ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΧΩΡΙΟ, ως τόζησα…

Κάπου-κάπου, έρχονται οι εικόνες, τα γεγονότα, ο τρόπος δράσης ή σκέψης εκείνης της εποχής…. Μοιάζει πολλές φορές παράταιρος, ξένος, και αλλόκοτος για την εποχή μας, μα είναι αληθινός, γιατί συνέβη.

Το ζυμωτήρι της ζωής έβγαζε και βγάζει, αλλά και θα βγάζει στο μέλλον, τις κάθε λογής εικόνες, ανάλογα με τα βιώματα και τις σκέψεις που καθένας μας ρίχνει στο μύλο της δικής του πραγματικότητας. Σκόρπια κομμάτια λοιπόν, σαν αρχαιολογικά ευρήματα στα χαλάσματα της διαδρομής, που κάπου-κάπου στο σύθαμπο της αναπόλησης στήνουν την εικόνα μιάς άλλης εποχής, που αξίζει μόνο γι΄αυτούς που τη βίωσαν, και η μόνη της προσφορά είναι πως γέννησε εξελικτικά τη σημερινή μας πραγματικότητα.

( 2. Ο ΒΟΡΙΖΑΝΟΣ, ΤΟ ΜΑΝΤΙΚΑΠΙ Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ, ΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ, 3. ΤΑ ΡΟΛΕΞ ΤΣ΄ ΕΠΟΧΗΣ ΜΟΥ, 4. ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΣΗ ΚΑΤΩ ΜΕΣΣΑΡΑΣ (α. στα φουρνόξυλα, β. του Μπιρμανη ο Μύλος, γ. Το κουτούτο δ. Η πλημμύρα του 1936 και το ανεξάντλητο πηγάδι μας, ε. Η πλημμύρα του 1959, στ. Η πλημμύρα του 1961 ζ. Αντέστε χωριανοί να το ξεκολήσωνενε,) 5. Ta PARKING του 1960 στοι ΜΟΙΡΕΣ 6. Τ ‘ αμπέλια, οι αμπελικοί, η σταφίδα. 7. Οι μεγάλες αποκρές, οι μασκαράδες (του 1960) 8. ΛΑΜΠΡΗ…

Εικόνες από τη ζωή του χωργιού, λίγο διαφορετικά δοσμένες θα βρείτε και στα ΑΝ…ΕΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

9. Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΟΥ…

Κουρρασμένοι, από τσοι δουλειές μα και από τσ΄ετοιμασίες και την υποχρεωτική παρουσία στα αυγικά, και έτσε κι΄αλλοιώς κακοταϊσμένοι, το απόβραδο του Μεγάλου Σαββάτου, απού δεν είχενε μπλειό αυγικά, οι γιαθρώποι αναμαζώνανε νωρίς τα ζούμμπερα και οι νοικοκεράδες εκάνανε τσοι τελευταίες ετοιμασίες για τα μαγειρέματα. ΟΙ γιαυλές είτονε παστρικές κι΄ασβεστωμένες, οι μπουγάδες μαζωμένες, λίγο σιδέρωμα τως απόμενε, μιάς και είτονε μιαολιά δύσκολο να βρούνε αναμένα κάρβουνα να πυρώσουνε το σίδερο. Είτονε μαθές συνήθειο, οντε θελα μαγερεύουνε, κείχενε η παρασθιά

ΚΑΛΗ ΚΑΡΒΟΥΝΙΘΙΑ,

να βάνουνε καμπόσα κάρβουνα στο σίδερο, να πυρώσει και να ξεκινήσουνε το σιδέρωμα. Πολλές βολές, μιάς και η μιά γειτόνισα εκάτεχε το κάθε πράμα την κάθε ώρα για την άλλη, τσοι θώργιες να …διακονούνται λίγα αναμμένα κάρβουνα για το σιδέρωμα… Αυτό εσήμαινε πως η μιά εκάτεχε είντα εμαγέρευε η γιάλλη στη γειτονιά, και είχανε το θάρρος να ζητήσουνε ακόμα και κάρβουνα για το σιδέρωμα. Εδώ βέβαια, η διακονιά δεν είτονε μειωτική, όπως η κατ΄επάγγελμα επαιτεία, είχε δε την ένννοια του αλληλοδανεισμού και της αλληλοεξυπηρετησης. Δεν τσοι φτάνανε τσοι γυναίκες τσ΄εποχής τα άλλα ντως βάσανα, μονό είπρεπε να ξεσουβιαστούνε νάναι έτοιμες νωρίς από τσοι δουλειές του σπιθιού και ένα κονταρόξυλο να βουτήξει ο ήλιος να φουνταλάξουνε και να πάνε να

ΞΕΜΟΛΟΗΘΟΥΝΕ

«Είκουσες μπρε Μερόπη, από είντα ώρα θα ξεμολογά ο παπάς; Θέλω σκειάς δυο ώρες να ποτιγανίσω τα πιταράκια, να πάω μιά μοσόρα στη πεθεράς μου, και να πάω και στην εκκλησά…. άμα δεν προκάμω, θα μπει ο παπάς στο σπερνό και είντα ώρα θα ξετελέψω….» Είπρεπε ακόμη νάχουνε αμέντες να ξεβρωμέσουνε τα κοπέλια ντως, παναπεί να τα λούσουνε, να τα βάλουνε να πλύνουνε και να ξεκασάσουντε τσ΄αντικλίνες τωνε, και να βάλουνε τα θηλυκά κοπέλια κάτω να τοσε

ΞΕΚΟΤΣΙΠΙΔΙΑΣΟΥΝΕ

τα μαλλιά ντως… Εεε τα κακορίζικα ένας θιός εκάτεχε το ζόρε απού τραβούσανε… Είτονε μαθές τα σαπούνια τσ΄εποχής ετέθοια, απού όσο έτριβες και εσαπούνιζες τα μαλλιά των κοπελιδιώ, τόσονα πιό πολύ εμπερδεύουντανε… Είπρεπε τό λοιπός οι μανάδες τως να πολεμούνε μιά ώρα να τοσε ξετσαπίσουνε τα μαλλιά με το χτένι, και να τα φουντουλέψουνε, νάναι έτοιμα για την μεγάλη γιορτή… » Πιάσε μωρή Καλλιρόη το σιντερένιο χτένι από τη χτενοθήκη και κάτσε εκέ να σου τα ξεκοτσιπιδιάσω. Μή γούζεσαι, γιατί θα πιάσω τα χτένια απού ξένω το μαλί των προβάτων, γι την ψαλίδα απου κουρεύω την προβάτα, να σου τα κόψω από τον μπάτο να μπιτίσει μιά κιόξω ετουτοσάς ο μπελάς…»Είπρεπε ακόμη να

ΜΠΡΟΒΑΡΟΥΝΕ

και να ελέξουνε οι μανάδες τα καινούργια ρούχα των κοπελιών, μιάς και είτονε συνήθειο να γκεινιάζουνε τα καινούργια τως ρούχα τα κοπέλια, στοι μεγάλες σκόλες. Βέβαια, λίγο στένεμα και κόντεμα είπρεπε να το κάνουνε οι ίδιες οι μανάδες, μιάς και οι μοδίστρες είτονε για πιό σοβαρές δουλειές…

Κειαμιά βραστή πατάτα κειαμιά ελιά και ένας ντάγκος ψωμί, μπας και ξεγελάσωμενε την πείνα μας, και μετά η διαταγή: «Σαλεύετε μωρέ στο κρεβάτι σας, να κούσωμε την καμπάνα να ξυπνήσωμε να προκάμωμε την Ανάσταση…. Άμε μπρε Κωστή εκειέ στου ξαδέρφου σου και πέ του να μασε μιλήσει, αν δε γροικήσωμε την καμπάνα. Είπαντο γω και τση Σοφίας απώρας, κι΄όποιος μιλήσει ταλλονού…»

Εϊτονε μαθές μιά εποχή απού τα γνωστά επιτραπέζια ρολόγια-ξυπνητήρια, είτονε είδος πολυτελείας. Οι γιαθρώποι εφτά-οχτώ το βράδυ εξαπλώνανε για ύπνο κάθε μέρα, μιάς και ο φωτισμός δεν εβοήθα για νυχτερινές δουλειές το χειμώνα.

Κατά τις έντεκα και τέταρτο ένας από τσ΄επιτρόπους τσ εκλησάς πήγαινε και εχτύπα την καμπάνα μονοκάμπανη, δίδοντας το σύνθημα του συναγερμού γιά ούλο το χωργιό… Οι περισσότεροι ελαγοκοιμούντανε, και εσκώνουντανε απάνω με την πρώτη καμπανιά… Είτρεχεν η μάνα μας και ήφτε το λύχνο, εσκούντα μας να ξυπνήσωμενε, είχενε κι΄αμέντες να μην ξεχάσει να δει είντα κάνουνε οι γειτόνοι. «Αμε μπρε Κωστή να μιλήσεις του Στελιανού, λόπως δεν εκούσανε την καμπάνα… Ανεπαταχλί δε γροικώ, ο Διονύσιος από πέρα εσηκώθηκε, ήκουσα το βηχαλάκι ντου… Ξεσουβιαστείτε γιατί θωρώ και καταεβαίνει ο Τσουροστελιανός και έχει αναμένο το λούξι, φαίνεται πως θα πάρει και την πεθερά ντου στην Ανάσταση, δεν φέγγει που δε φέγγει η κακομοίρα, αντέστε να του κλουθούμε να μασε φέγγει μέχρι να φτάξωμε στο σόβωλο…»

Γύρο στ΄εντεκάμιση ούλο το χωργιό είτονε στο δρόμο… Άμα θελαδούνε κειανά σπίτι κλειστό και θεοσκότεινο, εχτυπούσανε καλού κακού την πόρτα, μπας και εβαροκοιμηθήκανε, να μην πομείνουνε αλειτούργητοι…

Τα κοπέλια είχανε πάρει τα εφόδιά ντωνε, πάνα πεί τα πυρομαχικά ντως, σκλαπατσίκια, μακαρούνια, και αριά και που κειανα βεγγαλικό, τα ας πούμε πιό τυχερά, συνήθως δωράκι από κανα θείο-επισκέπτη από την Χώρα λόγω τση Λαμπράς. Όσα κοπέλια είχανε βγάλει τη μούρη ντως από τον άθο, εκάνανε κολάι να βρούνε τσ΄αποδέλοιπους τση παρέας, νάναι έτοιμοι για να ανάψουνε τον Ιούδα, να βρούνε καλή θέση για ανάβουνε τα σκλαπατζίκια κλπ…

Με το «Χριστός Ανέστη» δεν εγροικούσαμενε πράμα από λειτουργιά, τα λόγια του Παπά και των ψαλτάδων,, μιάς και εγίνουντανε σύθρηνος, από τα σκλαπατζίκια. Καμπόσα σπίθια γύρο από την εκκλησά είτανε εγκαταλειμένα και εκειά επετούσανε τα πιό θορυβώδη ή και επικίνδυνα εκκρηκτικά…. Δίπλα στην μέση τση πλατέας ο Ιούδας αναλάμβανε να μας ….καταυγάσει να σκορπίσει άπλετο το φως, να δώσει τέλος στο ψυχοπλάκωμα των ημερών….

Με την πρώτη λέξη του «Χριστός Ανέστη» τα κοπέλια είτονε κρεμασμένα στην Μεγάλη καμπάνα του καμπαναριού, με μόνη υποχρέωση να την παίζουνε διπλοκάμπανη, που έδιδε και το χαρμόσυνο ρυθμό κωδωνοκρουσίας. Αυτό βέβαια εκτός από τέχνη ήθελε και δύναμη και είτονε δουλειά των νεαρών από 13 χρονών και απάνω Η Καμπάνα δεν εσταμάτα να χτυπά διπλοκάμπανη όλη νύχτα και όλη μέρα μέχρι αρχά τη μέρα στ΄Ανάστασης… ¨Ενα μικρό διαλειμμα μόνο, κατά τση 4 το απόγομα, για να πέσει το μήνυμα, πάλι με την καμπάνα, πως είτονε ώρα για την Κρανάσταση (Ανάσταση των Νεκρών) και είπρεπε να μαζωχτούνε οι ανθρώποι ξανά στην εκκλησά…

Ούλοι οι οικογενειάρχες εμπαίνανε ξανά στην εκκλησά, και άρχινούσε το χαρμόσυνο κομμάτι τση λειουργιάς, με τα αναστάσιμα τροπάρια. Φυσικά η αποχώρηση είτονε αδιανόητη, και μέχρι της δυόμιση η ώρα που τέλειωνε η Ακολουθία τσ΄Ανάστασης ούλοι είτονε παρόντες… Οι πιά πολλοί εκοινωνούσανε μετά την Ανάσταση, λίγα κοπέλια μόνο επηγαίνανε τη Μεγάλη Πέμπτη. Είχανε μαθές τσοι δουλειές τωνε και δεν αδειάζανε να πηγαίνουνε πρωΪ-βράδυ στην εκκλησά τη Μεγαλοβδομάδα, από την άλλη είτανε μεγάλη αμαρτία να πομείνει κειανείς αμεταλάβωτος…

Μπορεί το 2000 νάναι ας πούμενε ενιαίες οι συνήθειες και τα έθιμα στον Ελληνικό χώρο. Σε αυτό συνέβαλε τόσο η επικοινωνία, όσο και η μετακίνηση των πληθυσμών μέσα στην ίδια τη χώρα. Μέχρι τότε όμως οι γνωστές γαστριμαργικές συνήθειες του Πασχαλινού τραπεζιού, διαμορφωνόντανε σε τοπικό επίπεδο από τα βρισκούμενα. Με απλά λόγια, σε μέρη όπως το Πετροκεφάλι και τα γυροχώργιουλα, που δεν είχανε αρκετή χτηνοτροφία, δεν είχαμε το συνήθιο του Πασχαλινού αρνιού, του οβελία. Η σούβλα είτονε άγνωστο είδος στα μέρη μας εκείνα τα χρόνια. Έπρεπε λοιπόν να στηθεί το Πασχαλινό τραπέζι, ανάλογα με τα υπάρχοντα της οικιακής οικονομίας σε κάθε περιοχή. Έτσι, σπιτικά και εξαιρετικής ποιότητας όρνιθες και πετεινοί, κουνέλια ή/και αγορά δυο τρεις οκάδες όλες κι΄όλες κρέατος από το χασάπη, εταχτοποιούσανε το πρόβλημα των κρεατικών τση Λαμπράς. Σημαντικό κομμάτι είτονε ακόμη τα καλιτσούνια και τα πιταράκια, μιάς και το γάλα λόγω νηστείας επερίσευε από τα λίγα ματρτάρικα που είχαμενε… Ακόμη, οι αυγοκουλούρες και οι κακαρίστρες, με τα περίτεχλα ξόμπλια ντως μασε κρατούσανε, κοπελάκια, σε αγωνία μέχρι να πάρωμενε την άδεια να μουρώσωμε στο φαί.

Πρωί-πρωί εσκηωνόμασταν, παρά το ξενύχτι, και απίτις θελαφάμε άλλη μιά φορά, ετρέχαμε να κρεμαστούμενε στην καμπάνα. Είτονε μαθές η μόνη μέρα που επιτρεπότανε σε ούλους να τηνε παίζουνε… ¨Αλλες μέρες, ακόμη και μιά καμπανιά νάπαιζε κειανείς, επετιούντανε ούλοι οι χωργιανοί στο δρόμο, καταρωτώντας για το μήνυμα τση καμπάνας: «Είντα μπρε εγίνικε και χτυπούνε την καμπάνα; Επνίγηκε κειανείς; Επόθανε κειανείς; Επήρενε φωθιά πουθενά και πρέπει να πάει ούλο το χωργιό να βοηθήσει; Επόθανε κειανείς μεγάλος; Γιάντα θένε να μαζωχτούμενε στην πλατέα; » Δεν είτονε το λοιπός εύκολο να χτυπήσει κειανείς την καμπάνα χωρίς λόγο, μόνο ανείτονε πηλά στο μεθύσι…

Το μεσημέρι είτονε το το πασχαλιάτικο τραπέζι πλούσιο με ούλους, μικρούς-μεγάλους καθισμένους στην θέση ντωνε, να περιμένουνε τη μάνα να βάλει και το τελευταίο και πιό περιποιημένο πιάτο: Το θυμιαστικό. Εσυνηθίζουντανε, σε κάθε σοβαρό τραπέζι και κάθε μεγάλη σκόλη, να βγαίνει και ένα πλούσιο πιάτο «για το συχωρεμό των αποθαμένων μας» Είτανε σίγουρα μιά πηγαία μα και συγκινητική στιγμή μνήμης, που σκοπό είχενε να θυμίσει πριν από όλα τη συνέχεια γιά όσους αγαπημένους λείπανε από το τραπέζι. Έβαζε λοιπόν η νοικοκερά θυμιατό, και μετά ένα από τα κοπέλια τση οικογένειας αναλάμβανε να πάρει το πιάτο να το πάει σε μιά φτωχή οικογένεια στο χωργιό: «Πάρε θειά ετουτονέ το πιάτο, να συχωρέσεις τα αποθαμένα μας». Η κίνηση προσφοράς με τα χρόνια που βελτιώθηκε το βιοτικό επίπεδο έπαψε να θεωρείται μειωτική, περισσότερο είχενε την έννοια του μοιράσματος σιταριού και κουλουριών των Αθηναϊκών Νεκροταφείων, αποσκοπούσε δε στην εσωτερική ανάγκη των ευφραινομένων, να αποδώσουνε μνήμη και τιμή στους πεθαμένους τους… Αντίστοιχη είτονε και η αποδοχή εκ μέρους των λαμβανόντων το «σκουτελικό»

Εκατουμώναμε μιαολιά το απόγευμα, είτονε μαθές από κειανά τα χρόνια ζέστη τον Απρίλη στη Μεσσαρά, και μετά ετοιμαζόμαστανε για το δεύτερο μέρος, την Κρανάσταση. Οι πιό στάμενοι του χωργιού εθεωρούσανε χρέος τωνε να σηκώσουνε από μιά εικόνα και να μπούνε στην πομπή για τον Άι Λευτέρη. Εβγάνανε το λοιπός με την καθοδήγηση των επιτρτόπων καμπόσες εικόνες από το τέμπλο, και ούλο το χωργιό επροχώρα προς τον Αι Λευτέρη με τον παπά και στοι ψαλτάδες να είναι στην κεφαλή τση πομπής. Τα κοπέλια είχανε …ακροβολιστεί παράπαντας με τα πυρομαχικά ντωνε, και σε ούλη τη διαδρομή εχάλα ο κόσμος από τα μπαμ και μπούμ. Γινότανε μιά ολογόλεπτη τελετή στον Αι Λευτέρη και η πομπή ξαναγύριζε στο Αγιο Πνεύμα.

Εκατο

(ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ….)

8. Η ΛΑΜΠΡΗ 1950-1960…. (ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ 50 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ….)

Πέρασαν χρόνια, και κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια… Οι ανθρώποι δουλεύουνε σαν ρολόγια, μόνο που η μονότονη και άχαρη γύρα του ρολογιού, για τον άνθρωπο είχε και κάτι αλλιώτικο. Ό άνθρωπος για να φορτώσει τις μπαταρίες του δικού του ρολογιού έχει βάλει τις μεγάλες ώρες στο ρολόι του, εκειά που αυτός το θωρεί πρεπούμενο: Πάσχα, Χριστούγεννα, Ραμαζάνι, 15άρη, 25 Μάρτη, 28 Οχρώβρη, 21 Απρίλη, 4 Αυγούστου, ημέρα ευχαριστιών, και πάει λέοντας… Και για αιώνες φτιάχνεται και περιμένει πως και πως να φθάσει σε κάθε κύκλο τις μεγάλες ώρες, να χτυπήσει χαρμόσυνα το ρολόι ντου, να πάρει κουράγιο-ανάσα για τη συνέχεια. Περιμένει πως και πως τη Λαμπρή, άσχετα αν έφθασε να μην πιστεύει, ή αν δεν ξέρει τι θεό πιστεύει. Ακόμα και αλλόθρησκοι μπαίνουν στο παιχνίδι του κύκλου και του χρόνου, και περιμένουν-χαίρονται και συμμετέχουν.

Οι αρχηγοί της χριστιανοσύνης προσπαθούν να φέρουν τσοι μεγάλες ώρες των αθρώπων στα δικά ντως μέτρα και να προσδώσουν θρησκευτικό τόνο στα πράγματα. Βέβαια, και κάθε άλλος αρχηγός το ίδιο πάντα κάνει: μεγαλοποιεί το μέρος που τον αφορά σε κάθε αθρώπινη μάζωξη. Μόνο που οι εφήμερες εξουσίες των αποδέλοιπων αρχηγών δεν τους επιτρέπουν να θεμελιώσουν σε βάθος χρόνου τις δικές τους «αξίες» στα γονίδια του πόπολου (Πούσαι καημένε βασιλιά να θώριες ειντάχασες….). Σα΄ δε μπιτίζει, εμείς ετσα το βρήκαμε, και ετσά θα το λαλούμε, έ αντίχριστοι θα γενούμε εδά; Κάπως έτσι θα δικαιολογούσε τα πράγματα η μακαρίτισσα η μάνα μου, αν ζούσε…

Κάθομαι και τα μετρώ και τα συλλογιέμαι, και ανάθεμα και βγάζω άκρα…. Γεννηθήκαμε και ζήσαμε στα μικρά μας δύσκολα ακόμα χρόνια, μα κάθε κομμάτι της πολλές φορές μίζερης και άχαρης ζωής μας είχε και ανείπωτα κομμάθια χαράς. Καλά-κακά μεγαλώσαμε ξεπερνώντας τις δυσκολίες τση παιδικής ηλικίας και εποχής μας, και εκεί γύρο στα 30-50 (παραγωγική ηλικία το βαφτίσαμε οι πονηροί) κάναμε πολλά πράγματα, εκτός του να ζήσουμε. Φτιάξαμε πράγματα, οικογένειες, υποστηρίξαμε καταστάσεις, επιλογές, πολιτικές, πορείες., προσανατολισμούς, για μας αλλά και για τα κοπέλια μας… Αρνούμαστε βέβαια να πούμε πως την ίδια εποχή φτιάξαμε και την κοινωνική οικονομική πολιτική κατάσταση που ζούμε στα 60-70 και τη βρίζουμε, όπου δεν μας αρέσει. Σίγουρα όμως υπαρχει ένα μπλάκ άουτ σε εκείνο τον οργασμό δημιουργίας, από την πλευρά της προσωπικής μας ψυχικής απόλαυσης, αυτογνωσίας και συνειδητής πορείας, απλά αφήσαμε το ρέμα να μας παρασύρει, και γίναμε του συρμού τση παγκόσμιας εποχής μας. Και προς στο τέλος, αρχίζω και τα σκέφτομαι, να τα μετρώ από ξαρχής, κάνοντας στάση σ΄εκείνα που περισσότερο με ταρακούνησαν, αυτά που πραγματικά βίωσα και έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη μου. Σίγουρα δεν είναι τα καλύτερα είναι όμως τα εντονότερα, είναι ακόμα ακριβώς εκείνα που έζησα στα νιάτα μου, που άλλοι είχαν διαμορφώσει για μένα και τους συνομήλικους μου. Εδώ είναι καιρός να αρχίζω να σκέφτομαι μήπως η λέξη «καλύτερα βιώματα» δεν έχει το βαρύγδουπο νόημα που κανείς θα περίμενε από πάρτη της…

Α. ΟΙ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΜΑΣ ΤΑ ΛΑΜΠΡΟΣΚΟΛΑ

Στα μέρη μας τη Λαμπρή δεν είχενε τη μεγαλοπρέπεια πουχε στην αποδέλοιπη Ελλάδα και ο λόγος ήτονε ευκολονόητος: Στην Κρήτη αρχίνα από νωρίς το καλοκαίρι και οι γιαθρώποι είχανε πιάσει τσ’ οξωτάρικες δουλειές από νωρίς και εδυσκολεύγουντανε να μαζωχτούνε στα σπίθια ντως. Ήτονε μαθές τέθοιες και οι δουλειές που δεν εμπόργιες να κάμεις και πολλά πράματα για να τσοι καιρορίξεις. Δεν εμπόργιες ζάβαλε να αφίσεις άσκαφτο τ΄αμπέλι, μούτε να μην το δισκαφίσεις γι να το κουτσοκορφίσεις, να καταστέσεις τα πρώϊμα κηπαλάκια, και να ετοιμάζεις τα χωράφια για στοι καλοκαιρινούς κήπους.

Στην περιοχή μας είχανε αρχίσει σιγά – σιγα να καλλιεργούνται τα πρώιμα αγγουράκια, με πρωτόγονους τρόπους προστασίας από το κράι (παγετό). Εκειανά τα χρόνια παραήτονε συχνοί οι παγετοί, μιάς και είχαμε πιό πολλά νερά. Θυμούμαι πως πρωί-πρωί επερπατούσαμε αξυπόλυτα στσοι κρουσταλιασμένους δρόμους για να πάμε στο σκολειό, και εσπούσαμε με τα γυμνά πόδια τον πάγο στσοι παγωμένες λακούβες για να κάνομε χάζι…. Έπρεπε το λοιπός να κόψομε φύλα από τσ΄αθανάτους που ήτονε μπόλικοι στα ρυγιακια και στσ΄ άκρες των δρόμων, και να κόψομε κομάθια 15-20 πόντους, και με αυτό να σάξωμε «καπέλα» στοι αγγουριές που μόλις είχανε φυτρώσει. Ετσά, καλά-κακά, εψευτοπτοστατεύγαμε τσοι πρωιμες αγγουριές από το κράι.

Το υλικό νάυλον, σε ούλες του τσοι μορφές, ήτονε ανύπαρκτο, και όχι μόνο στην Κρήτη. Γενικά, αυτό που κατέχομε σαν στυλός μπικ, δεν τον είχαμε στο δημοτικό. Εμείς είχαμενε τον κοντυλοφόρο και την πένα και το μελανοδοχείο για την ….καλλιγραφία μας. Νάυλον ρούχα ήρθανε κυρίως από το Βέλγιο και τη Γερμανία, με τσοι πρώτους μετανάστες γύρο στο 1960. (Θυμούμαι το πρώτο μου συνθετικό πουκάμισο, νάυλον, γύρο στο 1962, δώρο από το γείτονά μου το Μανώλη τον Κανακάρη, καλή του ώρα (Εμμ Γεωργίου Κανακαράκης (Γκαγκαούδης) 193..) Και μιάς και η Χημεία ήτονε η πρώτη μου αγάπη, κατέχω γιάντα ήτονε άσπρο: γιατί ήτονε μιά ολιά δύσκολο να σάξουνε οι βιομηχανίες γερά χρώματα για το νάυλο, Έλα όμως που εγώ το λέρωνα κάθε ντάι-ντάι, και η μακαρίτισα η μάνα μου τόβαψε μπλε, για να γλυτώσει τα πολλά πλυσίματα….) Ήκαμα ετοιτηνά την κουβέντα,για τα νάυλο, για να μη μπάει ο νους σας στο : -«Και γιάντα μωρέ μπουνταλάδες δεν εβάνετε νάυλο ή γιάντα δεν εσάχνετε θερμοκήπια, σν και εδά, για τσ΄αγγιουρές;» Προσέχετε να μην το πάθετε και σεις σα΄και την αλλοτεσινή, Αντουανέττα λόπως την εφωνιάζανε οι εστεμμένοι φίλοι τζη, απούλεγε στσοι αυλικούς τση, «Ήντα θένε ετουτοινά και φωνιάζουνε, αφού δεν έχουνε ψωμί να φάνε, γιάντα δεν τρώνε παντεσπάνι;»

Για τ΄αμπέλια, τα πράματα ήτονε ακόμη πιά δύσκολα, μιάς και έπρεπε ν΄ ανάψωμε φωθιές σε πολλούς τόπους ανάμεσα στ΄αμπέλια μπας και διαταράξωμε λίγο την ατμόσφαιρα και δυσκολέψωμε τον παγετό που εκατάστρεφε εντελώς τ΄ αμπέλια. Πολλές φορές εχτύπα ο αγροφύλακας την καμπάνα, για να σηκωθούνε 2-4 η ώρα τα ξημερώματα οι νοικοκυραίοι, να ανάψουνε φωθιές στα αμπέλια, μπας και σώσουνε τη σοδειά ντωνε….

Θυμούμαι μια βολά, θάτανε το 1963 (;), κοπέλι ακόμη, μόλις είχα πάρει ένα μεγάλο φορητό ραδιόφωνο με τρατζίστορ και μπαταρίες, που τόχα στον Καρνέρη και εδισκάφιζα το λιάτικο αμπέλι του κυρού μου τη μεγαλοβδομάδα που δεν είχαμε σκολειό. Μέχρι τοστεσάς τα ραδιόφωνα που εθωρούσαμε αριά και που σε κανένακαφενείο είτονε με λυχνίες (λάμπες) και μιά μπαταρία αυτοκινήτου για ρεύμα. Είτονε τουτονά το ραδιόφωνο το υλικό κέρδος μου, μιάς και είχα βγει πρώτος μαθητής στην τάξη μου το 1961, όπότε το θεσμοθετημένο σχολικό βραβείο των 2500-3000 δραχμών, έφτανε και επερίσευε (1500 δρχ) για την πρώτη μου σύνδεση με τον έξω κόσμο. Δε με πείραζε άλλο μπράμα κατά τη Μεγαλοβδομάδα, παρά μόνο που οι Κρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί (δεν υπήρχανε άλλοι), μασε σε παλαβώνανε με τσοι άριες και την πένιθμη και την κλασική μουσική ούλη την Μεγαλοβδομάδα Βλέπεις το εκκλησιαστικό και το πολιτικό κατεστημένο είχανε στενούς δεσμούς σεβασμού και αλληλοστήριξης… Το ίδιο και χειρότερο αίσθημα μούκανε και ο θάνατος του βασιλιά Παύλου εκείνο τον καιρό, πούπρεπε να υποστούμε το τριήμερο πένθος στα μουσικά μας ακούσματα. Φαντάζεστε την εντύπωση που μούκανε, που το θυμούμαι ακόμη….

Και μιας και έπιασα τα περί ραδιοφώνου τσ΄εποχής μου, ας πούμε πως σε αντίθεση με τα σημερινά, οι εκπομπές τότε ήτανε σε μακρά, μεσαία, βραχέα και υπερβραχέα κύματα. Όσο δε μικρότερη η συχνότητα εκπομπής τόσο μεγαλύτερη η εμβέλεια. Έτσι, αν θυμάμαι καλά, οι Ολυμπιακοί αγώνες του Τόκυο το 1960 ακουγότανε στην Ελλάδα μέσω υπερβραχέων. Επίσης ακούγαμε στα μεσαία κύματα και χωρίς αναμεταδότες φυσικά, πάρα πολλούς αραβικούς σταθμούς, ειδικά στη Νότια Κρήτη. Τέλος, στην εποχή εκείνη ένας και μοναδικός σταθμός, εκτός των κρατικών, που ακουγότανε στη Μεσσαρά ήτανε ο ιδιωτικός ραδιοφωνικός σταθμός Πύργου (Πελοποννήσου), ο οποίος είχε πολλά λαϊκά τραγούδια, που εκείνη την περίοδο είτανε στο παραγωγικό φόρτε τους. Αντίθετα, το κρατικό ραδιόφωνο, είχε μόνο για λίγη ώρα (6,00-6,300 μμ) ένα λαϊκό πρόγραμμα και στη συνέχεια ξαναγύριζε στον, καταθλιπτικό για μας, κόσμο των μεγάλων.

Είτονε χρονιές που μέσα στα λαμπρόσκολα μας επιάνανε οι ανοιξάτικες ιώσεις, εδουλεύαμε ολημερίς με τον ήλιο κατακούτελα και το βράδυ είχε κρύο και υγρασία. Άντε να πολεμάς να κάνεις τσοι διάφορες γεωργικές δουλειές με 39-40 πυρετό, να σε τινάσει και να πρέπει να πάς και στ΄αυγικά. Μηδέ αντιπυρετικά δεν είχαμε καλά-καλά. Κάτι καλμόλ είτανε κατάλληλα για την περίσταση, ένα κακοφτιαγμένο αντιπυρετικό πούπρεπε να διαλύσεις σε νερό να το πιείς. Μεγάλη βοήθεια μας έκανε το κινίνο. Λίγα χρόνια είχανε περάσει από την καταπολέμηση και το ξερίζωμα τσ’ ελονοσίας από τον τόπο μας το 1947 με τη βοήθεια του DDT, που εξολόθρεψε τα κουνούπια (ανωφελείς κώνωπες) που τη συντηρούσανε., όπου υπήρχανε νερά. Όμως για μερικά χρόνια ακόμη, όσοι ήτονε μολυσμένοι έπρεπε να παίρνουνε κινίνο ένα άριστο ανθεκλονισιακό φάρμακο, που είχε όμως και πολύ καλές αντιπυρετικές ιδιότητες… Είχενε το λοιπός κάθε μπακάλικο και μπόλικο κινίνο, κάτι ζόζ χαπάκια, που τα χρησιμοποιούσαμε σαν αντιπυρετικά μιάς και δεν είχαμε πράμα καλύτερο, είχαμε δεν είχαμε ελονοσία.. Και μιάς  και περί κινίνου ο λόγος, τα εξαιρετικά πικρά είδη που για διάφορους λόγους δοκιμάζαμε είτανε δυό,  το ένα είταν η πρικροδάφνη, που στα μέρη μας ονομαζότανε σφάκα, και το άλλο είταν το κινίνο. Είτανε λοιπόν,  για πικρά εδέσματα, συνηθισμένη η έκφραση: Σφάκα είτονε το παντέρμο !! ή:  κινίνο είναι οι μελιτζάνες μου κουμπάρε άμα δε γινωθούνε (=ωριμάσουνε) καλά.

Καθώς επλησίαζε η Λαμπρή, οι νοικοκύρηδες εκάνανε το κολάι ντως, ετοιμάζανε το ζυμωτό ντωνε, εσυγυρίζανε τσ’ αυλές των και βέβαια, το θρησκευτικό πάθος ήτονε κυρίαρχο σε ούλες τσοι εκδηλώσεις πέραν της εργασίας. Φυσικά κοινωνικού τύπου εκδηλώσεις δεν γινόντουσαν και τελειώνοντας των Βαγιών, η τελευταία ευκαιρία να κατουμώσωμε μιαολιά την πείνα μας, άρχισε και το παράλληλο μαρτύριο τση νηστείας. Μπορεί να λέγαμε το: «Τω Βαγιώ-Βαγιώ, τρώνε ψάρι και κολιό και την άλλη Κυργιακή τρώνε το παχί αρνί» μα εμάς δεν ήτονε συνήθεια να σουβλίζομε αρνί, άλλωστε τα κτηνοτροφικά δεν είτονε άφθονα στο χωργιό μας. Δεν κατέχω ποιός κιαολιάς Γιάννης ήτονε στο χωργιό που «εμπερδεύτηκε», έτσα τως έλεγε, και ήφαε ένα κουνέλι κατα λάθος των Βαϊων, οπότε του ξέμεινε το «Μετά Βαϊων και κλάδων, ο Γιάννης τρώει κούνελο».

(Υστερόγραφο 22/8/2010: Συζητώντας με τον Ιωάννη Νικολάου Φραγκιουδάκη δάσκαλο (1921), μου είπε πως ο Γιάννης που τα μπέρδεψε και κατά λάθος έφαγε τον κούνελο των Βαίων, ήταν ο Αδελφός του πατέρα του (ο Νικόλαος ο Σπετσέρης) που έφυγε νέος για την Αμερική:  Ιωάννης Θεοδώρου Φραγκιουδάκης 1880)

Μιάς και οι ελιές είτονε πολύτιμα δεντρά, δεν είτονε πρεπούμενο να κόβουμε από οποιουδήποτε τσ΄ελιές κλάδους των Βαϊων, σύμφωνα με το έθιμο. Θυμούμαι το λοιπός, πως καθώς κατεβαίναμε απο του Κουσέ, και έσμιγε ο δρόμος με τον κεντρικό από το Σίβα,  δεξιά είτονε το χωράφι του Ζαχαρία του Πρατικού απο το Σίβα, πούχενε ακριβώς στη γωνιά μιά σηκωματάρικη ελιά τσ΄εκκλησάς. Ο επίτροπος το λοιπός τσ΄εκκλησάς εκειανά τα χρόνια, έκοβε, κάθε χρόνο, από τη συγκεκριμένη ελιά ένα μεγάλο κλάδο συνήθως ολάνθιστο, και τονε μετάφερνε στην αυλή τσ΄εκκλησάς τ΄αγίου Πνεμάτου. Σε τούτηνά τη δουλειά θυμούμαι καλά ένα από τσ΄επιτρόπους τσ΄εποχής εκείνης, το Μανώλη του Καλοχριστιανού, καί πορεί και το Μηχαήλο του Λευτέρη… Εκειά (στην εκκλησά) , εφτιάχνανε ενα σταυρό με βάγια και ένα κλαδάκι ελιάς γιά κάθε οικογένεια, ίνα πληρωθεί το ρητόν: «Μετά Βαϊων και κλάδων…»

Προσπάθησα να δώσω μερικές εικόνες και στοιχεία από τσοι συνθήκες τς΄εποχής εκείνης που πρέπει ναχει κανείς συντουνούς του, για να καταλάβει τη Λαμπρά τς΄εποχής μου. Τα πράματα είναι μιάν αλυσίδα και τόνα κλουθά τ΄αλλού, για τόνα μπώθει τάλλο, πράμα δεν είναι ξεκάρφωτο και άσχετα από τάλλα….

Μπαίνοντας η μεγαλοβδομάδα τα συναισθήματα είτονε ανακατωμένα: Από τη μιά η θρησκευτική κατάθλιψη και η συνεχιζόμενη κούραση με τις βραδυνές θρησκευτικές ακολουθίες, και από την άλλη η λύτρωση με τον ερχομό του Πάσχα… Χαρακτηριστικό είτονε και το τραγουδάκι που μας επαρηγόργιε, πως ούλα τουτανά τα βάσανα είτονε περασστικά: Δεν το θυμούμαι και καλά μα ήλεγε: «Μεγάλη Δευτέρα μεγάλη μέρα, Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρύφθη, Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθη, Μεγάλη Πέμπτη ο Χριστός ευρέθη, Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί, Μεγάλο μου Σαββάτο και πως θα σε περάσω, απούχεις πέντε κολατσά και πέντε μεσημέργια, και πέντε απομεσήμερα, μέχρι ν΄αλλάξει η μέρα…»

Σίγουρα η Μεγάλη Πέμπτη είτονε η πιό ενδιαφέρουσα μέρα από τσοι προηγούμενες. Ήτονε η μέρα απού στα σπίθα υπήρχε μεγάλη κινητικότητα. Οι νοικοκυράδες ήπρεπε να βάψουνε τα αυγά κόκκινα, και παράλληλα να ζυμώσουνε τα λαμπροκούλουρα. Μιας και δεν είτονε ολάκαιρος ζυμωτός, οι νοικοκεράδες εμαζώνουντανε δυο-τρεις σε κάθε φούρνο και εζυμώνανε και εφουρνίζανε η κάθε μιά τα δικά τζη… ΟΙ αυγοκουλούρες οι κακαρίστρες (μιά για κάθε κοπελι τση φαμελιάς), και τα τσουρέκια είχανε την τιμητική τως. Λίγοι επηγαίνανε και εκοινωνούσανε το πρωί τση Μεγάλης Πέμπτης, για να μην έχουνε αυτή την υποχρέωση τη βραδυά τσ΄Ανάστασης. Το αυγικό τση Μεγάλης Πέμπτης είτονε σάικα το μεγαλύτερο και το πιό κουραστικό από ούλα τα προηγούμενα. Στο τέλος είπρεπε να μασε σταυρώσει ο παπάς ούλους, ένα-ένα ξεχωριστά. Όση ώρα εσταύρωνε ο παπάς τσοι πιστούς, τα κοπέλια είχανε σάξει δυό ομάδες: μιά για το δεξί και μιά για το αριστερό ψαλτίρι, και αρχινούσανε να ψάλουνε εναλάξ το «Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του Νόμου, το τιμίω σου αίματι, το σταυρώ προσηλωθείς και τη λόγχη κεντηθείς…»

Μετά το δεσποτικό από τη δεξά μπάντα είτονε το στασούδι του γιατρού του Μιχελινάκη, και μετά είοτνε Οι Μαρκάκηδες, Μαρκομανώλης (ο Μανώλης ο Τσαγκάρης) και ο αδελφός του ο Μαρκοδήμήτρης. Θυμούμαι καλά την ομάδα του δεξιού ψαλτηριού, μιάς και εκειά ήτονε η θέση του παππού μου, του κυρού μου του, μπάρμπα μου του καλόγερου (Γεώργιος Αλεξ Μπαμπιονιτάκης 1908), πούτανε και ψάλτης, καθώς και του Κωστή του Ζωργάφου (Κωνσταντίνος Παπαδάκης 1900) επίσης ψάλτη. Τ α κοπέλια ντως, ο ξάδερφος μου ο Παρθένης και το Ζωγραφάκι (Εμμ Κωνσταντίνου Παπαδάκης 1940) ο γνωστός τραγουδιστής, επαίρνανε τη θέση των γονιών των στα στασούδια και εψάλανε το «εξαγόρασας….» για να περνά η ώρα όση ώρα μασε σταύρωνε ο παπάς, , αλλά και ανταγωνιζόμενοι την ομάδα των νεαρών πούτανε στο αριστερό στασούδι….

Ούλη τη Μεγάλη Παρασκευή, το σκηνικό του ψυχοπλακώματος αρχινούσε από νωρίς, με την καμπάνα να χτυπά νεκρήκια (=πένθιμα), καθε ντάι-ντάι… Από την άλλη δεν είτονε πρεπούμενο να αφήσουνε οι γιαθρώποι δουλειές, ούτε σπιτικές, μα μουδε οξωτάρικες, είτονε η Μ Παρασκεύή ημέρα πένθους, αργείας και αναμονής… Ο επιτάφιος είχενε στολιστεί οληνύχτα από τα κοριτσόπουλα, ξενηστικωμένα και ξενυχτισμένα, είχανε κάμει το χρέος τωνε στο στολισμό και μετά από λίγο ύπνο επαίρνανε το θυμιατό και λίγα καρβουνα-λιβάνι και επιάνανε να θυμιάζουνε στα ρημοκλήσια: Αγιος Νικήτας, Χριστός, Αγια Παρασκευή, Αγιος Χαράλαμπος… Οι πιά ζωηρές εφτάνανε και μέχρι τον Αι Γιώργη, στα Μπαϊργια. Τα άλλα εκκλησάκια τση περιοχής είναι νεώτερα.

Κατά το Μεσημέρι του Μ Σαβάτου άρχισε σιγά -σιγά να αλλάζει το σκηνικό: Στις 12,30 το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου εχτύπα η καμπάνα, όχι πιά πένθιμα, επηγαίναμε στην εκκλησά για την Πρώτη Ανάσταση, που γινότανε στις 3,00 μμ. Από τότεσας και μετά είτονε επιτρεπτό να φάμε λαδωμένο φαϊγια να σταθεί η ψυχή μέσα μας… Πιό πολύ λοιπόν μας έμεινε η νηστεία από τη μεγαλοβδομάδα, ανακατεμένη τα θρησκευτικά κια τελετουργικά. Εγυρίζανε οι δουλευτήδες από τα χωράφια, εκαταστένανε γερά-γερά τα ζούμπερα, εξεροψωμίζανε, και οι μανάδες μας μασεκαταστένανε για την εκκλησά. Θεοσκοτωμένοι βέβαια από το παιγνίδι και τσοι δουλειές, κάθε νοικοκυρά εκουβάλιε και μιά δυό πατανίες και τσοίστρωνε .στο δάπεδο στ’ εκκλησάς μιάς και τα μισά κοπέλια εκοιμούντανε μετά καμπόση ώρα. Είτονε ζάβαλε δύσκολο να ξεκινήσει νωρίς ο παπάς τ’ αυγικό, αφού έπρεπε να ανεμαζωχτούνε και οι τελευταίοι νοικοκύρηδες από τσοι δουλειές τωνε.

Το να κάτσουνε οι μικρομάνες στο σπίτι ήτονε απαγορευμένο, μόνο οι λουχούνες απούτανε ασαράντιστες εκάθουντανε στο σπίτι. Και βέβαια δεν ήτονε το σημερινό «άντε να ανάψομε κειανακερί» και να πάμε στο καφενείο για στο σπίτι μας, επρεπε να κάθεσαι εκειά μέχρι να δώσει ο παπάς το σύνθημα τσ’ αναχώρησης. Η κοινωνική κριτική βλέπεις ήτονε αδυσώπητη. Εγροίκας τσοι : «Ο τάδε είναι ακοινώνητος, ατζίγκανος, αντίχριστος, δεν πατεί τον μπόδα ντου στην εκκλησά» και άλλα πολλά…

Β. ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ, ΤΑ ΑΥΓΙΚΑ…

Είχα αλλότες ένα παλιολαδίτη φίλο, αριστερό χωρίς, όμως αφορισμούς και ταμπού. Ήλεγέ μου που λέτε στον περιβολο τσ’ εκκλησάς: «Ά όλα κι όλα, μπορεί να μην πιστεύω κατά πως θέλε κάποιοι της εκκλησίας, όμως είμαι υπέρμαχος της παράδοσης και αν θέλεις και της εκκλησιαστικής κουλτούρας, μιας και με αυτήν ανατράφηκα. Έτσι, δε χάνω καμμιά τελετή, ειδικά της Μεγαλοβδομάδας…».

Θυμήθηκα λοιπόν το φίλο μου, καθώς θυμήθηκα τα πρώτα μου παιδικά χρόνια, που ανάμεσα στα καθήκοντα της καθημερινότητας ήταν και η υποχρεωτική και δια ροπάλου προσέλευση στους χαιρετισμούς της Μεγάλης Σαρακοστής. Το ίδιο σκηνικό εξετυλίγονταν και όλη τη Μεγαλοβδομάδα, με τ΄Αυγικά. Εκεί η μικρομάνα εκτός από τάλλα της βάσανα έπρεπε να φροντίσει να μαζέψει κουβέρτες και τα συναφή, ώστε να τσαντηρώσει όλη η μικροφαλελιά στο πάτωμα τσ΄ εκκλησάς μέχρι να πεί και την τλευταία αράδα ο παππάς. Θα μου πεις βέβαια, τι καταλαβαίνανε τα νήπια από λειουργιά, μα σάμπως και εκαταλαβαίνανε κοι μανάδες τως; Εθώργιες ούλη την εκκλησία στρωμένη με κουβέρτες και κοπελάκια να κοιμούνται, ξεθεομένα από το παιγχίδι τση μέρας. Μπορεί να μην είτονε μεσάνυχτα το τέλος της κάθε ακολουθίας μα εμάς μασε φαινότανε αιώνας, και εκαμνούσαμε πότε πέρα, πότε δόθε. Οι πιο οργανωτικοί και μεθοδικοί γονέοι, εφορτώνουντανε το σκαμνάκι, και σπανιότερα κανένα καρεκλάκι των κοπελιών από το σπίτι και κάθοντουσαν τα μεγαλύτερα μεχρι να τελειώσει η ακολουθία… Μετά η οικογένεια με ούλα τα κατσουμάντερα παραμάσχαλα έφευγε για το σπίτι, με καναλαδοφάναρο οι πιο προνοητικοί, ευχαριστημένοι που ο θεός (;) είτονε ευχαριστημένος από παρτη τους. Και θα μου πεις βέβαια, που στο καλό τον είδανε το θεό, ποιανού΄τα αυτί τράβηξε κπλ, ώστε να κάθονται ούλοι σούζα στσ΄ επιταγές του. Είναι πολύ απλό: Η κοινωνική κατακραυγή, η κουτσομπόλα γειτόνισα, οι «καθωσπρέπει» ήσαν έτοιμοι να παίξουν το ρόλο του υπέρτατου κριτή επι γής και του αμείλικτου τιμωρού. Δεν μπορούσες να ξεφύγεις: «Είδες κακονίζικο, η τάδε δεν ήρθε στην εκκλησά οψές το βράδυ, εμάνα μου τροπή, μεγαλοβδομάδα και να μην πατήσει στην εκκλησά η μαγαρισμένη», και να διαδίδεται από στόμα σε στόμα το ανοσιούργημα του …δράστη. Βέβαια, συνήθως η καταπίεση είτονε τέθοια που ο παππάς τσοι περίμενε στη γωνία, στην εξομολόγηση και στη θεία κοινωνία, οπότε εκειά ο αμαρτωλος και παραβάτης ελάμβανε το τελειωτικό κτύπημα… «Ήβαλέντου λέει ο παππάς κάνονα, για τσοι μαγαρισές του». Κάποτε, αρκετά νέος και παράταιρος για την εποχή μου και τον κοινωνικό ιστό του χωριού, αναγκάστηκα να καθαιρέσω κάποιους παπάδες μέσα μου, κι΄άμα το χρειάζομαι το κάνω το νταλαβέρι μόνος μου με το θεό μου, μεσάζοντες δε θέλω μπλιό.

Γ. ΤΑ ΣΚΛΑΠΑΤΖΙΚΙΑ ….

Δεν κατέχω, ήντα μανία πιάνει το άθρωπο άμα φχαριστιέται να θέλει να κάνει σαματά., θέλει να κάνει βρούχο. Φαίνεται πως σαν κάνει επίθεση ή άμα τελειώνει μιά νικηφόρα επίθεση αισθάνεται την ανάγκη να τρομάξει τον εχρθό ή και να διατυμπανίσει την επικράτηση του. Αντίθετα, η λύπη επιβάλει τη σιωπή, την μουγκαμάρα.

Ετουτονά το αθρώπινο κουσούρι, δεν είναι σάικα μόνο Κρητικό, μέχρι και εδά εκδηλώνεται με μπαλοτοκοπήματα στην Κρήτη, αλλά σε μεγάλες στιγμές (αλλαγή του χρόνου στη Γερμανία, Λαμπρή στην Ελλάδα γάμοι στην Κρήτη) εκδηλώνεαι με βεγαλικά, και κάθε λοής αυτοσχέδια και πανηγυρίστικα θορυβοποιά εφευρήματα. Βέβαια τα τελευταία χρόνια έχει γίνει εμπόριο και αρκετά χοντρό. Οι Κινέζοι μασέχουνε πλημυρίσει στα βεγγαλικά, ένω οι Κρητικοί< έχοντας τους βρεί κάποιοι τον κάλο, πως τάχατες σαν παληκαράδες πούνε δεν μπορεί να μην έχουνε ενα όπλο αρκετά ακριβό, δείγμα τς΄αντιγιάς τωνε (!), τσοίχουνε καταφέρει οι επιτήδιοι λαθρέμποροι να δουλεύγουνε για τα μπαρουτάσκαγα των πανυγηριών. Και εκειά που τοι θωρείς αγκρισμένους για το ΕΚΑΣ και τσοι χτηνοτροφικές δηλώσεις και τα επιδόματα, την ίδια ώρα τωσε περισεύγουνε για τσοι κουμπούρες και τα μπαρουτάσκαγα ! Μέχρι και οι Αλβανοί τσοι δουλεύγουνε και τωσεπουλούνε ότι παλιοσίδερα τως είχανε φορτώσει οι Ρώσοι (Καλάσνικωφ και λοιπά).

Δεν τα λέω γω βέβαια για ναλλάξω τσοι συνήθειες και τα χούγια των συμπατριωτών μου, εγούγιαντώστωνε ότι και να κάνουνε, μονό για να θυμηθώ τα κατορθώματα και στ΄εποχής μου.

Οντενείμαστε κοπελάκια δυο-τριώ χρονώ, είχανε κατουμώσει στη μπάντα μας τα εμφυλιοπολεμικά γεγονότα και οι αθρώποι καταγίνουντανε στσοι δουλειές τωνε. Ήτονε μιά εποχή που η σταφίδα είχενε κύριο ρόλο στην οικονομία τσ’ Ελλάδας. Ειδικά στην Κόρινθο, την Πάτρα το Μαλεβύζι και τη Μεσσαρά, τα σουλτανιά αμπέλια ήτονε στσοι δόξες των. Οι καλές τιμές στη σταφίδα είχανε σάξει ολόκληρη τάξη εύπορων γεωργών και εμπόρων με κέντρο τη σταφίδα. ¨Ενας πεινασμένος κόσμος, που μόλις έβγαινε από τον πόλεμο και που προσπαθούσε να τραφεί με λίγες θερμίδες παραπάνω ήτονε μεγάλη υπόθεση. Και δεν ήτονε μονο νάχεις αυτές τσοι θερμίδες, μονο να μπορείς να τσοι μεταφέρεεις και να τσοι συντηράς χωρίς να παθαίνουνε πράμα. Έτσα, οι σταφίδες ήτονε ότι καλύτερο για εκειανά τα χρόνια. Περνώντας τα χρόνια με τον ηλεκτρισμό και με τα ψυγεία, και την ανάπτυξη τση βιομηχανίας φιταχτήκανε και άλλα είδη τροφίμων αλλά και τρόπων συντήρησης και η σταφίδα έχασε τη μεγάλη τη ζήτηση

Τ΄αμπελοσκάματα ήτονε ούλη τη Μεγάλη Σαρακοστή, μα σαν εκοντοσίμωνε η Μεγολοβδομάδα ήτονε στο φορτε ντως. Και δεν είναι ώρα να τ΄ανεστορούμαι επαέ, γι΄αλλο πράμα γίνεται η κουβέντα, μόνο οντενετενειώνανε τα σκαψίματα ετελείωνανε και τα λιπάσματα των αμπειλιών. Εκειανά τα χρόνια τα λιπάσματα πούχαμενε για να κάνομε τη δουλειά μας, είτονε το 0-16-0, η …Θεϊκή αμμωνία (θειική για την ακρίβεια), νιτρικο κάλι και άλλο πράμα. Το πολύτιμο για μάς τα κοπέλια ήτονε τα χαρτοτσούβαλα που ήντονε συσκευασμένα τα λιπάσματα. Λίγα ήτονε συσκευασμένα σε φάρδους, τα περισσότερα ήρχουντανε σε εξαπλούς χάρτινους σάκκους, 50 κιλά. Εμάς μας εχρειάζουντε τα άδεια χαρτοτσούβαλα γι ανα σάξωμε τα σκλαπατζίκια μας.

Ξεθεωμένα και ξενηστικωμένα, από τη δουλεια και τη νηστεία, εκανονίζαμε να βγάλωμε κειανα χαρτζιλίκι, να ζητήξωμε από γνωστό μας κυνηγό να μασε παρει μισό με ένα κιλό μπαρούτι και μερικά μέτρα βραδύκαυστο φτύλι από τ΄Αλεξανδράκη από τσοι Μοίρες. Ήτοτνε μαθές εκειανά τα χρόνια μιαολιά δύσκολα τα πράματα και για τσοι κυνηγούς. Δεν είχαμενε στο σπιτι μας και στα κοντινά μας σπίθια κυνηγούς, μα τα κυνηγετικά εκεινισάς τς΄εποχής τα θώρουνα στην εξοχή, οντενετοιμάζουνταν να πάνε στο τόπωμα οι κυνηγοί. Η παλαιινή κουβέντα πούλεγε: «στάσου Αγά να γεμίσω» ήτονε πραγματική. Οι κυνηγοί είχανε χύμα μπαρούτι, κομάθια στρασούδι, χύμα ασκάγια και ειδικά καψούλια που τα βάνανε στη θέση του σηκωμένου πετεινού. Έπρεπε λοιπόν ο κυνηγός να καθαρίσει την κάνη με την ειδική βέργα, να ρίξει μιά μεζούρα μπαρούτι, να χαρμπίσει με τη βέργα ενα κομάτι στρασούδι να βάλει μιά δόση σκάγια και να ξαναχαρμπίσει αλλο ένα κομμάτι στρασούδι, και να βάλει και ενα καψούλι κάτω από τον πετεινό. Αυτό λοιπόν το μπαρούτι έπρεπε να προμηθευτούμενε για να καταστέσωμε τα σκλαπατζίκια μας.

Τα χαρτοτσούβαλα είτονε από τσοι συσκευασίες λιπασμάτων, που ρίχναμε στα απμπέλια, είχανε ύψος 60-70 πόντους. Εξεμονελίναμε το λοιπός τα χαρτιά και εκόβαμε λουρίδες χαρτιού, 70 πόντους μάκρος, όσο το τσουβάλι, και πλάτος που αρχίνα από από τρεις και τέλειωνε σε 5 πόντους. Ξεκινώντας μετά από τη στενη μεριγά, εφτιάχναμε ένα τρίγωνο αναδιπλώνοντας το χαρτί, και στην τριγωνική θήκη βάζαμε μιά μεζούρα μπαρούτι. Άρχισε μετά να τυλίγεται σφικτά τριγωνικά όλο το χαρτί, φτιάχνοντας ένα τρίγωνο, σαν τα σημερινά τριγωνικά γλυκά των ζαχαροπλαστείων, σε μορφή ισοσκελούς τριγώνου. Καμπόσο αλεύρι με νερό ήτονε η πρόχειρη κόλα στο τελείωμα, και με ένα αυτοσχέδιο σουβλί ανοίγαμε μιά τρύπα στη μέση τση βάσης του ισοσκελούς τριγώνου, όπου εφτυλώναμε (ηγουν περνούσαμε το φυτίλι) του σκλαπατζικιού. Το σκλαπατζίκι το πυροδοτούσαμε με ένα σπίρτο και το πετούσαμε μερικά μέτρα πιό περα, γι κειαμιά φορά στα πόδια των αντιπάλων, οντενάρχιζε ο ….πόλεμος.

Νηστεία, ολημερνίς δουλειά, προσευχή (τ΄αυγικά ήτονε μεγάλη μα και υποχρεωτική ατραξιόν στην εποχή μου), και με ούλα τ΄αλλα οι πιό ζωηροί πιτσιρικάδες είχανε ούλη τη μεγαλοβδομάδα να καταστένουνε τα σκλαπατζίκια. Ολόκληρο τσουβάλι εγεμόζανε οι πιό μερακλήδες, για τη βραδιά τσ΄Ανάστασης, όλη την ημέρα τση Λαμπρής με αποκορύφωμα την απογευματινή δεύτερη ανάσταση, την καρνάσταση (παραφθορά από την Νεκρανάσταση, ανάσταση των Νεκρών). Ήτονε μαθές μέρα και ούλοι οι ντεληκανήδες είχανε την ευκαιρία να επιδείξουνε την τέχνη τωνε. Από την κολύμπα και του Καραϊσκου το σπίτι μέχρι τον Αι Λευτέρη, γινότανε από τη μιά η λειτουργία και από την άλλη το βορβαδισμένο τοπίο με τα χιλιάδες υπολείματα από τα σκασμένα σκλαπατζίκια, σε ούλο το οδόστρωμα. Σαν θορυβοποιά κατασκεύασματα, τα σκλαπατζίκια ήτονε ακίνδυνα, δεν θυμούμαι κανένα ατύχημα από δαύτα, και αρκετά αποτελεσματικά. Αρκετά χρόνια μετά αντικατασταθήκανε από τα καβαλάκια και ότι άλλο διαθέτει το εμπόριο.

Δ. ΤΑ ΜΑΚΑΡΟΥΝΙΑ

Δεν ήμουνε από τσοι …ελευθέρας βοσκής στα παιδικά μου χρόνια, άμα θελα ξεμακρύνω το σκοινί, ο κύρης μου, μου το κόνταινε δεόντως, μα πολλά κοπέλια, είναι αλήθεια πιό παλιά από μένα, εκάνανε εξστρατεία αθο τα Πιτσίδια, Ντυμπάκι, αγιά Γαλήνη, γιά αν προμηθευτούνε γι μπαρούτι, γι μακαρούνια. Αυτά τα παίρνανε από Γερμανικά πυρομαχικά και νάρκες που είχανε εγκαταληφθεί. Ηλεγέ μου η…. πως είχενε ο κύρης τση ακόμη ενα κοπέλι, Αντωνιό το λέγανε, και επήγε το κοπέλι και φόρτωσε κειανα μιγωμάκι μπαρουτάσκαγα και εγιάγερνε στο χωργιό. Αθό ντον Αι Σπυρίδωνα ή τον Αι Βασίλη, εκειά πούτανε το κοπέλι καθισμένο σελάδικα στο γάιδαρο, ήναψε φαίνεται κειανά τσιγάρο και επήρανε τα μπαρουτάσκαγα φωθιά και πάει το κοπέλι…..

Πρέπει να γενίκανε αρκετά ατυχήματα αθο ντο Ντυπάκι μετά την κατοχή, εγώ δεν τα πρόφτασα, το μόνο όμως που θυμούμαι και έχει να κάνει με τα Πασχαλιάτικα έθιμα τσ΄εποχής μου, ήτονε ο θάνατος ενός συνήλικού μου κοπελιού, του Δόξα, απούχει το φούρνο στσοι Μοίρες. Ο κύρης του είχενε πρωτοφτιάξει το φούρνο ντως κατά το 1960, μετά το μοναδικό φούρνο του Αλεξανδράκη, και επήγαινε φαίνεται με καμπόσα άλλα κοπέλια κατα την Μεγάλη Τετάρτη γι Πέμπτη, να βγάλουνε πυρομαχικά από το Λαβύρινθο από πάνω από το Καστέλι. Το κοπέλι του Δόξα εσκοτώθηκε, και σαν να μου φαίνεται πως επήγε και κιανανάλλο, δεν είναι σίγουρος….

Τα μακαρούνια ήτονε στο σχήμα των σημερινών μακαρονιών με τρύπα, χρώματος μελί σκούρου. Δεν κατέχω είντα σόι βόμβες είχανε και ήτονε οπλισμένες με αυτό το υλικό, Οι επιτείδιοι επηγαίνανε και εβγάζανε τα καψούλια και τσοι μηχανισμούς πυροδότησης, και αδειάζανε τσοι βόμβες και επουλούσανε τα μακαρούνια. Άμα θελα τα ανάψωμε από τη μιά μπάντα τα μακαρούνια και τα πιέζαμε σε κειανα τσοίχο από την μπάντα που εκαίγουντανε, αυτά δεν έσβυναν, αλλά εκανανε συνεχώς εκκρήξεις καιγόμενα λίγο-λίγο. Αυτές οι εκρήξεις ήτανε ο λόγος που ετρέχανε και τα μαζώνανε για να κάνομε σαματά τη Λαμπρή.

Ε. ΟΙ ΓΟΥΡΟΥΝΕΣ

Με αυτό το …ποιητικό όνομα είχαμενε φωρτώσει δυο πράματα στην εποχή μου: Ένα παιγνίδι με μαγκούρες, και ένα είδος Λαμπριάτικων εκκρηκτικών, όπως παρακάτω:

Η γουρούνα, ήτανε σαν βόμβα, μιάς και εβάναμε αρκετό μπαρούτι σε κουτιά από γάλα και τα κουρκουνούσανε μέχρι ναγενούνε βώλος. Το βώλο εβάναμε σε άλλο, πιο μεγάλο κουτί, το ξαναζουλούσαμε, και ξανά το ίδιο καμπόσες φορές, μέχρι να γενεί μιά αρκετα χοντρή βόμβα, η γουρούνα. Με μιά τρύπα και ένα φτίλι την πυροδοτούσαμε. Κειαμιά φορά αντί μπαρούτι εβάναμε δυναμίτες, που τσοι χρησιμοποιούσαμε για ν΄ανοίγομε πηγάδια ή να σκίζομε τσοι χοντές ελιές.

Συνήθως οι πρόγονοί μας είχανε την τιμητική τωνε με τσοι γουρούνες. Και για εξηγούμαστε:

Απέναντι από τον Άι Λευτέρη ήτονε το εγκαταλελειμένο Παλιό Νεκροταφείο του Πετροκεφαλιού . Είχενε βέβαια γενεί η επιβαλόμενη μεταφορά των οστών στο Καινούργιο νεκροταφείο, μα όλο και κάτι εξέμενε στσοι ανοιχτούς τάφους. Εμείς κοπέλια, εμπαίναμε και τα χαζολογούσαμε, μα πιό πολύ ήρχουντανε μιά εποχή καμπόσοι Γαλιανοί και εβγάνανε Ασκοτυζάρες και εταϊζανε στοι γουρούνες (πραγματικές, χοιρομητέρες) τωνε. Το παλιό νεκροταφείο πρέπει να κλεισε το 1936, και ανε θυμούμαι καλά από ότι μου διηγιότανε, πρέπει νάπεσε μιά γερή γρίπη και εθέρισε πολύ κόσμο. Αναγκαστήκανε το λοιπός οι χωργιανοί και ανοίξανε καινούργιο νεκροταφείο εκειά που είναι εδά, μιας και το παλιό δεν έφτανε. Το παλιό νεκροταφείο έπιανε το μισό σημερινό πάρκο και γήπεδο μπάσκετ. Είχενε και ένα χωνευτήρι δίπλα στο δρόμο, πούχανε αφήσει το πατέρα του Μιχάλη του Σωμαρά, γιατί δεν είχενε λιώσει. Οντετονεξεθάψασιν, τον αποθέκανε άλιωστο στο χωνευτήρι. Δεν ήτονε παραπάνω απο πενήντα μέτρα από το σπιτι του κυρού μου, και εγώ κοπέλι πράμα 3-4 χρονών, έπρεπε να πηγαινορχομαι νύχτα-μέρα δίπλα από τον άλιωστο για να πάω στο μαγαζί να πουσουνίσω, να φωνιάξω του κυρού μου από το ντουκιάνι, να κάμω κειμιά παραγγελιά τση μάνας μου. Ενώ είχανε περάσει 15 χρόνια αχρηστείας του Νεκροταφείου, ο γέρο Σωμαράς ήτονε εκειά άλιωστος και αγέρωχος να ταραχά την ψυχή μου…. Το νεκροταφείο αυτό το χαλάσαμε εντελώς, κατά το 1957-58 οντενάσινίσανε να χτίζουνε το σημερινό Δημοτικό:

΄Ηρθενε ο Παπα Κωστής, εξανάψαλε ντως για τελευταία φορα το τρισάγιο και αρχινίσαμε να βγάνομε τσοι πέτρες, μιάς και τα μνήματα ήτονε ούλα χτιστά, ενώ πελεκητές ήτονε και οι πλάκες που τα σκεπάζανε. Είχαμενε και ένα κόκκινο ανατρεπόμενο φορτηγό, του Σπιθάκη από τα Πιτσίδια, και εφορτώναμε τσοι πέτρες και στοι πήγαινε στο σκολειό. Θυμούμαι ακόμη οντενεσκάβαμε τα θεμέλια του σκολειού με το Γιαννιό του Τσουροστελιανού (Ιωάννης Στυλ. Σπυριδάκης 1946) που εσκάβαμε μαζί, εγώ μαθητής του Δημοτικού ακόμη και αυτός μόλις κεσκολισμένος, και έκανε τα μεροκάματα του κυρού ντου. Εκειανά τα χρόνια μαθές για να κάμει μια κοινωνία καλιμέντο εμαζώνουντανε οι γιαθρώποι, αποφασίζανε πόσα μεροκάματα θελακάμει ο καθαγείς τζαμπα, για το κοινό καλό. Σήμερο οι πονηροί πολιτικάντηδες μασε βάζουνε φόρους 100, τρωνε (διαχειριζόμενοι τάχατες) τα 90, «εγγράφουν» δια έργα στην τοπική κοινωνία 10, και εντέλει φτιάχνουν με εκείνο το ένα εκατοστό των φόρων, τα «έργα» που ούλοι αποθαυμάζουμε….

Όσα κοπέλια το λοιπός είχανε γουρούνες εκαβαλούσανε το μπεντένι του νεκροταφείου και εβάνανε τσοι γουρούνες μέσα στα ανοιχτά μνήματα. Είχανε βέβαια και τον του ντως να μη μισερώσουνε κειανένα γιατί στην κοινωνία είχανε πλήρη την ευθύνη των όσων εκάνανε…

ΣΤ. Ο ΙΟΥΔΑΣ.

Μια σωστή εκκλησία πρέπει να φροντίζει σωστά το κουράδι τζη (με συγχωρείτε, το ποίμνιό τζη ήθελα να πω, να μην μασε προσβάλω…) Σαν σωστά ζωντανά πούμαστανε ετοτεσάς, (για εδά, ας το αποφασίσει ο καθένας για πάρτη ντου), είχαμε κατά το έθιμο τση εκκλησίας μας τον αποδιοπομπαίο τράγο μας, κάπου να ξεσπάσωμενε βρέ αδελφέ κάποιος έπρεπε να φταίει, κάποιος να πλερώσει τη νύφη. Και μιάς και δεν ήτονε πρεπούμενο να μοιάζει ο ένοχος με την απέθατη εξουσία, θρησκευτική γιά πολιτική, αυτός που θα πλήρωνε τη νύφη είχανε κανονίσει νάναι ενας Φραγκοφονιάς, τριάντα Αργύρια επήρε, λένε, ο φουκαρας ούλα κιούλα…. Μας εποτίζανε το λοιπός με απέραντο μίσος για τον καταδότη, οπότε απαλλάσσαμε και το δικαστη και τον εκτελεστή….. Είχαμενε λοιπόν μέγα μίσος για τον Ιούδα και εκειά έπρεπε να ξεσπάσομε…. Όσο επλησίαζε τη βραδυά τσ’ Ανάστασης τόσο τα κοπέλια εκαταστρώναμε σχέδια, εκάναμε πλάνα επιδρομών σε ότι μπορούσε να καεί να φτάσουνε οι φωθιές στα μεσούρανα να αναγασλιάσει η ψυχούλα μας, που επήραμενε την εκδίκηση μας από τον προδότη τον Ισκαριώτη….

Εκανονίζαμε λοιπόν από που θελα μαζώξουμε αγριοκάλαμα που εκόβανε οι αθρώποι από τ΄αμπέλια ντωνε, απο που θελακλέψωμε σπασμένους κλάδους από τσοι μεγάλουρες χοντρολιές, από που θελα αρπάξωμενε από κανα καλονυκοκύρη καμπόσια δεμάθια κλήματα. Τα κλήματα μετά το κλάδεμα των αμπειλών τα φέρνανε οι αθρώποι στα σπίθια ντωνε για να καταστένει η κερά ντως το τσικάλι, αλλο καύσιμο δεν είχανε.

Θυμούμαι μιά βολά, θάτανε την εποχή του 1955-60, τη ….συμμορία τσ΄εποχής, πούχενε καταστρώσει σχέδιο να κλέψει τα κλήματα του Παζούρη. (Φαίνεται πως ο μακαρίτης ο Κωστής (Καλοχριστιανάκης του Μιχαήλ) τάθελε και τσοι νημάθιε στοι ντεληκανίδες. Είχενε παληά το μπακάλικο και δίπλα μια αυλόπορτα και μιά εσωτερική αυλή πούχε τα κλήματα και πείραζε τη μαρίδα πως δεν μπορούσαν να του τα πάρουν. Φαίνεται, πέντε λεπτά πριν πει ο παπά Κωστής το Χριστός Ανέστη στην αυλή του Αγίου Πνεύματος, η συμμορία είχε καταστρώσει σχέδιο και ανέβηκε στην ταράτσα, αλλοι μπήκανε στην αυλή και οι αποδέλοιποι κάνανε αλυσίδα μέχρι τη μέση τση πλατέας, που είτανε τα υπόλοιπα ξύλα του Ιούδα. Μόλις έπεσε το σύνθημα τα δεμάθια τα κλίματα μεταφερόντουσαν σαν αστραπή από την αυλή στο δώμα και απο κεια στη μέση τση πλατέας που ήδη είχε λαμπαδιάδει με το πρώτο Χριστός Ανέστη…. Επήρε ντο βέβαια και ο Κωστής απόφαση, και το φχαριστήθηκε τουλάχιστο…

-Να μασε δόσεις θες μπάρμπα το κάρο να φέρομε ξύλα για τον Ιούδα; -Εκειε από πίσω στο σταύλο τόχω και αγωμέτε να το πάρετε όντε θέτε…. Ήντονε μαθές ντροπή για τσοι νοικοκύρηδες να μη βοηθούνε στην παράδοση και τα έθιμα του χωργιού…

Επιστρατεύανε τα κοπέλια το Κάρο του Παζούρη και του γιατρού του Μιχελινάκη και το κολοσέρνανε πέρα πόδε και όπου θελαβρούνε ξύλα τα φορτώνανε στο κάρο και ούλοι μαζί με φωνές και σαματά έφερναν επι μέρες το πολύτιμο φορτίο στη μέση τση πλατέας… Ο Ιούδας άναβε με το πρώτο Χριστός Ανέστη έκαιγε μέχρι αργά την ημέρα τσ’ Ανάστασης. Το πρόβλημα παρουσιάστηκε αργότερα, όταν ο πολιτισμός με τη μορφή των καλωδίων της ΔΕΗ, μας άφησε μιά χρονιά (1982;) σχεδόν χωρίς Πασχαλιάτικο τραπέζι, αφού οι φωθιές του Ιούδα έκαψανε τα καλώδια της ΔΕΗ (!). Νάνε καλά ο Μανώλης ο Τροζόλας (Εμμ Γεωργίου Τσικνάκης 1952) που έχοντας σχέση και θέση με την επιδιόρθωση του δικτύου της ΔΕΗ, μας έβγαλε γλήγορα από τη δύσκολη θέση, αποκαθιστώντας τη βλάβη….

Ζ.ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΑ ΜΑΤΑΛΛΑ

Ακόμη και σήμερο η Μεγάλη Παρασκευή είναι μέρα αργίας και περισυλλογής. Εκείνα τα χρόνια μούμεινε το αίσθημα πως ήτονε μέρα και αυτοτιμωρίας, για να βιώσουμε προφανώς καλλίτερα το θείο πάθος. Δεν ετρώγαμε θεοτικά τσ’ άλλες μέρες, μα τη μεγάλη Παρασκή το κακό επαραγίνουντανε. Ήπρεπε λέει να περιμένομε μέχρι τση 12 ή ώρα να κατεβάσουνε το Χριστό από το Σταυρό, και μετά να φάμε κάνα λεμόνι με ξύδι, συμπάσχοντας…., μουδέ λάδι δεν επιτρεπότανε.

Θάτανε γύρο στο 1953-55, και η μάνα μου μαζί με άλλες γειτόνισσες αποφασίσανε να πάνε στο εκκλησάκι των Ματάλλων ν’ ανάψουνε τα καντήλια και να θυμιάσουνε. Ήτονε ένας συνηθισμένος τρόπος να ξεφεύγουνε οι γυναίκες, από κοριτσόπουλα μέχρι και παντρεμένες, από τη ρουτίνα τση καθημερνής ζωής, αλλά και από την «επιτήρηση» των αντρών. Όχι πως υπήρχε δόλος, αν και γινότανε και αυτό καμιά φορά, αλλά ήτανε μια ευκαιρία αλλαγής, παρέας συζητήσεων και γιατί όχι, και κουτσομπολιού.

Δεν πρέπει νάχενε ανοιχτεί δρόμος για τ΄αμάξα, μέχρι τα Μάταλλα. Τα Μάταλλα εκειανά τα χ΄ρονι είτονε ένα ήσυχο λιμανάκι, με τσοι σπηλιές του, χωρίς σπίθια, ένα ερημικό εκκλησάκι, και φυσικά μιά παραλία. Δε θυμούμαι κιαολιάς ανείχενε πηγάδι με νερό γι΄το κουβαλούσαμε από τη Πιτσιδιανή βρύση.

Οι αθρώποι πούχανε αθρητικά, επηγαίνανε στα Μάταλα τσοι καλοκαιρινούς μήνες και εκάνανε θεραπείες σκεπάζοντας το σώμα ντως μέχρι το λαιμό στην άμμο. Μπορεί τα πρώτα χρόνια που αρχινίσανε οι σύγχρονες οικοδομές, με τη βοήθεια του ασβέστη και του τσιμέντου, να παίρνανε άμμο τα φορτηγά από την παραλία των Ματάλλων για τα γύρο χωργιά, αφού στο μεταξύ ανοίχτηκε ο δρόμος. Βέβαια, οι αμμοληψίες εκεινισάς τσ΄έποχής είτανε μιαολά ζόρικες. Ανε βγάλει κειανείς το αυτοκίνητο του Σπιθάκη, που είτονε ανατερπόμενο, πιό παλιά το πρόβλημα είτονε διπλό: Είπρεπε να βρεθούνε 3-4 μπρατρωμένοι και με τσοι παλάμες να γεμώσουνε την καρότσα άμμο, και πάλι με τσοι παλάμες να την αδειάσουνε στο σπίτι απού θελα χρησιμοποιηθεί…

7. ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΕΣ, ΟΙ ΜΑΣΚΑΡΑΔΕΣ (του 1960)

Σκέφτομαι ντο ετσέ, σκέφτομαι ντο κιαλιώς, και δε ξελαγαρίζω πράμα… Ο άθρωπος είναι άλλο πράμα… Ως κιανε τονε στραπατσέρνει η ζωή αυτός ντελόγο στέκεται ορθός, σα ντο κάτη, απούλεγε και παππούς μου…

Θυμούμαι εκειανά τα χρόνια, εκειά κατά το καθάρισμα από τα΄αγριολκάλαμα των αμπελιών, τα αμπεκοσκάματα και τσοι μασκαράδες… Ετύχαινε μπάρεμ να πέφτουνε κοντά-κοντά και τα δυό, και μασε θώργιες ούλη την ημέρα να τρέχομε να τα προκάμομε ούλα: και το πρωί στο σκολειό, να πάμε να κόψομε καμπόσα καλάμια από τ΄αμπέλια από τα καμαράκια και τσοι καλαμιάρηδες, και νάχομε και το νου μας να ξεσουβιαστούμενε να γιαγύρομενε πριχού σκοτεινιάσει, να προκάμομε, γι να μασκαρευούμενε οι ίδιοι γι τουλάιστο να προκάμομε να δούμε τσοι άλλους μασκαράδες. Και να σκεφτεί κειανείς πως οι δρόμοι και τα σοκάκια είτονε θεοσκότεινα, οι δρόμοι είτονε αλλού λακούβες κι΄αλλού παπούργια, και ακόμη και το λαδοφάναρο είτονε πολυτέλεια, μόνο σα θα λα θέμε να κάνομε κιαμιά ψιλοδουλειά το ανάβαμενε. Εγυρίζομε τσοι γειτονιές τα μεσάνυχτα, και πίσσα σκοτίδι, μα μαστονε μαθημένοι σαν νάτονε μέρα-μεσημέρι.

Το όνομα Καλαμιάρης είτονε όνομα και πράμα που λένε… Είτανε ένα είδος άχρηστων καλιαμιών, άγρια που δεν ωφελούσανε πραγματικά πουθενά. Μουδέ τα ζώα τα τρώγανε, μουδέ για κάποιο είδος καλαμωτής ή φράχτη έκαναν, και από την άλλη μας ετζιμπούσανε τα παντέρμα, που άμα θελα βάλει κειανείς τσοι ατζιγκνίδες, τσοι μπαμιεδιές και τ΄αγριοκάλαμα σε ένα κοπέλι να διαλέξει με ποιό να το βασανίσουνε, δεν κατέχω ποιο θελαβγάλει χειρότερο από τάλλα… Τα αγριοκάλαμα εφυτρώνανε σχεδόν ένα μέτρο βαθιά στο έδαφος δεν ξεριζωνότανε, απλά τα κόβαμε και σε ένα δυο μήνες εξαναφυτρώνανε… Ήβανε μα ς το λοιπός ο κύρης μας πριν να κάψωμε τ΄αμπέλι, να πάρωμε ένα τζαπράζι και να κόψομε τά καλάμια πούτανε δάσος, 1,5 μέτρο ψηλά…. Τα μεσοξεραμένα καλάμια τα μαζώναμε και τα κουβαλούσαμε τα κοπέλια, στον Ιούδα που εκαίγαμε κάθε Λαμπρά στην πλατέα του χωργιού.

Οι Απόκριες εκειανά τα χρόνια είτονε μια αφορμή να ψευτοκαλοπεράσομενε, σύμφωνα με το χριστιανικό έθιμο… Οντενε πιάναμε το λοιπός το τριώδιο, επεριμέναμενε τοι τελευταίες Κυριακές πριν την τελευταία Κυριακή τση μεγάλης Αποκριάς την τυρινή και την κρέτινη απούλεγε η μάνα μου. Από την αυτές λοιπόν αρχινούσαμενε και εψευτομασκαρευόμαστανε, μα το αποκορύφωμα είτονε τσοι μεγάλες αποκρές…. Ετοτεσάς εμαζώνουντανε τα σόγια και αποκρυγιώνανε μαζί. Εμαγειρεύανε οι νοικοκεράδες, τα διάφορα είδη φαγητών, με κρεατικά από την οικιακή οικονομία. Εϊναι αλήθεια βέβαια πως εκειανά τα χρόνια τα κοτόπουλα είτονε ισδύναμα, ποιοτικά με τά άλλα είδη κρέατος μιάς και είτανε αγνά και οικόσιτα. Κουνέλια λοιπόν και κοτόπουλα από κρεατικά, διάφορα είδη ζυμαρικών, πιταράκια σαρικόπιτες και σαν γλυκό ένα είδος περίπλοκου φαγητού-γλυκού ο τζουλαμάς, μάλον τουρκικης προέλευσης, συμπληρώνανε το αποκριάτικο τραπέζι. Και μιάς και ο βιολογικός κύκλος των ανθρώπων τση εποχής είτονε κανονισμένος με το φώς τση μέρας, το Αποκριάτικο τραπέζι εξεκίνα νωρίς, και μέχρι τσ’ εννιά το βράδυ είχενε τελειώσει. Φυσικά, το τραπέζι είτονε πλούσιο, τόσο πλούσιο, που τα φαγητά περίσσευαν, κατά προκλητικό για την εποχή τρόπο…. Μάλιστα, είχαμε το δικαίωμα να ξυπνήσωμε μέχρι τις δώδεκα παρά κάτι να ξαναφάμε… Όμως από κει και μετά τέρμα… Την επομένη,καθαρά Δευτέρα, είτνε όνομα και πράμα…. Τα παντός είδους κρεατικά έπρεπε να πεταχθούν στο πυρ το εξώτερον, Όλα τα λεριά έπρeπε να εξαφανιστούνε από το σπίτι, και να βολευτούμε, παρά την πείνα μας, με κανα κρεμύδι, λίγες ελιές, όσπρια βραστά χωρίς λάδι κπλ. Όταν καλυτερέψανε λίγο τα πράγματα μπήκε στο σιτιρέσιό μας και ο χαλβάς και ο ταραμάς, ενώ τα σημερινά νηστίσιμα θαλασσινά κλπ μας ήταν σχεδόν άγνωστα.

Το δεύτερο μέρος τσ’ αποκριάς είτονε φυσικά οι μασκαράδες. Και βέβαια μη φανταστεί κανείς πράμα φορεσιές, σχετικές με την διεθνή επικαιρότητα, το θεματολόγιο είτονε περισσότερο για να γελάσουμε και να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα μας, σύμφωνα με το : « Τσοι μεγάλες αποκρές, κουζουλαίνουνται κοι γρές, και την Καθαρά Δευτέρα…» Έτσι το βρισκούμενο πιλοτσίκαλο είχενε μισό πόντο καπνιά, εύκολο υλικό να μουτζουρωθεί ο καθένας, και από κεια και πέρα, είτανε θέμα φαντασίας και οργάνωσης. Το βράδυ τσ΄αποκριάς εγυρίζαμε από τόνα σπίτι στάλο μασκαρεμένοι, πατούλιες-πατούλιες, μετά το φαί. Την Καθαρά Δευτέρα, ανάλογα με τα κέφια και τσοι συνθήκες (τον καιρό), γινότανε μεγάλο γλέντι στην πλατέα, με πρωταγωνιστές τσοι μεγάλους και κατά τα άλλα σεβάσμιους νοικοκυραίους, που τηρώντας το έθιμο το ρίχνανε έξω.

Ένας παράγοντας είτανε ο καιρός, πούπρεπε νάναι καλός για να μπορεί να γενεί υπαίθρια διασκέδαση. Άλλος παράγοντας είτονε να μην έχει συμβεί κανένα δυσάρεστο γεγονός κατακοντίς, για νάναι κειανείς ετοιμοθάνατος. Εγροίκας το λοιπός τσοι πιά μεγάλους «Δεν θακάνουνε πράμα τσ’ αποκρές γιατί η πεθερά τση συνυφάδας μου είναι στα τελευταία τζη, εκειά κάθεται το μισό χωργιό και τηνε ξενυχτά και τηνε περιμένει, είντα κέφι νάχουνε για χορούς και πανηγύργια… ».

Άμα λοιπόν είχανε κέφια οι διάφορες ομάδες εκαταστένανε τα με τη σημερινή λογική θέματα και τα περιπαίζανε. Μια Καθαρά Δευτέρα ερχόμουνα νωρίς νωρίς 3-4 η ώρα το απόγευμα, έφερνα τα ζούμπερα του κυρού μου από τα Καμαράκια, και επέτυχα καμπόσους να διακωμοδούνε μια κηδεία. Είχανε πάρει μια μεγάλη ξύλινη σκάλα είχανε θαπλώσει τον «πεθαμένο» και τονε γυροφέρνανε στο χωργιό και γύρο γύρο οι ….μοιολογίστρες να δέρονουνται και να μαδιούνται «Εμάκρυνες και ξάπλωσες ντελή μου… και δες βάνει η κάσα λέω τσελεπή μου…» Αν θυμάμαι καλά, το Ρωσσάκι πρέπει νάνανε τον …πεθαμένο, μιάς και δεν έπιανε μουδέ δεκαπέντε οκάδες συνάνταρο, κατά πούλεγε κι΄ο Πετρομανώλης…Μετά από λίγη ώρα στην πλατεία του χωργιού η παράσταση συνεχιζόντανε με επίκεντρο τον Παζούρη…. Δεν θυμούμαι όμως λεπτομέρειες… τον παντρεύγανε; (είτονε εργένης ο μακαρίτης και τονεπειράζανε μια μπατούλια φίλοι ντου). Φυσικά και η αναπαράσταση τση καμήλας με τη βοήθεια μιάς γαϊδουροκεφαλής είτανε ένα εύκολο θέμα για να γελάσουνε και να διασκεδάσουνε τους φόβους τους από θηρία και τέρατα οι ανθρώποι τσ΄εποχής μου…

6. ΑΜΠΕΛΙΑ, ΑΜΠΕΛΙΚΟΙ, ΣΤΑΦIΔΑ.

Θυμούμαι τα μικρά μου χρόνια, άνοιξη καιρού, που αρχινούσαμε τσ’ οξωτάρικες δουλειές, με πιό σημαντική εκειανά τα χρόνια να καταστένομε τ΄αμπέλια.
Δεν κατέχω κιαολιάς πως ο αγροφύλαξ, ο αγροφύλακας, (ο δραγάτης σε άλλα μέρη) στον τόπο μας λεγότανε συνήθως αμπελικός. Πάντως φαίνεται πως είτονε κύρια δουλειά του αγροφύλακα στα μέρη μας να μην γίνονται ζημιές τόσο στα κλήματα όσο και στα σταφύλια από τσ’ αθρώπους και από τα έχνη…. Ίσως γι΄αυτό και επικρτούσε το όνομα αμπελικός.
Μπορεί σήμερο νάχει ξεπέσει η σταφιδοκαλλιέργεια, μα στα μικρά μου θυμούμαι πως η, ας την πούμε καταξίωση του νοικοκύρη, τσ’ εποχής στον τόπο μας, είτονε και το «πόσες κουρμούλες αμπέλια» είχενε… Από μιά τσζ’ αρχής τα Μαλεβυζώτικα κρατούσανε τα σκήπτρα σε ούλη την Κρήτη, και ποιοτικά και ποσοτικά, μα κι΄ο τόπος μας τα κατάφερνε αρκετά καλά. Τα αμπέλια μας είτονε υποχρεωτικά ποτιστικά για τί είχενε μεγάλες κάψες, και η ζώνη με τ΄αμπέλια είτανε απ΄τα Περαλήθινα μέχρι την Πόμπια και μέρος του Πετροκεφαλιού, απούχενε νερό για πότισμα. Βέβαια η αμπελοκαλλιέργεια στην κάτω Μεσσαρά είτονε αρκετά δύσκολη, μιάς και τ΄αμπέλια εθέλανε ολοχρονίς του χρόνου το αφεντικό από πάνω ντως. Στην περιοχή μας όμως ένα παραπάνω. Μεργιά τα χωράφια πούτανε βαριά, μεργιά τα ζιζάνια και η υγρασία, που εβοθηούσανε τσ’ αρώστιες τ΄αμπελιού, μεριά οι αλλαγές τση θερμοκρασίας, την άνοιξη παγετός, το κράι, και το καλοκαίρι Λίβας, εθέλανε τοι καλλιεργητές σε μόνιμη επιφυλακή. Από την άλλη υπηρχανε και αρκετά εξοδα που δεν εμπόργιε να τα αποφύγει κειανείς τ΄απίργιασμα, τη μπλάβη πέτρα, και καμπόσο λίπασμα, αλλοιώς τ΄αμπέλι, που δεν είτονε σαν την ελιά, καλιμέντο δεν έκανε…. Ελέγανε το λοιπός οι γιαθρώποι, ( αυτοσαρκαζόμενοι ουσιαστικά) αναμεταξύντωνε:

«Απούχει θηλικό παιδί και σουλτανί αμπέλι // θα πυρπυρίζει ο κώλος του ωσάν του Πιπινέλη…»

Και το μεν θυλικό κοπέλι είτονε κατά τα Ελληνικά έθιμα πρόβλημα στην αποκατάστασή του με την ανάγκη τση προίκας, το σουλτανί αμπέλι δεν είτανε άλλο από το αμπέλι που είχαμε για τη σουλτανίνα σταφίδα, και τρέμαμε ολοχρονίς , μέχρι να τελειώσει καλά η παραγωγή…..ο δε Πιπινέλης ήτανε ένας δεξιός πρωθυπουργός τσ’ εποχής του 1960, που προσπαθούσε να βολέψει τσοι βασιλικές απαιτήσεις μα δεν τούβγαινε και του κάνανε στραπάτσα οι αντιβασιλικοί…και φυσικά εζορίζουντανε…
Στα μέρη μας οι δουλειές τ΄αμπελιού αρχινούσανε κατά το Φλεβάρη-Μάρτη, πούπρεπενε να καθαρίσομε και να κλαδέψωμε τ΄αμπέλια. Επρεπε μετά να τα καθαρίσομε από τα αγριοκάλαμα, μια δουλεια που μόνο στα Πετροκεφαλιανά την είχαμενε, μιάς και τα καλάμια εφυτρώνανε εκεια πούχενε πολύ νερό. Δεν είτανε τυχαίο πως το κομμάτι αναμεσός Πόμπιας και Πετροκεφαλιού το λέγανε Καμαράκια και συνέχεια Καλαμιάρη…. Καλάμια στον τόπο μας είτανε τριώ λογιώ:
Α.Τα γνωστά μεγάλα καλάμια. Αυτά εφυτρώνανε όπου τα φυτεύαμε κυρίως όμως στις όχθες του Γέρο ποταμού. Μασε χρησιμεύανε για να ραβδίζομε τσ’ ελιές, να κανομε καλαμωτή πάνω από τα δοκάργια των σπιθιώ, απούτανε και η εσωτερική όψη του ταβανιού εκειανά τα χρόνια. Απάνω από τα σφιχροπλεμένα καλάμια εβ΄ναμε λάχαρες, καία πό πάνω χώμα, και τελεφταίο στρώμα πούπεφτε το νερό εβάναμε λεπίδα. Αλλη χρησιμότητα ε΄τανε να στεργιώνουμε φυτά που δεν θεέλαμε να κουμπούνε στο έδαφος όπως οι φασολιές και οι ντοματιές, αγγουριές και πιπεργιές.
Β. Τα μεροκάλαμα. Είτονε καλάμια μέτρια 1-2 μέτρα υδροχαρή, απουδεν είτονε και πολύ ενοχλητικά, και εφυτρώνανε κοντά στσοι ποταμέίδες με τα τερχούμενα νερά.
Γ. Τα αγριοκάλαμα, 1-2 μέτρα μεγάλα, που εφυτρώνανε σε χωρα΄για με πολύ νερό,επηγαίνανε 1-2 μέτρα βαθος στη γη και εφτιάχνανε υπογειο δίκτυο. Δεν εμπορούσαμε να τα ξεκάνομε με το να τα κόψωμε για τί ξαναφυτρώνανε μεσα σε 1-2 μήνες, από παντού. Επρεπε το λοιπός καθε ντάι ντάι να τα κοβομε, οντεθελασκάψωμε και οντεθελατρυγούνενε τ΄αμπέλια. Το κακό με τ΄αγριοκάλαμα είτονε πως είχανε τσίτες και ειδικά για μάς τα κοπελάκια δεν είτονε χειρότερη δουμιά απου τον αμασε πέψει ο κύρης μας με ένα τσαπράζι μα πάνα κόβομε από τ’ αμπέλι καλάμια… Καλά -κακά τα κόβαμε νε και τα βγάναμε γύρου-γύρου στ αμπέλι που εξαιρένουντανε και τα καίγαμενε. Πολλές φορές τα κοπέλια τα παίρνανε και τα πηγαίνανε στο «Ιούδα» που εκαίγαμε στην πλατέα του χωργιού τη Λαμπρά…Πολλοί εκρατούσανε τα καλάμια και τάχανε για να τα καψουνε όνενείπεφτε το τρομερό κράι:
Κράι. Ετσά ελέγανε στα χρόνια μου τον παγετό στον τόπο μου. Μιάς κείτανε πεδιάδα, οντεθελακάμει ξαστεργιά, από τσύστερις του Φλεβάρη και μετά, η θερμοκρασία έπεφτε κάτω από το μηδεν και επάγωνε και κατάστρεφε τα μάθια του αμπελιού. Εγροίκας το λοιπός τσοι πιό μεγάλους, και εστιφοκολιάζανε στα καφενεία, και ενηματούσανε ο γεις τον άλονε μπας και θελα μπορέσουνε να αποτρέψουνε την καταστροφή των αμπελιών: « Νά σηκωθούμενε κακομοίρηδες ούλο το χωργιό στσοι 2 η ώρα, να πάμε ν΄αναψωμε φωθιές στο λιβάδι γύρο-γύρο από τ΄αμπέλι ντου ο καθένας, να μη μας το κάψει το κράι». Πραγματικά, ένα στρώμα καπνού εκάλυπτε την πεδιάδα, ελάτωνε την ακτινοβολία της θεμότητας από τη γή και που και που οι ζημιές δεν είτανε τόσο καταστροφικές για τα αμπέλια…
Οι πιά μερακλήδες, κατα το Νοέμβρη Δεκέμπρη εξελακίζανε τά αμπέλια και τα καθαρίζανε, μα στα μέρη μας με τα πολλά νερά είτονε μιαολιά δύσκολο να μπει κανείς στ’ αμπέλι τη βαροχειμωνιά το Δεκέμπρη Γενάρη… Τέλη Φλεβάρη αρχινουσαμε το καθάρισμα και το κλάδεμα, ούλοι οι καλιεργητές είτονε και κλαδευτήδες και ετοιμάζουντανε για τα αμπελοσκάμματα, απούτανε εκειανά τα χρόνια σεχδόν αποκλειστική δουλεια σε πολλά χωργιά, αν και στο Πετροκεφάλι αρχινούσανε σιγά σιγά την ίδια εποχή να καταστένουνε και τα πρώιμα κηπαλάκια για να φυτέψουνε αγγούρια και κολοκύθια.
Τα αμπελοσκάμματα εκρατούσανε και μετά τη Λαμπρή, μιλούμενε για το πρώτο σκαπέτι, γιατί οι πιό μερακλήδες,εκάνανε και το διακάφισμα, δηλαδή μέο πιό ελαφρύ σκάψιμο για να ξεκάμουνε όσα χόρτα είχανε φυτρώσει. Το Πετροκεφάλι είχενε περίσεμμα εργατικού δυναμικού, δεν είχε τόσα πολλά αμπέλια. Γι΄αυτό στ΄αμπελοσκάμματα πολλοί που δεν είχανε παρα δυο τριών εργατ΄ψων αμπέλι, επήγαιναν και δουλεύανε στα αππελοσκάμματα στα περαλίθηνα απούχανε περισσότερα αμπέλια. Εθώργιες τσοι το λοιπός πρωί πρωί τσοι ντελικανήδες πατούλιες πατούλιες με το σκαπέτι στον ώμο να τρέχουνε μιά ώρα δρόμο για τ΄αμπέλι τάαφεντικού, και το βράδυ, ώρα σπερνού, εγυρίζανε στο χωργιό. Πολλές φορές ωργανωμένες ομάδες εφεύγανε για καμπόσες μέρες στο Ηράκλειο, στη Χανιόπορτα και εκιά είτονε η αγορά εργασίας, όπου καταφτάνανε και οι Βαλεβυζώτες, συμφωνούσανε την τιμή και εφεύγανε για τα αμπέλια του Μαλεβυζιού για 10-20 μέρες.
Η παραπάνω δουλειά είτονε ευκαιρία για ένα καλό χαρτζιλίκι για τσοι ντελικανήδες τσ’ ΄εποχής, αν και πολλές φορές ακόμη και αμούστακα κοπέλια, επηγαίνανε για να εξοικονομήσουνε καμπόσα χρήματα… Εκειά τωσε συμπαραστέκουντανε οι φίλοι και τα αδέφοξάδερφα, μιάς και η ταχτική στ’ αμπελοσκάματα είτονε να παίρνει μια ή δυό σειρές κουρμούλες ο καθένας, και δίπλα του ο άλλος και ούτω καθεξής. Έτσι όλοι μαζύ έπρεπε να προχωρούνε. Αμα εζορίζουντανε κειανείς και έμενε πίσω, τονε βάνανε δυο καλοί φίλοι ή συγγενείς ντου στη μέση, και τον εβοήθα ο γεις από τη μιά πάντα και ο άλλος από την άλλη, και επροχωρούσανε ούλοι μαζύ…
Πολλές φορές οι νεαροί μεταξύ ντως εκάνανε τσοι δανεικάριδες, πα να πει, επαιρνε ο γεις τ’ αμπέλι του τάδε αποκοφτικό, ο άλλος κάποιο άλλο αμπέλι με τον ίδιο τρόπο, και μετά σκάβανε πρώτα το ένα και μετά επηγαίνανε στο άλλο…
Η λύτρωση ήρθε με το που κατάφθασε το πρώτο σκαφτικό μηχάνημα στην περιοχή. Σε πολύ λίγο χρόνο η περιοχή γέμισε με σκαφτικά από το 1962-1963 και εξής. Αυτό αυτόματα επειρέασε και τις μικρομεταφορές, μιάς και συνήθως το σύστημα γινότανε και μικρό ρυμουλό μιάς καρότσας που βολευόντουσαν τα προς μεταφορά, μέχρι και σήμερο.
Απίτις θαλα ξανοίξει ο καιρός και το αμπέλι εγέμωζε βλαστούς, αρχινούσανε και το βλαστολογούσανε και μετα το κουτσοκορφίζανε. Αυτές οι δουλειές είχανε σκοπό να κατευθύνουνε την τροφή-λίπασμα σε κλίματα που είχανε σταφύλια, και ακόμη να ετοιμάζουνε σωστούς βλαστούς για την επόμενη χρονιά… Αλλες δουλειές είτονε το απίργιασμα και το ράντισμα με μπλάβη πέτρα, και βέβαια το πότισμα στα αμπέλια απούτανε ποτιστικά.
Από τα τέλη του Αυγούστου και μετά αρχινούσανε οι ετοιμασίες για τσ’ οψιγιάδες, τον τόπο που έπρεπε να σάξωμενε για να απλώσωμε τα σταφύλια να γίνουνε σταφίδες. Τα πρώτα χρόνια τα πράγματα είτονε αρκετά δύσκολα… ¨Επρεπε ο καθένας να βρει ενα χωραφάκι πολύ κοντά στο αμπέλι του νάναι αδειο να το καθαρίσει και να το στρώσει όσο γίνεται σοβολο. Μετά αρχινούσε άλλη επιχείριση: Ούλο το καλοκαίρι ήπρεπε το αφεντικό μα μαζώνει τσοι ξεραμένες βουτσές από τα γύρο χωράφια. (Οι βουτσές είτανε τα ξεραμένα κόπρανα των αγελλάδων). Έπρεπε μετά να τσοι βαλει γι σε ένα πιθαράκι, γι σε ένα βαρέλι, γι φρασκί με νερό. Το μίγμα αυτο γινότανε ένας πολτός, που τονε στρόνανε στο σοβολεμένο κια βργμένο χωράφι, και αυτό έφτιαχνε μιά κρούστα που σε δυο τρεις μέρες ξεραινότανε, απάνω της δε απλώναμε τ α σταφύλια.
Αρκετά αργότερα, αρχισαν να κυκλοφορούν είτε εφημερίδες που δεν είχανε πουληθεί για διάβασμα, είτε ειδικά χαρτιά σε ρολό τα σταφιδόχαρτα, και τα απλώναμε στο στρωμένο χώμα και απάνω βάζαμε τα σταφύλια. Ακόμα αργότερα, για οικονομία χώρου και ταχύτητα σε κάθετους στύλους έβαλαν σειρές συρμάτων, όπου κρεμούσανε τα σταφύλια για ξήρανση.
Και μιάς και λέγαμε για το ζόρι των σταφιδοπαραγωγών, θυμούμαι φορές που μιά πρώιμη βροχή μπορούσε να καταστρέψει όλη την παραγωγή σταφίδας αν την εύρισκε απλωμένη στο έδαφος, οπότε οι κόποι μιας ολάκερης χρονιάς πήγαιναν χαμένοι
Η τελευταία φάση στην σταφιοακαλλιέργεια είτονε ο τρύγος και το άπλωμα τση σταφίδας. Εϊτονε μια συντονισμένη δουλειά, πούθελε πολλά χέργια ταυτόχρονα και παράλληλα, γιαυτό και είχενε από κείνα τα χρόνια επικράτησει η παροιμία πούλεγε « Θέρος τρύγος πόλεμος» παρομοιάζοντας τη δουλεια του τρύγου και του θέρους σαν πολεμικές προετοιμασίες….
Έπρεπε μιά ομάδα να κόβει τα σταφύλια , (οι τυγητάδες), κάποιοι να τα μεταφέρουν, (οι κουβαλητάδες), στον οψιγιά και εκεί ο ένας (ο αλουσουδιαστής) όφειλε να τα βάζει σε τρυπητά δοχεία, τα τσιγκάκια, να τα αλουσουδιάζει, δηλαδή να τα βουτά σε μια μεγάλη σαν βαρέλα, δεξαμενή την αλουσουδιάστρα, σε νεα μίγμα λαδιού ποτάσσας και νερού, και να τα μεταφέρει στον οψιγιά, όπου δυο γυναίκες (οι απλώστρες), εταχτοποιούσανε τα σταφύλια ώστε να τα βλέπει ο ήλιος και σιγα-σιγά, σε 6-8 μέρες, να τα αφυδατώνει και να τα μετατρέεπι σε σταφίδα.

5. Τα PARKING του 1960 στσοι Μοίρες… (Οι όρκοι)

Γροικώ και γούζουνται μια μπατούλια, πως δεν έχουνε που θα αφήσουνε το αυτοκίνητό ντωνε στσοι Μοίρες, οντεπάνε να καταστέσουνε τσοι δουλειές τως. Μιάς και οι θέσεις παρακαρίσματος είναι Δημόσιοι για Δημοτικοί χώροι, μούρθενε στο μυαλό τα πάρκινγκ τσ΄εποχής μου… Μα θα μου πεις, πόσα κιαολιάς αμάξα είχενε το κάθε χωργιό εκειανά τα χρόνια; Για τα άλλα χωργιά δεν κατέω, μα στο Πετροκεφάλι είτονε μετρημένα:
Μέχρι το 1960, το λεωφορείο του Βιδαλή, είτονε ο μοναδικός εκπρόσωπος του είδους. Εκεια ποθές, ο Μιχάλης τση Τσαγκάραινας και το Μιχαλιό το Μαραγκάκι από το Κουσέ αγοράσανε ένα μικρό φορτηγό OPEL συνεταιρικά, που στο τέλος το κράτησε ο Μαραγκάκης. Πρέπει πιο παληά νάχενε ο Μαραγκογιάννης από το Κουσέ ένα φορτηγό, μα δεν τόφθασα…
Εκειά ποθές, ο Μιχάλης ο Μελέτης (Μιχαήλ Δημ Μπιτσακάκης) επήρενε ένα κλειστό station opel για τη διανομή του ψωμιού, είχενε φούρνο. Ακόμη, ο Μανώλης του Τσουρή (Εμμανουήλ Στυλ Σπυριδάκης) πήρε ένα Peguot 403. Έτσά άφηκα το Πετροκεφάλι το 1965. Θα μου πεις: το πάρκικγκ στσοι Μοίρες είντα το θέλετε; Το παρκινγκ τόχαμε για να δένουμε τσοι γαϊδάρους, τα μουλάργια και τα μπεγίρια, απού μεταφέρανε αθρώπους και κάθε λοής πράματα στοι Μοίρες και στα χωργιά.
Θυμούμαι δυο όρκους. Η λέξη όρκος είτονε από το, ας πούμε στρατιωτικό, όρχος (οχημάτων), που στην καθομιλουμένη εμείς τόχαμενε κάνει …όρκο. Κάθε Σάββατο, ως εμπαίναμε από τον Μπομπιανό δρόμο, η γωνιά του ζαχαροπλαστείου του Κλάδου, νότια και δυσικά πάνω από δυο στρέμματα είτονε γεμάτο με πασάλους και απήτις θελαξεφορτώσομε στην αγορά, εδέναμε το γάιδαρό μας με τάξη και ασφάλεια, μέχρι τση μια –δυο η ώρα που ξετέλευε το παζάρι. Κάθε Σαββάτο είτονε η χαρά όι μόνο των κοπελιών το παζάρι, μα και των γαιδάρων με τέθοια μάζωξη. Στα πρώτα χρόνια το πάρκιγκ είτονε δωρεά, μα αργότερα επαίρνανε ένα μικρό ποσό, μιάς και έπρεπε νάναι ένας άθρωπος να επιβλέπει γιατί καμπόσοι γαιδάροι είτανε μιάολιά ατζούμπαλοι, και αμαθελα τωσε παντιδώσει εγίνουντανε μεγάλο πανηγήρι….
Ο άλλος όρκος είτονε διαγώνια βορεινά στον Αγιο Νεκτάριο, βγαίνοντας από Μοίρες για Ντυμπάκι, και εκειά …επαρκάρανε Ντυπακιανοί και από τα χωργιά τση απάνω ρίζας
Το πάρκιγκ εκτός από το Σάββατο είτονε δωρεάν, και βέβαια ο κεντρικός δρόμος των Μοιρών είτονε ελεύθερος για την κυκλοφορία των γαιδάρων. Εκειά πούχενε ο Συριανός το Βεζινάδικο (στη γωνιά του τωρινού Δημαρχείου) είτονε που κατά το 1958-60 εφώνιαζε ο Αστρινός (Αστρινός Εμμ. Τεριζάκης) του γαιδάρου ντου: «Σε Καραμαλή!» Ο γέρο- Καραμαλής είτονε τοτεσάς Πρωθυπουργός, και ως τονε γροίκησε ο χωροφύλακας, τον επήγε ντελόγο στο αυτόφωρο….
Εδά ξανοίγεις να βρεις πουθενά δημοτικό χώρο, και σου λένε ετουτονε το βουνό ναι του τάδε, ετουτονέ το οικόπεδο είτονε ιδιωτικό, και πάει λέοντας… Χρειάζεται μωρέ πατριώτες να χει κειανείς μιαολιά γερό στομάχι να την αντέξει την αλήθεια. Και όι πως δεν την αντέχει δηλαδής, στο κάτω-κάτω τσοι χαχαλοβεργιές στη ράχη ντου τσοι τρώει ο Έλληνας, μόνο που εκεινεινά που τουτσοι δίνουνε (συνήθως οι εκλεκτοί ντου), του λένε πως τονε ξυλοφορτώνουνε οι γιάλλοι… Μέχρι να το πάρει χαμπάρι να τσοι αλλάξει, να ξαναπάθει και από τσάλλους τα ίδια…. Θέλω να πω πως η δημοκρατία μας και μασε κακοπώδωσε και τηνεκακοποδώκαμε…. Πενήντα χρόνια δημοκρατία μωρέ κοπέλια και ένα ψυχάλι τόπο δεν εκρατήξαμενε να μαζευουμέστανε να λέμε τον πόνο μας , να παραπαντίζωμε το αμάξι μας, νάβαλωμενε ένα πάγκο να ξεκουράζομεν τη μέση μας. Αυτοδιαχείριση σου λένε μετά… Ούλα τα κάνανε πλερωματικά, μιάς και τουτονά συφέρνει καμπόσους… Οι παπούδες μας επαρκάρανε τσοι γαιδάρους με τάξη και αξιοπρέπεια, εμείς;
Φεβρουάριος 2007)

4. ΧΕΙΜΩΝΕΣ 1960 ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΣΗ ΚΑΤΩ ΜΕΣΣΑΡΑΣ

Μεγαλώνοντας κανείς στη φύση αποτιμά κατά ανάλογο τρόπο τα φυσικά και κλιματολογικά φαινόμενα, καθώς από τη μιά τα βιώνει πολλές φορές στο πετσί του, από την αλλη πολλά πράγματα που έχουν σχέση με την ποιότητα της ζωής του και τους στόχους της καθημερινότητάς του είναι συνάρτηση ακριβώς αυτών των φυσικών φαινομένων. Η βροχή, η ανομβρία, η πλημμύρα, ο καύσωνας, ο χείμαρος, ο ανεμοστρόβιλος, το χαλάζι, ήτανε πράγματα που κάθε μέρα έπρεπε να συνεκτιμούνται σαν απρόσκλητοι συνοδηπόροι (;) του αγώνα μας για να ζήσουμε και να προκόψουμε. Φυσικό και επόμενο λοιπόν, να ζούμε με την αγωνία τους και κάθε ακραία έκφρασή τους να μένει αποτυπωμένη ανεξίτηλα στο μυαλό μας.

Στην Κρήτη, στη Μεσαρά το τέλος του χειμώνα έστελνε από νωρίς τα μαντάτα του. «Ο Γεννάρης κι΄αν γενά του καλοκαιριού μηνά.», «Ο Φλεβάρης κι΄αν φλεβίζει του καλοκαιριού μυρίζει», λέγανε οι πιό γέροι μεταφέροντας την πείρα αιώνων στην αλληλουχία των γεγονότων και των εποχών. Μετά το καταλάγιασμα των γιορτών του χειμώνα, και για λίγο καιρό εκράθιε ησυχία, ό κόσμος δειλά δειλά άρχιζε τις οξωτάρικες δουλειές, είτνοε μαθές μιαολιά δύσκολος ο χειμώνας εκείνα τα χρόνια… Θα μου πεις βέβαια πως στο μυαλό ενός κοπελιού κάθε πράγμα μοιάζει θεόρατο, ότι και νάναι αυτό, σπίτι, πλατέα, βουνό, δρόμος, δουλειά, ακόμη και η καθέκλα του παππού ντου… Όμως, μερικά πράγματα δείχουν πως και εκείνα τα χρόνια τα “extreem events” «τα ακραία καιρικά φαινόμενα» δεν ήταν μόνο στη φαντασία μου. Ας δούμε μερικές ιστοριούλες, όπως μούμεινε στο μυαλό, από κεινα τα χρόνια, άλλες ζώντας τις, και άλλες από τις διηγήσεις του πατέρα μου:

α. ΣΤΑ ΦΟΥΡΝΟΞΥΛΑ

-Θυμούμαι, θάτανε το 1955, παραμονές Χριστουγέννων, πως ο πατέρας μου, ο μπάρμπας μου ο Στελιανός ο Βανίλης και κανα δυό ακόμη, χώρια από τσ’ άλλες δουλειές, έπρεπε να πάνε στα «λιανά ξύλα», ήγουν να πάρουε στοι γαϊδάρους, να πάνε κατά την Οδηγήτρια, δυο τρεις ώρες διαδρομή, να κοψουν και να δεματιάσουν τα ξύλα, να τα φορτώσουν στο γάϊδαρο και να τα φέρουν στο χωριό. Μιας και η εξ ολοκλήρου καλιεργημένη περιοχή μας δεν είχε περιττά ξύλα γιά κάψιμο, κάθε φορά που θα ζυμώναμε, ή που πλησίαζανε Χριστούγεννα για Λαμπρή, έπρεπε να «πάμε στα ξύλα» για να κάμωμε το φούρνο, να ψήσουμε τα Χριστουγενιάτικα, να καταστέσωμε το χοίρο και να καπνίσομε τα λουκάνια και τα απάκια, να φτιάξωμε τσοι αμαθιές και την τσιλαδιά, τσοι τσιγαρίδες τα σύγλινα, και σα δεν μπιτίζει κρατήσωμε λια σταλιά πιό ζεστό το σπίτι, μέρες πούτανε..

Περιοχές με ξύλα ήταν μόνο οι ορεινές–άγονες περιοχές των Αστερουσίων.

Είχανε φύγει αξημέρωτα ο μπάρμπας μου και πατέρας μου με τα γαϊδούρια αλλά με κακό καιρό, δυό-τρεις μέρες έψιλοβρεχε ασταμάτητα. «Έ το μπαντέρμο καιρό, εστάκωσε ο κόσμος, και τα χοντρά χαράκια ανοίξανε και συρώνουνε. Άντε μωρε Στελιανέ να πάμε, γιατί ετσά που θωρώ δε θα ζυμώσωμε οφέτος» Αποδιαφώτιστα είχανε απογείρει αθο ντο Κουσανό ρυγιάκι, περάσανε τον Καλαθά , το Λίσταρο και κατα΄το Μιχαήλ Αρχάγγελο ξεπεζέψανε και όσο τους άφινε το ψιλοβρόχι εκόβανε και μαζώνανε ασπαλάθους, ασκινιπόδια, κανα ξεραμένο αργουλίδι, ξερους σκίνους , θύμους και αστιβίδες. «Στελιανέ, το ψιλό ψιλό νερό τονε γραίνει το βοσκό, Αντε να κάτσωμε μια ολιά στην εκκλησία να ξεροψωμίσωμε, γιατι δεν έχω απάνω μου μουτε μιά στεγνή κλωστή» «Σοδεμένος είναι ο καιρός, συνέχεια γεμίζει από το Κεφάλι, δεν γκατέχω πως θα γιαγείρομε..» του πε οΣτελιανός, και μπήκανε στην εκκλισα του Μιχαήλ Αρχάγγελου. Καλά-κακά εκαταστέσανε δυο δεμαθιές λιανόξυλα ο καθένας, τα φορτώσανε στσοι γαϊδάρους και εγείρανε αθο ντο χωριό. Η βροχή όλο και δυνάμωνε, και εντουχιουντίζανε πως θα πάνε στο χωργιό. Στο έμπα του Λιστάρου επήρανε την απόφαση «Στελιανέ, αντε να γύρομε αθο του Σίββα, γιατί ανε μπάμε από του Κουσέ ο Καλαθας και το Κουσανό ρυγάκι σέρνουνε και δεν το περνούνε τα χτηματα Άντε να πάμε από το Σίββα απου ναι η καμάρα τσ’ Αγια Μαρίνας» Ετσά αναγκαστήκανε να βάλουνε ακόμα μιαμιση ώρα δρόμο για το χωριό και τους έπιασε η νύχτα.

Εμείς στο χωργιό κοπέλια με τσι μανάδες μας, είχαμε από νωρίς αρχίσει να ανησυχούμε, μπας και πάθανε πράμα, γιάντα δεν έρχουνταν, αμα αγαπά κεινείς χιλια δυο και δυο βαζει ο νους του . Εσυμπαίναμε τη φωθιά, μα εκαθούμαστε ούλοι σ΄ αναμένα κάρβουνα, -Έχετε μωρέ το νού σας μπας και ακούσετε το γάϊδαρο μας να γκανίζει, μας έλεγε κάθε ντάι-ντάι η μάνα μου, που δεν τόδειχνε, μα η αγωνία τζη είτνονε η πιά μεγάλη. Είναι αλήθεια, πως ο γάϊδαρός μας, σόκαιρος τς΄αμπλάς μου είτονε κατά πως έλεγε η μάνα μου (γενημένοι και οι δυο το 1945), άμα θελα κοντοσιμώνει από μακρυνό ταξίδι στο σπίτι γκάριζε από μακρυά γιά να μας ειδοποιήσει πως έφτανε.

Με το πολυώρι το πήρανε τελικά απόφαση οι μανάδες μας, και ανάψανε τα φανάρια, εκουκουλωθήκαμε ότι στουλοπατανίες βρήκαμε να μη μα σε καταχτυπά το νερό στσοι κουτάλες και μαζί με τη θειά μου τη Βαγγελία επήραμε το δρόμο, δυό-τρις από κάθε οικογένεια, γιά το Σίββα…Είχανε ζάβαλε κοι μανάδες μας κατλάβει πως μάλλον θαρχόντουσαν από του Σίββα, για να μην τους παρασύρει το ρυγιάκι. Ευτυχώς αθο ντου Κουρμούλη το Σπιτάκι 500 μέτρα όξω από το χωριό συναντηθηκαμε και όλοι μαζί γυρίσαμε στο σπίτι

Σήμερα, δυστυχώς, οι βροχοπτώσεις είναι τέτοιες, που τα συγκεκριμένα ρέμματα , ενώ στην εποχή μου έσερναν μερικές μέρες έως και μήνες κάθε χρόνο, τώρα δεν έχουν νερό παρά σπάνια….

β. Του ΜΠΙΡΜΑΝΗ Ο ΜΥΛΟΣ…

Γνωστή μόνο σαν τοποθεσία στους παλιότερους, στο δρόμο Μοίρες–Πετροκεφάλι, είναι 1 χλμ πριν το Πετροκεφάλι στο μοναδικό «λοφίσκο» προς την πλευρά της πεδιάδας, ύψους 1-2 μέτρων από το οδόστρωμα. Αυτός ο λοφίσκος, δεν ξέρω πώς, μα ήτανε «θεόρατος» όταν ήμουν μικρός. Και επειδή σας συλλαμβάνω έτοιμους να βάλετε τα γέλια, θα σας θυμίσω πως ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο αγκάλιαζε το θεόρατο «λόφο» από την πλευρά της πεδιάδας, μόλις 50 μέτρα παράκαμψη, και μόλις το 1955 κόπηκε ο θεόρατος λοφάκος μου για να ισιώσει κατά τι ο δρόμος (Προφανώς η παλιότερη χάραξη γινόταν χειρονακτικά και ήταν αδύνατοι οι εκβραχισμοί. Πολλοί άλλωστε θα θυμούνται πως τα πρανή (σκάρπα) του δρόμου πριν το Πετροκεφάλι τα διαμορφώναμε με εθελοντική εργασία οι χωριανοί με τη σκαλίδα και την παλάμη). Ακόμα θυμάμαι την μπουλντόζα που εντρέτωσε το αμαξωτό στου Μπιρμανη το μύλο…

Τι όμως, ήταν ο μύλος του Μπιρμανη; Μα φυσικά πρέπει νάτανε μύλος, νερόμυλος που έπαιρνε νερό από το Λινοβροχιό και περνώντας κάτω από την τωρινή «Πέτρινη Πολιτεία» πήγαινε στο μύλο, στο «λόφο» μου, και άλεθε. Δεν ξέρω πότε σταμάτησε, λόγω ανομβρίας, να λειτουργεί ο μύλος, Φυσικά στην εποχή μου τόσο ο μύλος στη Γυροποταμιά, στη βόρεια παρυφή του Πετροκεφαλιού, όσο και ο διάσημος μύλος της Φαλάντρας, βορεια του λόφου της Φαιστού, λειτουργούσανε σχεδόν ασταμάτητα. Πρέπει νάταν οι τελευταίοι νερόμυλοι που άντεχαν ακόμα τις ανομβρίες και δούλευαν μέχρι το 1960, από την πλευρά των Αστερουσίων

Γύρο στο 1936 ο παππούς και ο πατέρας μου πήραν πέτρες του μύλου του Μπίρμανη και έκτισαν το σπιτάκι του Αλεξάκη του Μπαμπιονίτη, 300 μέτρα πιό κάτω, μέσα στην πεδιάδα. Αν δεν με απατά η μνήμη μου λίγα χαλάσματα υπήρχαν ακόμα κατά το 1950-60 μέσα στην ιδικοτησία του Στελιανού του Χιωτάκη (Πόμπια) από την παραπάνω κατασκευή του νερόμυλου. Στα παιδικά μας χρόνια, λίγες μόνο μέρες το χρόνο συναντούσαμε τρεχούμενα γάργαρα νερά από το Λινοβροχιό, πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο με τα πόδια το χειμώνα. Αυτά τα νερά όμως ήτονε αναγκαία τους περισσότερους μήνες του χρόνου, για να δουλεύει του Μπίρμανη ο μύλος.

γ. ΤΟ ΚΟΥΤΟΥΤΟ

-Ακόμα μια προσωπική μαρτυρία αρχαιολογικής(;) σημασίας, πέραν της υδροκλιματολογικής, για τα νερά στην περιοχή τση κάτω Μεσσαράς οντενήμουνε κοπέλι:

Στη διασταύρωση λοιπόν του Μεσοστράτη με τον αμαξωτό δρόμο Μοίρες-Πετροκεφάλι είχε ο παππούς μου ένα χωράφι, ακριβώς από κάτω από του Μπιτσακογιάννη του παπούρι. Τόδοσε λοιπόν στον πατέρα μου όταν παντρεύτηκε (1941) για να το κάνει περβόλι. Πέντε μέτρα από τον νύν και τότε αμαξωτό, ήταν μια κακοτερένια ελιά και ο πατέρας μου αποφάσισε να την ξεπατώσει, μιάς και δεν έκανε χαέρι, να ανοίξει ένα πηγάδι και να κάνει το κτήμα περβολάκι ποτιστικό. Πράγματι, έτσι έκανε, όμως στα δυο περίπου μέτρα βρήκε αρκετό τρεχούμενο νερό. Αυτό εδοσε την εξήγηση γιατί η γωνιακή ελιά δεν έκανε καλιμέντο, πουλεγε και ο κύρης μου, μιάς και οι ελιές θένε νερό, δεν είναι όμως και υδρόβιες. Το νερό έβγαινε από ένα κουτούτο, κτιστό πέτρινο αγωγό μεταφοράς νερού από τα αρχαία χρόνια. Κουτούτο λοιπόν στο πουθενά (οικιστικά), δυό μέτρα μέσα στη γή στην πεδιάδα που ερχόταν από την πλευρά του Μπιρμανη του μύλου στο όριο της πεδιάδας με κατεύθυνση προς το Πετροκεφάλι. Προφανώς τροφοδοτούσε με νερό κάποιο αρχαιο οικισμό της περιοχής Το κουτούτο στέρεψε στα παιδικά μου χρόνια και κατά το 1963 χρειάστηκε εγώ και ο πατέρας μου να βαθύνουμε το πηγάδι για να συνεχίζουμε να ποτίζουμε τον κήπο μας.

δ. Η ΠΛΗΜΜΥΡΑ ΤΟΥ 1936 ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΜΑΣ

Η πεδιάδα ήτονε ταψί και το μεσοστράτι του Καλαμιάρη, ο δρόμος που χώρισε τις περιφέρειες Πόμπιας –Πετροκεφαλιού. Η ελάχιστη κλίση του εδάφους δεν επέτρεπε στα πρώτα αυτά χωράφια νάναι ποτισιτικά Διακόσια μέτρα από τους λόφους νοτικά ήταν το σπιτάκι του Μπαμπιονίτη. Το περβολάκι στο σπιτάκι δεν το θυμούμαι ποτέ με τρεχούμενο νερό. Όσο προχωρούσαμε δυτικά το νερό πολύ παλιά έφτανε και επότιζε τρεχούμενο μέχρι και του Παυλοευτύχιου τη στέρνα, και φυσικά τη σοσώρα του Πρατικού Μυρτάκιδων Κανακάριδων Μαρκάκη του Κανακάκη τ΄αμπέλι κλπ.

Είχενε ανοίξει ο πατέρας μου, φαίνεται γύρο στο 1933, ένα ψευτοπήγαδο, 2 μέτρα βάθος και με την κατασκευή, γνωστή σαν γεράνι πότιζε το περβολάκι. Επειδή δεν είχε αρκετό νερό αποφάσισε να το βαθύνει και μπήκε με ένα κασμά και ένα φτυάρι να το βαθαίνει, ενώ ο παππούς μου από πάνω έβγαζε τα μπάζα από το πηγάδι με ένα σχοινί. Καθώς προχωρούσε πιό βαθιά, δεν έβρισκε περισσότερο νερό, το χώμα ήταν αργιλόχωμα αρκετα γλοιώδες και συμπαγές. Ακουγόταν όμως ένας ακαθορριστος θόρυβος πλάγια στο τοίχωμα του πηγαδιού. Καθώς προχωρούσε το σκάψιμο κάποια στιγμή και ενώ είχε βγει ο πατέρας μου γροικούνε ένα δυνατο θόρυβο και βλέπουνε μέσα στο πηγάδι να περιδινίζονται μεγάλες ποσότητες νερού και σε ελάχιστα δευτερολεπτα το πηγάδι γέμισε νερό. Προσπάθησε ο πατέρας μου να πάρει τα χρειαζούμενα του αλλά δεν τον αφισε η περιδίνιση του νερού και αυτά έμειναν εκει Το 1936 έγινε μια μεγάλη πλημμύρα στην περιοχή και η γερανόπετρα του πηγαδιού έπεσε και έφραξε την πηγή, με αποτέλεσμα να σταματήση να δίδει πολύ νερό, όμως αρκετό να ποτίζει τον κήπο του ο παππούς μου.

Την πλημύρα του 1936 περιέγραφε ο πατέρας μου, Ηταν η χρονιά που είχαν φτιάξει το σπιτάκι και στο πίσω μέρος είχανε ένα υπόστεγο για τα ζωντανά. Είχε πλημυρίσει όλη η πεδιάδα σε πλάτος χιλιομέτρου και ο πατέρας μου με το παππού μου έφυγαν τη νύκτα προς τα νοτιότερα υψώματα, ενώ οι δυό χοίροι πούχανε δεμένους στο υπόστεγο αναγκάστηκαν να κολυμπούν ολη τη νύκτα για να μην πνιγούν. Γνώριζαν πως ο Γεροποταμός έσπαγε από τη θέση λίσματα κάτω από το Πέρι και τ α νερά ερχόντουσαν μέχρι το πλακάκι ακριβώς κάτω από το Πετροκεφάλι πλυμηρίζοντας όλη την πεδιάδα.

Επανέρχομαι στο ανεξάντλητο πηγάδι του παππού μου του Αλεξάκη, οπως το θυμούμαι εγώ. Θάτανε το 1952-53. Αγνωστο γιά πιό ακριβώς λόγο κάποια κρατικη υπηρεσία έκανε κάποιες γεωρτήσεις στην κάτω Μεσσαρά. Η μια ήτονε κοντά στο μεσοστράτι του Κλαμιάρη, και η άλλη ήτονε η Πομπιανή γεώτρηση, 500 μέτρα από το Λειβαδιώτη αθο τσοι Μοίρες, από όπου υδρευότανε η Πόμπια. Πρόεδρος της Κοινότητας τότε ήταν ο Γιατρός Μιχ Μιχελινάκης και έφερε ενα αντλητικό συγκρότημα απο αυτά που άνοιγαν τις γεωτρήσεις, που αδειασε το πηγάδι, έβγαλαν τη γερανόπετρα και πράγματι αμέσως μετά το πηγάδι έβγαζε τεράστιες ποσότητες νερού χωρίς το αντλητικό συγκρότημα να μπορεί να επειρεάσει τη σταθμη του

Φαίνεται πως δυο τρία μέτρα κάτω από την επιφάνεια της πεδιάδας κάποτε ήταν θάλασσα, το διεπίστωσα δε ο ίδιος περί το 1962-63, που βάθαινα ο ίδιος ένα άλλο πηγάδι στα πορθιά, 200 μέτρα μακρύτερα από το πρώτο. Καθώς κοιπόν έσκαβα και αφαιρούσα άμμο κάποια στιγμή βούληαξα στην άμμο και πετάχτηκαν μεγάλες ποσότητες νερού, τέτοιες που το αντλητικό μηχάνημα που είχαμε δεν αδειαζε πλέον το πηγάδι.

ε. Η ΠΛΥΜΗΡΑ ΤΟΥ 1959

Το Μάρτη του 1955 επόθανε ο παππούς μου ο ΄Αλεξάκης και εμέναμε στο σπιτάκι στην εξοχή τον περισσότερο καιρό, μιάς και γύρο-γύρο είτονε τα χωραφάκια μας και οι δουλειές μας. Στο σπίτι στο Πετροκεφάλι μέναμε μετά το Νοέμβρη μέχρι τη Λαμπρή. Πολλές χρονιές η μάνα μου η αμπλά μου και ο αδερφός μου, πιό μικρός από μένα, πήγαιναν αμα βράδιαζε στο χωργιό να καταστέσουμε τα κουνέλια και τς’ όρνιθες και το πρωί γυρίζανε στα χωράφια.Εγώ κι΄ο πατέρας μου μέναμε στο σπιτάκι τ΄Αλεξάκη και από εκειά έφευγα το πρωί κατευθεία για το Γυμνάσιο στην Πόμπια, μου πεφτε κανα τέταρτο πιό κοντά, έτσι κι΄αλλοιώς με τα ποδια πηγαίναμε ούλα τα χωριαγανάκια στο γυμνάσιο.

Οι δυνατές βροχές γινόντουσαν στην αρχή του χειμώνα, κατα τς΄Οκτωβριάδες με Νοέμμπρη. Συνήθως ό καιρός είτονε από τα νότια Νοτιοδυτικά, και καθώς έρχουνταν τα σύνεφα από τη Μεσόγειο από νότιο-δυτική κατεύθυνση και προχωρούσανε προς την Ανατολική Μεσσαρά, καποιες φορες, ευτυχώς σπάνια, αντιστρέφονταν η πορεία τους και άρχιζαν να επιστρέφουν από την Ανατολή, αλλά με κατακλυσμό, αδιάζοντας όλο το περιεχόμενό τους σε βροχή, μέσα σε λίγη ώρα

Ένα τέτοιο γεγονός έζησα το 1959. Γύρο στις 10 η ώρα το βράδυ άρχισε να αγριεύει ο καιρός, αλλάσοντας η φορά της βροχής από νοτιοδυτική σε Ανατολική, και ο κύρης μου ανησύχησε και μου λέει να κουκουλωθώ μιά τσούλα (κουρελού), τυλίχτηκε και αυτός αλλη μιά και μέσα στ΄αγρια σκοτάδια αρχίσαμε να προχωρούμε αθο του Κατσιρτή και του Μπιτσακογιάνη τα παπούργια. Ο δρόμος στην αρχή του, το Μεσοστράτι του Καλαμιάρη, είχε πλάτος δυό-τρία μέτρα, ίσα που χώραγε ένα κάρρο, και βάθος 60 πόντους, μιάς και το ασταμάτητο πέρασμα μεγάλων ζώων έκανε το χώμα σκόνη-πάσπαρο και το παράσερνε το νερό βαθαίνοντας σιγά σιγά το δρόμο. Με τη βροχή ο δρόμος έγινε ενα αδιάβατο ρέμα και έτσι μπήκαμε από τα χωράφια, τσαλαβουτώντας στις λάσπες, Οι τσούλες είχανε γενεί 30 οκάδες η κάθε μιά Ευτυχώς οι αστραπές είτονε τόσονα συχνές που έκαναε τη νύχτα μέρα και βρίσκαμε το δρόμο μέσα στη νεροποντή. Οι βροντές και κεραυνοί πέφτανε γύρο-γύρο σαν χαλάζι. Σε λίγη ώρα φθάσαμε στο σπιτάκι του Κατσιρντή. Το σπίτι είτονε κλειδωμένο και μείναμε με την πλάτη στον τοίχο να μασε κολλά το νερό κα θωρούμε το χαλασμό κόσμου στην πεδιάδα. Εθωρούσαμε τη μέσα Μεσαρά από το ασφαλές ύψος των 50-60 μέτρων στη μέση του παπουργιού. Ο ουρανός μέχρι Μοίρες, τσ’Αγιους Δέκα, Βαγιωνιά, Πόμπια, εσκίζουντανε από πύρινες γλώσσες φωθιάς, που όλο και πλήθαιναν και καρφωνόντουσαν με μανία στη γη, ενώ οι βροντές μοιάζανε με τα σύγχρονα εφέ τση βουής ταινιών άγριων πολεμιστών, και εμείς στη μέση, με μόνο κίνδυνο τους κεραυνούς, που κάθε τόσο εσκούσανε γύρου-γύρου. Μιάς και το φως τρέχει πιό γλήγορα από τον ήχο, κατά που λέγανε και οι δασκάλοι μας, στα μακρυνά αστραπόβροντα βλέπαμε την αστραπή και σε λιγάκι ακουγότανε και η βροντή. Όταν ο κεραυνός επεφτε πολύ κοντά μας, πριν προλάβει να σβύσει η λάμψη ξεκίναγε ένας ανυπόφορος μεταλικός βρόντος που κυριολεκτικά μας τράνταζε σύγκορμα. Πολλές φορές ακουγόταν η μυρωδιά καμμένου, οταν η ο κεραυνός έπεφτε αρκετά κοντά μας.

Με το πολυώρι εκατούμωσενε μιλιαολιά η μεγάλη μπόρα και εκατεβήκαμε στον αμαξωτό και εγείραμε αθο ντο χωργιό. Είτονε μαθές και οι αποδέλειποι στο χωργιό και εντουχουντίζαμέ τσοι, μπας και επάθανε πράμα. Πολλοί είτονε αναστατωμένοι στο χωργιό, ο καθένας εξάνοιγε να διασφαλίσει το βιός και τα ζωντανά του, μιάς και τα νερά πλακώνανε ούλη την πεδιάδα στο ύψος του Πετροκεφαλιού, και αμα είχε αφήσει κανείς πράμα αίγες γι πρόβατα στην εξοχή εμπόργιε να πνιγούνε. Μιάς και οι μπανταξήδες στην εποχή μου είντουσαν πολύ λιγότεροι στον τόπο μου από όσοι είναι σήμερο, οι γιαθρώποι αφίνανε τα ζωντανά τως πολλές φορές στην εξοχή, μιας και δεν επειράζανε ο γεις το πράμα του άλλου…

στ. Η ΠΛΗΜΥΡΑ ΤΟΥ 1961

Το πιό μεγάλο στραπάτσο που θυμούμαι να πέρασα από τσοι πλημύρες και κακοκαιρίες είτονε η πλημύρα του 1961, στση 18 του Οχτώβρη.

Εκοντέβανε να τελειώσουνε οι καλοκαιρινές δουλειές στη Μεσαρά, ελαχιστες σταφίδες είτονε ακόμη απλωμένες στσοι οψιγιάδες,και μόνο τα καλοκαιρινά κηπαλάκια εκρατούσανε καλά ακόμη, με τα μποστανικά, ντομάτες, κολοκύθια. Οι γιαθρώποι εκατεβαίνανε με τα ζωντανά ντως μέσα στην πεδιάδα για να τα ψευτοβοσκήσουνε, μιάς και στα παπούργια δεν είχενε φυτρώσει πράμα, αφού δε είχε βρέξει και είτονε σπανά. τα χωραφια.

Εμείς, σαν κοπέλια, ετρέχαμε στα σκολειά μας με ανάμικτα συναισθήματα, πα να πει πως εξαρτάται ποιός από τσοι δυό είτονε πιό ζόρικος: ο κύρης μας με τσοι δουλειές, γη ο δάσκαλος με το διάβασμα. Ετσά, όσοι τα πηγαίνανε καλά με τα γράμματα, το άνοιγμα του σκολειού είτονε καλοδεχούμενο, αφού ξεφεύγαμε από τσοι δουλειές. Όμως βαρειάτονε η καλογερική, καταπούλεγε και η μάνα μου, και ανε θυμηθώ τα δικά μου, στο Γυμνάσιο τση Πόμπιας ξεκινήσαμε 213 πρωτάκια το 1959-60 και τελειώσαμε 39 (απολυτήριο 1964-65), πα να πει πως δεν εκαλοπερνούσαμε ούλοι στο σκολειό….

Καλά-κακά, την 1η τ΄ Οχτώβρη άνοιξε το σκολειό και σιγά σιγά εστρώναμε. Θάτανε 2 η ώρα το μεσημέρι τση 18 τ’ Οχτώβρη και ο Γιάκγος εκτύπησε το τελευταίο κουδούνι, στο Γυμνάσιο τση Πόμπιας. Τα δασκάλια εξεχυθήκανε απ’ ούλες τσοι πάντες του Σκολειού, και πιάσανε τ΄ανάπλαγα. Ο Νικολής ο Δασκαλάκης και τα Κουσανάκια εφεύγανε δυσικά αθό ντο Λίσταρο και το Κουσέ, τα Πηγαϊδακιανάκια ντουγρού αθό ντη Βίγλα για το χωργιό ντωνε, καμπόσα τραβούσανε ανατολικά για τα Περαλήθινα. Μια γερή μπατούλια, 10-20 θανείμαστε, εγέρναμε αθο ν ίσα κάτω νότιοδυσικά, αλλοι με τα πόδια, αλλοι με ποδήλατα, οι παροδικά ανήμποροι με κανένα γαϊδουρι για το Πετροκεφάλι και το Σϊββα.

Τα πια πολλά βέβαια εσκορπίζανε στα στενα τση Πόμπιας, πούχανε νοικιάσει κάμερες (δωμάτια) και μαθαίνανε εκτός από γράμματα στο σκολειό, και μαγερική και νυκοκυριό, 12-13 χρονώ κοπέλια… Έπρεπε μαθές χωρίς ψυγεία να ετοιμάζουνε τα φαγητά ντωνε καθημερινά, μιάς και ο εφοδιασμός έρχονταν μιά φορά τη βδομάδα που ερχότανε ο πατέρας γη η μάνα, να φέρει τρόφιμα και δόσει καμμιά αλλαξά ρούχα.

Δεν εκακοπερνούσαμενε, ούτε εμεις που πηγαινορχόμαστε καμμιά δεκαριά χιλιόμετρα με τα πόδια κάθε μέρα, μα ούτε και αυτά που εκάθουντανε αμοναχά στην Πόμπια, Ότι θέλει ο άθρωπος κάνει, έλεγε ο κύρης μου, και δεν είχε άδικο. . Τα χωριανάκια μου εφεύγανε πατούλιες-πατούλιες, και ανάλογα με το ζόρι και την παραγγελιά του κύρη ντως εξεσουβιάζουντανε η εντεμπελιάζανε δρόμο-δρόμο

Έτυχε να λείπει ο κύρης μου εκεινινά την ημέρα και έγειρα κάτω βιαστικός και σε είκοσι λεπτά είχα φθάσει στα καμμαράκια στο σπιτάκι, δεν θάτανε ούτε δυόμιση η ώρα., ο πατέρας μου είχε γιαγείρει, όπως και ο αδελφός μου 18 μερώ πρωτάκι, πούχε σχολάσει πιό μπροστα .

Ο καιρός είτονε μπουρουδιασμένος και εμαύριζε όσο πήγαινε και πιό πολύ από την Μέσα Μεσαρά, από ανατολικά. Οι ανθρώποι εμυριστήκανε το ζόρε και άρον άρον επαίρνανε τα μπράτη τωνε και τα ζωντανά και ανεβαίνανε αθο ντον αμαξωτό, να πάνε αλλοι στην Πόμπια-Πηγαϊδάκια, και άλλοι στο Πετροκεφάλι Κουσέ, Σϊββα, Λίσταρο γή Πιτσίδια. Κατά τση τρεις η ώρα άρχισανε τα μπουμπουνητά και τα αστραπόβροντα και σε λίγη ώρα εφτάνανε τα σύνεφα από την ανατολή και εφκαιραίνανε το νερό με το τουλούμι… Καμπόσοι επροκάνανε και φθάσανε μέχρι το σπιτακι μας, ξεπεζέψανε και ετρυπωσανε μέσα για να γλιτώσουνε τη μπόρα… Μετά μισή ώρα βροχή τα πράγματα εζορίζουντανε άσχημα.. Εφοβήθηκα πως θελα μπει στο νερό στο σπίτι μας του χωργιού, στο υπόγειο, και λέω του πατέρα μου: Εγώ θα φύγω να πάω στο χωργιό να κάμω ότι πρέπει και κάτσετε εσείς επαέ μέχρι να καταλαγιάσει ο καιρός.. Πραγματικα, επήρα μιά ομπρέλα, μα είτονε τοσονά δυνατή η βροχή που στα 30 μέτρα είχα γενεί μούσκεμα γιατί η ομπρέλα εψιλόβρεχε από τη δύναμη που τηνε χτυπούσανε οι στάλες…. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είτονε και μεταλική η παντέρμη και κατά πως ελέγανε τράβαγαν τα μέταλλα τσοι κεραυνούς. Και βέβαια οι κεραυνοί πέφτανε με το τσουβάλι, οπότε αναγκάστηκα να τη βάλω παραμάσχαλα και να τρέχω όσο πιό γρήγονρα γινότανε να προλάβω καμμιά ζημιά στο σπίτι.

Επήγα στο σπίτι, έσερνα μεσοδόκια από τη μιά μπάντα του σπιθιού στην άλλη, και εφτιαχνα δεσές στα νερά να μην μπούμε στο υπόγειο. Επάλευα πάνω από δυό ώρες μέχρι που κατάφερα, αφού εκοβε και η βροχή σιγά-σιγά, να γλιτώσω να μπει το νερό στο υπογειο και να βγαλει το λάδι από τα πιθάρια του κυρού μου…. Αμα έκοψε η βροχή γέρνω αθο ντη μεσοχωρια και θωρώ πιό κάτω τον Νικολή τον Κανακάρη να τσαλαβουτά στο υπογειόντως και να ξαγλεί τα νερά πούχανε μπει και τόχανε γεμίσει…. Το χωργιό είχε πλυμηρίσει από τα νερά που κατεβαίνανε από τα παπούργια και είτονε στο έμπα του αδιάβατο…Καλά κακά επέρασα εγώ πό την άλλη μπάντα του χωργιού και εκειά μούπανε πως είχανε περάσει οι γεδικοί μου πηγαίνανε στο σπίτι από τη γυροποταμιά Εγώ επήγα μέχρι τα καμαράκια να πάρω μερικά σχολικά πράγματα, και εγύρισα πίσω. Τα πιό πολλά κοπέλια είχανε κουρινιάσει αθο ντα χοντρά χαράκια, εκεια τάπιασε η μεγάλη μπόρα, και επήγανε και τα περιμαζεύανε οι εδικοί ντως.

Σαν εγύρισα από τα Καμαράκια έμαθα τα κακά χαμπάρια. Ο αδελφός μου είχενε φθάσει λίγο πιό μπροστά από τον πατέρα μου στην ανατολική είσοδο του χωργιού, και τα νερά εκατεβένανε από την κουρνιανή χείμαρος και δεν εμπόργιε να πάει στην πλατέα. Αναγκάστηκε λοιπόν να γείρει νότια και επεήγε να περάσει από του Μανώλη του Μακρολαίμη το σπίτι το ρέμα. Εκειά είτονε μπόλικο νερό, πήδησε μέσα και επάτησε πάνω σε ένα χαράκι που δεν το θώριε, και έσπασε τον πόδα του. Τον επήρε ο πατερας μου με ένα φορτηγό του Μιχάλη τση Τσαγκάραινας και πήγανε στον πρακτικό ορθοπεδικό της περιοχής στην Πλώρα και του κατάστέσανε τον πόδα . Ετσά ο αδερφός μου ξαναπήγε στο σχολειό το Φλεβάρη. Βέβαια τουκανα μάθημα εγώ, δυό χρόνια ζάβαλε πιό μεγάλος, και τα πήγε περίφημα.

Επνιγήκανε καμπόσα ζωντανά εκεινηνα την πλημύρα στην πεδιάδα, μιας΄και το νερό έφθασε μέχρι το πλακάκι, ευτυχώς ποτέ δεν θυμούμαι ναχουμε πνιγμένους αθρώπους, και ας εκινδυνεύαμε κάθε φορά που περνούσαμε από ψευτογιοφυράκια από τον Γέρο ποταμό, που έσερνε κάθε νται ντάι εκείνα τα χρόνια και είχενε 4-5 μετρα νερό.

ζ. ΑΝΤΕΣΤΕ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΝΑ ΤΟ ΞΕΚΟΛΗΣΩΜΕ….

Δε λέω πως δεν είχαμε την εποχή πούμουνε κοπέλι τσοι φοβίες και την αμαθειά μας (μικροί-μεγάλοι) , μα κι΄απ’ την άλλη ως κι΄αν το κάμεις ήντουσανε και καμπόσα πράματα που δεν είτανε μόνο στο μυαλό μας. Πολλές φορές στοι βροχερές μέρες του χειμώνα εκάθουντανε οι αθρώποι και εσταυροκοπιούντανε να φτάσει το λεωφορείο με τσοι ταξιδιώτεις, χωρίς να πάθουνε πράμα στο δρόμο, από τη Χώρα (ήγουν το Ηράκλειο). Βλέπεις, είτονε χωριανός ο Βιδαλής με το λεωφορείο του, καθώς και ο βοηθός του, χώρια οι χωριανοί ταξιδιώτες. Μα και ο Ρουτζέρης, για ο Μηνάς από την Πόμπια ή ο Ξενοφών από το Μαγαρικάρι και ο Ταμπάκης από τσοι Βώρους είντουσαν ούλοι ντως γνωστοί και αγαπητοί στο χωργιό. Ο φόβος και ο τρόμος το χειμώνα είτονε στσ’ Ανεγύρους, πάνω από τους Αγίους Δέκα και πριν το Βουρβουλίτη. Το έδαφος δεν είτονε σταθερό και τα νερά που ξεθυμαίνανε στο δρομο τον κάνανε αδιάβατο στα αυτοκίνητα.

-«Θέ μου συγχώραμε, μα αν έχουνε οι άγιοι νταβατζήδες, δεν εβρίχνανε καλίτερο τρόπο να την βάλουνε την Παναγία την Αλμυρή να κάνει πιάτσα» μούλεγε ένας αθυρόστομος φίλος. Πραγματικά, τα τάματα και τσοι παρακλήσεις που εμάζωνε κάθε χειμώνα δεν περιγραφότανε. Εγώ δεν είχα πάει ποτέ μου στη χάρη τζη, μα ούλο το χειμώνα οι ταξιδιώτες, ανε θε λα πάνε και θα γυρίζανε, είχανε τη λίτη τζη…. Αυτή είτονε η μιά και ο άλλος …ζορικος είτονε ο Αι Γιωργης ο Σωληνάρης (αλλος μπαγάσας κι΄αυτός, ειχανέντονε στεμένο σ’ ‘ενα δύσκολο πέρασμα και έκανε χρυσές δουλειές. Μόνο οι κατασκευαστικές εταιρείες πρέπει να κάνουνε σήμερα τζάμπα τους δρόμους και να βοηθούνε τσοι περαστικούς, αλλά και να μην βάνουνε και διόδια…).

Είτονε φορές που από τσοι βροχές εστάκωνε ο κόσμος, και 30-40 μέτρα από το σπίτι μας περνούσε ο κεντρικός δρόμος, ο αμαξωτός, γεμάτος νερολακούβες και κολύμπες. Επροχώρα το λεωφορείο, ζικ-ζακ για να αποφύγει πότε τη μιά πότε την άλλη, μέχρη που έπεφτε σε καμμιά μεγάλη πριν τον Αγιο Λευτέρη. Τότε οι ταξιδιώτες εκατεβαίνανε, εσπούσανε καμπόσα κλαδιά από τις ελιές του Μπομπόνα, ταρίχνανε στις λακούβες και αρχιζανε να μπώθουνε (να σπρώχνουνε) ούλοι μαζί να το ξεκολήσουνε. Στο ζόρι εφωνάζανε και τσοι χωριανούς από τα σπιθια και τσοι καφενέδες.

Φεβρουάριος 2007

3. ΤΑ … ΡΟΛΕΞ ΤΣ΄ΕΠΟΧΗΣ ΜΟΥ

Η καμπάνα είτονε ένα εξαιρετικό εργαλείο για να θυμίζει την ώρα σε όσους τόχανε ανάγκη. Εργάτες σε αγροτικές δουλειές, αμπελοσκάματα και λιομαζώματα, εκάνανε συμφωνία: «μέχρι να χτυπήσει η καμπάνα του σπερνού».

Έκαμα αλλού την αναφορά μου και σε αλλους τρόπους χρονομέτρησης τσ΄εποχής μου: Τα δασκάλια (τα παιδιά που πήγαιναν Δημοτικό σχολείο και Γυμνάσιο) κυκλοφορούσαν στους δρόμους τσούρμο σε κανονικές ώρες προσέλευσης και αποχώρησης, ώστε να το χρησιμοποιούμε σαν χρονοσημαντή της καθημερινότητας μας….

Ακόμη, το σχεδόν μοναδικό συγκοινωνιακό μέσο στα νιάτα μου, το λεωφορείο, είχε σταθερές ώρες διέλευσης. Εγροίκας το λοιπόν τη γειτόνισσα να λέει: «Επέρασε μπρε το βραδινό λεωφορείο, και δεν εκατάστεσα ακόμη το τσικάλι…»

Μιάς και ο λόφος τση Φαιστού ήτονε ψιλά και εφαίνουντανε από όλη την πεδιάδα, είχαμε τα φώτα τση Φαιστού σα ρολόι : Έσβυσαν τα φώτα τση Φαιστού; άρα η ώρα είναι 10,30. το βράδυ.

Άλλος τρόπος να λογαριάζουμε την ώρα, ήτανε τα άστρα. Η πειλιά (πούλια, πλειάς), τα κονταρόξυλα που την ακολουθούσανε, ο αυγερινός, ο αποσπερίτης ήτανε σε κάθε εποχή σημάδια στον ουρανό που μασε λέγανε με αρκετή ακρίβεια την ώρα….. Οι γιαθρώποι είχανε συνδυάσει τάστρα στον ουρανό, με την ώρα και την εποχή. Θυμούμαι την παροιμία : «Τ΄ Αι΄Φιλίππου φιλεί πειλιά το πέλαγο, και συ καλέ-κακέ ζευγά ταϊζε και σταύλιζε» Πάναπεί, πως στις 14 του Νοέμπρη η πούλια το ξημέρωμα έδυε (φιλούσε το πέλαγος) και ανάλογα με τη θέση τις υπολογίζαμε την ωρα, μόνο που οι παλαιϊνοί, δεν εσταματούσανε να μασε θυμίζουνε πως «ούλα τουτανά είναι σασμένα με το παλιό ημερολόγιο, και έπεπε να πηγαίνομε 13 μέρες πίσω, γιά να βγαίνουνε σωστοί οι λογαριασμοί».

Σημαντικα ήντουσαν ακόμη τα διάφορα ζωα, που σε συγκριμένες ώρες εφώναζαν, Βέβαια ο καλύτερος από ούλους ήτονε ο πετεινός. Σε τακτές ώρες έδιδαν το σήμα για να αντιλαλεί όλη η περιοχή για λίγο από τις φωνές τους. Σχετική είναι και η μαντινάδα, που προσπαθούσε να ξεσηκώσει τους βολεμένους επισκέπτες,

«Αντέστε να μισέψωμε, και γιώρα το φωνιάζει // κι ο σύντεκνός μ΄ ο πετεινός, από ντανώρας κράζει».

Μάρτης 2007

2. Ο ΒΟΡΙΖΑΝΟΣ, ΤΟ ΜΑΝΤΙΚΑΠΙ, Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

Έβαλα, αλλού μια φωτογραφία τση φάμπρικας του Γιατρού, σημάδι και απομεινάρι ημερών δόξας των παραδοσιακών αυτών ελαιοτριβείων. Ας δούμε όμως και ό,τι άλλο σύνδεσα στην εποχή μου με τα ελαιοτριβεία:
Δεν κατέχω ανε ντο λέω σωστά, μα από ότι θυμούμαι πρέπει νάτονε ένα αρκετά βαρύ μονοκόματο κομμάτι τση φάμπρικας το μαντικάπι. Φάμπρικες έλεγαν και λένε στις διάφορες Ευρωπαϊκές γλώσσες τα εργοστάσια, όμως στην εποχή της τουρκοκρατίας και πίσω, οι έστω λίγες τεχνολογικές εξελίξεις δεν έφταναν και τόσο εύκολα στην Κρήτη. Δεν γνωρίζω την εξέλιξη της σύλθλιψης της ελιάς στην Κρήτη από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας, πάντως η πρόοδος ήρθε από την ελεύθερη Ευρώπη με την τεχνολογία του ελαιοτριβείου, στα τέλη του 18ου αιώνα. Φυσικό λοιπόν ήτονε και τό όνομα που έδοσαν στα ελαιοτριβεία ευρωπαϊκού τύπου, μιάς και ήτονε το μοναδικό εργοστάσιο που γνώριζαν στην περιοχή μας, ονομάζοντάς τα φάμπρικες
Ένα από τα κομμάτια ήτονε μονοκόμματο μαντέμι, πολύ πάνω από εκατό οκάδες και το λέγανε μαντικάπι. Απ΄ότι μούλεγε οντενήμουνε νεαρός ο μπάρμπας μου ο Μύρος, γεννημένος όπως και η μάνα μου στα Βορίζα, το πρώτο ελαιοτριβείο στη Μεσσαρά ήθρε στα Βορίζα. Τα μεταλικά κομάθια ήρθανε με καϊκι στοι Καλούς Λιμένες, μιάς και ήτονε μόνος φυσικός τόπος για να προσεγγίσει το καίκι και να ξεφορτώσει. Βέβαια στα μέρη που τα φορτώνανε μπορεί ναχανε τσοι τεχνολογίες της εποχής, κανα παλάγκο και τροχαλίες γιά το φόρτωμα. Στους καλούς Λιμένες βέβαια η υποδομή ήτονε ή ίδια με σήμερο, δηλαδή τίποτα. Επαιδεύουντανε καναδυο μέρες και δεν τα καταφέρνανε να ξεφοτώσουνε το μαντικάπι, μιάς και δεν είχανε σταθερο τόπο να σηκώσουνε πολλοί με τα χέρια ντως, μέχρι που κατάφθασε ένας θηριώδης βοριζανός και τσοι παραπάντισε ούλους, και το σήκωσε και το απόθεσε στη στεριά. Απο κειά και πέρα με τα βούγια και κάρα, μιάς και στα μέρη μας οι αραμπάδες λόγω εδάφους και ανυπραρξίας δρόμων είτονε άγωστοι, επαιδευτήκανε καμπόσες εβδομάδες να το μεταφέρουνε στην απάνω ρίζα.
Στο Πετροκεφάλι κατά που φαίνεται κάθε φαμελιά στ΄αρχές του 19 αιώνα, με την απελευθέρωση τση Κρήτης, έστησε τη Φάμπρικά τζη.
Η ΦΡΑΓΚΙΔΙΑΝΗ ΦΑΜΠΡΙΚΑ ήτονε στα Φραγκιδιανά, στη γυροποταμιά. Πρέπει να σταμάτησε πολύ νωρίς τη λειτουργία τζη. Επειδή ήτονε του σογιού μου, το τελευταίο κομμάτι τζη ήτονε μιά τεράστια μυλόπετρα, που την είχανε εντοιχίσει οι κληρονόμοι τση φάμπρικας στη μεσοτοιχία ενός μακρόστενου δωματίου, κλερονομιά τους κυρού μου απο τη μάνα ντου. Θυμούμε λοιπόν πως ο κύρης μου πούχε πάρει κληρονομιά από τη Φραγκιδοπούλα γιαγιά μου ένα σπιτάκι-τμήμα τση φάμπρικας, επούλησε τη μυλόπετρα γύρο στο 1960 σ’ ενα σύγχρονο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο στο Καμηλάρι (του Καραντινού;)
Όπως θα δείτε, το κέντρο του Πετροκεφαλιού ήτοντε φαίνεται από τον αμαξωτό και κάτω, γύρο από το λόφο και τη γυροποταμιά, που αποτελούσε και «βιομηχανική» του ζώνη με τση φάμπρικες και το νερόμυλο για τ΄ άλεσμα. Έτσα εξηγείται και η αγάπη του μπάρμπα μου του Βανίλη (Στυλιανός Γεωργ Φραγκιουδάκης 1910), γενημένου στα Φραγκιδιανά τση γυροποταμιάς , που οντενεμερακλώνουντανε έλεγε τη μαντινάδα:
«Από τη γυροποταμιά δε λείπιει η πρασινάδα// και΄απο το αχειλάκι σου η ροδοκοκινάδα»
Η ΣΠΥΡΙΔΙΑΝΗ ΦΑΜΠΡΙΚΑ σώζεται ακόμη ακριβώς πάνω από το πλακάκι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας με κάποιους κληρονόμους να ερίζουν ακόμη για το οικονομικό της …αντίτιμο.
Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΑΚΗ, υποθέτω πως ήτονε του προπάππου του σημερινού ιδρυτή της AEGEAN AIRLINES, του Ευτύχιου του Βασιλάκη, εμπόρου στο Πετροκεφάλι κατά το 1910-20, Αυτή βρισκότανε επίσης στη Γυροποταμιά, στο σημερινό σπίτι του Πετρομανώλη
Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΤΟΥ ΜΙΧΕΛΙΝΑΚΗ. Στα ενδότερα του χωργιού, στη γνωστή θέση που είναι και σήμερα, αρκετά καλά διατηρημένη, χάρις στην ευασθησία του τωρινού ιδιοκτήτη και τελευταίου Κοινοτάρχη του Πετροκεφαλιού του Ιωάννη Τσικνάκη.
Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥΡΙΤΗ, νότια της πλατείας ιδιοκτησία μιάς ακόμη μεγάλης φαμίλιας του Πετροκεφαλιού του προηγούμενου αιώνα. Αυτή, περιήλθε στην ιδιοκτησία του Νικ Μπιτσακάκη περί το 1960
Και οι τέσσαρες φάμπρικες του χωργιού λειτουργούσαν εντατικά την εποχή του 1950-60 τους μήνες του χειμώνα για ν΄αλέσουνε τις ελιές του χωργιού Μάλιστα δε αποτελούσαν κατα κάποιο τρόπο μικρά κέντρα ζωής και κίνησης τους κρύους μήνες του χειμώνα, σε μιά δύσκολη εποχή, που δεν υπήρχαν εξωτάρικες δουλειές, αλλά ούτε δυνατότητα μετανάστευσης. Έτσι, λίγοι εβδομηντάρηδες-ογδοντάρηδες του 2000 (γενημένοι το 1925-1940) έκαναν τσοι φαμπρικάρηδες, πράγμα που σημαίνει πως έκαναν δρομολόγια μέ μιά κόφα 50-60 οκάδες στην πλάτη, την γέμιζαν ελιές από τα πατητήρια των νοικοκυραίων συνέχεια νύχτα μέρα, μέχρι να μεταφέρουν όλες τσ΄ελιές ν΄αλεστούνε, να κουβαλήσουνε πίσω το λάδι του αφεντικού, και να πάνε μετά σε άλλον νοικοκύρη.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: