ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΑΝ…ΕΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Κάθομαι που λες κι ανεστορούμαι, τα χρόνια πούμουνε κοπέλι. Ένα με τα έχνη, ένα με τα δεντρά, τσοι σαϊτες, τα χαντάκια, τσ΄αφορδακούς τσ΄αχελώνες, τσοι κατσόχοιρους τσοι ζουρίδες και τσ΄αρκάλους. Αμάσαι κοπέλι ούλα έχουνε ένα ροζ χρώμα, να, σα ντο βρακάκι τση μπιμπι μπο να πούμε…, γι σούρχονται οι ήχοι μακρινοί από κειανά τα χρόνια, σαν γροικάς το κουδουνάκι τση γατέλλας γι του γατινιού μου, που τρέχουνε να με μπροακαδιάσουνε στον κήπο όντε γυρίζω από τη δουλειά. Άμα μωρέ Αντρουλιό δεν είσαι μίζερος, τα παιδικά σου χρόνια τα θωρείς και τ΄ανεστοράσαι χαρούμενα…

Σούπα πως επεινούσαμενε εκειανά τα χρόνια; Ε και; Άλλο να σαι πεινασμένος κανακάρη μου, κι άλλο νάσαι αχόρταγος. Άμα πεινάς και βρεις να φας πράμα και ξεπεινάσεις, είσαι ευτυχισμένος, λες και δοξα τω γεραμπή. Άμα είσαι κακομοίρη μου αχόρταγος, σα μια μπατούλια σημερνούς, δε λές δόξα τω θεώ ποτέ σου, μονό πολεμάς να φας τσοι γύρο σου…

(’Ηθελα να τ΄ανεστορούμαι στο Αντρουλιό μου, στο Μαργιό μου, στο γκονάκι μου σα δε μπιτίζει… Μα μιας και τα μονολογώ, είπα συντουνούς μου: δεν τως τα γράφω καλιά; Εδά τα κοπέλια δεν είναι σα νταλλοτεσινά, είναι ανεξάρτητα, λαλούνε τονεδικό ντως δρόμο από νωρίς, δεν μασε γροικούνε μπλειό. Δε μασε σέβουνται; Εγώ δεν είπα τέθοιο πράμα… Εμεις το σεβασμό τονεθέλαμε νάχωμε τα κοπέλια μας σήκω-σήκω και κάτσε-κάτσε, εθέλαμε να θωρούμε τη συνέχεια τ΄απατού μας στο κάθε ζάλο των κοπελιών μας. Ασε τως λοιπός την κουβέντα γραμμένη να βρίσκεται, κι άμα τα γκονάκια μου θένε, ας τα διαβάσουνε αμοναχά ντωνε…).

(Παρακάτω οι επισκέπτες μπορούν να βρουν τ’ ΑΝΕΣΤΟΡΗΜΑΤΑ: 1. Τα Βιβλία, οι Γνώσεις., 2. Η καλοκαιρινή παρασθιά. 3. Ο ασκιανός και οι εθιές. 4. Οοο την παντέρμη κάψα. 5. Πάει το λαδοκούρουπο  … 6. Πάτερ, πάτερ η αιξ ευρέθη. 7. Το δάσος με τσοι χοντρολιές. 8. Η χρονολόγηση, η μάνα μου και τα ξεγιβεντίσαματα. 9. Τα Τροζοκόπελα. 10, Το Καμίνι 11. Οι ΑΞΙΕΣ … (ΟΡΥΖΩΝΕΣ, ΟΡΥΖΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ). 12. Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ «ΦΟΥΡΝΑΡΙΣΑ»-Ο ΖΥΜΩΤΟΣ 13. Η  Κρασοκατάνυξη  14. Αυτόματη Πλοήγηση …1955   15. Το πρώτο αεροπλάνο 1915

15. Το πρώτο αεροπλάνο 1915

29 Δεκ.  2008

Ντουχιουντίζομενε  πολλές φορές,  πως δουλεύει το μυαλό τ’ αθρώπου, πως αποτυπώνει γεγονότα, εικόνες,  παραστάσεις… Θυμούμαι τη  μάνα μου, ν΄ανεστοράται  και να μου διγάται πως αντιληφθήκανε το πρώτο αεροπλάνο  απού επέταξε στη Μεσσαρά,  γύρο στο 1915….

Η μάνα μου, 5-6 χρονώ κοπελιδάκι,  εζούσανε στη Γαλιά, μόλις είχανε κατεβεί από τα Βορίζα… Οι Βαλκανικοί πόλεμοι είτανε στο φόρτε ντως, οι περισσότεροι νέοι Κρητικοί είτονε στα μέτωπα τση Μακεδονίας, και η Κρήτη, ημιαυτόνομη,  μπορούσε επιτέλους ν΄ανασάνει και αρχίνισε να κατεβαίνει από τα βουνά προς τσοι κάμπους…  Είλεγέ μου το λοιπός η μάνα μου:

«-Είμουτανε στο δώμα του σπιθιού μας, γιατί είτανε μαθές καλοκαίρι και ούλο το χωργιό εκοιμούντανε στα δώματα, με την αμπλά μου την Ψεβία… Μια στιγμή γροικούμενε ένα βρούχο κείρχουντανε από ανατολικά, από την Απόλυχνο, και θωρούμενε ένα πράμα και επέτα στο ουρανό και μέχρι να το καλοξανοίξωμενε επόγειρε αθο ντη Φανερωμένη…. . Οντε με ρώτα η μάνα μου, απούτανε στο σταύλο και δεν επρόκαμε να το δει, εγώ τσείπα πως επέτα στον ουρανό ένα στιβάνι…  κείκανε μεγάλο βρούχο…. Με το πολυώρι επέρασε ο ξάδερφός μου του Καμπανογιώργη, απούχε νε γυαγίρει από το στρατό και μας είπενε πως εκειονά απούδαμε το λέγανε αερόπλανο.  Σαν τάκουσε η ξαδέρφη μου, αυτή η κακομοίρα είτονε και μεσομπούνταλη, γυρίζει και κάνει ντου: Πως είπες ξάδερφε πως το λένε;  Αερόπανο;»

Πέρασε ένας αιώνας από το  αερόπλανο ή  αερόπανο ή στιβάνι,  τση μάνας μου και τση ξαδέρφης τση… Ένα είναι σίγουρο: το μυαλό του ανθρώπου έχει πολλές δυνατότητες να μάθει, να δεχθεί, να κατανοήσει. Πολλοί, μετά από ένα-δυό αιώνες λογικά θα γελούνε με πολλούς από τους φόβους και τα πιστεύω  της «σύγχρονης»  εποχής μας…

Οικία Αδάμ Κανάκη 1915 Γαλιά Ηρακλείου

Το σπίτι τση μάνας μου (Ειρήνη Κανάκη) στη Γαλιά 1915


14. ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΠΛΟΗΓΗΣΗ …1955

28 Δεκ 2008

Σήμερο ο κόσμος αλλάζει κάθε μέρα. Πολυκατοικία γίνεται το οικόπεδο τση γωνίας, σπίθια φυτρώνουνε εκειά απούτανε δάση,  δρόμοι ανοίγουνε εκειά απού είτονε ένα μονοπάτι, παραλίες γίνουνται πλάζ και πάει λέοντας… Εϋκολα το λοιπός χανόμαστε και ψάχνομε άλλοτε καταρωτώντας, άλλοτε ξεφυλλίζοντας το χάρτη, να πάμενε κατά τον προορισμό μας… Ήρθενε και η τεχνολογία και μας εφοδίασε με τα νέα επιτεύγματά τζη, τσ΄οδηγούς αυτόματης πλοήγησης, τα gps για τσοι πιο ψαγμένους. Και δε λέω, είναι πραγματικά  μεγάλη ευκολία να λες στο μηχανάκι σε ποια διεύθυνση θες να πας και να σου λέει πήγαινε από παέ , στρίψε δεξά, στρίψε ζερβά, μέχρι να ξετρυπήσεις στο προορισμό  σου…  Ακόμη,  μιάς και όσο περνούνε τα χρόνια και η γεροντική άννοια, και  η αμνησία όλο και θα αυξάνονται, με ένα τέτοιο μηχανάκι στην τσέπη του ο παππούς θα καθοδηγείται  από πρόθυμους συνανθρώπους του, να ξαναγυρίσει στο σπίτι του…

Ανε ρωτάτε είντα κιαολιάς σχέση έχει το gps με τσ΄αναμνήσεις μου, όσο και να σασε φαίνεται περίεργο, έχει… Εξάνοιγα σε διπλανή σελίδα , απούγραφα για τα ΖΩΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ, και θωρώντας το γάιδαρο, εθυμήθηκα πόσες βολές ο κύρης μου τον είχενε χρησιμοποιήσει σαν ….ΑΥΤΌΜΑΤΟ ΠΛΟΗΓΌ! Πολλές  βραδυές γυρνώντας από τα χωργιά τσ΄απάνω ρίζας, ενυχτωνώμαστε αρκετές ώρες μακρυά από το χωργιό. Εκείνα τα χρόνια δεν είτανε φώτα πουθενά για να τα βάνεις σημάδια στσοι γαιδουρόδρομους  απού συνδέανε τσοι τόπους μεταξύ ντονε… Άμα δεν επέρνας συχνά από ένα τόπο εύκολα χανόσουνα τη νύχτα και δεν ήβριχνες τα περάσματα για να γυαγείρεις στον τόπο σου… Τόστεσάς το λοιπός, θυμούμε το μακαρίτη τον κύρη μου και μούλεγε: -Ν΄αφίσομε θέλει το γάιδαρο ορνικό ντου, και αυτός σε κάθε διασταύρωση θα διαλέξει το σωστό δρόμο… Είχανε μαθές τα ζώα πολύ καλή μνήμη, μα και όση νοημοσύνη χρειαζότανε να καταλάβουνε, πως το τέλος της κούρασης είτονε να φθάσουνε στο χωργιό του αφεντικού ντωνε…

Είχενε ο κύρης μου ένα φίλο στην Πλώρα, δυό μιση ώρες γαιδουρόδρομο από το Πετροκεφάλι. Ένα χειμώνα του 1955, μου φορτώνει λίγα κλίματα να τα πάω του φίλου του στην Πλώρα, για να τα φυτέψει σε ένα αμπέλι και μου δίδει τσοι στοιχειώδεις οδηγίες: Θα πάς μέχρι το Λειβαδιώτη, και ύστερα θα πάς ντρέτα  για τα Περαλήθινα… Αμα περάσεις τα ασβεστοκάμινα και τη Φουντάνα, μετά τον Αι Στελιανό, θα στρίψεις αθό ντη Πλώρα.. και θα αφίσεις το γάιδαρο και αυτός θα σε παει στην αυλή του ….του φίλου μου !  Παραγματικά ο γάιδαρος του κυρού μου χρησιμοποιώντας το δικό του gps (μα και το iq απού τούλεγε πως ο πιθανότερος προορισμός είναι εκεί που συνήθως πηγαίνουμε !) με πήγε από τον σντομότερο δρόμο στον προορισμό μου.

13. Η  Κρασοκατάνυξη

27 Δεκεμβρίου 2008

Ένα φεγγάρι, είπα καταγράψω και να συμμαζώξω τα σόγια του χωργιού και τα συγγενολόγια, λίγο μετά τον Καποδίστρια…. Εύρικα το λοιπός ένα πρόγραμμα για τον υπολογιστή και είκαμα καλή δουλεια, μόνο που δεν είχα αφαλή στοιχεία. Ρωτώντας όμως τσοι μεγαλύτερους, τσοι συγγενείς,  συμμάζεψα αρκετα πράγματα.

Τεράστια βοήθεια μου πρόσφερε ένα αθώο Μαθητολόγιο του δημοτικού σχολειού του Πετροκεφαλιού, από το 1900 μέχρι και το 1950, που μου προμήθευσε για λίγο ο φίλος και δάσκαλος του χωργιού Γιώργος Δαμιανάκης….

Επειδή λοιπόν σε εκείνο το μαθητολόγιο γραφότανε εκτός από τα στοιχεία του μαθητή και το όνομα και επάγγελμα του πατέρα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι σχεδόν αποκλειστικό επάγγελμα στο Πετροκεφάλι είτονε το «γεωργός». Υπήρχαν όμως και μερικοί που ανάφεραν σαν επάγγελμα το «οινοπώλης». Παραγματικά, καλά-καλά αυτό που εμεις γνωρίζομε σαν καφενείο –καφετζής δεν υπήρχε, μιας και δεν υπήρχε καφές… Το κύριο λοιπόν είδος-μέσο διασκέδασης ήταν το κρασί ή ρακή και αντε και κανένα γλυκό κουταλιού, άλλωστε δεν υπήρχε ούτε και ρεύμα για τυχόν αναψυκτικά….

Κτηνοτρόφοι δεν θυμάμαι να υπήρχαν στο χωργιό, ενώ ο μόνος έμπορος που θυμάμαι να αναφέρεται ήταν από το σόι της Ευτυχίας Βασιλάκη (σημερινοί ιδιοκτήτες της Aegean airlines).

Πρέπει νάτανε καθημερνή, χειμώνας, και ο ήλιος εμύριζε, πα ναπει είτονε ευπρόσδεκτος στα σοκάκια του χωργιού. Ίσα πούχενε γείρει ο ήλιος κατά δυσικά, και ο Ευθύμης (Ευθύμιος Τσικνάκης Παντοπωλείο) είχενε βγάλει την καθέλκα ντου στο στενό μροστά στην πόρτα του μαγαζού του και τονε χτύπα ο ζεστός χειμωνιάτικος ήλιος. Ήκανε του παρέα το Νικολιό το Τρουλιτάκι (Νικόλαος Εμμ Χαλκιαδάκης) με ένα νεροπότηρο κρασί με μια χαχαλιά αστραγάλια, απού τούχενε βάλει ο Ευθύμης.

Στην ώρα πάνω έφτασε και ο Μιχελοηλίας, (Ηλίας Ιωαν. Μιχαλινάκης) κορυζασμένος φαίνεται, και σα ντονε θωρεί του λέει:

-Βάλε μου μπρε Ευθύμη  ένα ποτήρι κρασί…

-Κατέχεις πούναι, μονό σάλευε να βάλεις αμοναχός σου… Πάει και Μιχελοηλίας, παίρνει ένα νεροπότηρο, και βρίχνει την κάνολα στο βαρελάκι, γεμίζει το ποτήρι, και άρχισε να το πίνει καθώς έβγαινε όξω να κάτσει κι΄αυτός στη πεζούλα του μαγαζού… εκράθιε και μια παστή σαρδέλλα για μεζέ από την οριά τζη, διαλεχτός  μεζές για τσοι μπεκρήδες..  Σαν το πόπιε, ξαναπαραγγέλει του Ευθύμη και ένα δεύτερο, μα ο μπακάλης τον ήπεψε να σερβιριστεί πάλι μόναχός του.  Ήκαμε φαίνεται καμπόσες φορές ο Μιχελοηλίας το δρομολόγιο  και κάθε φοράα τούλεγε όλο ευχαρίστηση: «Ετουτονάναι κρασί Ευθύμη…» .  –Ντα από το ίδιο μπρε δε σούβαλα κι΄οψές; Τούλεγε κάθε φορά,  αδιάφορα ο Ευθύμης..

Με το πολυώρι, φτάνει Σανταρμομαργώ  να πουσουνίσει μιά ψημαθιά φασόλες, και εμάζωξε ανόρεξάς του τσ΄ αντικλίνες του  ο Ευθύμης να πάει να  τηνε εξυπηρετήσει.

«Κράθιε  μου μπρε Ευθύμη άλλη μιά, οντε θα πορίσεις!  παράγγειλε ο Μιχελοηλίας του μπακάλη μιά ακόμα κούπα κρασί.  Απίτις όμως εδοκίμασε την καινούργια κούπα άρχισε να ξυνίζει τα μούτρα ντου…

– Είντα κρασί ναι μπρε Ευθύμη ετουτονά απού μούφερες; -Από το ίδιο βαρέλι είναι αλάι σου, κοντό θέ μου ήλλαξα βαρέλι;  Εγούζουντανε όμως ο Μιχελοηλίας και δεν τούρχουντανε να τονε …κοροιδέψει ο Ευθύμης, οπότε με την επιμονή του, κάτι σανα κακόβαλε ο Ευθύμης:

-Γιά έλα παέ κουμπάρε Ηλία, από ποιό βαρελάκι ήβαλες; Δείχνει ντου ο Μιχελοηλίας ένα βαρελάκι στη μέσα μπάντα του μαγαζού απούχενε πρώτης ποιότητας κονιάκ, και μέχρι να καταλάβει ο Ευθύμης είντα εγίνουντανε, είχε κατεβάσει τέσσερα-πέντε νεροπότηρα κονιάκ ο Μιχελοηλίας και το φχαριστήθηκε η ψυχή ντου….

7 Απριλίου 2008

12. Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ «ΦΟΥΡΝΑΡΙΣΑ»-Ο ΖΥΜΩΤΟΣ

Έχετε μωρέ κοπέλια αγροικησμένα το «Ο ΚΑΡΑΓΚΙΌΖΗΣ ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ;» Σάικα έχεντέ το ακουστά, κάτσετε δα να σασε πω και για τη μάνα μου, οντενέκανε τη φουρνάρισα…

-Καλημέρα Ρηνιό, είντα κάνετε, είντα σου γράφουνε τα κοπέλια…

Καλώς τη Φυλαχτή, καλά είμαστε, καλάναι και τα κοπέλια. Κόπιασε ξαδέρφη να κάτσεις να μου πεις τα χαμπάρια σου. Είντα καλός καιρός σείφερε στη γειτονιά μας;

-Εγώ ξαδέρφη δεν σε παραβαρώ για το ζυμωτό, καλά κατέχεις το, ούλα τα χρόνια εζύμωνα στου συμπεθέρου μου το φούρνο, μα αποντανεβάλανε τη καινούργια νύφη στο σπίτι ντως ανεγύρισα μιαολιά γιατί δε τηνε θωρώ και καλή χρειγιά. Επαίρνουνε αλλότες απώξω και εγροικούναντηνε να χτυπομουρά τον άντρα τζη, πως θελαζυμώσει ταχυτέρου η αμπλά ντου και θελα τση μαγαρίσει το αρχοντικό! Μωρέ καλή πουσουνιά έκανεμε η κακομοίρα η συμπεθέρα μου η Μαργιόρα!

-Είντα στενοχωράσαι μπε Φυλαχτή, επαέ ναι ο φούρνος, ταχτέρου θα ξεφουρνίσω εγώ το παξιμάδι, και άμα θες και ντελόγο να τον ανάψεις, εμένα δε με νοιάζει!

-Ο θιός να σ΄ έχει καλά ξαδέρφη, και σένα και τον άντρα σου, γιατί κακονίζικο εξάνοιξα οψές και δεν έχομε θρουλί ψωμί, και θένε να φύγουνε τα κοπέλια ταχυτέρου να χωραφίσουνε κεινα-δυό μέρες στο μερτικό μου και του αδερφού μου στη Φανερωμένη, και θα ξωμένουνε εκειά…

– Μη σε νοιάζει ξαδέρφη, έλα να σου δώσω μιά βούργια ψωμί, και άμα ζυμώσεις μου το γιαγέρνεις…. Μονό άμε να μυνήσεις τ΄αντρού σου να φέρει τα φουρνόξυλα και τ΄αλεύρι κι έλα το βράδυ να καταστέσομε τα μπράτη, να κοσκινίσεις και να ανεπιάσεις το προζύμι…

Έτυχε νάχει ο κύρης μου Φούρνο στο σπίτι μας. Είπαμέντο κι΄αλλού, πως κάθε καλονυκοκύρης άμα είτονε μπορετό και φούρνο έσαχνε, και πηγάδι άνοιγε και γούρνα χτιστή γι πελεκητή εκατάστενε στην αυλή ντου, για νάχει η κερά ντου ότι τση χρειγάζουντανε να κάνει το νυκοκεράτο τζη… Εκειά πούτανε όμως τα σπίθια στιμωγμένα, δεν είτονε μπορετό νάχουνε φούρνο, είθελε μαθές κι΄αυτός την απλωσάντου, και από την άλλη οι αθρώποι εφοβούντανε να σάζουνε σπιθια μακριά ο γεις από τον άλλο την τουρκοκρατία… Ετσά, τα παλιά σπίθια είτανε κολλητά τονα ταλλού, και μόνο άμα ξετζουτζουλέψανε εχτίζανε πιό απλωμένα, και είχανε τη βολή ντωνε και εκάνανε το νοικοκεράτο ντως…

Όσοι είχανε φούρνο στο χωργιό εξυπηρετούσανε τσ’ αποδέλοιπους. Από όσο θυμούμαι, στη γειτονιά μας είχενε φούρνο ο κύρης μου, ο Τσουροστελιανός (Στυλιανός Εμμ Σπυριδάκης), ο μπάρμπας μου ο Βανίλης (Στυλιανός Γεωρ Φραγκιουδάκης) πιό πέρα είχενε ο Δράκος (Δράκος Δημ Μαρκάκης), Μπελαδοδράκος (Δράκος Μανασσάκης), ο Κοκκάκης (Στυλιανός Εμμ Κανακαράκης), ο Μανώλης ο Τσαγκάρης, ο Φανουροκικολής (τσ’ Αρτεμησίας), ο Λυμπεροσταυρούλης ο Δασκαλογιάννης και αρκετοί άλλοι. Κάθε φούρνος είχενε τσοι «πελάτες» του, το σόι, τσοι γειτόνους και τσοι φίλους του ιδιοκτήτη. Πιό βολικοί είτονε οι φούρνοι που διαθέτανε νερό και χώρο για το κοσκίνισμα, ζύμωμα, πλάσιμο κλπ στο φούρνο, γιατί διαφορετικά είπρεπε το έτοιμο για φούρνισμα ψωμί να μεταφέρεται στο φούρνο από το σπίτι του κάθε αθρώπου που είχενε το ζυμωτό…

Το να φτιάξεις ψωμί, ούτε είτονε, ούτε και είναι εύκολη δουλειά. Είπρεπε λοιπόν ο ιδιοκτήτης του φούρνου να παρέχει και τις απαραίτητες τεχνικές συμβουλές σε όλες τις φάσεις της κατασκευής του ψωμιού. Αυτό είτονε δουλειά τση νοικοκεράς, οι άντρες είτονε μόνο για τσοι χοντροδουλειές.

Α. ΤΑ ΦΟΥΡΝΟΞΥΛΑ Τόπαμε αλλού που, μιά δουλειά που είπρεπε να γίνει για να κάμωμε (παναπεί να θερμάνωνε το φούρνο στην κατάλληλη θερμοκρασία) το φούρνο, είτονε να εφοριαστούμε με την ανάλογη ποιότητα και ποσότητα των ξύλων.

Β. ΤΟ ΑΛΕΣΜΑ. «Όπου Κι΄αν πάει τ’ άλεσμα, ο μύλος θα τ΄αλέσει //κι΄ ’οπου κι΄αν πάει η κοπελιά, στα χέργια μου θα πέσει». Έτσά ετραγούδιε ο ερωντοχτυμημένος ντελικανής τσ’ εποχής μου άμα θελα του παντιδώσει να πέψει τα μηνυματά ντου κατά πού αλλοιθώριζενε…

Αλέσματα είτονε πολλώ λογιώ. Το καθαρό σιτάρι είτονε ακριβό είδος, και συνήθως το ανακατεύανε με ποσότητα κριθαριού φτιάχνοντας το μιγάδι. Αυτό μεταφερότανε στο νερόμυλο όπου και το αλέθαμε δίδοντας το ανάλογο μερίδιο στο μυλωνά, τα αλεστικά. Από κειά και οι κουβέντα που λέει «μπάτε φίλοι αλέστε, κι άλεστικά μη δόστε». Από τσοι μύλους τση περιοχής, μόνο μιά φορά θυμούμαι το μύλο τση γυροποταμιάς στο Πετροκεφάλι να αλέθει. Η συνηθισμένη μας διαδρομή είτονε να πηγαίνομε τ΄άλεσμα στη Φαλάντρα, στη ρίζα του λόφου της Φαιστού. Αρκετά αργότερα, άρχισαν σιγά-σιγά να στήνονται μηχανοκίνητοι αλευρόμυλοι, ο Μύλος του Στελιανού στο Πετροκεφάλι (Στυλιανός Εμμ Τσικνάκης) και άλλοι στην είσοδο των Μοιρών. Τα βιομηχανικά άλευρα ήθραν επίσης αργότερα, οπότε αγοράζαμε όσο αλεύρι θέλαμε και συνεχίζαμε τη διαδικασία του ζυμωτού.

Βέβαια, υπάρχει και η αντίστοιχη καταβολή αλεστικών που όμως αφορούσε τσοι Φάμπρικες, που τραγούδαγε ο Σηφογιωργάκης το 1963 στο καλαματιανό με τσοι λιομαζώχτρες, και που ανάφερε στο επίμαχο σημείο:

« Έφτασ’ ο καιρός καλέ μου που πέφτουν οι ελιές, … μυλωνάδες και μαζώχτρες ….θα΄χουμε χρυσές δουλειές. Κι’ αναλόγως καθεμιά // θα πλερώνει αλεστικά. Πάρε το καλάθι κιέλα όμορφή μου κοπελιά // γω θα σου κρατώ τη σκάλα ν΄ανεβαίνεις στην ελιά. Σα γεμίσεις το καλάθι, θα πιαστούμε στα φιλιά // και θα βγάλουμε το λάδι από κάτω απ την ελιά»

Γ. ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ Επειδή στα μέρη μας οι δουλειές είτοτνε ωξωτάρικες και το κλίμα θερμό, δεν εμπορούσανε οι γιαθρώποι να σάζουνε πεντέξε καρβέλια ψωμί, όπως αλλού, και μετά πέντε μέρες να ξαναζυμώνουνε. Είπρεπε το λοιπός να κάμουνε ένα μεγάλο ζυμωτό, 40-50 οκάδες άλεσμα, σε μεγάλο φούρνο για να κρατήσει τη φαμελιά 1-2 μήνες. Την παραμονή λοιπόν του ζυμωτού επαίρνανε το σακί τ΄αλεύρι και το πηγαίνανε στο σπίτι πούτανε ο φούρνος. Συνήθως ο ιδιοκτήτης είχενε την κνισάρα για το κοσκίνισμα του αλευριού ώστε να ξεχωρίσει το πίτουρο, και την σκάφη. Η σκάφη είτονε ξύλινη και πολύ μεγάλη για να χωρά ολόκληρη την ποσότητα του ζυμωτού. Φυσικά είτονε δύσκολο τέθοιο μπατάλικο χρειαζούμενο να τόχει κεινείς, άμα δεν είχενε φούρνο. Γι΄αυτό και συνήθως ο ιδιοκτήτης του φούρνου είχενε και την ανάλογης χωρητικότητας σκάφη. Όσο δεν την χρησιμοποιούσαν την είχαν φυλαγμένη μπρούμυτα, για να μη λερώνεται το εσωτερικό τζη, ο χώρος που φτιαχνότανε το ζυμάρι. Και σας το λέω εδά τουτονά αναλυτικά, γιά ένα λόγο: Ήρθε μου στο μυαλό το αίνιγμα τσ΄εποχής μου, αλληγορικό-σεξουαλικό, μα γεγονός: «Εγώ σ’ακριβοπέρωσα, κι΄έδωκα τον παρά μου // για να σε θέτω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου. Ειντάνε Αντρουλιό;» Και η απάντηση (η σκάφη του ζυμωτού) ήθελε αρκετή φαντασία, τουλάχιστο για τα κοπελάκια…Ένα μέρος του αλευριού ¼ συνήθως, ανακατευότανε χωρίς να ξεχωρίσει από τα΄αποδέλειπο με ζεστό νερό και εβάζανε μέσα και το προζύμι πούχενε κρατηθεί από προηγούμενο ζυμωτό, όι παραπάνω από μισό κιλό. Αυτό έκραθιε ζωντανούς τους μύκητες τση μαγιάς για καμπόσους μήνες. Εγίνουντανε το λοιπός το ανέπιασμα, στο 1/4 του ζυμωτού, σκεπαζότανε όλη νύκτα με ένα κουβερτάκι για να κρατεί τη θερμοκρασία και την υγρασία και την επομένη, νύχτα-νύχτα, ανακατευότανε και τα΄αποδέλοιπο αλεύρι με το φουσκωμένο πιά βραδυνό ζυμάρι. Ανέβαινε (πα να πει φούσκωνε) δε όλο το ψωμί σε δυό ώρες, αρκετά και είτονε έτοιμο να πλαστεί. Επλάσανε λοιπόν οι νοικοκυρές τα καρβέλια, απου εθέλανε και αυτά καμμιά ώρα να συνεχιστεί το φούσκωμα. Όταν ήταν έτοιμο το καρβέλι για φούρνισμα, ήπρεπε ναναι έτοιμος και ο φούρνος και στην κατάλληλη θερμοκρασία για το φούρνισμα.

Δ. Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΥΡΝΙΣΜΑ Ούλα τουτανά τα συντόνιζε η φουρνάρισα, επισπεύδοντας τις ανάλογες διαδικασίες: Εγροίκουνα πολλές φορές τη μάνα μου να δίνει οδηγίες στη γυναίκα που εζύμωνε: Μήνυσε μπρε τ΄αντρού σου νάρθει να συμπαίνει το φούρνο, γιατί θ΄ανεβεί το ψωμί και δεν θανείναι καμωμένος ο φούρνος. Πιάσε τον τρίφτη και παραπάντησε τα χοντα ξύλα, πέταξε και καμπόσους ασπαλάθους να ξανάψουνε τα μεσόξερα κουτσουράκια που έβάλες. Πέψε κειανα κοπέλι να ανοίξει του φούρνου τη κουτσούλα, να παίρνεια αέρα να πυρώσει πιά γλήγορα… Με το πολυώρι, έδινε άλλο παράγγελμα: Θωρώ το φούρνο και είναι ξασπρισμένος, στο τάφι ντου είναι, μονό βγάλετε αποδέλοιπα τα ξύλα, φέρετε τον πανιστή να τόνε σφουγκήξωμενε, και να φουρνίσωμε τα ψωμιά…

Εκεια ποθές ετέλειωνε το ζόρε του ζυμωτού. Σε 15-30 λεπτά τα καρβέλια είτονε ψημένα, τα ξεφουρνίζανε, και τα κόβανε σε ντάκους. Εκρατούσανε καμπόσα καρβέλια, για τον ιδιοκτήτη του φούρνου, για το συγγενολόι για για τσοι περαστικούς, μιάς και η βασκανία (το μάτι) είτονε πράμα που το τρέμανε. Θυμούμαι μια, θεός συχωρέσει την, απού μόνο που θελα περάσει από το δρόμο την εκυνηγούσανε να τση δόσουνε ένα καρβέλι για να μην τσοι ματιάσει και τοσε χαλάσει ο ζυμωτός…

Ο νυκοκύρης ήφερνε κειανα πιάτο ελιές και ετρώγανε οι ζυμωτήδες λίγο φρέσκο ζεστό ψωμί. Ακόμα καλύτερα δε, αμα είτονε ο ζυμωτός μετά τα Χριστόγενα, ωρισμένοι καλονοικοκύρηδες είχανε γλίνα, που έλοιωνε με το ζεστό ψωμί και λόγω της στέρησης τα’ εποχής, είτανε περιζήτη.

Και μιάς και τόφερε η κουβέντα, ούλα τα κοπέλια επαρανομιάζανε τόνα τάλλο (δίδοντας τα παρατσούκλια από διάφορα τυχαία γεγονότα). Ήλεγε μου ο κουμπάρος μου αλλότες: Ένα φεγγάρι, τα κοπέλια με φωνιάζανε «γλινόψωμο», κατέχεις γιάντα; Εζύμωνε η μάνα μου στο Φούρνο του Φροσυνιού και οντενεβγάνανε το ζεστό ψωμί μου λέει η μάνα μου -Άμε μωρέ Γιωργιό να φωνιάξεις του Μανώλη μας να φάμε γλινόψωμο… Έλα όμως απούχενε χτυπήσει το κουδούνι και ο Μανώλης μας είχενε μπει στην τάξη απούτανε 100 μέτρα πιο πάνω από το φούρνο. Έγώ όμως κοπέλι πράμα 3-4 χρονώ δεν εχαμπάριζα πράμα, και τρέχω, σταματώ στη ανοιχτή πόρτα του σκολειού και φωνιάζω του Μανώλη μας: Χο χό Μανώλη, έλα να φάμε γλινόψωμο ! Εκούσανε ντο τα κοπέλια και μου κολήσανε το παρανόμι….

Το παξιμάδι, οι ντάγκοι, εφτιάχνουντανε με δεύτερο ήπιο ψήσιμο-ξήρανση, για δυο τρείς ημέρες στον ίδιο φούρνο Μετά τους φυλάγαμε σε πιθάρια συνήθως, μιάς και στα σακιά εκινδυνεύανε από τσοι ποντικούς, απούτανε πιο πεινασμένοι σάικα από ότι είναι εδά…

Εκειά κατά το 1955 άνοιξε και το πρώτο αρτοποιείο στο χωργιό με τον Αλέκο το Βιτωράκη. Από τον Αι Γιάννη, απούχενε παντρευτεί μιάν από τοι κόρες του Κωστογιώργη. Μέσα του 1960 άνοιξε ο Μιχάλης ο Μελέτης ένα νεότερο φουρνάρικο για κάμποσα χρόνια και μετά αναλαβε τη δουλειά ο Σταύρος του Τσικνομανώλη και τα κοπέλια ντου που συνεχίζουνε μέχρι σήμερο….

22 Μαρτη 2008

11. Οι ΑΞΙΕΣ… (ΟΡΥΖΩΝΕΣ, ΟΡΥΖΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ)

Τί αξία έχει αυτό;, πόσο αξίζει; Άλλη μιά απόδειξη της Θεωρίας της …Σχετικότητας. Σημασία έχει ποιός φτιάχνει το μέτρο, ποιός μετρά, πότε μετρά, τι λείπει από τον καθένα μας, σε κάθε περίσταση….

Έτυχε να καρκατουλεύω μια μέρα στο ιντερνέτι, απού λέει κι ο αρούβαλος ο ανιψός τση συμπεθέρας μου, (ανεπίδεκτος μαθήσεως, κατά το δάσκαλό του, μόνο ότι τονε σύφερνε εμάθαινε). Είντα γύρευα στο …ιντερνέτι; Ήρθε μου στο μυαλό το «πότε πίτα και φλακί, πότε πίτα μοναχή», και μαζύ με το φλασκί, εθυμήθηκα και τον τσούκο… Είπα που λες να ξανοίξω στο ιντερνέτ, μα σάικα κεινας μερακλής συμπατριώτης Κρητικός θάλεγε κειμιά κουβέντα για αυτά τα άγια δισκοπότηρα τση κρασοκατάνυξης τα΄εποχής μου, και τελικά πάλι σε Πετροκεφαλιανό, γαμπρό αυτή τη φορά, έπεσα, στο Νίκο το Ψιλάκη… Ήλεγε που λέτε ο Νίκος για τον ΤΖΟΥΛΑΜΑ, και παράλληλα είκανε μια αναφορά και στο ρύζι και τσοι ρυζοκαλιέργειες τση Μεσσαράς «μέχρι το 1950». Μιάς και μούδωκε την αφορμή, ας θυμηθούμενε καμπόσα από τα της ορυζοκαλλιέργειας στα μέρη μας.

Η ιστορία μπορεί νάχει μέχρι και Βενετσιάνικες προεκτάσεις, ας μην το αγγίξω αυτό το κομμάτι, αλλά να μείνω στα προσωπικά και αδαμφισβήτητα βιώματα.

Θάτανε 1953-1955, δεν παίρνω όρκο. Γι΄, ας χρησιμοποιήσω και γω την ταχτική τση μάνας μου κατά που γράφω αλλού που για τσοι χρονολογήσεις: μιάς και η κόρη του Ρυζά, η Ευσταθία, είτονε συμμαθήτρια μου στη Δευτέρα Δημοτικού, τα γεγονότα είτονε του 1955-56… Η πεδιάδα τση Μεσσαράς είτονε στσοι δόξες τση. Τα νερά ήτονε άφθονα και τρεχούμενα. Η νοερή γραμμή βόρεια τση Πέτρινης Πολιτείας χώριζε ποτιστικά τα χωραφια προς τη Δύση με τρεχούμενα νερά. Η Γριά Αμάτα είτονε βασίλισσα των πηγών στη μέση, μα και οι Καρναββάς και Κοντογούνης έδιδαν αρκετά νερά, τρεχούμενα επιφανειακά, μόνιμα. Ήταν ότι ακριβώς ήθελε η ορυζοκαλλιέργεια: άφονα τρεχούμενα νερά.

Είχενε τελειώσει ευτυχώς, ο ανθελονοσιακός ψεκασμός (1947), και ετσά δεν μας επηρέασε με ελονοσία η ορυζοκαλλιέργεια. Μιάς και δεν εκατέχανε οι ντόπιοι από καλλιέργεια ρυζιού είρθενε ένας, ο Ρυζάς, που έδειξε στους ντόπιους την τέχνη. Το επώνυμό του ήτονε Κουτεντάκης, και το μόνο άλλο που θυμάμαι είναι πως η κόρη του Ευσταθία ήταν γεννημένη το 1947, συμμαθήτρια μου στη Δευτέρα δημοτικού… Είνε νοικιάσει το σπίτι του Ιωαν Ελευθερίου Σπυριδάκη, που αναφέρω στην ιστορία με το Ρωσσάκι. όπου και έμεινε δυο – τρία χρόνια.

Το πρώτο χωράφι ανατολικά που ξεκίναγε η καλλιέργεια ρυζιού είτανε και το μοναδικό της Πομπιανής περιφέρειας Ανάμεσα στο Πετροκεφάλι και την Πόμπια. Τα χωράφια πιο ανατολικά δεν πορούσαν να πλυμηρίζουνε συνεχώς από τρεχούμενα νερά και έτσι δεν χρησίμευαν για καλλιέργεια ρυζιού. Φεύγοντας το νερό από το συγκεκριμένο χωράφι πέρναγε στην περιφέρεια Πετροκεφασλιού πλημυρίζοντας του Σταμπάριου την ταβλα, μετά του Καρασουμάνη την τάβλα και του Τσουρή (Στελιανού) την τάβλα. Από κει και μετά, όλη η πεδιάδα μέχρι τη Φαιστό ήταν μια λίμνη με κατευθυνόμενα τα νερά από το μια στην άλλη καλλιέργεια, μιάς και το ρύζι είναι υδροχαρές φυτό. Με αρκετή δυσκολία εκόβανε το νερό και φτιάχνανε τις αλιτάνες στο κάθε χωράφι (μ΄ άλλα λόγια μοιραζότανε σε τετράγωνα 5χ5 μέτρα), ώστε να ελέγχεται η ροή του νερού, για το φύτεμα, πότισμα, το βοτάνισμα, τη λίπανση του ρυζιού κλπ.

Η πιο θεαματικές διαδικασίες που μούμειναν στο μυαλό ήτανε δυό: Οι κοπελιές του Πετροκεφαλιού, μετά παντελόνια και τις μαντήλες (οι περισσότερες 70 ετών το 2010) είχαν δουλέψει στα ρύζια εκείνη την περίοδο, δηλαδή στο φύτεμμα και στο βοτάνισμα. Είτανε σκηνές αντίστοιχες εκείνων που μπορούμε να δούμε σε ταινίες των χωρών ΝΑ Ασίας σήμερο…

Πολύ θεαματικό, και διασκεδαστικό ήταν εκείνα τα χρόνια το κυνήγι των σπουργιτιών που κατά σύννεφα έπεφταν και έτρωγαν το ρύζι. Έτσι ο κάθε καλλιεργητής είχενε μισθώσει ένα πιτσιρικά 1—3 δραχμές την ημέρα, εκεί που το μεροκάματο των γυναικών ήτανε 5 δραχμές, και είχενε μερικά άδεια κουτιά γάλακτος, είχε βάλει μέσα πέτρες και κτυπώντας τα και κουνώντας τα με μανία, εγύριζε και εξεσμίλιωνε τσοι σπουργίτες που πέφτανε σαν ακρίδες στο ρύζι…. Εγροίκας το λοιπός τα κοπελάκια να φωνιάζουνε « από παέ μωρεέεε ΄, από εκέ μωρέεεε», τρέχοντας και κτυπώντας τα ντενεκέδια…. Πολλές φορές μάλιστα είχανε κάνει και…ενσύρματη σύνδεση, ώστε καθώς κτυπούσανε από μια θέση όσα ντενεκέδια κρατούσανε ,τραβαγανε και τα σύρματα που σε 30-40 μέτρα είχανε άλλη αρμαθιά ντενεκέδια και εξεσηκώνανε του σπουργίτους.

Εκείνη την εποχή από πλευράς πανίδας, τα μεν σπουργίτια ήταν σε σμήνη, όπως επίσης και τα κοράκια. Όπως αναφέρω αλλού οι διάφοροι γυπαετοί, (κουρήνες, σκάρες) ήταν επίσης συχνοί, και βέβαια τα κοτσύφια, τα ζιγαρδέλια. Μερικά χρόνια μετά, τα σπουργίτια και οι κόρακες σχεδόν εξαφανίσθηκαν εξαιτίας των φυτοφαρμάκων στις γεωργικές καλλιέργειες.

Κατά τα τέλη Αυγούστου κόβανε το νερό, θέριζαν το ρύζι και το αλώνιζαν στις πρώτες αλωνιστικές μηχανές που παρουσιαστίκανε στα μέρη μας, το έστελναν δε στην Αθήνα για αποφλοίωση. Η αφθονία και η επάρκεια των νερών δεν κράτησε για πολύ, και η ρυζοκαλλιέργεια σε μερικά χρόνια σταμάτησε εντελώς.

Είχαμενε ένα καλό χωριανό, τον Καλλιτέρη τον Αντώνη, που έφυγε με την οικογένειά του μετά τον πόλεμο στην Αθήνα, στην Ανω Γλυφάδα. Ήταν της σειράς των προ παππούδων μας, πολλοί από τους εικονιζόμενους στον ιστότοπό μου ήταν συνομηλίκου και φίλοι του… Μου λεγε λοιπόν (πιθανώς και ο ίδιος στην Αθήνα), μα σίγουρα ο πατέρας μου, την παρακάτω ιστορία:

Θάτανε 1956-57, που έφυγε ο Μιχάλης τση Τσαγκάραινας για την Αθήνα, να πληρωθεί το ρύζι της σοδειάς του από την εταιρεία που το αγόρασε από το χωριό. Τελειώνοντας, σκέφτηκε να επισκεφθεί το φίλο και χωργιανό του, τον Αντώνη τον Καλιτέρη, όπως και έγινε. Στη συζήτηση λέει ο Αντώνης του Μιχάλη: «Δεν έρχεσαι μπρε Μιχάλη να αγοράσεις ένα χωράφι δυο-τρία στρέμματα επαέ που πουλιέται;» Έλεγε μετά από χρόνια πολλά ο Μιχάλης στσοι φίλους του στο χωργιό: – Εγώ είχα πλερωθεί το ρύζι και λεφτά είχα σάικα μπόλικα, μα μετά το καλοσκέφτηκα και είπα: «Είντα θα το κάμω γω το χωράφι στη Γλυφάδα, για να δένει ο Καλιτέρης τσ΄αίγες του; και ετσά δεν το πήρα…» Εκείνα τα χρόνια, προφανώς στις ερημιές της Γλυφάδας, ο Καλιτέρης είχενε καναδυό κατσίκες για να δίδει γάλα στα παιδιά του, ενώ η Ανω Γλυφάδα, ακόμα και δέκα χρόνια μετά που την είδα (1965), είτανε ακόμα ένας σπανός χωρίς δέντρα και σπίθια τόπος… Το μόνο που βγόριζε στα 300 μέτρα από του Καλιτέρη το σπίτι είτανε το κάτασπρο Νεκροταφείο με καμπόσα κυπαρίσσα και ένα εκκλησάκι ο Άι Νικόλας(;)….

Και μιάς και τόφερε η κουβέντα, γύρο στο 1952 είχενε πάει ο μπάρμπας μου, δεν τον ήβρισκές αλλιώς μόνο Καλόγερος, (Γεώργιος Αλ Μπαμπιωνιτάκης 1908) στην Αθήνα και επήγε και επισκέφτηκε τον πρωτοξάδερφό του τον Πρωτοδίκη (Γεώργιο Εμμ. Φραγκιουδάκη) στην Κυψέλη. Λέει του λοιπόν ο Πρωτοδίκης: Έλα μπρε Γιώργη να αγοράσεις ένα δυο οικοπεδάκια επαέ πιο πάνω αθό ντην Άνω Κυψέλη.. Και ο μπάρμπας μου απόριψε την πρόταση του για το συγκεκριμένο οικόπεδο, «αφού μουδέ κριθάρι δεν έβγανε…» , κατά τη διήγηση του ίδιου του μπάρμπα μου όταν γύρισε στο χωργιό….

Μάρτης 11 2008

10 Το …Καμίνι

Μιάς και τόφερε η κουβέντα, ας πούμενε πράμα και για τα καμίνια. Καμίνια είντουσανε δυό λογιώ: τα πραγματικά καμίνια, απουφτιάχνανε οι γιαθρώποι γι τον ασβέστη (ασβεστοκάμινα), γι κάρβουνα (ξυλοκάμινα). Πρεπούμενο το λοιπός είτονε να γράψω για τα καμίνα στσ΄ασχολίες του χωργιού. Η λέξη όμως καμίνια αν και η ίδια, την είχενε ο κόσμος για να λέει …κόσμια και τσοι γνωστές σήμερα … κοπάνες των κοπελιών από τα σχολεία. Βέβαια, τοτεσάς οι κοπάνες είτονε πολυήμερες και όχι από το σκολειό, μα από το σπίτι του κυρού ντως:

Η σκληρή ζωή και οι καθημερινές υποχρεώσεις για την επιβίωση εζορίζανε τα κοπέλια πολλές φορές και άσκημα και άδικα, και οι γονέοι ντως πολλές φορές εγίνουντανε άδικοι… Άμα θελανείναι και το κοπέλι μιαολιά ατζούμπαλο, ανήσυχο, ακατίταγο, γι και κακή χρειγιά τελος πάντων, και ο κύρης του μιαολιά άγαρμπος, έδενε άσκημα το πράμα… Εκειάτανε που τωσεταίργιαζε κουβέντα «Ο γείς κακός χερόμυλος κι΄άλλος κακό μιγώμι» … Επαίρνανε το λοιπός τα κοπέλια των αμαθιών τως για καμπόσες μέρες, όσες αντέχανε… Βέβαια, αυτά εγίνουντανε πολύ περισσότερο πριχού το 1950, εμείς είχαμενε λίγα περιστατικά… Ετουτονά δα είτονε το άλλο …ΚΑΜΙΝΙ, μ΄άλλα λόγια το κατ΄εφημισμόν, που θάλεγε και ο Γυμνασιάρχης μας ο Μύρων ο Ζαχαράκης (θεός συγχωρέσει τονε) .

Μιάς και οι καμινάρηδες για ξυλοκάρβουνα, (σακειεδά σ΄αλλα μέρη τσ΄Ελλάδας όπούχουνε απομείνει ξύλα), κατασκηνώνουνε καμμιά δεκαπενταριά μέρες και απίτις εσάζανε τα κάρβουνα ξαναγυαγέρνουνε στον τόπο ντως, ετσά και τα κοπέλια, άμα θελα νέρθει το μυαλό στη κεφαλή ντως και το ξαναζυάζανε το πράμα, εξαναγειαγέρνανε στο σπίτι του κυρούντως… Εγροίκας τσοι το λοιπός να λένε:

«Εμοτσάρισά ντο μπρε Γιώργη μιαολιά το Νικολιό, και αυτός του διαόλου τ΄ αντράκι, επροσβλήθκε και μου κάνει καμίνι εδά και μιά βρομάδα… Αμα τονεδείς μπρε Γιώργη, αθο ντα Σιββιανά, πέτου με τρόπο κειαμιά γκουβέντα, να γειαγείρει, εσένα σου φρουκάται… Έχω και την αμπλά σου, απού με τροζαίνει καθ΄αργά, απουτση πόβγαλα το κοπέλι, κιούλο τη γροικάς: είντα ψυχή ‘χει μιάν όρνιθα που δωκε του Λιογιώργη για να πάρει μια κούτα τσιγάρα, άντρας είναι μπλειό» Βέβαια τόχομε πει κιαλλού, η αυτοπροστατευόμενη τότε κοινωνία και η έλλειψη γρήγορων συγκοινωνιακών μέσων, δεν επέτρεπε χειρότερη παραβατική συμπεριφορά ή συνέχιση, με κλοπές κλπ της …ελεύθερης διαβίωσης των αντίθασων.

3 Σχόλια »

  1. The Health Secretary of Britain, Frank Dobson, put limits
    on those who could gain access to Farmacia On Line or generic Cialis
    with these feelings.

    Σχόλιο από additional resources — 25/04/2013 @ 6:22 πμ | Απάντηση

  2. However, they also provide you with the best kuching paphos
    car hire services locally. The costs of paphos car hire will
    definitely match your expectations. I think this is a travel
    journal. On its website, and at Companies House on 28 October 2010, it’s been an absolute hit with customers. This is quite a good investment. This is a new thing, they residents of the area, will be available. Companies that specialise in providing English style restaurants and bars, Cyprus has something to offer everyone.

    Σχόλιο από Star — 14/06/2013 @ 6:09 μμ | Απάντηση

  3. σχετικα με δυο τοπονυμια θελω να επισημανω τα ακολουθα.1 ειναι εμφανες οτι προκειται για ομβρια.2εδω προκειται γιαδιοτι δεν υπηρχε στην κρητη η λεξη γρια αλλα γραι η γρα.και επειδη προκειται για πηγη ειναι απολυτα λογικος ο χαρακτηρισμος κρυγια(κρυα).οσον αφορα το δευτερο συνθετικο μας φερνει στον νου το ναμα γεν.ναματος.και τουτο διοτι αν ηταν το ματι (αματι)επρεπε να ονομαζεται κρυγιοναματι οπου ματι σε ολη την ελλαδα σημαινει πηγη που αναβλυζει απο επιπεδο εδαφος και δινει την εικονα ματιου

    Σχόλιο από Savvas Georgiopoulos — 24/09/2014 @ 8:09 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: