ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΧΩΡΙΟ, με γέλιο…

Η εξέλιξη που βιώνουμε τον τελευταίο αιώνα είναι σίγουρα αρκετά πιό ταχεία από εκείνη άλλων εποχών. Ίσως αυτό να κάνει βιωματικές αντιλήψεις και εμπειρίες της εποχής του 1950-60 να φαίνονται άλλοτε μεσαιωνικές, και άλλοτε αστείες, σαν ανέκδοτα. Χωρίς να θέλω να μακρηγορήσω πάνω σε αυτό, δίδω στην κρίση σας, όσα περίεργα κράτησα στο παιδικό και νεανικό μυαλό μου τα άγουρα μεταπολεμικά χρόνια. Εκθέτω λοιπόν κάποια από τα βιώματά μου, που είναι κοινός τόπος και εμπειρίες των ανθρώπων της γενιάς μου…

18. ΤΟ ΠΙΟ ΒΑΡΥ ΠΡΑΜΑ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ Ο ….ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΤΟΥ ΝΤΑΣΚΟΥ (Α. Μπαμπιονιτάκης 19/2/2007)

Πριν από την ….επάρατη (εδώ επάρατη εννοούμε την τηλεόραση, μην μπερδεύεστε), η συμπεριφορά στον καφενέ του χωριού ήταν εντελώς διαφορετική. Η ιεραρχία επέβαλε ώστε, η σοφία, οι εμπειρίες και τα βιώματα των μεγάλων να ακούγονται με σεβασμό και να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα στους νεότερους. Φυσικά ο δέων σεβασμός στον πολύξερο, τον πολυταξιδεμένο, τον σοφό γέροντα, η στο μορφωμένο ήταν κανόνας. Ακόμα, οι ταξιδιώτες, ντόπιοι ή ξένοι, μετέφεραν ζωντανά τα νέα, μιάς και ο τύπος μόλις μετά το 1960 άρχισε δειλά –δειλά να φθάνει στην επαρχία μας. Όμως λόγω και της αγραμματοσύνης τότε, ο παραδοσιακός δια της ακοής τρόπος, είχε βαθειές ρίζες και αν οι τραγουδιστές της ομηρικής εποχής ή το ισοδύμαμο του τόπου μας, ο Ερωτόκριτος, σιγά σιγά αραίωναν, εν τούτοις πάντα βρισκόταν ο καλοδεχούμενος αφηγητής, ή και παραμυθάς ακόμα, που μπορούσε να συγκεντρώσει γύρο του αρκετούς που τον άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια στον καφενέ. Τα θέματα δε των συζητήσεων ήσαν από επιστημονικά ή επιστημονικοφανή, μεχρι και επίδειξης πνεύματος, γνώσεων, πλάκας, ανάλογα με την παρέα….

Το Πετροκεφάλι υδρολογικά χωριζόταν σε τρεις ζώνες: Α.Η εντός πεδιάδας ζώνη είχε τρεχούμενα νερά, μέχρι και για ορυζώνες. Β. Μιά δεύτερη ζώνη με υδροφόρο ορίζοντα 2-10 μέτρα κάτω από το έδαφος, που εκαλλιεργείτο και ποτιζότανε με άντληση του νερού από πηγάδια, και Γ. η Τρίτη ζώνη, οι γήλοφοι, που μόνο με την βοήθεια μηχανοκίνητων αντλιτικών συστημάτων, μετά το 1962, άρχισαν να καλιεργούνται συστηματικά με άδρευση. Ήταν μιά περίοδος έντονης γεωργικής ανάπτυξης στο Πετροκεφάλι. Τα πρώϊμα κηπευτικά στην περίοδο 1955-65 ήταν στο φόρτε τους. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις πρώιμων κηπευτικών ήταν κυρίως δυτικά του χωριού, με τον υδροφόρο ορίζοντα 5-10 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Τα απλά αντλητικά συστήματα από αυτό το βάθος ήταν τα αποκαλούμενα «μηχανήματα», που με τη βοήθεια ενός γαϊδουριού σε συνεχή κυκλική κίνηση γύρο από ένα πηγάδι, ο μηχανισμός-μηχάνημα αντλούσε αρκετό νερό σε συνεχή ροή, ώστε να ποτίζονται οι κήποι. Το γαϊδουράκι σιγά – σιγά μάθαινε και περπατούσε κυκλικά γύρο από το πηγάδι και ο περβολάρης φρόντιζε για το πότισμα. Καμμιά φορά τα γαϊδούρια αντιδρούσαν, κλωτσώντας και δεν υπάκουαν, οπότε τα καταχέριζε δεόντως το αφεντικό.

Ας ακούσομε όμως τον αφηγητή του καφενέ, εκεί κατά το 1965:

Ιούλιος στο χωριό και η ζέστη αρκετή, ώστε νάχουν κάτσει το απόβραδο οι δουλευτήδες στο καφενείο, για κάνα νέο, καμμιά κολιτσίνα, ή πρέφα μέχρι να καταστέσει η κερά τς΄όρνιθες και το βραδυνό… Είτανε καμμιά δεκαριά οι θαμώνες σε δυό – τρια τραπέζια και ο πιό …πολύξερος (Ζαχαρία τονε λέγανε, μα δε θυμούμαι ποιός κιαολιάς από στοι δυό είτανε), επέταξε την ατάκα: — -Ποιός μωρέ κοπέλια κατέχει είντάνε το πιό βαρύ πράμα στον κόσμο, από εκειανά που σηκώνει ο άθρωπος; Ετρουλαφτιάσανε από τάλλα τραπέζια, αφίσανε τσι χαζοσυζητήσεις και άρχισε ο καθένας ν΄ανανογάται είντα βαρύ πράμα είχε δει στη ζήση ντου.

-Η γιαγιά μου η Σταματοδημήτραινα ! πετιέται το Δημητράκι το Καγκελάκι από το διπλανό τραπέζι. Ο ! διάλε τς απολυμάρις τση, α δεν είναι 150 οκάδες ! Ασήκωτη είναι ! Εκειαά μαζευόμαστανε δυο-τρείς και μασε ξεκατινιάζει μεχρι να τη γυρίσωμε και να την εκαταστέσωμε καθε βράδυ! (Μίλαγε για την κατάκοιτη τότε γιαγιά του τη Σταματοδημήτραινα).

-Ο Γάϊδαρος του Ντάσκου ! πετιέται το Νικολιό το Τρουλιτάκι από την άλλη μπάντα. Έ κακομοίρηδες να μη σασε τύχει ετσα πράμα!

(Έτυχε βλέπεις νάταν μιαολιά αντζούμπαλος ο συγκεκριμένος γάϊδαρος, και τον βάρεσε ο Γιώργης του Ντάσκου, οπότε αυτός κλωτσοβολούσε μέχρι που απρόσεχτα έπεσε στο πηγάδι 8-10 μέτρα βάθος. Αμέσως εσήμανε συναγερμός στο χωργιό: Εκτύπησαν την καμπάνα, μαζευτήκανε οι …διασώστες, και αποφασίσανε να κατεβάσουνε το Νικολιό το Τρουλιτάκι στο πηγάδι να δέσει το γάϊδαρο για να τον ανεσύρουνε οι άλλοι από πάνω. Έλα όμως που το πηγάδι είχε κανα μέτρο νερό, είτανε και μιαολιά άγαρμπος ο γάϊδαρος και είδε και έπαθε ντο Νικολιό μέχρι να τονε μπουζάσει και να τονε σύρουνε επάνω!).

Εβρέθηκε και ένας πολυταξιδεμένος, μέχρι τη μεγάλη χώρα είχενε πάει και εμέτρα πολλά η γνώμηντου, και τως είπενε πως είδε μιά βολά σε ένα λιμάνι ένα βίτσι σέναν αγερανό που εσήκωνε ενα ολόκληρο καράβι! Επομείνανε οι πιό πολλοί να τονε ξανοίγουνε με ανοιχτό το στόμα, μα ο Ζαχαρίας δεν εσυμφώνησε με κανένα: Εγύρισε με το πολυώρι ο αγαθός τση παρέας και λέει ντου : Ε! Ειντά νε επιτέλους εδα Ζαχαρία το πιό βαρύ πράμα ! Οπότε γυρίζει ο Ζαχαρίας και των λέει μονολεκτικά: Η μαλαπέρδα! Μόλις το ακούσανε οι αποδέλοιποι απομείνανε κόκαλο, και ξανοίγανε απορημένοι ο ένας τον άλλο, μονολογώντας όλο απορία: η μαλαπέρδα, η μαλαπέρδα. Δίπλα μου εκάθουντανε το συμπεθεράκι μου το Μανωλιό αρκετά αγαθό στην όψη και στη σκέψη, και γυρίζει χαμηλόφωνα και με ρωτά: Είντάνε δα συμπεθεράκι εκεινηνά η μαλαπέρδα, μπας και κατέχεις; Του εξήγησα λοιπόν τι είναι η ….μαλαπέρδα και το Μανωλιό, πούχε και τα χρονάκια ντου, επόμεινε χασκούμενο: ΄-Έχεις κακορίζικο Ζαχαρία δίκιο, γιατί αυτή άμα πέσει δεν τηνε σηκώνει μηδέ το πιό μεγάλο βίντσι του κόσμου!

( Θα μου πείτε βέβαια πως εγώ ήξερα για την ….ποιητικά αυτή ονομασία του πέους (μάλον πρέπει να είναι λασηθιώτικης προέλευσης) , αν θέτε όμως να το μάθετε κι΄αυτό, διαβάσετε την ιστορία της μαλαπέρδας παρακάτω, αληθινή αυτή τη φορά).

17. ΤΡΕΧΑΤΕ! ΜΙΑ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑ!, ΜΙΑ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑ ! (Α. Μπαμπιονιτάκης 19/2/2007)

Γιά όσους έχουνε καλή μνήμη, και κάποια ηλικία βεβαίως βεβαίως, θα θυμούνται την εποχή της πουριτανικής …αθωότητας του Ανδρέα Παπανδρέου (Θού κύριε φυλακή τω στόματι μου, που θάλεγε και ο Χριστόδουλος), τελος πάντων θάτανε 1986, που ο καημένος ο Αντρέας, πρωθυπουργός ών, αναγκάσθηκε να απολύσει τηλεφωνικά τον τότε Διευθυντή της ΕΡΤ, καθόσον σε ζώνη απογευματινή είχε προβληθεί μιά ταινία με ένα νεαρό να βυζαίνει τη ….μαμά του. Πιθανώς στην ίδια προβολή ήταν και μιά σκηνή που ένας άνδρας με αδαμιαία περιβολή σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Στο διπλανό διαμέρισμα που έμενα στο Χολαργό, διέμενε μιά ηλικιωμένη χήρα, όπου εσύχναζε η γυναίκα μου, μαζί με μιά Τρίτη κυρία εκ Λασηθίου, ώριμη και ουδέποτε νυμφευθείσα και κάνανε και οι τρις παρέα. Μόλις είδε η τελευταία, η Λασηθιώτισα, τη σκηνή στην τηλεόραση έβαλε τις φωνές στις άλλες (πούχανε πεταχτεί στην κουζίνα για το μαγείρεμα): ΤΡΕΧΑΤΕ ! ΜΙΑ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑ ! ΜΙΑ ΜΑΛΑΠΕΡΔΑ ! (Η καϋμένη ! Τόχε φαίνεται καϋμό και της βγήκε αυθόρμητα !) Και φυσικά οι άλλες (οι …χορτάτες) την έβγαλαν βούκινο στη γειτονιά! . Έτσι και εγώ εμπλούτισα τις γνώσεις μου στη …σεξολογία.

16. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο …ΕΠΙΛΟΧΙΑΣ, Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΣΟΥΡΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ (Α. Μπαμπιονιτάκης 18/2/2007)

Θάτανε 1942-43 και οι Γερμανοί φτιάχνανε το Αεροδρόμιο Τυμπακίου. Στους ντόπιους είχαν επιβάλλει καταναγκαστική εργασία. Με άλλα λόγια, ωρισμένες ημέρες ώφειλαν να μεταβούν στις θέσεις των έργων και να εργασθούν όσο τους είχαν προγραμματίσει οι εργολάβοι. Εκτός όμως από το εργατικό δυναμικό με καταναγκασμό που την πλήρη ευθύνη είχαν οι Γερμανοί, στον τεχνικό τομέα του Αεροδρομίου είχαν στρατολογήσει για τις κατασκευαστικές ανάγκες μιά Αθηναϊκή εταιρεία που είχε, ας πούμε, ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και Έλληνες εργοδηγούς. Διαβάστε λοιπόν την ιστορία….

-(Αφηγείται, λίγα χρόνια πριν πεθάνει, ο Ιωάννης Ανδρ Πετράκης, γνωστός με το παρατσούκλι Επιλοχίας). Θάμαστε κοπέλια 15-17 χρονώ, και ήρθενε στο χωργιό (Πετροκεφάλι) ένας εργοδηγός, πρέπει νάτανε από την Αθήνα, υπάλληλος μιάς εταιρείας, ΑΘΗΝΑ τη λέγανε, που είχε αναλάβει να φτιάξει το Γερμανικό αεροδρόμιο στο Τυμπάκι…. Ο εργοδηγός ήθελε να μαζέψει εργάτες, πληρωματικά, από τα γύρο χωργιά. Στην πληρωμή συμπεριλαμβανοτανε και 100 δράμια καπνός τη βδομάδα, μεγάλο πράμα, μιας και που να βρούμε στην κατοχή τσιγάρα ή καπνό….Είμαστε μιά μπατούλια κοπέλια: Ένας εγώ, ακόμη ο Αντρέας του Πατσούρη, ένα Τρουλιτάκι, και καμπόσοι πιό μεγάλοι από μας, το πήραμε απόφαση: – Μωρέ δεν πάμε εργάτες να πάρουμε και τον καπνό; Εμείς εδά είμαστε οι πιό μικροί τση παρέας και φαίνεται πως οι Γερμανοί τως είχανε απαγορέψει να παίρνουνε κοπέλια….Εσκεφτόμασταν εμείς είνταλοής να κάνομε γιανα  … μεγαλοδείχνομε στον επιστάτη, και λένε του Αντρέα του Πατσούρη να φορέσει …μακρυά πατελόνια…Πάει αυτός στο σπίτι ντου και φέρνει ένα-δυό παντελόνια με καμπόσες τρύπες το καθένα, και δεν εγίνουντονε να τα βάλει. ‘Ο πιό έξυπνος τση παρέας του πρότεινε και έβαλε και τα …δυό πατελιόνια, τονα μέσα στάλλο, καιτσα …εξαφανιστίκανε οι τρύπες, μιάς και δεν έπεφτε η τρύπα του απέξω πατελονιού στην ίδια θέση με τσοι τρύπες του απομέσα… Σα δεν μπιτίζει εκαταστέσαμε εμείς τον Αντρέα και εφαίνουντονε ολόκληρο αντράκι….

Μπήκαμε στη γραμμή και εδίναμε το ονομά μας και την ηλικία μας στον εργοδηγό και αυτός έδινε την άδεια να πάμε στο φορτηγό για το αεροδρόμιο…. Επέρασε ο Αντρέας τον έλεγχο και όλα καλά, οπότε φτάνει και η σειρά μου. Εγώ εμικρόδειχνα μα με είχανε δασκαλέψει και δεν τόβαλα κάτω: -Πετράκης Ιωάννης, 22 χρονώ… Θωρείμε ο εργοδηγός, ξανοίγειμε από πάνω μέχρι κάτω, ντα μουδέ μουστάκι δεν είχα καλά καλά ακόμη, και εζορίζουντονε να το πιστέψει…. Εκειά στο ζορε πάνω, επετάχτηκε από πίσω μου ο ….(δεν μούμενε τό όνομά του) πούτανε ετοιμόλογος και φωνιάζει του εργοδηγού: -Είντα τονε ξανοίγεις μπάρμπα ! Επιλοχία τον είχα στο στρατό !

Ετσά επέρασα στην ομάδα, μα οι γιάλλοι χωργιανοί που γροικούσανε, μου κολλήσανε το παρατσούκλι «επιλοχίας» και δεν με βρίχνεις εδά παρά μόνο με τουτονά….

15. Ο ΜΑΘΙΟΣ, Ο ΟΤΕ ΚΑΙ Ο ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ (Α. Μπαμπιονιτάκης 15/2/2007)

Η κοινωνική ηθική επέβαλε εκείνα τα χρόνια, πως δεν είτονε πρεπούμενο να κάθουντε μικρά κοπέλια στο καφενείο. Μέχρι 15 -17 χρονώ μπαίνανε στο καφενείο να φωνιάξουνε του γονιού ντως ή να κάνουνε καμμια παραγγελιά και δρόμο… Δειλά-δειλά το Μαθιό του Γκιαούρη (Ματθαίος Μιχ Δαμιανάκης), έπαιρνε τα …διαπιστευτήρια του θαμώνα και σύχναζε κάπου κάπου στο καφενείο του Συρμαλή, περί το 1953-55…

Το τηλέφωνο εκείνης της εποχής είτανε με το μαγγανάκι και με μιά μπαταρία που έπρεπε να της βάζουν υγρά, για να έρχεται το σήμα από χωριό σε χωριό. Δεν είχαμε βλέπεις ηλεκτρικό ρεύμα και οι υπηρεσίες του ΟΤΕ ήταν προσαρμοσμένες στην υπαρχουσα κατάσταση.

Τέσσερα χιλιόμετρα Νοτιοανατολικά του Πετροκεφαλιού ήταν η Πόμπια, σε μεγαλύτερο υψόμετρο από ότι το Πετροκεφάλι, με έδρα Αστυνομικού Σταθμού, που είχε στην επιτήρηση του όλη την επικράτεια μέχρι τα Μάταλα-Φαιστό.

Θάταν Σεπεμπριάδες, και ωρισμένοι κτηνοτρόφοι έκαιγαν με μικρές τοπικες πυρκαγιές τα ξερά ματζόχορτα, ώστε με τις πρώτες βροχές να μπορούν να βοσκήσουν τα χοντρά έχνη στσοι πνιγάριδες… Είχε βραδυάσει και σκοτεινιάσει γιά τα καλά και μιά φωθιά ελαβρουντάνιαζε ακόμη αθο τον Αϊ Γιάννη, κάτω από τα αρχαία της Φαιστού. Άλλο φως δεν υπήρχε στην πεδιάδα και η πυργαγιά έγινε αντιληπτή από την Πόμπια. Ο αστυνόμος έκρινε σκόπιμο μα επιληφθεί του συμβάντος….Δεν μπορούσε όμως να γνωρίζει ο αστυνόμος αν η φωτιά ήταν στο Πετροκεφαλι, που ήταν στην ιδια γραμμή με τη Φαιστό βλέποντας από την Πόμπια, ή πιό κάτω. Σήκωσε λοιπόν ο αστυνόμος το τηλέφωνο και άρχισε να καλεί εναγωνίως το Πετροκεφάλι. Το τηλεφωνείο (φυσικά μιας και μοναδικής γραμμής γιά όλο το χωριό) ήταν στον πάνω όροφο του καφενείου του Συρμαλή. Όταν λοιπόν μέσα στη νύκτα άρχισε να χτυπά το τηλέφωνο, ο Συρμαλής προστάζει το Μαθιό: Σάλευε μωρέ Μαθιό να το προκάμεις ! Τρέχει ο Μαθιός, ανεβαίνει τη σκάλα και πριν κλείσει σηκώνει το ακουστικό: «Επά Πετροκεφάλι, Ετά;» – Αστυνομικός Σταθμός Πόμπιας σας μιλεί ο Αστυνόμος, τί είναι η φωτιά εκεί κάτω; Και ο Μαθιός εντελώς καθυσηχαστικός και ψύχραιμος, απαντά στον Αστυνόμο: Α, πράμα δεν είναι κυρ Αστυνόμε, δεν έφεγγα και άναψα ένα σπίρτο να βρω το ακουστικό!

14. ΤΟ ΡΩΣΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΒΙΑΚΙ (Α. Μπαμπιονιτάκης 13/2/2007)

Ακούμε σήμερο, τo 2007, για νεοφανείς όρους «παραβατική συμπεριφορά» και άλλα βαρύγδουπα, που ήταν αδιανόητα σε άλλοτινές εποχές. Όχι βέβαια πως δεν είχαμε …μπουμπούκια στην εποχή μας, καθε άλλο μάλιστα, αλλά η παραβατικότητα εκείνης της εποχής είχε περιορισμένο βεληνεκές. Επειδή δε «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» όσο μεγάλος παραβάτης και νάταν κανείς, ώφειλε να δίδει λόγο στην ίδια στενή κοινωνία του χωριού που είχε τρόπους να τιμωρεί και να συνετίζει. Σήμερα ο παραβάτης μπορεί εύκολα να συνεχίζει τη δράση του καλυπρόμενος από τα … «προσωπικά δεδομένα», από μιά μηχανή μεγάλου κυβισμού που τον μεταφέρει σε λίγα λεπτά από τη θέση της παρανομίας στον κόσμο της νομιμότητας…

Θυμάμαι, το «Ρωσάκι» (Γεώργιος Αλεξ. Μιχελακάκης), ένας μικροκαμωμένος διαβολάκος στα μικράτα του, γόνος πολυμελούς οικογένειας, που είχαν να διηγούνται τα κατορθώματά του μικροί και μεγάλοι…

-Καβάλα στο γάϊδαρο, και με τα προβατάκια μου να ακολουθούνε πειθήνια έμπαινα στο χωριό λίγο προτού απογείρει ο ήλιος, και έγινα μάρτυρας μιάς σκηνής, που μιά ωραία κοπέλα, 15-18 χρόνων τότε, η Σοφία του Σαντόλου μου του Λιομανώλη κυνηγούσε με …πέτρες το Ρωσάκι, και αυτό πρόλαβε και εξαφανίστηκε στην ασφάλεια του κέντρου του χωριού. Τα πειράγματά του ήταν ηθικού-σεξουαλικού περιεχομένου και είχαν κυριολεκτικά εξαγριώσει την κοπελιά που φαίνεται είχε τσαγανό και δεν μάσαγε….

-Φεύγοντας από την πλατεία, ήταν το σπίτι μιάς πολύ-πολύ γιράς εκείνη την περίοδο, της Ψεβίας ή Ψεβιακιού, μητέρας του Γιάννη στη Ψεβίας (Ιωάννης Μιχελινάκης). Λίγο πιό πάνω ήταν το σπίτι του Ρωσακιού, και πέρναγε μπροστά από το σπίτι τση Ψεβίας γιά να πάει στην πλατεία. Βέβαια από το Ρωσάκι δεν γλίτωνε ούτε ….θηλυκιά γάτα, στα λόγια βέβαια, στα πειράγματα. Φανταστείτε λοιπόν το …Ψεβιάκι γιαγιά 70-80 ετών, να την πειράζει ένας …σπόρος 10 ετών, καθώς περνούσε από την πόρτα της και της τραγουδούσε τη μαντινάδα: Ψεβία μου τη βράκα σου μην τηνε δένεις κόμπο// μόνο τη δένε σειρταριά, να τηνε λυώ ντελόγο…. Φυσικά οι φωνές της Ψεβίας ακουγότανε σε όλο το χωριό, και το Ρωσάκι με τα πόδια στους ώμους είχε απογείρει στα στενά του χωριού, αφίνοντας την Ψεβία να ουρλιάζει.

-Ο Λιονοκολής και ο Αραποκωστας είτανε η προτελευταία ηρωική φουρνιά αγροφυλάκων, πριν από την κατάργησή της αγροφυλακής. Η κλοπή έστω και λίγων φρούτων ήταν σημαντικό αδίκημα. Το Πετροκεφάλι ήταν κυριολεκτικά πνιγμένο στα οπωροφόρα, και το Ρωσάκι είχε βάλει στο μάτι κάτι ωραίες μεγάλες μανταρινιές δίπλα στο πλακάκι (τοποθεσια βόρεια του χωριού) και ο ιδιοκτήτης ελεγε και ξανάλεγε πως του κλέβουνε τα μανταρίνια. Είχανε βαλθεί λοιπον να συλλάβουν το Ρωσάκι, κλέπτον οπώρας. Να θυμηθούμε πως αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε ηλεκτρικό και άλλου είδους φωτεινές πηγές, εκτός από το λύχνο, με εμβέλεια ένα μέτρο. Σπάνια χρησιμοποιούσαν τα φανάρια, ενω τα Λούξ ήταν ειδικές κατασκευές με καθαρό πετρέλαιο που χρησημοποιούσαν στα καφενεία.

Απίτις εβράδιασε γιά τα καλά έγειρε ίσα κατω ο Λιονικολής κρυφά, και επήγε να κάνει χωσά να πιάσει το Ρωσάκι κάτω από τη μανταρινιά. Ετσαλαβούτα στσοι λάσπες και τα χόρτα ο αμπελικός, αλλά μαθημένος έβριχνε τα κατατόπια, και εμουρμούριζε δρόμο-δρόμο:- Έτοπαντέρμο α δεν είναι πίσα ναιώνιο μαύρο, να βγάλω θέλω τα μάθια μου!. Μα που θα πάει να το πιάσω θέλει και θα το κάμω οχρακόσες οκάδες! Έκατσε λίγη ώρα κάτω από τη μανταρινιά μπουρμουρίζοντας: Έλα μωρέ μαϊμούνι, μανα σε περιποιηθώ θέλω γω απόψε, δε θα νέρθεις; Δεν εγροίκα όμως ο αμπελικός ανεπαταχλί, και με το πολυώρι που εξετουρτούρωσε έγειρε πάνω να ξαναπάει στο καφενείο του μπουρμά πριχού κλείσει. -Εγλιτωσέσμουτηνε απόψε, μα αυγιαργά θα σε καταστέσω μαϊμούνι, μονολογούσε καθώς ανέβαινε στου Φανούρη το στενό. Φτάνει στο καφενείο και θωρεί το Ρωσάκι να κάθετεαι σε μιά καρέκλα με τον πόδα απάνω σάλλο, και εμονολόγα την ώρα που πέρναγε από μπροστά του ο αμπελικός:  Εγλιτωσέσμουτηνε απόψε, μα αυγιαργά θα σε καταστέσω μαϊμούνι ! Ετρουλάφτιασε ο αμπελικός, εζορίστικε, μα είντα θελα πει… Εκατάπιε ντο. και επαραγγειλε του μπουρμα μια διπλή φασκομηλιά, να μη ξεκολήσει η ψυχή ντου από το ξετουρτούρωμα τς΄ογρασάδας και που κάθουντανε τόσηνα ώρα ακούνητος γιά να πιάσει τον κλέφτη! (Πέρασε αρκετός καιρός γιά να μάθει, πως όση ώρα μουρμούριζε κάτω από τη μανταρινιά, το Ρωσάκι είτονε κουρνουνιασμένο από πάνω στα κλαδιά τση μανταρινιάς και δεν έπαιρνε μουδέ αναπινιά για να μην το δεί!). (Σαν επήρε το στενό τση γυροποταμιάς αθό ντην εκκλησά ο Λιονικολής, το Ρωσάκι με ένα σβούρο από του Παπουτσονικολή και του Πειμενίδη το στάβλο, επήγε και επερίμενε τον αμπελικό στου Μπουρά, απουρχουντανε ολόγρος και κοκαλιασμένος από το ιερό τ΄Αγίου Πνεύματος)

13. ΕΓΩ, ΤΑ ΚΟΠΕΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΥΛOΕΥΤΥΧΙΟΥ Η ΣΤΕΡΝΑ (Α. Μπαμπιονιτάκης 10/2/2007)

1955-1959… Η κατοχή είχε τελειώσει, ο εμφύλιος επίσης, και ο παραλοϊσμένος μέσος άνθρωπος άρχισε δειλά-δειλα να χαλαρώνει, να σκέφτεται την ποιτικότερη διαβίωση, επόμενο σκαλί μετά τον μακρόχρονο τιτάνιο αγώνα της επιβίωσης. Πραγματι, γεννημένοι εμείς σε μιά μπουνάτσα της ιστορίας, χωρίς συμφορές στον τόπο μας, μεγαλώναμε με ελλείψεις μα χωρίς τα δράματα του πολέμου. Μας μεγάλωναν όμως παππούδες και γονιοί, που είχαν ζήσει τη μισή τους τουλάχιστο ζωή με πόλεμο ή την απειλή του πολέμου…Τέλος πάντων, σιγά-σιγά οι άνθρωποι άρχισαν να ξεθαρεύουν, να δουλεύουν και να σκέφτονται πως θα προσφέρουν κάτι περισσότερο στον εαυτό τους και τα παιδιά τους.

Δουλευτής και έντιμος άνθρωπος ο Διογένης του Λιογιάννη (Ηλιάκης Διογέννης του Ιωαν.) είχε παντρευτεί τη Λεμονομαρία, και η χαρά του φτωχού (τα πολλά παιδιά) ο Γιάννης , η Λούλα, ο Αντώνης, η Όλγα και η Βαγγελιώ, έφτιαξαν την οικογένεια γρήγορα.

Πεντακόσα μέτρα έξω από το Πετροκεφάλι, δίπλα στον κεντρικό δρόμο, χωματόδρομος ακόμα, ήταν η στέρνα του Παυλοευτύχιου, ενός αξιοπρεπούς εμπόρου, που όμως του σάλεψε και έτσι το χαμηλό επίπεδο του χωριού, η έλλειψη φαρμάκων τον έκαναν κάπου κάπου επικίνδυνο για τα … πειραχτήρια. Δεν είχα ποτέ μου πρόβλημα με τον άνθρωπο, μόλις 5-6 χρονών τότε, όταν πέρναγα από το περβόλι του, με ωραίες πορτοκαλιές και άλλα οπωροφόρα. Όταν γέρασε, έδοσε το κτήμα στο Διογέννη Ηλιάκη να το καλλιεργεί, και έτσι η οικογένεια Ηλιάκη απέκτησε ένα σοβαρό στέκι πάνω στο δρόμο. Είχα καλές σχέσεις με το Γιάννη τον μεγαλύτερο αδελφό, μας χώριζαν μόλις 6-7 χρόνια βλέπεις. Μέχρι το 1962-63 θυμάμαι και τα δυό πιό μικρά, την Όλγα και το Βαγγελιώ να παίζουν στη στέρνα του Παυλοευτύχιου… Τίποτε περισσότερο όμως. Βλέπεις η τουλάχιστον διπλάσια τότε διαφορά ηλικίας μου από τα κοριτσάκια, με δυσκόλευε να έχω περισσότερες σχέσεις και αναμνήσεις.

Κάππου σε αυτή την περίοδο, αυτό που είπαμε παραπάνω σαν αγώνας για ποιοτικότερη διαβίωση, εξώθησε πολλούς, μεταξύ των οποίων και το Διογένη Ηλιάκη, για μετανάστευση στη Γερμανία. Ήταν μιά δύσκολη περίοδος γιά τον τόπο μας. Εργατικοί άνθρωποι, είχαν αρχίσει να παράγουν αρκετά γεωργικά προϊόντα, όμως η έλλειψη συγκοινωνιών, εμπορίου και υποδομών, άφινε τα προϊόντα απούλητα. Έτσι, η ανάγκη γιά χρηματοδότηση στοιχειωδών ατομικών υποδομών (να φτιάξουν ένα σπίτι, να σπουδάσουν τα παιδιά τους), ανάγκασε πολλούς να ξενιτευτούν, αλλά προσωρινά…

Στην κλειστή κοινωνία του χωριού κάποιες αξίες ήταν και είναι άφθαρτες. Σύντεκνος, πράγμα ιερό στον τόπο μας, ο Διογέννης με το πατέρα μου, πάντα άκουγα το Διογένη «Γειά σου σύντεκνε Κωστή, είντα κάνεις, είντα κάνουν τα κοπέλια…» Ο σεβασμός στις οικογενειακές σχέσεις είναι κανόνας στον τόπο μας, μάλιστα δε οφείλουν να τηρούνται και να υπηρετούνται και από τους νεότερους. Θάταν το 1996-97, που ξαφνικά στην πλατεία του χωριού στο καφενείο του Διογένη μου μίλησε μιά κοπέλλα: Γειά σου Αντρέα τι κάνεις, η Βαγγελιώ του Διογένη είμαι …. Άκουγα φυσικά, μάθαινα, χαιρόμουν για την πορεία της σε ένα δύσκολο δρόμο, εκείνο της πολιτικής. Σε πολλές από τότε συζητήσεις ξέρω καλά τη Βαγγελιώ. Κρατά καλά το πηδάλιο της πολιτικής της πορείας, αποφεύγοντας, τον ευτελισμό, την αναξιοπρέπεια, και υπηρετώντας πιστά τον τόπο της και τα πιστεύω της. Δεν μπορώ να μην αναφέρω σε αυτή τη θέση ένα παρόμοιο της Βαγγελιώς διήλημα, γνωστού μου βουλευτή (βουλευτής εντελόμενος από το κόμμα του γιά νομάρχης), που μου έλεγε: Όχι δεν δέχομαι αυτή την ανταλαγή, γιά οικονομικούς και άλλους λόγους. Η Βαγγελιώ, χωρίς καν να διστάσει, έδοσε λύση σε τοπικό επίπεδο στο κόμμα της, προσφέροντας και σε αυτό. Εϊναι δασκάλα, και είναι το μεγάλο της προσόν. Διάλεξε ένα επάγγελμα για να δίδει ΄Εχει μαθει να δίδει, και ο κόσμος της ανταποδίδει συνεχώς γι΄αυτό που εισπράττει, με την εμπιστοσύνη του, εκτίμηση και σεβασμό. Εύχομαι η ιστορία του χωριού μας να βρει στο πρόσωπο της Βαγγελιώς ένα αντιπροσωπευτικό ήρωα, κόντρα στη φθορά του χρόνου…

12. Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (Α. Μπαμπιονιτάκης 10/2/2007)

Ένας βαρύγδουπος τίτλος αν μη τι άλλο δηλώνει την αμετροέπεια του τιτλοδότη. Και μιάς και περί της αφεντιάς μου ο λόγος, αυτό δεν μου αρέσει. Όμως, στην υπερβολή του ο παραπάνω τίτλος φαίνεται να αποκαλύπτει την τάση μιάς εποχής, 1900-1910, που η Κρήτη ελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, όχι απλά επειδή το αποφάσισαν οι Άγγλοι Γάλλοι, Ρώσοι, αλλά γιατί οι Κρητικοί εκείνης της εποχής αισθανόταν, ζούσαν, συμπεριφέρονταν, αλλά κυρίως αγωνιζόταν με αυτονόητο στόχο την ένωση και την απελευθέρωση της υπόλοιπης Ελλάδας. Μου έκανε εντύπωση μιά συζήτηση που έκανα περί το 2000 με τον «Επιλοχία» (Ιωάννη Πετράκη του Ανδρέα), που μου μετέφερε τις διηγήσεις του πατέρα του Ανδρέα Πετράκη (1898), σχετικά με τα τοπικά γεγονότα εκείνης της περιόδου. Οι θείοι του αφηγητή μου ήσαν όλοι 18-30 ετών το επίμαχο διάστημα και ως εκ τούτου ο Πετραντρέας, ο Πετροδημήτρης, ο Πετρογιώργης, ο Πετρομιχάλης και προφανώς και οι άλλοι χωριανοί συμμετείχαν στα γεγονότα. Τα αναγραφόμενα παρακάτω έχουν αξία ως προερχόμενα από ένα άνθρωπο που δεν ήξερε φτιατσιδωμένη ιστορία, και παρόλα αυτά αναφέρόταν σε σημαντικά ιστορικά γεγονότα:

« Ο μπάρμπας ο Πετρογιώργης (1887) είτονε στη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, Μια εβδομάδα καίγουνταν και δεν μπορούσανε να τη σβύσουνε. Αναγκαστήκανε οι Άγγλοι από τα πολεμικά πλοία να βορβαδίσουνε την περιοχή που καιγοτανε για να σταματήσει η φωθιά. Ο μπάρμπας μου ο Πετροδημήτρης (1889) αν και «πήγε» στρατιώτης ( προφανώς περί το 1910-1912) δεν εμπόργε να φύγει από το χωργιό, γιατί δεν είχανε τρόπο να τους πάνε στο μέτωπο. Τους είχανε όμως μαζέψει στον Καλαμιάρη (τοποθεσία 1500 μέτρα εξω από το χωριό) και γι΄αυτό τους λέγανε «Καλαμιαρίτες». Οι Καλαμιαρίτες είχανε σαν δουλειά τους να φυλάνε αιχμαλώτους Βουλγάρους (;). Την ίδια δουλειά έκανε σαν στρατιώτης και ο άλλος μου μπάρμπας ο Πετρομιχάλης (1883), αυτός επιστατούσε τους Βουλγάρους αιχμαλώτους που έφτιαχναν το δρόμο Πόμπια-Μοίρες».

Εκτός από τους συγκεκριμένους Πετροκεφαλιανούς, ο παππούς μου ο Αλεξάκης (1880) υπηρέτησε 9 χρόνια στρατό, ξεκινώντας από το Μπιζάνι. Ο Καδιανογιώργης (Καδιανάκης Γεώργιος Θεοχάρη 1891) υπηρέτησε 12 χρόνια. Ο «Κωστής του Πιτσούνη» (Κωνσταντίνος Δημ. Γεωργιλαδάκης 1895) έφθασε μέχρι το Σαγκάριο και με την υποχώρηση σαν αιχμάλωτος και μου διηγήθηκε μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Πέρα από αυτά, στα παιδικά μου χρόνια, οι αναμνηστικές φωτογραφίες των παππούδων στα περισσότερα σπίτια ήσαν φωτογραφίες μιάς ομάδας στρατιωτών κάπου στη βόρεια Ελλάδα.

Από την παραπάνω διήγηση, φαίνεται πως είχαν μεταφερθεί αρκετοί Βούλγαροι αιχμάλωτοι του 1912-14 στην Κρήτη, και χηρσιμοποιήθηκαν σε καταναγκαστικά έργα οδοποιίας, φτιάχνοντας τα γεφύρια και τα καλτερίμια μέσα στην πεδιάδα. Πάντως ιστορίες με Βουλγάρους δεν είχαμε στα παιδικά μας χρόνια. Σίγουρα όμως, η σκληρότερη γιά τους ντόπιους εθνολογική βρισιά ήταν να αποκαλέσεις κάποιον «Βούλγαρο», ίσως χειρότερη και από το «Τουρκόσπορος».

11. Ο ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ, Ο ΠΙΤΣΟΥΝΗΣ, ΚΑΙ Ο ΣΑΓΚΑΡΙΟΣ. (Α. Μπαμπιονιτάκης 8/2/2007)

Ο Κωστής ο Πιτσούνης, όπως τον γνώρισα, ήταν ενας ήσυχος άνθρωπος με πολλά παιδιά από δυό γάμους, που φυσικά στις αναμνήσεις του έκρυβε ένα κομμάτι της σύγχρονης Ελλάδας. Η συμμετοχή του σε διάφορους πολέμους είναι αναμενόμενη, εγώ όμως εκείνο που θυμάμαι πολύ καλά στο εξοχικό σπιτάκι του ήταν τα δυό πολεμικά όπλα, ένα με το Κινητό ουραίον (Le emfiel) και ένα τύπου Μ1, περί το 1950 Ίσως βέβαια αυτά να είχαν σχέση με τα γνωστά ΤΕΑ (Τάγματα Εθνικής Ασφάλειας) μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου (1949). Στον τόπο μας τα ΤΕΑ δεν είχαν τη σκληρή φήμη (ή και χρήση) άλλων περιοχών στης Ελλάδας, μιάς και γενεσιουργός τους λόγος (κίνδυνος του κομμουνισμού) δεν είχε και πολλή περαση στον τόπο μας. Έτσι τα ΤΕΑ τα θεωρούσαμε κάτι σαν οργανωτική αγγαρεία της Κρατικής οργάνωσης, που επωμιζόταν κάποιοι και τίποτε περισσότερο.

Όταν λοιπόν διαλύθηκε ο Ελληνικός στρατός (στο Σαγκάριο 1922), ο Πιτσούνης πιάστικε αιχμάλωτος, τους χρησιμοποιούσαν δε οι Τούρκοι σε καταναγκαστικά έργα:

-« Μας είχανε στη σειρά και εσηκώναμε και μεταφέραμε από τα βουνά κατι θεόρατα μεσοδόκια. Θάμασταν καμμιά 15 αιχμαλώτοι για κάθε κομμάτι. Είμασταν πολλοί στη σειρά, και καθε 10-20 δικούς μας είτονε ένας Τούρκος με το μπιστόλι στη μέση και ένα καμουτσί. Επήγαινε ο Τούρκος μπρός-πίσω με το καμουτσί και έδινε από μιά στον καθένα μας, και ξανά το ίδιο….

Είτονε μωρέ κοπέλια στο μεσοδόκι μας ένας Σφακιανός, θηρίο άντρας, πάνω από δυό μέτρα. Από τσοι πολλές, δεν άντεξε την προσβολή να τονε δέρνει ο Τουρκαλάς με το καμουτσί, και ετσα που τονε χτύπησε παρατά τη θέση ντου στο μεσοδόκι και πιάνει με τη μιά ντου χέρα το καύκαλο του Τούρκου και με την άλλη την κάτω μασέλλα και τονέσκισε σαν τη σαρδέλλα ! Επόμεινε η μασέλλα ντου στη μιά ντου χέρα ! Είδανέτζοι οι Τούρκοι από τα άλλα δοκάρια και ετέξανε να βοηθήσουνε τον εδικό ντωνε και πέσανε ούλοι μαζί απάνω στο Σφακιανό… Από τοτεσάς δεν τον ξανάδα….»

10. ΤΑ ΦΑΝΤΑΡΑ, Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ, ΤΑ ΠΙΤΣΟΥΝΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (Α. Μπαμπιονιτάκης 8/2/2007)

Την ιστορία μου διηγήθηκε ένας από τους Πιτσούνιδες (παρατσούκλι), ο Μιχαήλ Εμμ. Γεωργιουλαδάκης 1931, κάτοικος Ελληνικού Αττικής, περί το 2000. Γνώριζα με κλειστά μάτια την περιοχή των ….συμβάντων της ιστορίας, έζησα άλλωστε 18 χρόνια εκεί, ήταν το βασίλειο μου. Μου έκανε κυρίως εντύπωση από την ιστορία που θα σας διηγηθώ, το στοιχείο της αλληλεπίδρασης των Τούρκων-Κρητικών όσο ήσαν μαζύ. Φυσικά, το δεύτερο αξιοπρόσεκτο στοιχείο είναι τα περί …φαντασμάτων (φανταρών στην τοπική διάλεκτο) και τόσων άλλων αντίστοιχων (τελώνια κλπ), που καλλιεργούσαν και συντηρούσαν στην τοπική κοινωνία η παράδοση και η αμάθεια. Μόλις 30 χρόνια μετά, στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, μόνο ένας έμπειρος παρατηρητής θα μπορούσε να δει το ανακάτεμα της κουλτούρας των δυό λαών. Εμείς μεγαλώναμε με το αντιτουρκικό μένος που μας πότιζαν οι μεγαλύτεροι και τίποτε περισσότερο. Έπεσα λοιπόν από τα σύννεφα όταν άκουσα πως ο παππούς μου τραγούδαγε τούρκικους αμανέδες, που φυσικά δεν άκουσε στο ….ραδιόφωνο (περίοδος μεσοπολέμου γαρ 1935-40) ή τα άλλα σύγχρονα μέσα, αλλά με άμεση επικοινωνία. Έξίσου σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι ο παππούς μου (1880-1955) δεν ήταν τυχαίος, κατά μιά έννοια: είχε πολεμήσει σαν στρατιώτης, επί 9 συννεχή χρόνια, τους Τούρκους κυρίως, μέχρι το 1922… Παρ΄όλα αυτά, τα βιώματα και τα ακούσματα άφισαν τα ίχνη τους στη μουσική του παιδεία…..

Η ιστορία εξελίχθηκε ακριβώς στο όριο των δυό κοινοτήτων Πόμπιας-Πετροκεφαλίου, μέσα στην πεδιάδα. Το όριο ήταν ένας καρόδρομος με κατεύθυνση Νότος-Βορράς που εν τέλει έστριβε βορειοανατολικά με κατεύθνση τις Μοίρες (το μεσοστράτι του Καλαμιάρη). Το πρώτο κομμάτι καθώς προχωρούσε στην πεδιάδα είχε πολλά γεφύρια (Καμάρες) τα τρία από αυτά περίτεχνα πετρόκτιστα και μόλις 4-6 μέτρα μήκους, καθοσον η πεδιάδα είχε αφθονότατα νερά. Ο ανάμεσά τους δρόμος ήταν καλτερίμι σε μήκος 500 μέτρα, μιάς και το χειμώνα ήταν δύσβατος και ελώδης. Η περιοχή ονομαζόταν Καμαράκια με δυό σημαντικά σημεία: το σπιτάκι του Αλεξάκι (ή του Μπαμπιονίτη του παππού μου) νοτιότερα πρός τους λόφους, και το σπιτάκι του Πιτσούνη 400 μέτρα πιό κάτω βορεινά. Τους καλοκαιρινούς μήνες πολλοί έμεναν κοντά στα κτήματά τους σε καλύβες στην εξοχή, ή σε πετρόκτιστα σπιτάκια. Το Πετροκεφάλι απείχε περίπου ένα χιλιόμετρο και ο εφοδιασμός ήταν εύκολος με τα ελάχιστα χρειώδη που απαιτούνταν να μεταφερθούν στους πρόχειρους καταυλισμούς.

Αφηγείται ο …παθών (Μιχ Γεωργιουλαδάκης): Θάτανε 8-9 η ώρα βράδυ το 1938-39, και εμείς, τα κοπέλια του Μανώλη και του Κωστή του Πιτσούνη (πρωτοξάδερφα), είμαστε στο σπιτάκι του Πιτσούνη. Τότεσας δεν ήτανε πουθενά φώτα, μουδε αυτοκίνητα και μηχανές και τη νύχτα δεν εγροίκα κιανείς μόνο τσοι αφορδακούς, απούτανε γεμάτες οι σαϊτες, και κιάνα γάϊδαρο που και που να γκανίζει… Ο μπάρμπας μου ο Κωστής ο Πιτσούνης επήγαινε κάθε βράδυ για δυο-τρεις ώρες στο χωριό, στο καφενείο και εγιάγερνε 9 -10 ή ώρα. Εμείς τα κοπέλια ετραχαπαλεύαμε περα-πόδε μέχρι να κοιμηθούμε. Εκειά που παίζαμε, σταματά μιά στιγμή το ξαδερφάκι μου το Μιχαλιό και τρουλαφτιά: Επολέμα να καταλάβει ειντάτανε εκειονα που εγροικα μιά στιγμή αθο ντα παπούργια και μετά εσταμάτα…. Με το πολυώρι ξανά το ίδιο. Γυρίζει αθο ντη μπάντα μου και μου λέει: γροικάς πράμα; Εκεινινά τη στιγμή γροικούμε ενα μακρόσυρτο πράμα για λίγο, και μετά σταμάτησε… Αγριευτίκαμεν εμείς, εκατουμώσαμε και εμαζωχτήκαμε στη μέσα μπάντα του σπιθιού… Σε μιά ολιά ώρα ξαναγροικούμε το μακρόσυρτο μουρμουρητό-βογγητό, και κατουρηθήκαμε απο το φόβο μας: -Κακομοίρηδες φανταρά είναι ! Εκουλουργιαστήκαμενε εμείς στη γωνιά και σε μιά ολιά ώρα γροικούμε τον μπάρμπα μου τον Κωστή και ήφτανε. Ετρέξαμε κατατρομαριασμένοι να του προφτάξουμε τα χαμπάρια πως εφανταχτήκαμε! Εγροίκα μας αυτός με προσοχή, να του λέμε το πως που και από που εγροικούντανε εκειονά το πράμα…. Και εκεια που μιλούσαμε: Νάσου το πάλι ! Σσσστ! Σωπάτε μωρέ ! Θωρούμε το μπάρμπα μας τον Κωστή να στρέφει το ένα του αυτί στο Νότο και να βάζει τη χερούκλα ντου χωνί γιά να γροικά πιό καλά… Μετά μισό λεπτό αγωνίας ήρθε επί τέλους η …διάγνωση: -Μη φοβάστε μωρέ μα δροσά δεν είναι ! Ο Αλεξάκης εχει πιει κειανά γκρασί και κάθετε στο σπιτάκι στη δροσεράδα και τραγουδεί τούρκικους αμνανέδες! (ο Αλεξάκης (Μπαμπιονιτάκης) είτονε ο παππούς μου με το σπιτάκι νοτιότερα του σπιτιού του Πιτσούνη).

9. Η …«ΛΑΪΚΗ» ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΟΥ (Α. Μπαμπιονιτάκης 5/2/2007)

(Καθώς ήθελα να δόσω ένα τίτλο στα παρακάτω γραφόμενα μούρθε να βάλω τα γέλια. Μιάς και στον τόπο μου εκείνα τα χρόνια τί λαϊκός, τι βασιλικός, (άλλωστε η αντιπαράθεση της εποχής ήταν μεταξύ Βασιλιά και Βενιζέλου), καθώς έγραφα λοιπόν τον παραπάνω τίτλο μούθρε στο μυαλό και ο ….εναλλακτικός: Η ….ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΟΥ (!!!). Είναι να μην γελά κανείς, έστω και πικρόχολα, γιά τις «αμαρτίες» που καμμιά φορά μπορεί να φορτωθεί κανένας, μόνο κα μόνο γιατί κάποιοι έκριναν πως για να βαφτιστούν οι ίδιοι «δημοκρατικοί» θάπρεπε να βαφτίσουν κάποιους άλλους «αντιδημοκρατικούς»;. Μπορεί να λένε κάποιοι πως από τις γόνιμες αντιπαραθέσεις προκύπτει η σύνθεση και η πρόοδος, θα μπορούσα όμως να αντιτείνω πως ένας εμφύλιος ήταν το αποτέλεσμα της δικής μας αντιπαράθεσης εκείνης της εποχής.)

Βρέθηκα λοιπόν από σπόντα στην κατηγορία των «λαϊκών», εκ ….κληρονομίας. Το πως, έχει ενδιαφέρον, διαβάστε το: Θάταν το 1907 (;), είχε γίνει το αποτυχόν (στη συνέχεια) κίνημα του Βενιζέλου γιά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Στην εξέλιξη των γεγονότων κάποιοι ντόπιοι Βενιζελικοί, συνεισφέροντας στην …προσπάθεια της ένωσης, συνέλαβαν τον παππού μου σαν ….αντιδραστικό ( βγάλανε λέει το φόρτωμα (τ.ε. χοντρό σχοινί) από το πηγάδι του Μπιτσακογιάννη και τονε δέσανε πισθάγκωνα. για να τον μεταφέρουν πεζό 50 χλμ στο Ηράκλειο και να …δικαστεί). Βέβαια, μετά μερικά χιλιόμετρα αιχμαλωσίας (στις Μοίρες) τους συνάντησε ο εκ Πετροκεφαλίου Κουκουριτάκης, ευϋπόληπτος πολίτης, και τους έπεισε να τον απελευθερώσουν. Όμως με την πράξη τους τον είχαν στείλει τελεσίδικα στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Ποιός τώρα ήταν ο παππούς μου; Ένας νεαρός από τα Βορίζα-Γαλιά τότε, που είχε ορφανέψει από μικρός και τον είχε πάρει παραγιό στη δούλεψη του ο Αγγλος Albert, αν θυμάμαι καλά, που διενεργούσε τις ανασκαφές ανακάλυψης της Φαιστού και Γόρτυνας…

Παίρνοντας λοιπόν τοις μετρητοίς ο πατέρας μου το «τίμα τον πατέρα σου και τη μητερα σου…» κληρονόμησε και τις πολιτικές απόψεις του παππού μου.

Φυσικά δεν είχα κανένα λόγο στα σχολικά μου χρόνια να κάνω καμμιά ενδοοικογενειακή ….ιδεολογική επανάσταση, τουναντίον υποστήριζα αν όχι …με σθένος τουλάχιστον με συνέπεια την …πάτρια ιδεολογία. Αυτό βέβαια μου μου στοίχισε αρκετές περιπέτειες, κάπου αλλού θα τις γράψω, αλλά σίγουρα δεν είχα την απλοϊκή αντίληψη της ….ισοηλεκτρικής γραμμής σε κάθε τι λαϊκό. Και ενώ σύσσωμο το χωριό στην περίοδο της δικτακτορίας έσπευσε να συμπαραταχθεί με την …εθνοσωτήριο επανάσταση (μήπως έτσι δεν έκαναν όλα τα χωριά;) στους λαϊκούς αυτή η συμπαράταξη πήγαινε ακόμα καλίτερα. Όμως κάπου ήλθαν τα ζόρικα, όταν οι ….σταθερές αξίες των λαϊκών (ήγουν ο βασιλιάς) συγκρούσθηκε και με τους δικτάκτορες το 1967. Θυμάμαι πως κατεβαίνοντας γιά διακοπές στην Κρήτη, ήδη Φοιτητής Χημείας, είχα έντονη αντιπαράθεση με τον πατέρα μου, αυτός μεν υποστήριζε το Βασιλιά, εγώ δε χαιρόμουν που επιτέλους είχε ξεκουμπισθεί, άλλωστε ούτε …αδέξιοι δεξιοί δεν μπορούσαν να δεχθούν τα …σουχλιά και ανακατερά (κατά την έκφραση της μάνας μου) που έκανε στην, έστω βασιλευομένη τότε, δημοκρατία μας.

8. ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ Ο ΛΟΓΟΣ (Α. Μπαμπιονιτάκης 5/2/2007)

Οι νεότεροι δεν θυμούνται, οι παλαιότεροι προσπαθούν να ξεχάσουν, όμως μέγα μέρος των Νεότουρκων δεν είναι παρά αλαξοπιστίσαντες πρώην Έλληνες στη συνείδηση και το θρήσκευμα, που δεν άντεξαν την καταπίεση των Τουρκικών αρχών και θέλησαν να περάσουν με την άρχουσα τάξη. Πέραν όμως του διαφορετικού θρησκευτικού πιστεύω (που τεχνιέντως καλιεργηθηκε-μεγαλοποιήθηκε στα τέλη του προηγούμενο αιώνα, γιά να έλθουν να κάνουν …παιχνίδι οι δυτικοί σωτήρες της Μέσης Ανατολής), τα βιώματα οι συνήθειες η ένταση της θρησκευτικότητας και ο επειρεασμός της στην καθημερινότητα των ανθρώπων ήταν παρόμοια. Πολλοί λοιπόν σημερινοί θρησκευτικοί …εξτρεμισμοί του Ισλαμικού κόσμου μου θυμίζουν τις ακρότητες των παιδικών μου βιωμάτων. Άλλωστε, οι Τουρκοκρητικοί που έφυγαν από την Κρήτη το 1922 ήσαν υποχρεωμένοι να έχουν την ίδια κουλτούρα και συνήθειες με τους γειτόνους τους Ελληνες-Χριστιανούς, μιάς και η (ανύπαρκτη τότε) καθημερινή προπαγάνδα κεντρικού τύπου, που σήμερο γνωρίζουμε, δεν μπορούσε να υπάρχει. Ο καθυστερών λοιπόν εκσυγχρονισμός των εξ ανατολών μωαμεθανών γειτόνων μας, γιά εμας απλά μας δείχνει το ηθικοθρησκευτικό στατους της Κρήτης ( και όλης της Ελλάδας) πριν από 60-100 χρόνια, αλλά στην χριστιανική του έκδοση…Γιά του λογου το αλληθές, διαβάστε την παρακάτω ιστοριούλα…

7. Ο ΛΑΓΟΣ, Ο ΚΑΤΗΣ ΚΙ΄ Ο … ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ! (Από συζήτηση με τον πατέρα μου, Κωνσταντίνο Μπαμπιονιτάκη 1910).

Δεκαπενταύγουστος ( του 1920), και οι οξωτάρικες δουλειές είτοντε στο φόρτε ντως. Η γιαγιά μου η Μαργιόρα, ο παππούς μου ο Αλεξάκης και ο πατέρας μου εξημεροβραδιάζουντανε ολημερνίς τση μέρας στα Καμαράκια να καταστένουνε τα κηπαλάκια, να κάνουνε τα χαντάκια, να δισκαφίζουνε και να ξεχορταριάζουνε τα μποστάνια, να καταστένουνε τον οψιγιά…. Η ψευτοκαλύβα είτονε στεμένη, (δεν είχανε χτίσει ακόμη το σπτάκι τ΄Αλεξάκη στα Καμαράκια). Άμα θελα τωσελειφτεί πράμα, απο χρειαζούμενο, μέχρι λάδι, ψωμί, όσπρια, γή έπρεπε να κουβαλήσουνε τη σοδειά γιά το χειμώνα, αστάχια στ΄αλώνι, άχερα στον αχεριώνα, κρασοστάφυλα στο πατητήρι, εφωνιάζανε του κοπελιού: -Άμε μωρέ Κωστή να στρώσεις το γάιδαρο να πάς καμπόσες στραθιές αστάχια στου Νικολάκη (γη του Φραγκιδογιώτγη) τ΄ αλώνι, και να περάσεις και από το σπίτι να κρατείς ένα κουρούπι λάδι, ά, κράθιε και το τσούκο, να σου τονε γεμίσει κρασί ο Σωμαράς, και να το γράψει…

Είχενε βγει μπλιό ο Δευτεροούλης και σιγά σιγά τέλειωνε το θέρος και τ΄αλωνέματα. Δεν είχαμε και πολλά σπαρτά, μιάς και τα χωράφια των Πετροκεφαλιανών είτανε λίγα αλλά ποτιστικά και μικροί κλήροι θρέφανε την οικογένεια. Μιάς όμως και δεν είτανε εύκολες οι μεταφορές και το εμπόριο, η οικιακή οικονομία επέβαλε ώστε κάθε σπίτι νάχει λίγα από όλα τα βασικά είδη.

-Ε, την μπαντέρμη κάψα που θα κάμει πάλι ταχυτέρου!, εμουρμούρισε ο παππούς μου, καθισμένος στη πετρόγουρνα-πλυσταριό τς αυλής, με το γαλανό κάτη να τρίβεται στα πόδια του. Κάνει μαθές τέθια κάψα, εδά δυό – τρεις μέρες, που θα ντιντινίσει ο παντέρμος (εννοούσε ο καιρός), συμπλήρωσε η Αρτεμισία του Φανουρονικολή, που δεν την ήφτανε η κάψα, μονο είχε χωθεί στο φούνο τζη, γιά να ξεφουρνίσει το ζυμωτό του Λιλή. Και γυρίζοντας, ο παππούς μου, στην γιαγιά μου τη Μαργιόρα: -Να σηκωθούμε θέλει αποδιαφώτιστα να πάει το κοπέλι τα έχνη να τα δέσει στα καμαράκια και εμείς θα πάμε να ποθερίσωμε το κριθάρι στσοι βαθιάδες… Εκειά που θέριζε η γιαγιά μου θωρεί ένα λαγό στη γκοιμηθιά ντου, προοκάνει τονε και του θέτει μιά με το δραπάνι και τονε θέτει σέκο. Πάρωρα ποθερίσανε στσοι βαθιάδες, και έγειρε γερά-γερά η Μαργιόρα αθο ντο χωργιό, να καταστέσει το μαγερικό και να τσιγαρίσει και το λαγό να τονε βάλει στο λαδοκούρουπο να μη χαλάσει…Ήτονε μαθές δεκαπεντάρης και ενηστεύανε οι αθρώποι… Ήναψε τη φωθιά στην όξω παρασθιά, γιατί από την κάψα είχε λαβρουντανιάσει το σπίτι και δεν εμπόργιε να σταθεί μέσα… Οντετονετσιγάριζε το λαγό, είχε ξεσηκώσει τη γειτονιά από τη μυρωδιά, και ο Καδιανογιώργης που έφτανε πάνω στην ώρα στο σπίτι ντου: -Ε! συντέκνισα, ετουρκέψαμε; λεργιά μαγερεύγεις; -Όι σύντεκνε, μόνο εκειά που θέριζα επέτυχα ένα λαγό, και τονε καταστένω να τονε φάμε τση Παναγίας! Έ, να σου δόσει γαζέπι, έρμε και σκοτεινέ, άδε θα τονε πάρεις απο το τηγάνι, φωνιάζει μοναμιάς η γιαγιά μου και δίνει μιά στην κεφαλή του τον κάτη με την ξύλινη κουτάλα, που πρόλαβε και τση άρπαξε από το μοσοράκι τον ψημένο τζάρουκα…

Με το πολυώρι φτάνει και ο Αλεξάκης με τον Κωστή, και η γιαγιά μου έβανε το λαγό με το τσιγαρισμένο λάδι σένα μικρό συγλινοκούρουπο, και επήγε και τονε κρέμασε στη μέση-μέση του σπιθιού στο μεσαίο μεσοδόκι στη σκεπή, να μην το φτάνει ο κάτης… Ο πατέρας μου, κοπέλι ξενηστκωμένο, από τη δουλειά, τη νηστεία, και την κακή διατροφή της εποχής, έσειρώνανε τα σάλια ντου. -Δόσε μωρή μπανόγλα ένα γκομάτι του κοπελιού, γιατί είν΄αρσενικό, να μην μπέσει το κουκί ντου!, φωνιάζει Αλεξάκης τση γιαγιάς μου, κι΄αυτή: -Είντα λες μπρέ, αντίχριστο θα τονε κάμεις, και γυρίζοντας στον πατέρα μου τον Κωστή: έ κακομοίρη ανε λερώσεις, θα σε πάρει ο σατανάς, να σε βράσουνε ολιμερίς στην καζάνα με τσοι πίσσες!, κι΄εστά εκατούμωσε το κοπελι, και επολέμα να φάει κουκιά φαφέτα, είχανε και καμπόσα μαμούνια, μα: -Α΄ δε δ΄αρέσουνε, θέσε να την πιταρώνεις! του αγριοφώνιαξε η γιαγιά μου, και έκλεισε τη συζήτηση.

Ήθελε ακόμη 10 μέρες να βγει ο δεκαπεντάρης, η γιαγιά μου πότε κάθουντανε στο βολόσυρο, και πότε ελύχνα, και ο παππούς μου έβανε τσοι σεντόνες τα άχερα, τα φόρτωνε του κοπελιού, και έκανε τσοι στραθιές και τάβανε στον αχεριώνα στο χωριό. (Όλες οι διαδρομές γύρο από το χωριό δεν ήταν παραπάνω απο 1-2 χιλιόμετρα) Έκανε και που και στραθιά με δυό μιγωμάκια κρθάρι, που ταφκέραινε στο πιθάρι με το κριθάρι… Κάθε που θελαπάει το κοπέλι στο σπίτι, αμα θε λα καταστέσει τσοι δουλειές, εβανε την πιό ψιλή καθέκλα, εκατέβαζε το κουρούπι, και έπαιρνε μιά γουλιά λαγό…

Την παραμονή τση Παναγίας, εποκάνανε μπλιό στοι δουλειές και ετοιμάζουντανε για τη μεγάλη εορτή… Στην τελευταία στραθιά, βάνει ο Κωστής το πηρούνι στο κουρούπι με το τσιγαρόλαδο, μα δεν εβριχνε πράμα! πάει ο λαγός! Κι΄εδά; Είντα θα γενεί άμα ιδούνε πως τονέφαγα;, Ξεσένρει την καθλέκλα στην μπάντατζη, και πετά το κουρούπι με τα τσιγαρόλαδα στη μέση-μέση του σπιθιού!, Έ το παντέρμο αδε νε πιάσανε τα κομάθια ντου ούλο ντο σπίτι! Σέρνει την πόρτα, μα αφίνει μιαολιά ανοιχτό το πανωπόρτι και γέρνει αθο νταλώνι, ν΄ ανεμαζώξουνε τ΄αμπράτι, γιατί η μάνα του του διπλοπαράγκερνε, να ξεσουβιαστεί, γιατί ταχιτέρου είτονε μεγάλη σκόλη και έπρεπε να προκάμει να λουστεί να μην πάει σαν το ατσίγκανο στην εκκλησία!.

Όντενεφτάξανε στο σπίτ, θωρεί η γιαγιά μου το πανωπόορτι ανοιχτό, και το γαλανό κατη να πετιέται και με δυό πήδους ανέβηκε στου Λιλή το δώμα! -Αδικονασουλάχει παντέρμε, α δε μου βλάλεις τα μάθια!, Γιάντα μωρέ Κωστή δεν εμάγκωσες καλά το πανωπόρτι και εμπήκε ο κάτης; -Εβιάζουμουνανε μά, να προκάμω και το ξέχασα!

Σαν μπαίνει η Μαργιόρα στο σπίτι και θωρεί τα λάδια χυμένα, ξανοίγει στο μεσοδόκι και δε θωρεί το κουρούπι και: -Ε κακομοίρηδες, μα έφαέ μας ο κάτης το λαγό, ε παντέμε, μα ανε ξαναπατήσεις στο σπίτι θα σου το κάμω το κολάι σου!

[Τώρα βέβαια, θα με ρωτήσετε, γιατί δεν επαρανομιάζανε τον πατέρα μου Κάτη, που στο κάτω-κάτω το δούλεψε αυτό το παρατσούκλι, Μάλον είναι απλό, γιατί την ιστορία θα την έμαθε ο παππούς μου και οι χωργιανοί, απίτις επαντεύτηκε ο πατέρας μου!]

6. ΤΑ ΚΟΥΒΑΚΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΧΑΡΑΛΑΜΠΗ ΚΑΙ ΟΙ… ΧΑΣΑΠΗΔΕΣ. (Α. Μπαμπιονιτάκης 4/2/2007)

(Η Ιστορία, κατά βάση πραγματική, ξετυλίγεται κατά τη Γερμανική Κατοχή (1942). Τη διηγήθηκε ο Ιωάννης Αντ. Σταματάκης (Γιάννης του Τσολιά, Πετροκεφάλι 1935).

Θάταν κατά την κατοχή ή λιγο μετά. Οι δυσκολίες στη διατροφή υπήρχαν, ακόμα και στο Πετροκεφάλι, έστω και αν ήταν Γη της Επαγγελίας σε σχέση με τα γύρο χωριά, με τα άφθονα νερά και ποτιστικά κτήματα, φρούτα-λαχανικά, αλλά και λάδι-δημητριακά. Σίγουρα εκείνο που δεν ήταν αφθονο στην περιοχή ήταν το κρέας, μιάς και η κτηνοτροφία δεν μπορούσε να αναπτυχθεί μαζικά λόγω περιορισμένης έκτασης. Ο χασάπης λοιπόν ήταν ένα φανταχτερό επάγγελμα στο μυαλό των μονίμως αχόρταγων-πεινασμένων πιτσιρικάδων.

Η επιτήρηση των παιδιών από τους γονείς ήταν φαινονενικά πολύ χαλαρότερη από ότι σήμερο από τους ίδιους τους γονείς, όμως η κοινωνική συνείδηση ήταν πολύ περισσότερο αναπτυγμένη, μέχρις υπερβολής και κακοήθειας θα λέγαμε, ώστε το κάθε τί που συνέβαινε ή λεγόταν, γινόταν γνωστό αυθημερόν σε όλο το χωριό. Παράλληλα δε, υπήρχε και μιά ανοικτή «εξουσιοδότηση» επιτήρησης των παιδιών του χωριού από τους μεγαλύτερους. Άλλωστε η εσωτερική πληροφόρηση από στόμα σε στόμα ήταν και η μοναδική αλλά και αέναη επικοινωνία. Ο λόγος ήταν απλός: το ραδιόφωνο τη μεταπολεμική περίοδο, κρατικό όργανο φυσικά, ήταν σχεδόν ανύπαρκτο σαν συσκευή, μόνο ελάχιστοι το διέθεταν, εξάλλου οι συγκοινωνίες γινόταν με τα γαϊδουράκια και οι μεταφορές με τα κάρα. Τα υπαρκτά στην περιοχή φορτηγά ή και λεωφορεία αποτελούσαν είδος μεγάλης ανάγκης. Κάθε νέο λοιπόν, είτε της τοπικής κοινωνίας, είτε και εθνικής εμβέλειας γεγονός, κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Φυσικά υπήρχε συνεχής διάνθιση των συμβάντων, με κρίσεις, απόψεις, στρεβλώσεις, μεγαλοποιήσεις, ώστε να υπάρχει μιά συνεχής …ηφαιστειακή δραστηριότητα στην κοινωνία του χωριού, γιά τα σοβαρά, αλλά και γιά τα ασήμαντα γεγονότα της καθημερινότητας. Εκείνη την εποχή το μοναδικό σύστημα μαζικής επικοινωνίας-συναγερμού ήταν η καμπάνα στης εκκλησίας. Αυτή κτπούσε στους προκαθορισμένους θρησκευτικά χρόνους ( λειουργίες, εσπερινούς). Κάθε άλλη κωδονοκρουσία, εσήμαινε γεγονός επείγον (θάνατος, πυρκαγιά, κατεπείγουσα ειδοποίηση-συνάθροιση κλπ). Εναλακτική, αλλά λιγότερο επείγουσα μορφή ειδοποίησης αποτελούσε ο ντελάλης του χωριού, που έναντι στοιχειώδους αμοιβής με βροντερή φωνή ανάγελε σημαντικά γεγονότα, όπως προσκλήσεις σε γάμους, δημοπρασίες, ανακοινώσεις πωλήσεως κλπ. Πολύ αργότερα, (1970), με τον εξηλεκτρισμό, το τότε στρατιωτικό καθεστώς προέτρεψε τις κοινότητες να εφοδιασθούν με σύστημα ενισχυτή-μεγαφώνου γιά έκτακτες ενημερώσεις από τις αρχές.

Η επιτήρηση λοιπόν των παιδιών είχε αφεθεί στο κοινωνικό σύνολο. Κίνδυνοι τροχαίων, ηλεκτροπληξίας, φυτοφαρμάκων δεν υπήρχαν. Τα παιδιά λοιπόν, ελεύθερα, το έριχναν στο παιχνίδι, χωρίς βέβαια την παρουσία πλαστικού, ή άλλων …υλικών υποδομών, αλλά με τη βοήθεια και μόνο της αστείρευτης παιδικής φαντασίας. Έπαιζαν δε, με την ίδια διάθεση, που σήμερα ένα κουταβάκι παίζει στο καθώς πρέπει σαλόνι, ενώ την ίδια ώρα ένα άλλο παίζει στην αλάνα ή τη στάνη του βοσκού, χωρίς να αισθάνεται πως του λείπει το σαλόνι του …πολιτισμένου κουταβιού.

Έλεγε λοιπόν ό επ΄αδελφή γαμβρός μου, ο Γιάννης του Τσολιά:

» Θυμούμαι μιά βολά, οντεν είμαστε κοπέλια, εγώ, αδερφός μου ο Δημήτρης, το Μιχαλιό του Πετροχαραλάμπη, (ο Ούνος), και δε θυμούμαι είντα άλλα κοπέλια είτανε, και είχαμε μαζωχτεί από κάτω από του Χαψή το σπίτι, αθό τση Λυμπιάδας τη μουρνιά. Εκειά ανεμογύριζε, μια κούβα (διάνος, γαλόπουλο), με κιαμμιά δεκαριά κουβάκια, που είτονε του Πετροχαραλάμπη. -Μωρεσείς κοπέλια, να παίξομε τσι χασάπηδες; -Εκιαμέ! . Εβρήκαμενε που λέτε ένα κομμάτι εφημερίδα και το κάμαμε λέει λεφτά, και τα μοιραστήκαμε αναμεταξύ μας. Εζοριστόκαμενε μιά ολιά, σε ποιό θα δίναμε την …επίζηλη θέση του χασάπη. Σα δε μπιτίζει, εποσειρθήκαμενε οι αποδέλοιποι και αφίσαμε τη θέση στο Μιχαλιό (ντα του Πατέρα του είτανε τα κουβάκια!) Έκατσε το λοιπός το Μιχαλιό και ήκανε τον κρεοπώλη, και εμείς εκυνηγούσαμε τα κουβάκια, τα πιάναμε, τωσεστίβαμε το τζάρουκα, τα μαδούσαμε και τα κρεμούσαμε στα κλαδιά τση μουρνιάς μπροστά στο πάγκο του «κρεωπώλη». Ύστερα, επηγαίναμε και πουσουνίζαμε (ψωνίζαμε), εδίναμε ένα κομάτι χαρτί (νόμισμα) και μας ετύλιγε ένα κουβάκι το Μιχαλιό, καλά περνούσαμε! Με το πολυώρι, περνά ένας μεγάλος, δε θυμούμαι ποιός είτονε, θωρεί τα κουβάκια του Πετροχαραλάμπη κρεμασμένα στη μουρνιά και μασε βάνει τσι φωνές: Είντα κάμετε μωρέ επαέ; και μασε παίρνει στο κυνήγι. Έμείς, κοπέλια πράμα, δίνουμε ένα ατζιρίτι και χαθήκαμε. Το βράδυ όμως, μας επερίμενε ο Τσολιάς με τη χαχαλόβεργα, και δεν επροκάμαμε να μετρήσωμε μηδε την πρώτη!»

5. «ΤΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΤΣΗ»

Αν θυμάμαι καλά, πρέπει να μούλεγε ο συνομίλικος μου ο Μυρτάκης ο Γιώργος (1947) μερικές ιστορίες για ένα ωραίο χωριανό το Γιώργη το Χαριτάκη (περίπου 1900), εμείς τονεγνωρίσαμε μεσήλικα πιά, τον εύρισκες δε μόνο με το παρατσούκλι του: ο Βάτσης. Τις ιστορίες τις διηγιότανε ο ίδιος στους μικρούς πιτσιρίκους της ηλικίας μου, όταν κατακαλόκαιρο αποσκιάζανε κάτω από καμιά εθιά στη Γριά Σαϊτα και του Παπά την Καμάρα, μέχρι να περάσει η πολλή λαύρα του μεσημεριού στοι καλοκαιρινούς μήνες…

Απολαύσετε λοιπόν μερικά από τα κατορθώματά του:

-Μιά φορά, λέει, αχελεύανε με την καβούλα, ο Βάτσης με τον πατέρα του, στο ψευτογιόφυρο που φτιάχνανε κάθε αρχή χειμώνα οι Πετροκεφαλιανοί στο πέρασμα τση Καλυβιανής, γιά να περνούνε «στον ποταμό απο πέρα» στα κτήματα πούχανε αθο ντα Μπαϊργια και τον Αι Γιώργη. Έπιασε λέει, ο κύρης του Βάτση, με την καβούλα ένα τεράστιο αχέλι, και τόδοσε του κοπελιού (του Βάτση δηλαδή) να το σηκώνει γιά το χωργιό. Είτονε λέει το παντέρμο τόσονα μεγάλουρο, που το κοπέλι τόβαλε στον ώμο ντου και η κεφαλή και η ουρά του αχελιού εσέρνουντανε χάμω…Και οντενεπολέμα να το ξαγκιστρώσει (τόχενε πιάσει με αγκίστρι), με το που το τράβηξε εβγήκε από τη μπούκα του μεγάλου αχελιού ένα πιο μικρό, πούχε καταπιεί το δόλωμα και αυτό με΄τη σειρά ντου το καπτάπιε το μεγάλουρο !
Βέβαια, ένας τόσονα μεγάλος …ψαράς, έλεγε κι΄άλλες μεγάλες ιστορίες, κι΄αν θέλετε τσοι πιστεύετε, εγώ μιά βολά θεωρώ χρέος μου να σας τσοι πώ, και άς μην έχουνε σχέση με τ΄αχέλια, μιάς και κάθεστε σαν τον εξομολόγο και περιμένετε να σασε πω ούλες μου στοι αμαρτίες:
Τα κοπέλια εμαζώνουντανε πατούλιες-πατούλιες και ανεμογυρίζανε το καλοκαίρι στοι βάγκες του Γέρο Ποταμού και κολυμπούσανε, εγυρίζανε στα μποστάνια και ετρώγανε κειαμιά καρπούζα, και κοντά στα λιοβουτήματα επαίρνανε τα έχνη ντως και εγέρνανε αθο το χωργιό… Τα καλοκαίρια που ήβραζε ο τόπος, ο μεγάλος μαλιχουλές εγίνουντανε γύρο από τσοι βάγκες ή κολύμπες. Οι βάγκες είτονε τεράστια βαθουλώματα στο Γέρο ποταμό με ημιστάσιμα νερά, με βάθος 2-3 μέτρα πλάτος 3-5 και μήκος 15-40 μέτρα. Μιά ωραία φυσική πισίνα, που οι μικροί σατανάδες 6-7 μέχρι 15 χρόνων, ξετσιτδιδωνώντουσαν και εκολυμπούσαν με τις ώρες.
Στην δεκαετία του 50-60 διάσημες ήντουσαν η Βάγκα του Δράκου και του Καρασουμάνη, και φυσικά τα κοπέλια τση γενιάς μου ενυχτώνουντανε εκειά κάθε μέρα. Σίγουρα οι βάγκες είτανε ελαφρά κινητές, μιάς και τις βαρυχειμωνιές, οντενέσερνε ο παταμός επί εβδομάδες με τεράστιες ποσότητες νερού, αυτές μπορούσαν να μετακινηθούν σε άλλες ιδιοκτησίες..Οί όχθες ήτανε από ψιλή άμμο και γι΄αυτο δεν είτανε σταθερές σε μιά θέση…
Μια βολά που λέτε, οντενήτανε ο Γιώργης ο Βάτσης κοπέλι, το Γιωργιό και η παρέα ντου εφτιάξανε …χατζάρες με ξύλα και εμπαίνανε στα μποστάνια και ξεσπούσανε στα… καρπούζια αποκεφαλίζοντάς τα, επειρεασμένοι απότα κατορθώματα των τουρκομάχων πατεράδων τους. Καλό παιχνίδι, μεχρι που τσοι πήρανε χαμπάρι οι πιό μεγάλοι και εξεθύμανε μιαολιά άδοξα ο …πατριωτισμός τωνε….(Πάνα πει πως τα ξυλοφορτώσανε (τωσε κάμανε ενα σωμάρι σαν του γαϊδάρου, κατά τη συνηθιζόμενη έκφραση…).
Αλλο κατόρθωμα του Γιωργη του Βάτση και τση παρέας του, κατά τα λεγόμενά του: Αθο ντου Πολυχρονάκη το μύλο πρέπει να σμίγανε στοι βάγκες χριστιανάκια από το Πετροκεφάλι και τσοι Βώρους, και κανα Τουρκάκι από τα Καλύβια, ούλα για να βέλουπε τα έχνη ντως και να τα περιμαζώνουνε το βράδυ γιά το χωργιό. Η ιστορία αναφερότανε φυσικά στην περίοδο 1910-1915, που δεν είχενε γίνει ακόμη η ανταλαγή των πληθυσμών, και τα Καλύβια είτονε Τουρκοχώρι… Μέχρι να βραδυάσει βέβαια εκάνανε και καμιά βουθιά στις βάγκες.. Είχενε φαίνεται όρεξη για παιγνίδια ένα Τουρκάκι και κοπέλι πράμα έκανε τσοι γνωστές πατητές μέσα στσοι βάγκες, πειράζοντας τα χριστιανάκια. Φαίνεται πως εζορίστικε κειανένα ντως και έπιασε το Τουρκάκι και το παρακράτησε μέσα στο νερό μέχρι που αρχισε το κοπέλι και βουρβουλάκα για τα καλά. Σαν τόδανε τάλλα το παραιτήσανε, εμαζώξανε τα συμπράγαλα ντως και τα έχνη ντως και εγείρανε αθο ντο Πετροκεφάλι. Οι Τούρκοι οντενείδανε πως δεν ανεμαζόνουντανε το κοπέλι ντως, επήγανε και το βρίκανε τουμπανιασμένο στη βάγκα: -Εκακομοίρηδες, μα εκολύμπα το κοπέλι και επνίγηκε….Βεβαια, άμα θε λα το ψάξουνε όλο κια κάτι θελα βρούνε, μα φαίνεται πως ήτονε οι τελευταίες μέρες των Τούρκων στη Μεσαρά, σιγά-σιγά μαζευόντουσαν στο Ηράκλειο, και από κει στη Μικρα Ασία. Από ότι λοιπόν μούλεγε η κόρη ντου, σε ελάχιστες μέρες από το πνίξιμο του κοπελιού εφύγανε οι Τούρκοι από τα Καλύβια….
-Ακόμη μιά ιστορία, σχετική και με την οικολογία τση πάντας μας: Είναι γνωστό το ιερό μένος των σημερινών οικολόγων να διατηρήσουνε μερικά ζωικά είδη που η σημερινή ισορροπία τάχει βάλει στο στόχο της γιά εξαφάνιση. Δυό από αυτά ήταν οι κουρήνες και οι σκάρες, είδη γυπαετών, πτωματοφάγα, πολύ συνηθισμένα στα χρόνια μου: Μπροστά στο σημερινό κέντρο Αυγερινός 50 μέτρα ανατολικά είτανε το πρώτο νεκροταφείο πτωμάτων ζώων. Δεύτερο είτανε λίγο πιό νότια προς τον άγιο Χαράλαμπο. Αλλο γνωστό μέρος είτανε το Κουσανό ρυγιάκι σχεδόν σε όλο του το μήκος Κάθε ζώο που ψόφαγε μεταφερότανε εκεί, και από κει και μετά αναλαμβάνενε οι σκάρες τα παραπέρα….Γενικά είτονε πάγια η συνήθεια τα διάφορα ζώα που ψοφάγανε να μεταφέρονται στα διάφορα ρυάκια της περιοχής. Εκει μαζευόντουσαν τα τα διάφορα αδέσποτα σκυλιά, καθώς και τα σαρκοφάγα όρνεα που τρώγανε πτώματα. Αυτά ζούσανε και φωλιάζανε στα όρη, μα είχανε τρομερή ικανοτητα (όσφρηση; όραση;) να εντοπίζουν τα ψοψίμια. Έτσα, πολλές φορές παρατηρούσαμε μάχες ανάμεσα στα σκυλιά και στοι μεγοαλόσωμες σκάρες, γιά το φαγητό.
Περνώντας από το δρόμο, μόλις 50-100 μέτρα πιό μακρυα, εβλέπαμε τσοι σκάρες νάχουν στήσει τσιμπούσι στα πτώματα των ζώων. Καμμιά φορά τις κυνηγούσαμε, οντενείμαστε μικρά, αν και εδώ που τα λέμε τις φοβόμαστε κιόλας, γιατί παραείτανε μεγαλόσωμες, Άμα δε είχανε παραφάει είτονε τόσονά βαρύ το στομάχι ντωνε, που εζορίζουντονε άσχημα να πετάξουνε…
Έβαλε που λέτε, κατά πως διηγιότανε, ο Βάτσης, στοίχημα οντενήτονε κοπέλι, με την παρέα ντου να πιάσει μιά σκάρα. Πιάνει λοιπόν ένα φάρδο και μπαίνει μέσα, πάει στο μεσοφαγωμένο κουφάρι μιάς αελιάς και χώνεται μέσα, περιμένοντας ακούνητος τσοι σκάρες που δεν αργήσανε ναρθουνε… Μόλις τούθρε βολικό, πετά τη χέρα ντου από το φάρδο και πιάνει τον πόδα μιάς σκάρας, που αρχισε να τρέχει και τονε κολόσερνε γιά καμπόσο, μέχρι που κουράστηκε και την έπιασε γιά τα καλά, κερδίζοντας το στοίχημα….
-Ενα ακόμη κατόρθωμα του Βάτση με το φίλο ντου τον Αραπαντώνη, κατά διήγηση τση κόρης του στη Γιαννούλας. Δείχνει όμως και το χαραχτήρα του Γιατρού του Μπορνόβα, σε δύσκολες εποχές:
Είχε τσοι καλέσει ο Μπορνόβας (πέθανε το 1936) κοπέλια αμούστακα, το Βάτση και τον Αραπαντώνη, να του ξεχορταριάσουνε και να περιποιηθούνε τον κήπο πούχε στο σπίτι ντου. Επαράγγειλε και τση Σοφίας, τση γυναίκας του, να βάλει των κοπελιών να φάνε πράμα κατά το μεσημέρι, και έφυγε για την ιατρική ντου. Έβαλε φαίνεται η Σοφία και έφτιαξε κολοκύθια γεμιστά, δυό λογιώ: μεγάλα που τα γέμωσε ρύζι και μικρά με κιμά σε ξέχωρες κατσαρόλες. Εφώνιαξε μετά των κοπελιών πως τως είχνενε φαί στην κουζίνα ταδε πού, μονο ανε θελα πεινάσουνε να πάνα φάνε, και αυτή εκανε δουλειές στη άλλη μπάντα του σπιθιού. Με το πολυώρι, πάνε τα κοπέλια και ξεσκεπάσανε τσοι κατσαρόλες ευρίκανε τα γεμιστά με τον κιμά και δεν αφίκανε μηδενα… Όντενεγύρισε ο γιατρός και του παινευε η Κυρά Σοφία τα γεμιστα κολοκυθάκια επρόκαμε ο Βάτσης και ανέβηκε και κρυφάκουγε στην καμινάδα
-Ηντα μου λές μπρε Σοφία για γεμιστα κοκοκυθάκια με τον αθό, εγω δε θωρώ οπαρά μόνο μεγάλες κολοκύθες, -Ε’ τα μαγαρισμένα, εφάγανε τα κολοκυθάκια που χα για σένα… – Ε΄ δεν πειράζει μωρέ Σοφία αθρώποι είναι κι΄αυτά, -Ναι μα τως είχα βάλει και κιμά και… – Ε΄και για να δεν τονε τρώνε αυτά τον κιμά, εκακοπήγεντως;

4. Ο ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΙΟΥ….

Είλεγά σας πιό πάνω, δε θυμούμαι κιαολιάς πού, (εμένα εφύρανε μπλιό το μυαλό μου, μονό εσάς που σασε περισεύγει, ας θυμάστε που έλεγα, είντα πράμα….), πως είχα υπηρετήσει στρατιώτης στα Ξεροκάμπια το 1971. Κατά πως θυμούνται οι πιό παλιοί, εκειανά τα χρόνια, ….εκινδυνεύγαμε ακόμη από τσοι κουμουνιστές, και είχαμενε λέει υποχρέωση, να βοηθούμε να εκπαιδεύονται τα ….μαντρόσκυλα του κόσμου τούτου, για να μασε φυλούνε…. και μας (μεΥψιλο τυπογράφε το Ι , να μη γενούμε και ρεζίλι των…σκυλιών). Για όσους δεν το κατέχουνε, γι δεν το θυμούνται, για να σας το κάμω πιό λιανά, κάθε Σετέμπρη αποβιβάζουντανε στο Αεροδρόμιο του Ντυμπακιού ναυτικές δυνάμεις των Αμερικανών, για να ξεπιαστούνε από τη θάλασσα, και εκάνανε καμπόσες ασκήσεις στη γύρο περιοχή, και να τσοι θωρούνε και οι ντόπιοι και μην ξεχνούνε ποιά είναι τ΄αφεντικά. Τελος πάντων, εμείς λίγα χιλιόμετρα πιό πάνω είχαμε τη φύλαξη του Ελληνικού Στρατοπέδου με πυρομαχικά κλπ, χωρίς καμμιά σχέση με τσοι Αμερικάνους και την άσκησή ντωνε.
Εγώ υπηρετούσα προστάτης, ο κύρης μου εβιάζτηκε ντζάνεμ να μισέψει, και αντι για δυο χρόνια υπηρετούσα μόνο ένα, μα για λόγους ανάγκης μας εκάμανε (εμένα και άλλη μιά πατούλια Χημικούς τότε) υποδεκεανείς-χαζοβαθμοφόρους. Καθε βράδυ το λοιπός έπρεπε να φέρω μ΄αλλον ένα βόλτα το στρατόπεδο να ελέξωμε τσοι φαντάρους που φυλάγανε τσοι σκοπιές, σε μιά διαδρομή περίπου 40 λεπτά.
Είχαμενε στη μονάδα ένα καλό κοπέλι από το Λασήθι, Νικολιό Προεστάκη το λέγανε, που είχε σκοπιά στο πιό νότιο φυλάκιο του στρατοπέδου δεύτερο νούμερο 10-12. Έξω απο το στρατόπεδο μα και μέσα, ήτονε σκινοι κατσοπρίνια, ασπαλάθοι και αστοιβίδες και ασκινοπόδια, δεν είτονε όμως και εντελώς αδιάβατη περιοχή. Πεντακόσα μέτρα μετά είτονε ο γκερμός τση θάλασσας, που ήβλεπε το Λυβικό πέλαγος. Είλεγα σας αλλού πως στο στρατόπεδο είχαμενε μιάολιά ηλεκτρικό, μέχρι τση 9-10 το βράδυ, άμα θελανείναι στα καλά του το μοτέρι και ο συντηρητής του… Μετά, σκοτεινά, μέχρι να σηκώσει ο θιός το λούξι ντου… Εκεια που ετοιμάζουμντανε γιά την περιπολία, γύρο στις 11, γροικούμε από τη νοτική μεργιά βολές από αυτόματα…. Παίρνω το βοηθό και φεύγουμε ίσα νοτικά, κατευθεία για το τρίτο φυλάλκιο… Ειδοποιήσαμε και τον υπεύθυνο, να ανάψει τη μηχανή ηλεκτροπαραγωγής και τα φώτα, αν τα κατάφερνε… Οντενεκοντοσιμώναμε στο τρίτο φυλάκιο, εκάτεχα ποιός ήτονε σκοπός, γροικώ το σκοπό, μακρυά από το φυλάκιο καταχωνιασμένο μέσα σε να μεγάλο σκινο, να μου ζητά συνθημα και παρασύνθημα, κατά πως ώφειλε….
-Είντάγινε μωρέ Νικολή, και μπαλοτοκοπάτε, τωνε ρωτώ, -Εκειαπόξω από τα τέλια του στρατοπέδου περούνε οι Αμερικάνοι, μα ανε ξανασιμώξει κειανένας θα τουτην ανάψω στο σταυρό !
Εσκέφτηκα και γω΄ -Ανάθεμάτο, κοπέλι είναι, γεμάτο κρατεί τό όπλο, να φάει θέλει κειανα Αμερικάνο, που θα πάει σα ντο σκύλο στ΄αμπέλι, μάνα τονέκανε κι΄αυτόνε…. Παίρνω ένα μιαολιά πιό ψύχραιμο, και τονε βάνω στη θέση του Νικολιού, και από την άλλη ήρθρενε και ο αξιωματικός υπηρεσίας, ενα καλό παιδί, Αντρέας Ντουράκης από τον Αλίκαμπο Αποκορώνου, και επροσπαθήσαμε να επικοινωνήσουμε με τα σαϊνια των Αμερικάνων, που αντί να μας ειδοποιήσουνε και να ενημερώσουνε και τσοι φαντάρους τωνε, παραλίγο να γενεί …σύραξη από τσοι παλαβομάρες τωνε… και την ανικανότητά ντους….

3. ΔΕ ΜΑΣ ΤΗΝΕ ΔΙΝΟΥΝΕ; ΝΑ ΤΗΝΕ ΚΛΕΨΩΜΕ…

Είπενε ο θιός να μην κάψει δυο παρασθιές παρά μόνο μια, κατά πούλεγε η μάνα μου, εβάλανε και οι καλοί χριστιανοί και το συγγενολόι το χεράκι ντωνε και τα βρίκανε ο Νικολής με το Φροσυνιό…. Όι πως τσοι θέλανε για ανέπιασμα του σογιού ντως, μονό να κάνει ο γεις τ΄αλλού παρέα και στη μοναξά μα και στην αλαφρομυαλιά. Και μέχρισεπαέ καλά, έπρεπε όμως και να υλοποιηθεί και το σχέδιο. Ήτονε το διαδικαστικό ζάβαλε στην Κρήτη εκεινισάς τσ΄εποχής, ήπρεπε κάθε πράμα να γενεί με το τρόπο ντου. Είντα θελαπούνε δηλαδής στο χωργιό, απλά πως επαντρεύτηκενε ο γεις τον άλλο; Θα άρχιζανε τα αμείλικτα ερωτήματα από τσοι Κατίνες του χωργιού: Και ποιός το σκέφτηκε; Ποιός εκανε τα προξενιά; Ποιός επήγε να ζητησει τη νύφη; Και ήντα παίρνει η νύφη, για ο γαμπρός από περιουσία; Και ελογοσθτεθήκανε; Και πότε θα γενεί ο γάμος; Και….και… και…Και άμα λέμε Κατίνες και ….Κάτινους, είντα να σου κάνει η «τάξη και ηθική» της σήμερον και πως να σου το περιγράψει. Είχαμενε και τέθοια περιστατικά στο χωργιό, που οι «καθώς πρέπει» καθαρίζανε, ακόμη και για τσοι δηλωμένες πουτάνες (μετα συγχωρήσεως), όντενεθέλανε να βγάλουνε τα΄αμάτι του γείτονα….
Σάικα ούλοι ελογαργιάζανε την κλεψά τση κοπελιάς επίδειξη αποφασιστικότητας και θάρους από την πλευρά του γαμπρού, να ξεπεράσει γι την άρνηση τση κοπελιάς, γι την άρνηση των εδικών τζη. Αυτή ήτανε η συνηθισμένη περίπτωση, όμως μπορεί νατονε και μιά τεχνική για να ξεπεραστούνε οι δύσκολες πολλές τελετουργικές και κοινωνικές διαδικασίες: ποιός θα ζητήσει ποιά, τόση προίκα θα πάρει κπλ. Δεν είτονεδα και τόσονα μπουνταλάς ο μαντιναδολόγος ετραγούδιε με νόημα:: “Καλείνε στην εμφάνιση, μα εμπάσει περιπτώσει // να δούμενε κι΄ο κύρης τση είντα λεφτά θα δόσει…” Ενώ με την προσυμφωνημένη «κλεψά», το θέμα ήτονε λυμένο. Αν βέβαια ήτονε λίγο λίγο ζόρικα τα πράματα η κλεψά γινότανε με τη βοήθεια συγγενών ή φίλων, ώστε να μη στραβώσει πράμα στο δρόμο, είτε μετανοιώνοντας κάποιος από τους μελόνυμφους, είτε με παρέμβαση διαφωνούντων να πέσει κάνα καρφί και να κατορθώσουν στην εξέλιξη να χωρίσουν τη νύφη, από το γαμπρό.
Θάμουνα καμπόσων χρόνων, και μιαολιά πάρωρα, μασε χτύπησε την πόρτα στο χωργιό ένας ξάδερφος μου από τη Γαλια, παρέα-συνοδεία ενός ζευγαργιού πούχε κλεφτεί. Κάπου έπρεπε να κρυφτούνε και εσκεφτήκανε ενα σπίτι μη συγγενούς που να μην τσοι βρούνε…Την επομένη αμα θελα το χωνέψουνε μιά ολιά οι διαφωνούντες και μιάς και είχε συμβεί το …μοιραίο για κείνα τα χρόνια γεγονός, εκανονίζανε να δεχτούνε τα τετελεσμένα γεγονότα και να προχωρήσουνε στις απλούστερες ….διαδικασίες, επιστρέφοντας στο σπίτι ντωνε.
Άλλη περίπτωση ήτονε, νάναι μιαολιά αταίργιαστο το πράμα, ασυνήθιστο, να μην ταιργιάζει γι στα οικονομικά γι στσοι διαδικασίες και το χρόνο, και παρόλα αυτά έπρεπε να γενεί ντελόγο. Εκούσια απαγωγή λοιπόν, περισσότερο για να ξεπεραστεί το κοινωνικό πρόβλημα, (πολλές φορές ο γαμπρός την είχενε “καταστεμένη” την κοπελιά, κατά πώς το λέγανε κόσμια…), που θα μείνουνε, πόσα θα πάρουνε, πόσα θα δόσουνε κλπ.
Εσυμφωνσανέντα το λοιπός το Νικολιό με το Φροσυνιό και σαν ενύχτωσε για τα καλά επήρε το Νικολή και εγείρανε αθο τσοι Μοίρες στο συγγελολόι τζη. Εγώ δεν τσοι πήρα χαμπάρι, (έμενα στο σπιτάκι του Μπαμπιονίτη στα καμαράκια με τον κύρη μου) και όποιος και να πέργαγε τονε γροικούσαμε. Φαίνεται πως επαραπαντήσανε από του Καραγιάννη το Δεμα για ναχουνε ύσηχη την κεφαλή ντως… Όντενεφύγανε για τα καλά από την Πετροκεφαλινή περιφέρεια, εκειά κατά το σταυροστάτι του Καλαμιάρη εζοριστίκασινε μιαολιά τα πράγατα, επιάσανε το Νικολιό ου φουσκοδεντριές, μα το Φροσυνιό του το ξέκοψε «ετουτανά μετά το γάμο !» έτσα τουλάχιστο έλεγε το Φροσυνιό, είντα να κα΄νει κι΄ό τσιφτελής ο Νικολής, ανεμάζωξε α πετελόνια ντου και έκανε καερέτι μερικέ ς μέρες μέχρι πουπενε ο παπάς το Ησαία χόρευε…
Αλλη μιά κλεψα εγίνικε στο χωργιό μας εκείνα τα χρόνια, που …ταλαιπώρησε καμπόσες μέρες τσοι κουτσομπόλες, αν και φαίνεται πως το πράμα επαέ ήτονε: «σα θέλει η νύφη κι΄ογαμπρός τύφλα νάχει ο πεθερός». Εκειανά τα χρόνια έπρεπε μαθές να υπάρχει και μιά ολιά συναίνεση γιατί έπρεπε να βάλουνε και οι γονέοι τη χέρα ντωνε για να σταθεί στα πόδια του το νέο αντρόγυνο: Που θα κάτσει, είντα θα φάει, που θα δουλέψει κλπ. Επρεπε το λοιπός να πει και ο πεθερός το ναι… Κάθε βράδυ το συγγενολόι εγύριζε να τσοι βρει στα γύρο ξωκλήσα και τσοι ψάχνανε με τα λαδοφάναρα…
Θυμούμαι άλλη μια κλεψά, που επήγανε μια προσυνενοημένη βόλτα μέχρι τα Πηγαϊδάκια, και την επομένη εγιαγύρανε για να ξετελέψει το μυστήριο… Μπορεί να μαθε το πανελλήλιο για την κλεψά τση Τασούλας του Πετρακογιώργη στα χρόνια εκειανά, μα η κλεψά φαίνεται νάτονε ένας βολικός τρόπος στην περίπτωση για να λυθούνε και πιό πολυσύνθετα προβλήματα, όπως ας πούμε τα πολιτικά κομματικά προβλήματα. Το αναφέρω μιάς και το εργοστάσιο του Πετρακογιώργη ήτονε τρία χιλιομετρα από το σπιτάκι μας, εγώ βέβαια την ίδια δεν την εγνώριζα, εθώρουνα όμως τον Πετρακογιώργη στην αγορά στοι Μοίρες.
Όχι βέβαια πως είτονε πρέπον τα παντρεύγουνται με αυτό τον τρόπο όι άντρες στην Κρήτη, μα από μιά μπάντα είχε και τα καλά ντου. Φαίνεται όμως, πως εξεπονηρέψανε μια μπατούλια Κρητικοί και αντί να κλέβουνε τη γυναίκα τση καρδιάς τωνε, αποφασίσανε να κλέβουνε μόνο την προίκα τζη, και να μην αφίσουνε μουδε προβάτα, μουδε αελιά μουδε βυαζανιάρικο, μονό τα κλέβουνε ούλα πανάθεμά τους… Ετουτονά το δεύτερο είδος κλεψάς τως έπεφτε πιό οικονομικό, και η ποινή όι μόνο δεν ήτονε ισόβια, μα μήτε μέρα. Δεν τως έβγαινε φαίνεται πάντα συφερτική η κλεψά τση γυναίκας τωνε, και αλάξανε κλεψιμαίικα, μα το χούι δεν το κόβουνε οι γιβεντισμένοι…..

2, ΤΟ ΕΚΤΟΠΙΣΜΑ ΤΗΣ …ΒΑΡΚΑΣ ΤΟΥ ΜΥΛΩΝΑ

Ακούγεται σαν ενέκδοτο, μα η ζωή σκαρώνει πολλές φορές τσοι πιό μεγάλες πλάκες.

Θάτανε το 1976 ή 77 και η γυναίκα μου μικρομάνα. Καλοί και πασίχαροι εκατεβήκαμε για τσοι καλοκαιρινές διακοπές και εγυρίζαμε στις διάφορες παραλίες στην περιοχή. Ο κουμπαρος μου και καμπόσοι άλλοι τση παρέας αποφάσισαν να πάνε στην κατακομβη της Παναγιάς του Ματσάλου, αποβραδίς, το πρωι να παρακολουθήσουνε τη λειτουργία και μετά να κατεβούνε στην παραλία για μπάνο και επιστροφή το βράδυ στο χωριό.

Ο δρόμος τότε έφτανε μέχρι το μοναστήρι, και για παραπέρα, μιάμιση ώρα περπάτημα σε βουνό, με τα πόδια. Σαν τ΄ακουσε η μάνα μου γυρίζει και λέει τη κεράς μου:

– Μαρία εγώ το κοπέλι σου το κρατώ όσες μέρες θες, (είχα το γιό μου 2 χρονών) ,μα δεν είναι ετουτοινά οι δρόμοι για σένα, να ματσιδιαστεί θες και δεν θα μπορείς να κουνθείς μια βδομάδα ! Είτονε μαθές και η κερά μου μιά ζωή «τα πάχη μου τα κάλη μου» (τουλάχιστο δεν μούχε η περθερά μου παράπονο πως εκακοπόδοκα τη θυγατέρα τση) . Μάλιστα ετοιμάζουντανε να πάει και με …ντακουνάκι στο Μάρτσαλο, αλλά σαν δε μπιτίζει εσυμβιβάστηκε να πάρει ένα ζευγάρι παντούφλες τση μάνας μου και σαν εβράδυασε επήρα το τρακτέρ του γαμπρού μου, εμπήκε η παρέα στην καρότσα και εφτάσμε οντεσκοτέινιαζε στο μοναστήρι. Αφικαμε το τρακτέρ και εξεκινήσαμε για τ’ Αξί βουνί. Σε δυό ώρες είχαμενε φθάσει στη σκάλα. Βέβαια, το πως έφθασα είναι άλλη ιστορία, και φαίνεται μου πως το μαρτύριο τση φάλαγγας μπορεί να τανε το ίδιο μ΄αυτό πούπαθε η γυναίκα μου, μα του λάχιστο αυτοί που τους το κάνανε δεν το κάνανε οι ίδοι στον άπατόν τους ! Οι πατούσες τση εβγάνανε φωθιές όλη νύχτα και το πρωί σαν ετέλειωσε την λειτουργιά ο Μακάριος, (καλόγερος του μοναστηριού που είχενε έρθει μαζί μας με το γάιδαρό του να λειτουργήσει στην Παναγία), εσκέφτουμνε την επιστροφή, μιάς και είτονε αδύνατο να κουνηθεί

Είτονε στο Μάρτσαλο άλλη μιά μπατούλια χωριανοί , ο Στελιανός του Χατζή ( ο Μυλωνάς) το Βυρωνιό το Μιχελινάκη (του Γρίβα) και ό αδελφός του ο Γιάννης, ο Στελιανός ο Κοκκάκης αλλά είχανε έρθει από τη θάλασσα, ψαρεύοντας με τη βάρκα. Το αυτοκίνητο τόχαν στα Καλα Λιμάνια, όπου αγκυροβολούσαν και τη βάρκα.

Λέει μου ο Στελιανός ο Μυλωνάς: -Αντρέα, πάρε το γάιδαρο του Μακάριου να βάλεις τη Μαρία να καβαλικέψει και να τηνε κατεβάσεις στην παραλία Αποκεια, ξάμας εμάς, την παίρνομε εμείς με τη βάρκα και τηνε φέρνουμε στο χωργιό με τ’ αυτοκίνητο από τα Καλά λιμάνια.

Παίρνω λοιπόν και εγω το πετρογάϊδουρο του Μακάριου και καλά κακά βάνω τη Μαρία στο σαμάρι. Το πρώτο κομμάτι τση διαδρομής είν’ αλήθεια πως είναι ότι χειρότερο. Γύρο στα 200 μέτρα κακοτράχαλο μονοπάτι-κατήφορος και θυμούμαι πως είχα αγκαλιά το λαιμό του γαϊδάρου για να τονε κουλαντρίζω στον κατήφορο, και από πάνω η Μαρία η …καβαλάρισα να πηγαίνει πότε στη κεφαλή του γαιδάρου πότε απάνω μου και οι γιάλλοι να κάνουνε σεϊρι με τα παθήματα μας. Μετά τα πρώτα 50 μέτρα είδε και απόειδε η κερά μου πως δεν είτανε με τίποτε του …ιππικού και λέει μου: -καλίτερα με τα πόδια μου , αυτό του γαϊδούρι θα με σκοτώσει.! Έτσά εξεπέζεψε και και πονώντας εκινήσαμε σιγά σιγά στην παραλία. Πιό κάτω εκάτσαμε να παγουδιάσει μιά ολιά ο πόνος κάτω από τσοι αυτοφυείς φοίνικες, όμοιους με το Βάι. Προφανώς και εδώ οι διάφοροι κουρσάροι ανά τους αιώνες, όταν πιάνανε στό φυσικό λιμάνι του Μαρτσάλου πετάγανε τα κουκούτσια από τους χουρμάδες εδώ και εκεί και φύτρωσαν αρκετά δένδρα στην περιοχή. Με το πολυώρι εφθάσαμε στην ακρογιαλιά και κόβω την κεφαλή μου μα πιό μεγάλη είτονε η χαρά τζη τση κερά μου παρά των μυρίων όντε νε φωνιάζανε Θάλαττα Θάλαττα !

Σαν είδε το …βαρκάκι του Στελιανού δεν τση γέμωσε το μάτι το μπόι του και γυρίζει και λέει του: Τί εκτόπισμα έχει το σκάφος; Βέβαια οι γιαθρώποι εκατουρηθήκανε στα γέλια και μέχρι που ποθάνανε οι πιό μεγάλοι, νοντένεσμίγαμε στο χωργιό η πρώτη κουβέντα είτονε: είντα κανει η κυρά Μαρία, πες της πότε θέλει να ξαναπάμε στο Μάρτσαλο !

Και η δικά μου: Α ! παπαπαπα ! δεν ξαναπάω γω σε τέτοιους δρόμους, που να με χρυσώνουνε! Αυτό που παθα και του χάρου μου θα το μολογάω !

1, Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗΣ ΣΕ ….ΤΟΠΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αναμφίβολα το Μάθημα της διδακτικής είναι πολύ χρήσιμο στις εκπαιδευτικές ειδικότητες, όμως η ικανότητα του κάθε εκπαιδευτικού να προσαρμόζει τις εκπαιδευτικές τεχνικές στις τοπικές συνθήκες δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους. Διαβάσετε λοιπόν δυό παραδείγματα, πως ο γάϊδαρος από τη μιά και τα καλοψημένα παϊδάκια από την άλλη προσαρμόστηκαν δεόντως στις εκπαιδευτικές ανάγκες της περιοχής μου:

Το Πυθαγόρειο θεώρημα στον τόπο μου οι επαείοντες το έλεγαν και γαιδουρινό θεώρημα και ο λόγος πρέπει να είναι απλός: Αν είχες ενα γαϊδαρο, αρκετά πειθήνιο ζώο, και έκανε μιά διαδρομή αρκετά συχνά, πολλές φορές αυθαιρετούσε και αντί να πηγαίνει από το χαραγμένο νόμιμο μονοπάτι, προτιμούσε να μπαίνει μέσα από κήπους και μποστάνια, (διαγώνια), αρκεί να συνομέψει τη διαδρομή, εφαρμόζοντας τη διαδρομή της υποτείνουσας. Στα νιάτα μας οι μόνες εναλακτικες εμπειρίες και παραστάσεις του κόσμου ήσαν φυσικά οι ανωτέρω επιλογές των γαϊδάρων και παρόμοια. Τηλεόραση, ειδήσεις, ακούσματα, ήταν εξαιρετικά έως ανύπαρκτα. Ακόμα και το βιβλίο-διάβασμα ήταν δύσκολο και δισεύρετο. Έτσι και οι δάσκαλοι και καθηγητές μας πολλές φορές για να μας δόσουν το μαθησιακό ερέθισμα, αναγκαζόντουσαν να μας δόσουν ζωντανά παραδείγματα, πχ. στον ορισμό της υποτείνουσας του ορθογώνιου τριγώνου από τις κατά την αντίληψή τους τοπικές παραστάσεις των εκπαιδευομένων. Και μιάς και η μιά κουβέντα φέρνει την άλλη , ας συνεχίσοωμε τη …μαθηματική μας εκπαίδευση και την εκπαιδευτική τεχνολογία με άλλη μια παρεμφερή ιστορία:

Ένας Χανιώτης Μαθηματικός ο Αντρέας ο Πατεράκης είχε άλλα (συν)βιώματα στα μαθηματικά όντας από περισόοτερο αρεινή-κτηνοτροφική περιοχή από τη δική μας. Είχε λοιπόν, όταν ήρθε σαν νέος μαθηματικός στο Γυμνάσιο της Πόμπιας, και τη …κτηνοτροφική παραλαγή του Πυθαγορείου θεωρήματος, ακούστε την: «Το τεσαροκάντουνο της αποκαντινής τεντόστρας, πατσίζει σούμα με τα τεσαροκάντουνα των δυό παϊδακιών» όπερ είναι ισοδύναμο του: Το τετράγωνο της υποτεινούσης ορθωγωνίου τριγώνου ισούται με το άθροισμα των τετραγώνων των δυο καθέτων πλευρών του». Τί τράβαγε η επιστήμη να ξεκολλήσει το μυαλό μας από τα τότε ενδιαφέροντά μας…

Δίχως Σχόλια »

3 Σχόλια »

  1. […] σας αλλού πού, για τα φανταρά στο σπιτάκι του Κωστή του Πιτσούνη…. Αυτή η ιστορία έγινε πολύ πιό παλιά, αγέννητα […]

    Πίνγκμπακ από ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ live « ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — 09/05/2008 @ 8:26 μμ | Απάντηση

  2. […] ντου, του δοσε μιά με το δραπάνι κλπ. Για τη συνέχεια: Ο κάτης και ο Λαγός..  Ένας λοιπόν πρωτόγονος τρόπος ήταν να πιάσεις το […]

    Πίνγκμπακ από ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ « ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — 26/04/2011 @ 4:19 μμ | Απάντηση

  3. […] εγροίκα την ιστορία οντε την έλεγε ο Ζαχαρίας για τη μαλαπέρδα.  Είντα τονε φορτώνεσαι εδά τον γιατρό πως δεν τα […]

    Πίνγκμπακ από ΓΗΡΙΑΤΡΙΚΗ « ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — 28/08/2011 @ 7:31 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: