε να χωρά στο στόμα του οργανοπαίκτη. Στη συνέχεια ανοίγαμε μερικές αυτοσχέδιες τρύπες για τα πατήματα, ο δεύτερος  κόμβος ήταν ανοικτός, και το αυτοσχέδιο μουσικό μας εργαλέιο ήταν έτοιμο… για τους αυτοσχέδιους μουσικούς.
χαράκι
βράχος (που συνήθως εξέχει από την επιφάνεια του εδάφους)  (Κρητικό ριζίτικο:  Σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό χαράκι….)
χαράμι
Ι. (επίρ) και χαραμίζω= η μη απόληψη αγαθού ή η διασπάθιση-κατασπατάληση του, που εμπεριέχεται σε υπάρχον αγαθό ή και προσφορά ΙΙ κατάρα,  που αφορά,  τα αποκτηθένα αγαθά από κάποιον χωρίς να τα αξίζει.
(Χαράμι σου να σου γενεί η αγάπη απουσούχα // γιατί με παραπέταξες, σαν τα παλιά σου ρούχα)
χαρταλάμι
πόρπη, αγκράφα ζώνης, ή άρβυλου
χασές
Είδος υφάσματος
χάσικο
επιαλεύρου: =λευκό σταρένιο αλεύρι χωρίς πίτουρο.
χασίλι
το καταπράσινο, νεαρό σπαρτό από κριθάρι ή βρώμη. Τεχνητή βοσκή για μεγάλα ζώα. («¨Εβαλα μια σποριά χασίλι στο παπούρι, μέχρι να στεγνώσουνε οι πνιγάρηδες, να πάω το ζευγάρι εκειά…» )
χαύτομαι
=μπουκώνομαι. Όμως έχει την έννοια του πρόχειρου φαγητού, αναγκαίου για να μην πεινάμε. (Κάτσε συντεκνε να χαυτούμε μια μπουκιά, κειαπόκιας, ανε μας αφίσει ο καιρός, θα ξετελέψωμενε το γομάρι (=φόρτωμα στα κρητικά ) τα ξύλα, και θα γύρομε αθο ντο χωργιό… ).
χαχαλιά
χούφτα  πρόχειρη μονάδα μέτρησης (Πάω να περάξω στα΄’ορνιθες μια χαχαλιά κριθάρι).   και μεταφορικά:  Έκανε το σταυρό ντου χαχαλιές από το ζόρε ντου… τε: έκανε το σταυρό  του και με τα δυό του χέρια.
χαχαλόβεργα
Χοντρή βέργα με διχάλα στην άκρη. Εργαλείο χρήσιμο κατά τη διάρκεια της φόρτωσης στα γαϊδούργια, σαν αντιστήριξη από τη μια πλευρά. Χρήσιμη και σαν αμυντικό «όπλο». (Βρέστε το άρθρο (ΤΡΟΖΟΣ ΓΝΩΣΤΙΚΟΣ»  σε αυτό το ιστολόγιο….)
χειμαδιά τα άγονες, μα προσβάσιμες συνήθως μη δασικές επικλινείς ορεινές εκτάσεις, με αποκλειστική χρήση τη βόσκιση των αιγοπροβάτων. Ισοδύναμο το: βοσκότοποι, βοσκοτόπια
χελιός
Ο έχων το χρώμα του χελιού (καφε-μαύρο) (φράστη: Επόμεινα μιάολιά πίσω, γιατί με κράθιε κόψιμο*, και σαν εξαναμπήκα στο δρόμο δεν εθώρουνα τσ΄αλλους πουθενά…  Έφταξα σένα σταυροστάτι και έκατσα, δεν εκάτεχα μαθές αθό πού θελα γείρω… Με το πολυώρι* περνά ένας με ένα χελιό γάιδαρο, και μούπενε πως είδενε μια μπατούλια* απου πηγαίνανε από κειονέ το δρόμο για του Πρέβελη… Είδα κι΄ έπαθα να τσοι προκάμω…)
χέρα
χείρα, χέρι (Ο σφόδρα ερωτευμένος:
Α, να χαρώ-χαρίνο το, α να χαρώ, χαρώ το // απ΄το τη χέρα το κρατώ, μα πάλι αναζητώ το….)
χερομουρίδες
Φυτό,  πόα  πεδινών περιοχών.  (χειμερινό)
χιαχιρντίζω (πφ: chια-chι-ρdίζω)
τα χάνω, μπερδεύομαι και πανικοβάλλομαι μαζύ (Φράση: εχιαχίρντισενε ο καμομοίρης, και μουδ΄ ήφγεγκε, μηδ΄εγροίκα….). Το σύγχονο ιδοδύναμο: εχιαχίρντισε= τάπαιξε , «τρελάθηκε», έχασε τον έλεγχο…
χιλιάρα
=γυάλινο μπουκάλι, που χωρούσε χίλια δράμια. Για το ίδιο σκεύος άλλο ισοδύναμο όνομα ήταν διομισάρα (2,5 οκάδες ισοδύναμο των χιλιων δραμιών.) καθώς και το διπλάσιο η πεντάρα μπουκάλα (χωρητικότητας 5 οκάδων)Αντίστοιχο ήταν το πεντακοσάρι* (μπουκάλι) (πεντακόσια δράμια), και το μισκακδιάρικο* (μισή οκά 200 δράμια) (Αλλότες είχα παραγγείλει του συντέκνου μου ρακή και μούφερε μια χιλιάρα (ποιος ξέρει που είχε ξεχαστει) από τσοι Δαφνές. Δείτε την στα ΧΡΕΙΑΖΟΥΜΕΝΑ…).  Με την έλευση του πλαστικού τα αντίστοιχα σκεύη μεγάλης χωρητικότητας έχουν καταργηθεί, μιας και: α) είναι ακριβότερα στην κατασκευή και μετακίνηση από τα αντίστοιχα πλαστικά, και β) είναι σαν γυάλινα εύθραυστα. (Όταν είμασταν μικροί,  αν και κάναμε αρκετές δουλειές στο σπίτι, πάντοτε τρέμανε οι γονείς μας τη συμπεριφορά μας στα γυάλινα είδη: -Πάρε μωρέ Γιωργιό το πεντακοσάρι να το γεμώσεις λάδι, και να το πάς στου μπακάλη να σου δόσει ένα λαμπόγυαλο, καμπόσες μπρόκες* να σάξωμε την πόρτα να μην ξεμασκουλώνει, και μια πύχη λάστιχο να σου σάξω το σώβρακό σου να μη σε λένε τα κοπέλια ξεπεσοβράκη… Πρόσεχε κακομοίρη να μη μου χαρκέψεις* το πεντακοσάρι γι το λαμπόγυαλο, γιατί θα σου κάμω ένα σωμάρι σαν του γαϊδάρου…). (η τελευταία φράση ήταν προσφιλής απειλή, ίσοδύναμη του σημερινού «βρωμόξυλου»)
χούι
ιδιοτροπία,  παραξενιά (Πάρε τονε κουμπάρε τον ψαρό γάϊδαρο, να πάς στη στραθειά* σου, μονό ναχεις το νου σου, δεν κατέχεις καλά τα χούγια ντου, να μη σε λυχνίσει* σε κιαμμιά ποταμίδα….). (Η φαρμακογλώσσα πεθερά:
Σαν το τσινιάρη γάιδαρο, σαν το κακό το βούι // προσέχετε τη νύφη μας να μη μας βγάλει χούι…)
χουμάς
υγρό υπόλειμμα  από οικιακη τυροκόμηση. Ο χουμάς (εκ του χυμός;)  είχε χρήσιμα συστατικά, και άρεσε πολύ στα γουρούνια. Εξ ου και για εκείνο που πίνει κάτι λαίμαργα: το πίνει σαν το χοίρο το χουμά…)
χουρχούδα
βέργα (ανώμαλη, από χοντρό ξύλο, με σκοπό να δίδει ξύλο. (Φράση: Να πιάσει κειανείς μια χουρχούδα, να τσοι κάμει οχτακόσες οκάδες….)
χοχλάκοι
λειανθείσες πέτρες από την τριβή μεταξύ τους, μεγάλα ωοειδή βότσαλα. Μεταφορικά: Όταν το νερό βράζει-κοχλάζει, οι ωοειδείς φουσκάλες μοιάζουν με χοχλάκους, εξ ου και το νερό όταν βράζει =χοχλακά…
χοχλακώ
Κοχλάζω, αναβράζω  (και μεταφορικά) (Οντε θα αρχινίξει να χοχλακά το νερό να βάλεις τσοι βρούβες… Χοχλακά το αίμα ντου: =είναι αψίθυμος ή και:  =δεν κρυώνει)
χοχλιός
παράφραση του: κοχλιός-κοχλίας=σαλιγκάρι
χρειαζούμενα
τα χρειώδη, τα απαραίτητα  (κυρίως επί οικιακού-αγροτικού εξοπλσμού) (Η παροιμία: από κακό χρειαζούμενο δουλειά δεν απολείπει* τε: με έστω και κακό εργαλείο, δεν μένει ατέλειωτη μια δουλειά. Αυτό εσήμαινε την αναγκαιότητα των εργαλείων για την επιτέλεση οικιακών έργων, μιάς και η τεχνολογία-εμπόριο δεν πρόσφεραν λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας των ανθρώπων)
χρειασίδια
γενικά ισοδύναμο του χρειγιά*. ( Στο λιωμάζωμα: Ετελέψαμε και σήμερο, μαζώξετε γερά-γερά τα χρειασίδια γιατί θα νυχτωθούμενε, και δε θα προκάνομενε το σπερνό.   Εδώ τα χρειασίδια  ήταν τα παντός είδους γεωργικά εργαλεία συλλογής ελαιοκάρπου).
χρειγιά
Αναφέρεται στα χρειώδη ή χρειαζούμενα που έχουν σχέση κυρια με εργαλεία που βάζαμε συνήθως  φαγώσιμα ή και φαγητά. ( Τελειωνέ μωρέ Νκολή μπλιό το φαϊ σου γατί θέ λω να ξεπλύνω τσοι χρειγιές…  (πιάτα κατσαρολικά κλπ) Μεταφορικά η φράση: κακή (ή καλή) χρειγιά, αναφερόταν στην ποιότητα ατόμου. Το: καλή χειγιά είναι αυτός  είναι  ισοδύναμο του: καλό κουμάσι είναι αυτός
χριμπάτσι
=καμτσί, καμτσίκι, μαστίγιο
χτήμα
Ι. χωράφι, κτήμα ΙΙ. ζώο ίππευσης ή φορτίου (γαϊδούρι, άλογο, μουλάρι Φράση: συραγάτε μωρέ μιαολιά, νηματάτε τα χτήματα γιατί θα νυχτωθούμενε και θα μασε πιάσει και η μπόρα…)
χτυπομουρώ
λέω κατάμουτρα (μειωτικά) (Φράση: εβρέθηκα στην ανάγκη και τση ζήτηξα αλλότες μια μαγεριά* φασόλες,  και εδά η πατσάβρα μου το χτυπομουρά κάθε ντάι-ντάι….)
χύμα
Κατηφοριά (Οντενείτονε η νύφη και γαμπρός από άλλο χωργιό το ψίκι* με πομπή και στολισμένα άλογα-γαϊδούργια, μεταφέρανε τη νύφη στο χωργιό του γαμπρού. Και η αθυρόστομη μαντινάδα:
Κιόντο (=και όταν)  την κατεβάζανε, στση Μεσσαράς το χύμα // απ΄ την πολλήτζη τη χαρά εχέστηκε στο χτήμα)
χωστό
=κρυφτό (και ντουμπανιάτο) Το αντίστοιχο παιδικό παιχνίδι
Ψ
****************************************************
ψακή-ψακωμένος
δηλητήριο, δηλητηριασμένος. Φόλα (Φράση: εψακώσανέ μου το λαγονάρη= μου δηλητηρίασαν το σκυλί).
ψακοντούρι
μη βρώσιμο, δηλητηριώδες φυτό – πόα.
ψαρές
καμπλιές, παπούλες. Καλιεργούμενο χορταρικό των Χριστουγένων για σαλάτα Το τοπικό όνομα οφείλεται στο ιχθυοειδές σχήμα του βρώσιμου μέρους.
ψαρός
ο έχων το χρώμα του ψαριού,γκρίζος (ψαρομάλης, ψαρός γάιδαρος, τοποθεσία  Ψαρή φοράδα)  (Εψάρινες μπρε Νικολή,  μα μυαλό δεν ήβαλες…)
ψημίζω
γίνομαι όψιμος, οψημίζω
ψίκι
γαμήλια πομπή προς την εκκλησία, για τη στέψη.
ψικό ΣΙΚΩΤΙ «Νανε οι διαόλοι στο ψικό ντου, α(ν) δε θα με γραντίσει…» » Ναχα ντονε προκάμω θελα τονε πατήσω στο ψικό»-
ψυχανεμίζομαι
έχω την υποψία, την υπόνοια,   ή την αίσθηση για κάτι
ώφου
Α:= ώχ !  Β:= Πώ πώ ! , Ε’  μάνα μου (Είχενε η Κεραννιά στεμένο ένα μεγάλουρο πιλοτσίκαλο ροβίθια, να ταϊσει τσ΄ αρθώπους απουσυντράμανε τ΄αντρούς τση να λεπιδιάσουνε το σταύλο στην άλλη μπαντα του χωργιού. Στην ώρα πάνω επρόβαλε από το πανωπόρτι η ξαδερφουλιάτζη, και αρχινιξανε και στολίζουνε και η δυό την καινούργια ντως ξαδέρφη… Είντα ξιπασμένη την είπανε, μουσκάρα την ανεβάζανε, αελιά την ε κατεβάζανε…. Η μια ήκοβε καιγιγιάλλη ήραβε…. Με το πολυώρι γυρίζει η Κερανιά και λέει τση ξαδέρφης τση: -Μα γροικάς μπρε Κατερινιώ μια μυρωδιά;  – Αλλαμπλίρι ποια κακονοικοκερά θανέκαψε το φαί τα΄αντρούς τση! Γυρίζει και τση κάνει η ξαδέρφη τζη…. Ντελόγο,θαρρείς πως την εκέντωσε σφήγκα η Κερανιά και εχάθηκε αθο ντό πυρόμαχο απούχενε τσικνώσει η ροβιθαδα….  Εγροίκαντηνε το Κατερινώ και ανεστουλούχα::  Ώφου,ώφου,  κείντα θα γενώ εδά, είντα θα ταϊσω τα΄αθρώπους.. Ε μάνα μου, εμάνα μου καημός ! Ε’ την μανόγλα την ξαδέρφη μου, ειντάθελε και μούπενε καλημέρα  πρωί-πρωί… )

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Κανάλι RSS για τα σχόλια του άρθρου. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

The Rubric Theme. Ιστολόγιο στο WordPress.com.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: