ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ 1950

Πολλοί Πετροκεφαλιανοί, ειδικά οι αυτόχθονες, διαβάζοντας τα παρακάτω θα λένε συντουνούς τους: «Έλα μπαμπά μου να σου δείξω ταμπελοχώραφά σου». Δε θέλω να προσβάλω την ….πατριδογνωσία, μα μούτε και το μνημονικό, κανενός. Όμως, μ’ αρέσει να σκαλίζω το δικό μου το μνημονικό, και ότι βρίσκω παραπαντισμένο, να το γράφω. Ε… και; Πού το θωρείτε το κακό; Άλλοι ζωγραφίζουνε οράματα, αναλαμπές και θύμισες, άλλοι τα ροκανίδια του μυαλού τους τα κάνουνε τραγούδια (τουλάχιστον έτσι λέει το τραγούδι τους), άλλοι τα διηγούνται στα παιδόγκονά ντως, εγώ το λοιπός είπα να τα γράψω, τόσο απλά…. Θα μου πεις, είναι κι άλλοι απού πολεμούμε να ξεχάσουνε, όσα τωσε θυμίζουνε το ξεκίνημα ντως, τα νιάτα και τα βάσανά ντως. Κι΄αυτοί δίκιο έχουνε… Περί ορέξεως ουδείς λόγος, ούλοι πορευόμαστε.

Έχω ζήσει, σα και τους περισσότερους Έλληνες, τα περισσότερά μου χρόνια στην Αθήνα. Ακαδημία Πλάτωνα, Λυκαβηττός, Χολαργός, Γλυκά Νερά. Πολεμώ να ξαναδώ έστω και μιά εικόνα του κάθε τόπου, που να μου λέει πως ετουτοσές ο τόπος είτονε ο ίδιος από 10-20-30 χρόνια.΄Ερχουνται φίλοι και γνωστοί στο σπίτι μου και πράμα δεν τωσε θυμίζει τον τόπο πούχανε δει πριν καμπόσα χρόνια. Ετουτονά το χάλι τση πόλης μπορεί να τόχει και το χωργιό, μα σε πολύ λιγότερη έκταση. Επερνούσα αλλότες από τη Γέργερη, αθό ντη μπάντα τση Νιβρύτου, και εξάνοιξα μπας και ξαναδώ μια μεγάλη πηγή, καταμεσίς του δρόμου, κάτω από θεόρατους, στα παιδικά μου μάτια, βράχους (γραία βρύση;). Εϊπα συντουνούς μου: Να τσήχουνε θέλει καμωμένο το κολάι τζη… Ναισ’ αλάι σου, απού θες τέθοιο νερό απούπινες και συ κι΄ο γάιδαρός σου οντενείσουνε κοπέλι πέντε χρονώ, οντενεπέρνας από τουτονέ τον τόπο… Άμασε καϊναντισμένος, πάρε ένα ΡΟΥΒΑΣ, εκειά κατάντησε το νερό πουκάτεχες…

Είναι ώρες-ώρες, απού παραιτώ το μυαλό μου να ανεμογυρίζει στσοι ποταμίδες, αναμεσός στσ΄αμολόχες και τσοι χερομουρίδες, να περνά τα πρόχειρα γιοφυράκια και τα καλτιρίμια, να κάθεται κάτω από κειμιάν εθιά και δίπλα σε κειανεναμάτι, σε μιά φιλόξενη καλύβα… Και όλα αυτά δεν αντέξανε ούτε μιά γενιά, αλλαξανε οι εποχές, το κλίμα οι τεχνολογίες καλλιεργειών, και κοντεύουνε να γίνουνε από σημεία αναφοράς, συντρίμμια και απομεινάργια της φύσης, μα και της οικολογίας…

24/4/2008

Η ΓΥΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

«Από τη γυροποταμιά, δε λείπει η πρασινάδα // κι από το αχειλάκι σου, η ροδοκοκκινάδα…»

Είχενε ο μπάρμπας μου ο Στελιανός του Φραγκιδογιώργη τσοι καημούς και τα σεκλέτια ντου στα νιάτα ντου, και ποιος ντελικανής δεν τάχει, και οντενεμεγάλωσε και εκάνανε …κρασοδρομίες με τον κύρη μου, είλεγε ετουτεινά τη μαντινάδα, είτονε μαθές γέννημα-θρέμα τση γυροποταμιάς. Πιάνοντας τη γυροποταμιά από τσοι Μοίρες, στο έμπα του Πετροκεφαλιού δεξά, η πρώτη συνοικία είτανε του Παπουτσομανώλη και των κοπελιών του (Παπουτσοφίλίππου, Παπουτσονικολή και Ταμπακη) και μετά είτονε η Φραγκιδιανή φάμπρικα, και των κληρονόμων του Φραγκιδομιχάλη. Εκειά αναστηθήκανε τα κοπέλια του Φραγκιδογιώργη, ο Σταυρής και ο Στελιανός, ( ο Μπάρμπας μου Βανίλης).

Και μιάς και πολλοί από τσοι νεότερους και πολλοί ξενομπασάρηδες δεν θυμούνται τη γυροποταμιά, ας τους θυμίσω πως το Πετροκεφάλι από τα βορινά αφοριζόταν με ένα αρδευτικό κανάλι μέχρι το 1960, τη γυροποταμιά. Τα νερά τση γυροποταμιάς ερχόντουσαν κατευθείαν από την πηγή της Γριάς αμάτας και ότι είχενε και ο Καρναβάς, ακόμα πιο νοτική πηγή. Αυτές είτονε οι πηγές του καιρού μου, και οι δυο στην Πομπιανή Περιφέρεια, απού ετροφοδοτούσανε με τρεχούμενο νερό τα νοτιότερα ποτιστικά μέρη του Πετροκεφαλιού.

Τα σόχωρα, από του Ζερβού το Πέραμα μέχρι βορεινά τση διασταύρωσης του Κουσανού δρόμου, εκατό μέτρα από το δρόμο, εποτίζουντανε με τρεχούμενα νερά από τη Γριάν αμάτα. Το νερό κατέληγε στο νερόμυλο (αλευρόμυλο), που βρίσκεται κάτω από τα Σπυριδιανά. Όσο νερό επερίσσευε από το μύλο, επέρνα από το σπίτι του Σπυρδαντώνη, δίπλα από τα Σπυριδανό πηγάδι και επήγαινε βορεινά του παλιού Νεκροταφείου του Πετροκεφαλιού, ποτίζοντας τα πρώτα περβολάκια του κάμπου. Άμα δεν εχρειγάζουντνε το νερό πουθενά, το αφήνανε και έφευγε αθό την πεδιάδα από το ζουργιό του μύλου…

Οντεθελα πιάσει η κερά Ειρήνη Μιχελινάκη, (η πρώτη μου δασκάλα) κεινά κοπέλι με πολλά βρώμικα πόδια, αφού θελα το βεργώσει πρώτα, τόπεμπε να πάει να τα ξεβρωμέσει στη στέρνα απούχενε ο μύλος δίπλα στο Σπυρδιανό πηγάδι. Δεν είτονε βέβαια καμμιά στέρνα χτιστή, απλά είτονε ένα πλάτωμα πέντε- έξε μέτρα, απου εστέρνιαζε το νερό.

Είχενε εκειά στη στέρνα τον ένα μεγάλουρο ευκάλυπτο, από τσοι έξε απούχενε το Πετροκεφάλι στα νιάτα μου. Ο άλλος είτονε στην πλατέα μπροστά στου Μπουρμά το καφενείο, ο τρίτος είτονε στην κολύμπα, ακριβώς στη πόρτα του σημερινού πάρκου, ο άλλος είτονε στην πόρτα του σπιθιού του Μπορνόβα. Είτονε ακόμη ένας, που δεν του δίναμε και πολλή σημασία μιάς και δεν είχενε καλή γειτονιάμ οντενείομουνε κοπέλι: Είοτνε σε μια μικρή πλαιτεϊτσα, μπροστά στ σπίτι του Γιάννη του Κουκουρίτη και πάνω από του Κουκουρίτη τη Φάμπρικα… Το σπίτι του Κουκουρίτη έγινε από το 2000 ενοικιαζόμενα δωμάτια ιδιοκτησιας του Διογένη Ηλιάκη. Ο τελευταίος και καλύτερος είτονε αυτός απούτανε στση Βαγγελίας του Σταμάτη (Σταμάτης Μιχελινάκης). Και θα μου πεις εδά, γιάντα είτονε ο καλύτερος, απλά αυτός ο ευκάλυπτος έκανε λουλούδια με ειδικά άνθη-κάλυκες, τσοι σβούρους. Ειντάτανε οι σβούροι; Μα σας τόπα, οι κάλυκες από τα λουλούδια του συγκεκριμένου ευκαλύπτου. Εμείς το λοιπός, κοπέλια, τσοι μαζώμανε και επαίζαμε διάφορα παιγνίδια με αυτούς… (Ντα μπας και είχαμενε αλλά παιγνίδια κοντό θέ μου να παίζομενε…). Και μιάς και τόφερε η κουβέντα, ας την ε ξετελέψωμε: Θυμούμαι μιά φορά, θάμουνε 7-8 χρονώ, απού μπήκα στο σπίτι μετά το σκολειό, και παραιτώ τη ντάσκα μου και δρόμο να πάω να μαζώξω σβούρους, όσους έριχνε ο αέρας από κάτω από τη σβουργιά, πριχού προκάμουνε τ΄άλλα κοπελια να τσοι μαζώξουνε… Φαίνεται πως εκειονά τον καιρό δεν με΄συγκινούσανε και πολύ τα γράμματα, και εμήνυσε η δασκάλα τση μάνας μου πως θελα με αφήσει στη ίδια τάξη… Σαν εγύρισα από τη σβουργιά, θωρώ τη μάνα μου: «- Ελα παέ Αντρουλιό, να και τουτηνέ, να και εκείνηνέ, στσοι σβούρους έχεις μωρέ το νού σου έ;». Ακόμη το θυμούμαι…

Το κανάλι τση Γυροποταμιάς όριζε τα βορεινά όρια των σπιθιών του χωριού, κάτω από το κανάλι δεν υπήρχε κανένα σπίτι, και η υγρασία είτονε υπερβολική. Δεν είτονε βαθύ το κανάλι, ίσα-ίσα 30-40 πόντους βάθος, αλλά αρκετά πλατύ 1,5-2,5 μέτρα, Εγέμωζε λάχαρες, καρδαμυλίδες, σέλινα και λάμπαθα, αφράτα δεν είχενε. Μέχρι και αχέλια είχενε τσοι βαροχειμωνιές. Μια φορά το χρόνο εμαζώνουντνε οι ιδιοχτήτες απου εξυπηρετούσε να ποτίζουνε τσοι κήπους τωνε, και το καθαρίζανε Εγροίκας το λοιπός τον τελάλη να φωνιάζει κάθε αργά στην πλατέα : «Χωργιανοί, την Κυργιακή θα μαζωχτούμενε να κάμωμε τον ποταμό τση Γριάς αμάτας από του Μπορνόβα το σπιτάκι μέχρι το μύλο, μονό να πάρετε τα χρειαζούμενα και νάρθετε μετά τη λειτουργιά, απου θανέχομε κομένο το νερό….»

Είχαμεν το συνήθειο, όσοι είπρεπε να περάσομε το χωργιό με φορτωμένο το γάιδαρο και τα μαρτάρικα, από την μιά μπαντα στην άλλη, Ανατολικά –Δυσικά, να αποφεύγομε την πλατέα, μιάς και είτονε οι καφένέδες στον κεντρικό δρόμο. Επηγαίναμε το λοιπός από τη Γυροποταμιά και ας είτονε λίγο πιο μακρυά. Από τσοι παλιούς απού θυμούμαι και εκάθουντανε στην αντηλιά στη γυροποταμιά, είτονε η Φραγκιδογιώργαινα, και λίγο πιο πέρα ο Πετρομιχάλης. Λίγο πιό πέρα είτονε το στέκι τση Αλμπατοβαγγελιάς, τσ΄αμπλάς τση και τση παρέας τση. Μρποστά στη Σπυρδιανή φάμπρικα είτονε το στέκι του Μιχαήλο του Μανούσο και του Ντουρόμηνου. Δίπλα από το μύλο είτονε το σπίτι του Σπυρδαντώνη. Ο Σπυρδαντώνης είτονε από τσοι λίγους απού φύτευε εκειανά τα χρόνια μπαμπάκι, εκάθουντανε δε πολλές φορές στο γύρο του δρόμου και είχενε ένα περίεργο εργαλείο απού έξενε το μπαπμπάκι και του ξεχώρισε και τους σπόρους. Απέναντί του είτονε ο Μιχαήλος του Λευτέρη, συνήλικος του Ο τελευταίος απου εσυναντούσαμενε να κάθεται στο δρόμο τση γυροποταμιάς είτονε ο Πετρμανώλης, προτού στρίψομενε για τη πίσω μεργιά του παλιού Νεκροταφείου. και βγούμε στη διασταύρωση του Κουσανού δρόμου.

Μάης 2008

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ . ..ΤΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΤΟΥ 1960

Τα άφθονα νερά τση κάτω Μεσσαράς, τα παλιότερα χρόνια που θυμούμαι, πρέπει να ξεκινούσανε να γίνουνται επιφανειακά, πρίν από τον Πομπιανό δρόμο, στο ύψος της Πομπιανής γεώρτησης. Άλλωστε οι παλιότεροι θυμούνται πόσο κακός είτονε ο πρώτος άσφαλτοστρωμένος δρόμος σε εκείνο το κομμάτι, που πράγματι το υπέδαφος είχε μόνιμα άφθονα νερά, και που άρχιζαν σιγά-σιγά να γίνονται επιφανειακά. Γύρο στο 1955 πολλοί από τα γύρο χωργιά πήγαιναν μεροκάματο να σπάνε με το σφυρί πέτρες, για να ασφαλτοστρωθεί αυτό το κομμάτι δρόμου. Εϊτανε μιά προσφορά του Πομπιανού βουλευτή Πολιουδάκη Ιωάννη στην τοπική κοινωνία και η κατασκευή του δρόμου, αλλά και η δυνατότητα για κανα μεροκάματο στα πρώτα αρκετά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια.

Προχωρώντας από το κέντρο της πεδιάδας δυτικά, άρχιζε σιγά-σιγά να αυξάνει ο όγκος των επιφανειακών νερών, με ποτιστικά αμπέλια και τελειώνοντας η Πομπιανή περιφέρεια στου Κουρτικάκη το σπιτάκι, είχανε διαμορφωθεί τρεις διάκριτες σειρές πηγών που πλημμύριζαν την Πετροκεφαλιανή Περιφέρεια με άφθονα τρεχούμενα νερά.

Ο ΚΑΡΒΝΑΒΑΣ Εξεκίνα νοτικά από τα Πομπιανά καιοντενείχε πολλά νερά επότιζε αρκετά αμπέλια αθο ντα Πορτιά στην Πομπιανή περιφέρεια. Έλάχιστα θυμούμαι να ποτίζεται κιαμιά φορά και η Πετροκεφαλιανή περιφέρεια από του Τσακαλίκου τ΄αμπέλι, του Πρωτοδίκη (που αγόρασε μετα΄ο Μιχάλης ο Μελέτης), του Ζαχαρια του Παπαντώνη απο του Κουσέ και μετα στη Σοχωρα μέχρι του Παυλοευτύχιου τη στέρνα. Μετά έφευγε κατευθείαν για το Πετροκεφάλι και επήγαινε στη Γυροποταμιά. Επειδής όμως τα νερά αυτά δεν είτονε αρκετά, εδέναμε τη Γριάν Αμάτα, και στου Μπορνόβα τ΄αμπέλι (που ΄τ αγόρασε μετά (1960) από τη Μπορνόβαινα ο Αντρέας του Δασκάλου από τα Πηγαιδάκια) και εγυρίζανε τα νερά και εσμίγανε με τα νερά του ΚαρναβάΟύλα μαζί τα νερά εφτάνανε στο Πετροκεφάλι. Το χειμώνα, που παραείτονε πολλά τα νερά, Ανοίγαμε το κανάλι από του Πετρογιάννη την Καμάρα και από του Ζωγραφου το χωράφι στου Ζερβού το Πέραμα και τα νερά εσμίγανε με τα νερά τση Γριάς σαϊτας. Άλλο ένα άνοιγμα ητονε δίπλα στο σπιτάκι του Μπορνόβα με το τρίτο στη σειρά, μπεντένι που επλύνανε οι φαμπρικάριδες τσοι μποξάδες…

Η ΓΡΙΑ ΣΑΪΤΑήτονε η πιό αυτοδύναμη και με άφθονα νερά και πηγές σαϊτα, στην κάτω Μεσσαρά Εξεκίνα λίγο μετα την αμάτα και επέρνα του Φελούκα τ΄αμάτι Έπαιρνε νερά και από τση Χήρας τ΄αμάτι και επροχώρα στου Καραγιάννη το δέμα, τη μεγάλη πηγή του Κουκούλιο τ΄αμάτι για να κατα λήξει στου Παπά την καμάρα. Απο κεια και κάτω επήγαινε στου Παπά τη στέρνακαι επροχώργιε στσοι πνιγάρηδες μέχρι τον Αι Γιάννη. Αρκετά πιό νότια είτονε του Πολυχρονάκη ο μύλος, νερόμυλος, αλλά όχι με φτερωτη και ζουργιό, μιάς και δεν είχε υψόμετρο, αλλά με μεγάλη φτερωτή που την εγύριζε το τρεχούμενο νερό και άλεθε.

Από τη γριά αμάτα εξεκίνα ενα αλλο κανάλι και επέρνα από το μεγάλο δεμα, ενα διπλό δέμα και ανάμεσά ντωνε επέρνα ένας δρόμος που επηγαίναμε στσοι Μοίρες Στο μεγάλο δεμα ανεγυρίζανε τα νερά και εποτίζανε στου σταμπαριου την ταβλα, του Τσουρή και του Καρασουμάνη την ταβλα, τσοι χρονιές που εβάνανε ρύζια. Στην πραγματικότητα, η Γρια αμάτα μπορούσε να εκτραπεί και να τροφορδοτήσει είτε το Πετροκεφάλι μέχρι τη Γυροποταμιά, είτε τα κάτω καμαράκια, είδικά όταν φυτεύανε ρύζια. Πολλές φορές γινότανε οι σχετικές αψιμαχίες, μιάς και η εκτροπή γινότανε με τα δέματα. Αυτά βέβαια τα δέματα κάποιοι που θέλανε άλλη πορεία του νερού, προς τα δικά τους κτήματα ήταν αιτία ομηρικών καυγάδων. Ας θυμηθώ, σα μνημόσυνο, μερικούς μερικούς «αντιπάλους» του πατέρα μου σε εκείνο τον αγώνα επιβίωσης όλων, Αρτεμησία, του Φανουρονικολή, Παυλής του Χατζιδαντώνη από το Πέρι (αργότερα σύζυγος τσης Κατίνας του Χαψή: Παύλος Χιντιράκης), Κουτσαντωναραίος (από την Πόμπια) κ.ά.

Ο ΚΟΝΤΟΓΟΥΝΗΣ Πιό βορινά ητονε το τελευταίο κανάλι, ο Κοντογούνης και αυτό στη Πομπιανή περιφέρεια, που έφερνε τα νερά ακομη πιό βορινά παλιά επότιζε το τελευταίο προς τα βόρεια αμπέλι του Μιχάλη τση Τσαγκάραινας και του Γιατρού του Μιχελινάκη.Ενα δέμα του Κοντογούνη ήτονε δίπλα στην Γρια Αμάτα και εκειά είτονε μιά μικρή μα ονομαστή για τους ντόπιους πηγούλα τουΚαβρού τ΄ΑμάτιΉτονε στο χωραφάκι του Γιώργη του Καβρού από την Πόμπια και δίπλα στο αμάτι είχενε ένα τσούκο κρασί, μέσα στο νερό,πάντα δροσερό, και παραδίπλα την καλύβα ντου..Οντοενελιγοστέψανε τα νερά έπρεπε να μεταφένει ο Γιαννης του Γιατρού τσοι θεόβαρες σιδερένιες σωλήνες με έναν αραμπά, και την μηχανή του γιατρού και να ποτίζει κανα δυό φορές τ΄αμπέλι να μην ξεραθεί.Τα νερά του Κοντογούνη επέφτανε πιό κάτω στο μεγάλο δέμα αφου εποτίζανε ενα αμπέλι του Μπιτσακοδημήτρη (τ΄Αμερικάνου) ένα κηπαλάκι του κυρού μου και ενα αμπέλι του Νικολή του Μαγλινού από το Κουσέ.

Θυμούμαι πολλούς ομηρικούς καυγάδες, συμμαχίες, συνεργασίες για να κρατηθούνε τα νερά στα συγκεκριμένα κανάλια. Μιάς και δεν ήτονε μια ενιαία πηγή δεν μπορούσε να υπάρχει και ενιαία διαχείριση. Αποτέλεσμα ήτονε να ξενυχτούμε, μπας και μασε σπάσει το δέμα κανένας, ήγουν να κάνει καμμιά τρύπα και να φύγει το νερό προς την κατέυθυνση των δικών του χωραφιών, αφίνοντας τα δικά μας απότιστα….

Μάρτης 2007

ΤΟ ΝΕΡΟ ΝΕΡΑΚΙ….

Ως κι΄αν το κάνουμε, από όντε νε στάθηκε κόσμος, οι γιαθρώποι και τα ζωντανά λειτουργούνε και σκέφτονται με οδηγό την ανάγκη επιβίωσης….Είντα να σου κάνει ο πολιτισμός, οι ανάγκες επιβίωσης πάντα προηγούνται, και θα προηγούνται…. Μπορεί να μείνανε χαραγμένες στη μνήμη μου οι πηγούλες μέσα στην πεδιάδα με τα άφθονα τρεχούμενα νερά, μα τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει εκείνα που μου μείνανε πιό βαθιά στο μυαλό μου, που δεν ήτονε δροσά άλλο από τις πηγούλες, σπάνιες και πολύτιμες, στα άνυρδα και όρεινα νότια μέρη των Αστερουσίων.
Στα μέρη τα δικά μας, σε αντίθεση με τα βόρεια που τα νερά είτανε άφθονα, στα νοτικά του χωργιού, στα παπούργια δεν είχαμε παρά ελάχιστες πηγές το καλοκαίρι. Τσοι βαροχειμωνιές όμως, σε πολλούς τόπους τα ρυγιάκια εγίνουνανε πηγές, ειδικά εκεια που τα μέρη είτονε «ανοιξάρικα», πα΄να πει πως εύκολα έβγαζαν νερό τα εδάφη άμα είτονε βαρύς ο χειμώνας.
– «Ο’, διάλε στς΄απολυμάρις του α δεν ανοίξανε και τα χοντά χαράκια !» εγροίκας τσοι πια μεγάλους να μουρμουρίζουνε, «Εσάπισε μας ο παντέρμος ! Δεν ελεπίδιασα και το ονταδάκι το καλοκαίρι, και σειρώνει ούλο το δώμα ! Να πέσει θέλει να μασε πλακώσει !. Μα άμα ανοίξει ο καιρός θα παραγγείλω κιαμιά καριά λεπίδα, θα το ξεστεγιάσω ν΄αλλάξω δυό τρια μεσοδόκια απου σαπίσανε μπλιό, και θα το στεγιάσω απο τη αρχή!»
Είτονε σάικα η εικόνα του ρυγιακού με το κρυστάλινο νερό, έστω και το χειμώνα, εικόνα που αναγάλιαζε τη ψυχή του σκληροτράχηλου αγρότη τσ΄εποχής μου, μιας και είτονε ριζωμένος μέσα του ο αγώνας νάχει νερό το καλοκαίρι στσοι δυσκολους τόπους, που προσπαθούσε να φτιάξει το φαΐ τσή φαμελιάς του…. ‘Α μα σκεφτεί κανείς πως το Γυαλομονόχωρο, όλόκληρο χωριό στην περιοχή στ΄Οδηγητριας εγκαταλείφθηκε σιγά-σιγά στις αρχές του 20ου αιώνα, χωρίς πηγές και τερχούμενα νερά, πρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα πως με το πέρασμα του χρόνου τα νερά στα νότια μέρη όλο και λιγοστεύουνε.. Ένας σημαντικός λόγος μετακίνησης των κατοίκων του Λιστάρου και του Κουσέ προς τα αστικά κέντρα είτονε και η έλλειψη νερού τα μετά το 1960 χρόνια Στο ίδιο συμπέρασμα πρέπει να καταλήξει κανείς, και αν σκεφθεί την πορεία και εγκατάλειψη του αλευρόμυλου που λειτουργούσε στη θέση του Μπίρμανη ο μύλος, στο δρόμο Πετροκεφάλι – Μοίρες…
Οντενέμπενε για τα καλά το καλοκαίρι και εψήνουντονε τα παπούργια γύρο-γύρο, οι τυχεροί Πετροκεφαλιανοί εμεταξεσένουντανε αθό ντη πεδιάδα. Αριά και που εθώργιες κειανά ζωντανό μετά τον Πρωτοούλη στσοι πλαγούρες. Μόνο οι αρκάλοι και οι ζουρίδες είχανε τσοι φωλιές τωνε στα ρυγιάκια και εκατεβαίνανε νύχτα στην πεδιάδα. Ακόμη, οι λαγοί είχανε σάξει ένα δρομάκι στη μέση-μέση τση Κουρνιανής και εκατεβαίνανε κι΄αυτοί για φαί στα αμπέλια και στσοι κήπους τση πεδιάδας. Είχανε φτιάξει οι λαγοί ένα δρομαλάκι στην Κουρνιανή, που εφαίνουντανε από τα Καμαράκια στσοι σπανούς και ακαλλιέργητους λόφους λες και το ζωγραφίσανε τα κοπέλια τση πρώτης του Δημοτικού…
Κειαμιά βολά επόμενε κειανά χωραφάκι μας ατάιστο (πα να πει δεν είχαν πάει τα χορτοφάγα ζώα να φάνε το χορτάρι που είχε) , αθο τσοι Βαθιαδες γι την Κουρνιανή και εμπαινε για τα καλά το καλοκαίρι… Εκειανά τα χρόνια έθρεφε σε κάθε σπίτι αρκετά τα ζωντανά, από κουνέλια κι΄ορνιθες, μέχρι και αίγες και πρόβατα, και ωρισμένοι είχανε και πιό χοντρά έχνη, κειαμιάν αελιά το πιά πολύ στον τόπο μας, με κανα μουσκαράκι. Και μιάς και άλλη ζωοτροφή δεν είχαμενε, έπρεπε να «ταίσομε» πα να πει να βοσκήσομε και το παραμικό χορταράκι, ξερό για δροσερό, πούχε κάθε φαμελιά με τα ζωντανά μας.
«-Ατνε μωρέ Αντρέα να ποτίσεις τα ματράρικα στσοι βαθιάδες γιατί έχει πολύ κάψα και θα σκάσουνε τα παντέρμα!, εγροίκουνε τη μάνα μου ντάλα καλοκαίρι με 50-55 βαθμούς. Η μεταφορά νερού εκειανά τα χρόνια είτονε ακόμη πιά μπελαλίδικη. Οι πιό τυχεροί, αν θέλετε και καπάτσοι για μπαταξίδες, για… πεστετσοι όπως θέλετε… είχανε πάρει αρκετές κανίστρες τση βεζίνας από τσοι Γερμανούς τση κατοχής, που εσφραγίζανε και εχωρούσανε 25 λίτρα νερό και η μεταφορά είτονε παιγνίδι. Σου κυρού μου το σπίτι το μόνο που θυμούμαι είοτνε ένα τετράλιτρο γαλβανισμένο, και με χοντρά τοιχώματα, μπιτονάκι. Είχενε ξεμείνει από τσοι Γερμανούς πούχανε επιτάξει τον οντά του σπιθιού μας, και ήτονε από αυτά που ρίχνανε νερό στοι Γερμανούς του Ρόμελ στην έρημο τση Λιβύης στο δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο στη μάχη της ερήμου, από το αεροδρόμιο του Ντυμπακιού.
Έπρεπε το λοιπός να γεμόσω ένα κουβά νερό, ανοιχτό από πάνω, να τονε σηκώνω ν΄ ανεβώ στη κουρνιανή κόντρα στον καλοκαιρινό ήλιο στσοι 12-1 η ώρα το μεσημέρι αξυπόλυτος, μισή ώρα ανέβασμα, και να ποτίσω την αίγα και τα πρόβατά μας…Δεν είτονε μαθές πηγές γι πηγάδια στα παπούργια για να παίρνομε το χρειαζούμενο νερό. Γι΄αυτό, ότι πηγές είτονε αθό ντα παπούργια τα κατέχανενε σαν τον κακό μπαρά….
Στην Πετροκεφαλινή περιφέρεια, τα μόνα νερά που θυμούμαι αθο ντα παπούργια είτονε στσοι βαθιάδες, και στου γιατρού τη στέρνα στο Χριστό:

Το νερό στσ΄Αρκαλιές.

Κατα πως επερνούσαμε την αγια Παρασκή και εφτάναμε στη μέσα μπαντα τση ρεμαθιάς ανατολικά, είτονε ιδιοκτησίες αριστερα –Βορεινά Φραγκιδιανά του Φραγκιδομιχάλη και δεξά-Νοτικά του Μυρτάκη του Μανώλη. Σε κειονά το λάκο είχενε μπόλικους βάτους στη μέση-μέση του ρυγιακιού. Και, κατά πως το λέγασιν οι παλαιινοί μας: «Όπου δεις πλάτανο γι΄ βάτο, έχει και νερό από κάτω». Κάθε καλοκαίρι εσκάβαμε και εκαθαρίζαμε ένα λαγούμι, που ετσίγκαζε αρκετό νερό. Από το νερό εκειονά εποτίζαμε τσ΄ αργουλίδους και τα έχνη ούλο το καλοκαίρι.

Του Γιατρού η Στέρνα

Αρκετό νερό είχε πιό πάνω από την αγια Παρασκή μιά πηγούλα που την είχενε περιφράξει στο χωράφι ντου από παλιά ο γιατρός ο Μιχελινάκης, και δεν είτονε και τοσονά επισκέψιμη. Το νερό όμως απούχε είτονε περιζήτητο, με αποτέλεσμα διάφορες ευτράπελες ιστορίες:
Ήλεγέ μου τσοι προάλλες φίλος Κουσανός σχετικά με την πηγή του Χριστού: « Έ και να θυμούμουντανε πόσες φορές έφτανε ο γιατρός με το μπεγίρι και μασε κυνήγα με το καμουτί, που εμπαίναμε και εκολυμπούσαμε στη στέρνα!» Είτονε μαθές το Κουσέ πιό νοτικά και πιό ψηλά από το Πετροκεφάλι, και τα Κουσανάκια τα πέμπανε οι γονέοι ντως να μεταδέσουνε και να ποτίσουνε τα μαρτάρια ντως στα γύρο παπούργια. Αμα θελα τελείώσουν τα κοπέλια τη δουλειά ντωνε, εμαζώνουτανε και μια ς και ειτονε κοντά η στέρνα επηγαίνανε να βοουτήξουνε και να δροσερέψουνε μιαολιά….
Είχενε ο κύρης μου ένα δάσκαλο, Καναβό τον ελέγανε, γύρο στο 1920-22. Είτονε τα κοπέλια στ΄εποχής φαίνεται πιο κακιές χρειγιές από τσοι δασκάλους… Ήπεμπέντα φαίνεται ο δάσκαλος στοι ώρες του μαθήματος με ένα κρυγιοστάμνι, να πάνε να του το γεμίμουνε νερό από το Χριστό, μισή ώρα δρόμο…. Επήγανε τα κοπέλια μιά, επήγανε δυό, μα αυτός φαίνεται το πήρε χούι και κάθε ντάι – ντάι αυτή η δουλειά έγίνουντανε….. Εσκεφτήκανε το λοιπός τα κοπέλια να τονε περιποιοιθούνε, και απλά εκατουρήσανε στο σταμνί και του το πήγανε. Μέχρι να το πάρει βέβαια χαμπάρι, είχε γενεί το μηραίο, και για κείνονε μα και γι΄αυτά…. Τελος πάντων, ο κύρης μου δεν το τέλειωσε το δημοτικό, μέχρι την πέμπτη άντέξανε ο γεις τον άλλο…. Και μιάς και τόφερε η κουβέντα, ένα από τα βασανιστήρια του εν λόγω δασκάλου, κατά πως μου διηγιότανε ο κύρης μου, είτονε φαίνεται πως αφού θε λα κολατσίσει με ελιές και ψωμί έστρωνε τσοι πυρήνες στο πάτωμα και ήβανε τσοι άτακτους μαθητές να περπατούνε με τα γόνατα πάνω στσοι πυρήνες…..
Και νεότερες γενιές, τσ΄ εποχής του 1950, έχουνε να θυμούνται ιστορίες με την ίδια πηγή: Άλλος γνωστός μου είχενε επιφορτισθεί με το ίδιο έργο, να φέρνει κρυγιό νερό απ΄το Χριστό στην πρώτη μου δασκάλα την κυρά Ειρήνη οντενήτονε μαθητής. Επήγανε τα κοπέλια καμπόσες φορές, και στο τέλος οντενεβαρεθήκανε, εσπάσανε τζη το σταμί, για να ησυχάσουνε… Έλα όμως που ένα από τα βασικά εκπαιδευτικά εξαρτήματα τς΄εποχής εκεινησάς είτονε η βίτσα, οπότε σαν άρχισε το καταχέρισμα:
– «Όντε μου φώνιαξε ν’ ανοίξω τσοι παλάμες μου και άρχίνιξε να μέ βαρά επόνεσα, μα επρόκαμα και εκλεισα τη χέρα μου και τση τράβηξα τη βέργα, και την άρχίνιξα και τσήδοκα καμπόσες και δεν εξαναπάτησα στο σκολειό! Έκαμα και καμίνι, γιατι αμα θελαπάω στου κυρού μου να του τα πω δε θα λα μετρήσω μηδέ την πρώτη! Επηγα το λοιπός στση γιαγιάς μου καμπόσες μέρες, μέχρι που κατούμωσε ο κύρης μου και εξαναγυάγειρα στο σπίτι !» Η αλήθεια είναι πως είτονε μιαολιά άγαρμπη με τα κοπέλια η εν λόγω δασκάλα, κοπέλια δεν τσήδωκε ο θιός, και σαν να μου φαίνεται πως δε μασε πολυσυμπάθα… Έμοιαζε τζάνεμ με καμπόσες σημερινές μεγαλοκυράδες, άτεκνες, που τσοι κανουνε, οι ….φωτισμένοι ηγέτες μας, πρόεδρους βρεφονηπιακών σταθμών, για ιδρυμάτων παιδικής προστασίας, και άλλα φαιδρά….
Το καλοκαίρι, αθο ντο Κεφάλι και την Οδηγήτρια τα νερά ήτονε λιγοστά μέχρι ελάχιστα. Πιό καλά τα καταφέρνανε αθό ντα Πηγαϊδάκια, ΄Αντισκαρι, Αγιο Κύριλο και μέσα, στα νότια ετσίγκαζε νερό αρκετό για να κάνουνε τσι δουλειές τωνς οι αθρώποι. Αθό ντη μπάντα μας τα πράγματα είντοσανε πιό ζόρικα

Το Μοναστήρι τα Οδηγήτριας

Πολλά λένε για το Μοναστήρι τσ’ Οδηγήτριας, πως εβοήθησε η χάρι τζη για να διαλέξουνε ετουτηνά τη θέση για το μοναστήρι… Να με συμπαθά η χάρη τζη, μα το νεράκι του θεού, τρεχούμενο και γάργαρο στην ξεραήλα των Αστερουσίων, δεν εχρειάζουντανε μανταταδόρους, για το που πρεπε να χτίσουνε το μονασήρι οι πιστοί… Εκειά είτονε η υποχρεωτική σταση να πιούνε οι γιαθρώποι και τα χτήματα νερό, και να συνεχίσουνε το δρόμο ντωνε, γη αθο ντη θάλασσα, γή αθο ντη πεδιάδα.Είχανε σάξει το λοιπός μια περίτεχνη κατασκευή, που σώζεται ακόμα, έξω από τον περίβολο του μοναστηριού. Αυτή η βρύση έτρεχε χειμώνα – καλοκαίρι και είτονε υποχρεωτική στάση, για να ξεδιψάσουνε κι οι γιαθρώποι και τα τα ζωντανά. Εϊτοννε μαθές σε τέθοια θέση, που όσοι επηγαινόρχουντανε αθό ντο Κεφάλι, το Μάρτσαλο την Αγιά Κυργιακή γι το Αγιοφάραγγο, επαιρνούσανε από το Μοναστήρι τα Οδηγήτριας….

Το Σαρνίτσι του Μιχαήλ Αργάγγελου

Στο Μιχαήλ Αργάγγελο είχανε φτιάξει ένα σαρνίτισι, και εμάζωνε το βρόχινο νερό ούλο ντο χειμώνα. Στο ζόρε του καλοκαιργιού επαίρναμε κειανα κουβά για να ξεκορυζάσωμε και μεις και τα χτήματά μας, μέχρι να φτάξωμε στο έμπα του Λίσταρου ή στη Κουσανή βρύση ή στην Αγιά Μαρίνα. Όντε θελα ετοιμάζομε το Ζυμωτό και εθέλαλε λιανά ξύλα, (σκίνους, αστοιβίδες, ασκινιπόδια, θύμους), για να ανάψωμε το φούρνο, επηγαίναμε μέχρι το Μιχαήλ Αρχάγγελο εκαταστέναμε δυο δεμαθιές και εγυρίζαμε πίσω. Άμα θελα μασε τελειώσει το νερό, θέλοντας και μη επαίρναμε νερό από το σαρνίτσι πούτανε στην αυλή του Μιχαήλ Αρχάγελλου….

Το πηγάδι του Λίσταρου

Στην κάτω μεριά του Λιστάρου είτονε ένα πηγάδι, που είχε πάντοτε νερό, και βολευε αθρώπους και έχνη ούλου του χωργιού. Βγαίνοντας από το Λίσταρο για την Οδηγήτρια, στη δεξά μπάντα, είναι ενα κηπαλάκι του Αδαμάκη και των κληρονόμων του. Τον Αδαμάκη από το Λίσταρο (τον Αδικιμενάκη, σε αντιδιαστολή με τον Αδαμάκη από τον Αϊ Γιάννη με τα πολλά κοπέλια) τον εγνώριζα σαν το κακό παρά που λένε, μιάς και επέρνα κάθε μέρα από το σπιτάκι στα καμαράκια, μεταφέροντας συνήθως χοντρά ξύλα ή γυαλίτικο αλάτσι, που πούλαγε σε ευκατάστατους κατοίκους της κωμόπολης των Μοιρών. Φαίνεται να περναγε τη ζωή του μεταξύ Κεφαλιού, όπου μάζευε τα ξύλα και Μοιρών. Είχαμε ένα κοινό σημείο–πόνο με τον συγκεκριμένο ανθρωπο: την ανάγκη να βρούμε νερό εκεί που το θέλαμε, για να καλλιεργήσουμε:
Ο Αδαμάκης επαιδεύντανε καμπόσα χρόνια να ανοίξει ένα πηγάδι όξω από το Λίσταρο, όντενάρχζαν να στερεύουνε τα νερά, γύρω στο 1960. Τον θυμούμε να πηγαινοέρχεται στις Μοίρες στο μαγαζί του Αλεξανδράκη στο Γαλιανό δρόμο, να αγοράζει δυναμίτες για να βαθαίνει το πηγάδι. Από την προσπάθεια αυτή, εξέμεινε η λίγη πρασινάδα και το μικρό περβολάκι που υπάρχει ακόμη στο έβγα του Λιστάρου. Θα μου πεις βέβαια: χαράς το πραμα, αξίζει να θυμάσαι τα καλυκοσφύργια του κάθε μιανού; Έλα όμως που την ιδια περίοδο ο κύρης μου είχενε αγοράσει ένα λιόφυτο διακοσα μέτρα νότια από τον αμαξωτο, στη ρίζα των λόφων πριν το χωργιόκαθώς επηγαίναμε στσοι Μοίρες. Τότε δεν ήτονε εύκολο να μεταφέρεις το νερό τση πεδιάδας μηδε πενήντα μέτρα, μιάς και δεν ήτονε ακόμη αντλητικές μηχανές. Εξεκίνησε το λοιπόν ο κύρης μου να ανοίγει εκεί ενα πηγάδι. Μα ευρίκαμενε μετά τα δέκα μέτρα τέτοιο βράχο που δεν εκάνανε πράμα οι δυναμίτες. Αγοράζαμε λοιπόν ένα πιό ισχυρό εκρικτικό την σεντίτιδα, και κάτι γινότανε. Η τελευταία μας προσπάθεια έγινε με τη βοήθεια ενός μη οπλισμένου όλμου της γερμανικής κατοχής. Ήλεγε ο μπάρμπας μου ο Φλασκούρης από τη Γαλιά του κυρού μου :
-Έλα μπρε Κωστή, και έχω ένα όλμο να σου τονε δώσω, να τονε παίξεις μπας και μπορέσεις να σπάσεις το βράχο, να πάς πιό βαθειά και βρεις νερό.
Πραγματικά, παιδευτήκαμε δυό μέρες και ανοίξαμε μιά τρύπα γύρο στους πενήντα πόντους βαθιά, που χώραγε τον όλμο. Μετά στη θέση του πυροκροτητή βάλαμε ένα ολόκληρο μασούρι δυναμίτη και μετά ενα καψούλι και βραδύκαυστο φιτίλι. Τ φιτίλι κατέληγε σε ένα σωρό αστοιβίδες. Πάνω από το πηγάδι ανάβαμε μιά μεγάλη αστοιβίδα, την κατεβάζαμε με σκοινί στον πάτο και σαν εθωρούσαμε πως έπαιρνε φωθιά η αστοιβίδα με το φτίλι απομακρυνόμαστε από την μπούκα του πηγαδιού. Οντενεβάλαμε τον όλμο επήγαμε αρκετα μακρυά και εγίνηκε πραγματικά χαλασμός. Εβγήκανε πέτρες 150 μέτρα γύρο από το πηγάδι. Βέβαια, αν και εκατεβήκαμε 15 μέτρα, δεν εβρήκαμε αρκετό νερό, αλλά δέκα χρόνια μετά ήτονε το πιό εύκολο πράμα να μεταφέρεις με τσοι μηχανές νερά από την πεδιάδα στα παπούργια.
Όσο σκέφτομαι πόση ελευθερία είχαμε να διαχειριστούμε εκείνα τα χρόνια, υπεύθυνα και αποδοτικά, πασκίζοντας μόνο για το όποιο όφελος, χωρίς ζημιά-αντιδικίες, αυτοδικίες κλπ της «πολιτισμένης εποχής μας» είναι απογοητεύεσαι με τον ανθρώπινο χαρακτήρα…. Φανταστείτε για παράδειγμα, να πηγαίνεις να παιρνεις σήμερα μερικά κιλά δυναμίτη, να τον έχεις στο σπίτι σου για τις διάφορες δουλειές σου…(όπως κάναμε εμείς τότε). Μεριά τα «προσωπικά δεδομένα» μεριά η περιθωριοποίηση του ανθρωπισμού-σεβασμού, θα έκανε την καθημερινότητά μας ένα ναρκοπέδιο, μια Βαγδάτη, με καθημερινές αντεκδικήσεις. Σίγουρα διαχειριστίκαμε τη δυστυχία και της στερήσεις της εποχής μας πολύ πιο έντιμα και πιο ανθρώπινα, από ότι διαχειριζόμαστε σήμερα την υλική ευτυχία, την επάρκεια έστω, ή και τον πλούτο μας….

Η Κουσανή Βρύση.

Στη μέση μέση του Κουσέ, είτονε μιά παραδοσιακή βρύση, που ήτρεχε και τρέχει πάντα νερό. Είτονε άλλη μιά στάση δροσεράδας γιά ούλους όσοι πορπατούσανε στα ορεινά,
Εκείνα τα χρονια, όπου θε λα βρείς τρεχούμενο νερό-βρύση οι γιαθρώποι εφτιάχνανε και τσοι γούρνες, στη σειρά. Μετά την πηγή-βρύση που ήτεχε νερό για να πιούνε οι αθρώποι και να γεμόσουνε και τα χρειαζούμενά τωνε, το υπόλοιπο νερό, έπεφτε σε γούρνες σκαλισμένες σε πέρτες , που επικινωνούσανε η μιά με την άλλη και εγεμόζανε, όντας συνεχώς γεμάτες. Αυτό εξυπηρετούσε τσ’ αθρώπους να ποτίζουνε τα έχνη ντωνε, πριχού φτάσουνε στο σπίτι, μιας και εκειά τα πράγματα είτονε πιό δύσκολα, πολλες φορές δεν είχανε σταλιά νερό για το σπίτι, και έπρεπε όι μόνο να ποτίσουνε τα ζωντανά, μα να κρατούνε και για τον απατόντωνε…..
Και μιάς και τοτεσάς μπορεί να μην είχανε οι αθρώποι και πολλά υπάρχοντα, μα είχανε σέβας και πολιτισμό και όχι υποκρισία, εσέβουντανε ο ένας το έχει του αλλονού. Έτσα, ο καθένας είχενε τουλάχιστο κανα δυό μαρτάρικα, το πιά λίγο, αλλοιώς δεν ελογιούντανε νοικοκύρης. Εβόλευγε τα κοπέλια ντου με γάλα και τυροκομικά, ακόμη και μαλλί για πλέξιμο και υφαντά. Σήμερο που μασε περισεύγουνε ( ;) τα αγαθά του θεού, έχουμε καταστρέψει με τσοι ζωοκλοπές την οικόσιτη κτηνοτροφία.

Το πηγάδι τα΄Αι Αντώνη στ΄Αγιοφάραγγο

Στο Αγιοφάραγγο, είτονε από εκείνα τα χρόνια το γνωστό πηγάδι, όπως το ξέρουμε, και αποτελούσε μια αριστη λύση για νερό σε κάθε επισκέπτη, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα.

Το Νερό στο Μάρτσαλο

Από την άλλη μπάντα, τση θάλασσας, νερό θυμούμαι μόνο στο Μάρσαλο. Κάθε καλοκαίρι εκάναμε ολόκληρη επιχείριση με δυναμίτες να βαθύνομε και να καθαρίσωμε την πηγή, που ετσίγκαζε λιγο – λίγο νερό. Μιά χρονιά (1964) με τον Γιώργη του Χατζή και τον Τσουροστελιανό, καθώς και το γιό του το Νικολή αν θυμαμαι καλά, όχι μονο εσάξαμε την πηγή αλλά εστρώσαμε μιά ολιά την αυλή και εφτιάξαμε ενα μπεντένι στην αυλή τς εκκλησάς.

Το Νερό στα μαύρα Όβρια

Νερό είχε και από την άλλη μπάντα στα Μαυρα όβρια, σε ενα πηγάδι, κάτω από το Κεφάλι προς τον Αι Γιώργη,

Το σαρνίτσι τση Κασιανής, στο Κεφάλι

ψηλά στο δέτη από την ανατολική μπάντα του Κεφαλιού. Αυτά όμως έπρεπε να τα κατέχεις, αν και άμα είχες ζόρι θέλοντας και μη έψαχνες και τάβρισκες, αρκεί να κάτεχες πως υπάρχει…. . Μιά βραδυά έκοβα στυλιάρια για τ΄αμπέλι του κυρού μου στα Μαύρα Όβρια, Δεν εκάτεχα πως υπηρχε το πηγάδι, είχα ακουστά όμως για το Σαρνίτσι τση Κασιανής. Εσκαρφάλωσα το λοιπός στο δέτη και ψάχνοντας από επαδέ κι΄αποκέ, εκατάφερα και το βρήκα και εξεκορύζασα….

Μάης 2008

ΟΙ ΞΕΡΟΠΟΤΑΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΕΓΥΡΙΣΜΑΤΑ….

Σκέφτομαι τον κόσμο, όπως είναι σήμερο, θωρώ πως χτυπιούνται πολλοί για τα κακά που έχει, που του κλερονομήσανε οι παλιότεροι, και ο αγνώνας καμπόσων να τονε φέρουνε στα μέτρα ντως. Θαρούνε καμπόσοι πως το δικόντως είναι το σωστό, άλλοι το βλέπουνε κατά πως τσοι συμφέρει άλλοι του βάζουνε έχει δεν έχει ιδεολογικά περικάλλυμα, και πάει λέοντας…

Φαίνεταί μου πως κάνομε λάθος, απλά σα τσοι ατζιγκάνους στένομε το τσαντίρι μας κατά πως μασε βολεύει και με τα βρισκούμενα, ίσα-ισα να ξεκαιρίσομνε, κι απίτις μισέψωμε έρχεται η άλλη γενιά ατζιγκάνων, και στένει κι΄αυτή τη δικιά τζη κατούνα και λαλεί τον κόσμο κατά που τηνε βολεύει (ή τουλάχισοτ κατά οου βολεύει τσοι βοσκαραίους κάθε εποχής… Άμα τα καταφέρνουνε και περνούνε κειανα φεγγάρι καλά, είναι οι πιο πολλοί ευχαριστιμένοι,

Οντενείμουνε κοπέλι, εσεβουμέστανε και εφοβούμαστε τη φύση και τα φαινόμενά τζη. Θα μου πεις βέβαια πως οι αρχαίοι προγόνοι μας είχανε κάνει τα δεντρά τσοι ποταμούς και τα βουνά θεούς, τα προσκυνούσανε μπαςκαι γλυτώσουνε από τα απλακαι αυτονόητα για τσοι πολλούς σημερινούς. Άμα όμωςη σημερινή κυρά Κατίνα, απού αναβαθμίστηκε σε Κάθριν, πάρει το 4χ4 και μπει στο χείιμαρο να τονε περάσει και τηνε πνίξει, δεν είναι ο θεός-χείμαρος που τηνε πνίγει, μάλλον η κυρά έκανε θεό το 4χ4, και απλά έγινε της θεογονίας…. (ο γεις «θεός» πολεμά να βγάλει τα μάθια τ΄ αλονού. Θωρείτε το κειαμοναχοί σας, πως οι θεοί είναι κατά τσοι δημιουργούς τους…).

Θα μου πεις εδά γιάντα την έπιασα τουτηνα την κουβέντα…. Εεε, να σας το εξηγήσω, όσο τα καταφέρνω βέβαια. Εμείς μια μεγάλη μπατούλια, εγράφαμε στο τετράδιό μας τσοι μνήμες μας, όπως και ο πασαείς, μεχρι τα 15-18-20 μας χρόνια. Εκειά ποθές. το κλείσαμε ετουτονά το τετράδιο το θέσαμε στην άκρα του μυαλού μας και ανοίξαμε άλλο, σ΄άλλα μερη. Όσοι κάτσανε στο χωργιό το τετράδιο είχενε συνέχεια, εσβύνανε και γράφανε πράματα στο ίδιο τετράδιο, και κοντεύουνε να ξεχάσουνε τα παλιογραμμένα. Έλα όμως, απού το δικό μου το τεφτέρι άμα κατεβώ στη Μεσαρά και τά νοίξω θωρώ πράματα που δε μου καλαρέσουνε…. Οντεκατεβαίνω και θωρώ το σπίτι χρισμένο στο γύρο του γεροποταμού, ντελόγο μούρχεται στο μυαλό η κουβέντα του παππού μου για εκειανά τα μέρη «Το χειμώνα απόπαε δεν περνά μουδεπουλί πετάμενο» Να κατέχετε κακομοίρηδες πόσα μεσοκαδιάρηκα λάδι έχει πάρει το …Αγιο Πνεύμα από τσοι παπούδες σας οντενεπερνούσανε από τον ποταμό από πέρα και ύστερις εργαγέρνανε με το γάιδαρο φορτωμένο, να σέρνει ο Γερο-ποταμός και νάχουνε σάξει οι χωργιανόί ενα γιοφυράκι με καμπόσα μεσοδόκια, μερικά δεμάθια λάχαρες και από πάνω χώμα πούχενε γενεί λάσπη… Και εκειά που επέρνα ο γάιδαρος να κάνεις το σταυρό σου χαχαλιές να μην καρφώσει και στραβοπατήσει το ζωντανό να πέσει σε πέντε μέτρα νερό…. Τα ίδα σκέφτομαι οντε κάθομαι στσοι διακοπές στη μέση-μέση του Πλατύ ποταμού στην παραλία τα΄ Αγιά Γαλήνης στις ταβέρνες και τσοι καφετέρειες…, Πόσες φορές δεν ανεγύριζα για να πάω στο χωργιό από το γιοφύρι του Πλατύ, γιατί εκατέβαζε ο Πλατύς ποταμός…. Και μετά σου λένε ακραία καιρικά φαινόμενα… (εκτός και αν ενοούνε: τρυκυμία εν τω κρανίω).

¨Ελεγα πιό πάνω πως πολλές φορές αλληλστρατίζαμε για να περάσομε τα διάφορα ρέμματα άμα θελα μπει ο χειμώναςΣτην παραπάνω διαδρομή για την Αγιά Γαλήνη, και μιάς και τα ραζακιά εγινόνουτανε όψιμα, μετά τον Οχρώβρη, τα πρωτοβρέξα μας αναγκάζανε πολλές φορές να πηγαίνουμε προς το Ντυπάκι από τη καμάρα τση Φαιστού, άμα θελα σέρνει ο Γερο Ποταμός.

-Προχωρώντας γιά το Ντυμπάκι αμά εκατέβαζε ο Μάγερας ποταμός, επηγαίναμε αμαξωτό-αμαξωτό από την Βοριανή καμάρα.

-Αμα θελα μασε πιάσει δυνατή μπόρα δεν εμπορούσαμε να πάμε ακροθαλασσά γιατί έσερνε ο Κλιμαθιανός ποταμός, μονο έπρεπε να γείρομε απάνω απο την γωνιά του κόλπου τση Μεσσαράς να βρούμε τη μεγάλη καμάρατου αμαξωτού για να πάμε αθο ντα ρεθεμνιώτικα.

-Τα ίδια βέβαια και χειρότερα επαθαίναμε αμα εφεύγαμε από την Αγιά Γαλήνη και εκατέβαζε ο Πλατύς Ποταμός . Επρεπε να ανεγυρίσωμε να πάμε απάνω από τη γέφυρα και πολλές φορές επερνούσαμε από τα Ξεροκάμπια, από το στρατόπεδο για να γιαγείρομε στο Ντυμπάκι… Θα μου πεις βέβαια κάποιοι σήμερις μέσα στο ρέμα του Πλατύ εσάξανε επιχερήσεις (επιδοτούμενες τζάνεμ από την ΕΟΚ!), Άμα τως τσοι παίρνει ο Πλατύςδεν μου φαίνεται και θεομηνία κατά πως λένε (άλλη δουλεια δεν έχει ο θιος παρα να τως εστέλνει μηνύματα και ραβασάκια!) Περισότερο μου ταιργιάζει για αμνησία και ανοησία αυτών που χτίζουνε σπίθια στο ρέμα παρά μηνύματα smsκαι ραβασάκια,(του θεού γη του διαόλου…)

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: