ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

08/03/2008

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΡΙΣΤΑΔΕΣ

Λένε πως κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις, δέστε το όπως σας βολεύει …. Αν το δείτε ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ, η εκκλησία είναι πενήντα χρόνια μπροστά, μιάς και είχενε επιβάλει από εκείνα τα χρόνια στο χριστεπώνυμο πλήρωμά τζη να γυρίζει, (και νηστικό και νηστεύοντας), με τσοι μέρες για να πάει να σώσει την ψυχή ντου (καταβάλοντας και τον οβολό του)… Αν το δείτε ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΆ, η χριστιανική ρήση πως: (Πνεύμα ο θεός και οι προσκυνούντες αυτόν…) δεν φτούραγε, και κάθε εκκλησία είχε το δικότζη παραδοσάκουλο…. Το μόνο που μπορώ να πω είναι, πως μιάς και δεν πιστεύγουμε σάικα τον ιδιο θεό, ο Θεός μου και ο Θεός του κοσμάκη να τωσε συχωρέσει, για κειανά που ταβούσαμε οντενείμαστε μικροί…

Είχενε όμως και ένα καλό ούλη τουτεινά η εκκλησιαστική φάμπρικα… Έδινε στσοι γυναίκες τσ΄εποχής, ακόμη και στα κοπελιδάκια, το περιθώριο και το δικαίωμα να ξεμαντρώνουνται από τα τείχη τσ΄εποχής… Εθώρουνα πολλές φορές κοπελιές 13-17 χρονώ που πηγαίνανε να θυμιάσουνε στο τάδε ξωκλήσι, να προσκυνήσουμε στον τάδε άγιο, να ανάψουν ε τα καντήλια κλπ. Με την ίδια λογική, καταπιεσμένες μανάδες και γιαγιάδες, είχανε μιά διέξοδο να φύγουνε άρον άρον από την καθημερινότητα με αφορμή να κάμουμε το τάμα ντως στον τάδε για στο δείνα άγιο. Αυτό το καταλαβαίνω και το μεταφράζω σαν το: τερπνόν (των μανάδων μας) μετά του ωφελίμου (της εκκλησίας μας). Μούρχονται στο μυαλό καμπόσα από τα διάσημα θέρετρα του θρησκευτικού τουρισμού τσ΄εποχής και τση περιοχής :

(Θωρώ καμπόσους και με ξανοίγουνε με τ΄ασπράδι του ματιούντωνε με τούτανε που γράφω. Αυτοί λένε πως είναι θεοσεβούμενοι, μα γιάντα εμένα μου πάει πιά καλά για τη μπάρτε τως το: θεμπαίχτες και αθεόφοβοι; Θυμούμαι, 3-4 χρονώ κοπέλι, πως με τάισε αποβραδύς των Χρισουγένω ο κύρης μου κακόψητα κουκιά, «για να μη λερώσω» αν και κρυγιωμένος και ας εκαταστένανε ολημερνίς το χοίρο, κατά το συνήθειο τσ΄εποχής. Κατά τσοι τρεις το ξημέρωμα εχτυπήσανε οι καμπάνες τσ΄εκκλησάς για τα Χριστόγενα. Δε επρόκανα να μπω στην εκκλησά και ανεκαιρώνουμνε, ίσα-ίσα που επρόκανα και εβγήκα όξω με την κύρη μου και έκανα εμετό… Επήγε με στο σπίτι και μου κατάστεσε και έφαγα ένα κομμάτι χοίρο, μείβαλε να κοιμηθώ, και εξαναγειάγειρε στην εκκλησά να πάρει ολόκληρο το μισθό ντου…)

 

-Αγιος Φανούριος στο Βροντίσι.

(26 Αυγούστου) μεγάλη η χάρη ντου. Θες πως είτονε η μάνα μου Βοριζανή, θες πως εταίργιαζε η εποχή, τέλη καλοκαιργιού, τουλάχιστο μιά φορά επήγα στα Βορίζα, οντενείμουνε δυόμιση χρονών. Εκειά έκατσα στση θειάς μου τση Γαρεφαλιάς, μιάς και 2,5 χρονω κοπέλι (1949) δεν είτονε ευκολο να με κουβαλούνε στην εκκκλησά άλλες δυο ώρες δρόμο…. Βέβαια, για να μπει κειανείς στο νόημα τσ΄εποχής, η μάνα μου είτονε βαρεμένη τον αδελφό μου το Νκολή 7 μηνών, τον Οχρώβρη γέννησε, και όμως επήγαινε γαϊδουροκαβαλαρία ανωμάλου δρόμου 7- 10 ώρες, για τη χάρη ντου… Αν κα δυόμιση χρονώ, θυμούμαι καλά πως επεράσαμενε ένα νερόμυλο, ξεχνώ τ΄ονομάν του, πρέπει νάτονε στο φαράγγι που έχει φτιαχτεί εδά το φράγμα τση Φανερωμένης. Ακόμη, θυμούμαι μπροστά στο σπίτι τση θειάς μου το νερά που ετρέχανε σε ένα σαϊτάρι, απόνερα από ένα νερόμυλο που άλεθε τ΄αλέσματα τση περιοχής.

-Αγία Μαρίνα στη Βόνη.

Δεν κατέχω, γιάντα μα, οι image makers ωρισμένων εκκλησιών-μοναστηριών τις είχε κάνει κυριολεκτικά διάσημες. Άλλα μου θυμίζουνε Μύκονο, άλλα Βανδή, πάντως στις 15 του Ιούνη το 1949 η μάνα μου επήρε την αμπλά μου και με τον αδεφλό μου 6 μηνώ στην κοιλιά, εδρόμωσε για 15 ώρες δρόμο να πάει στην Αγιά Μαρίνα στη Βόνη. Εγώ με τον κύρη μου είχαμε κατασκηνώσει στα πάνω καμαράκια στου Κανακάκη τα κυπαρίσια, και επροσπαθούσαμε να ανοίξωμε και να χτίσωμε ένα πηγάδι στο περβολάκι μας. Το έδαφος είτονε αμμουδάρα, και ετσίλα, και είδανε και πάθανε μέχρι να το καταστέσουνε. Θυμούμαι πως μασε βοήθα ο Φανούργιος ο Χαλκιαδάκης, θυμούμαι, κοπέλι δυο χρονώ, πως έπαιζα με το Σωτηράκι το γιό του και συνομίλικό μου, και πως είχαμενε πάρει τη μηχανή του Μιχελικάκη για να ξαγλιούμε το πηγάδι προσπαθώντας να το χτίσωμε. Αυτές οι εικόνες είτανε οι πιό παλιές εικόνες στη ζηση μου…

-Μονή Πρεβέλης.

Αλλη διαδρομή και αυτή, 25-30 ώρες, από το χωργιό (Πετροκεφάλι). Καραβάνια ετοιμάζουνταν οι ανθρώποι να τρέχουνε δυό μέρες για να φθάσουνε. Ιστορκό μοναστήρι στα νότια παράλια της Κρήτης στο Νομό Ρεθύμνου, Εβοήθησε ο Αγιος και εγλίτωσα αυτή τη διαδρομή. 40 χρόνια αργότερα είδα τι κέρδισα που δεν είχα πάει. Και βέβαια τα παιδικά μου χρόνια η διαδρομή γινόταν σε συμφωνία με το γαϊδουρινό θεώρημα, δηλαδή καταρωτώντας, που λεγε κι΄η μάνα μου για τη συντομότερη διαδρομή. Εδιγούνανε στσοι γειτόνισες η συγχωρεμένη:

-«Εκειά που απογέρναμε από την μπάντα τση αγιά Γαλήνης αθό ντζοι Μέλαμπες, επαντήξαμε ένα βοσκό, είχενε φορτωμένα σ ένα κακογάιδουρο καμπόσα τυροζούλια από το μιτάτο, και τονε ρωτήξαμε να μασε πει από που θελαπάμε στου Πρέβελη. –Εγώ συντέκνισα δεγατέω, μονό θα τραβήξετε ίσα δυτικά και άμα σοπατήσετε πίσω από κειονέ το παπούρι, είναι μιά κατούνα και ρωτήξετε για πιό περα! Ελαλούσαμεν εμείς, μα δεν εθωρούσαμε πράμα… Εκειά, αθο ντη τελευταία ανηφόρα, ευγορισέ μας, μια μπατούλια, απου πήγαινε κι΄αυτή κατά που φαίνεται αθό ντου Πρέβελη, και κατέβαινε από τη μπάντα του Σπηλιού. Γυρίζει η κουνιαδέτα μας και κάνει μας: νηματάτε μωρέ τσοι γαιδάρους, να προκάμωμε εκουσές τσ΄ αθρώπους, αυτοί είναι πανωμερίτες και θα κατέχουνε το δρόμο! Αφήκαμενε μιαολια πίσω την ξαδέρφη μου τη Φυλαχτή του Σταυρή, γιατείχενε πετροπάτημα ο γάιδαρος τση και εκούτσαινε και δεν εμπόργιε να τονε παραζορίσει, και ισα-ίσα που στοι προκάναμε την ώρα που στρίβανε σ΄ένα σταυροστάτι. Κατά πως τως εσιμώναμε, τωσε σέρνω τη φωνή: Εεε κουμπάρε για τον Πρέβελη καλά πάμε; -Όι, κουμπάρισα, γιαγείρετε στο σταρροστάτι, και τραβάτε ντρέτα, ο δρόμος δεν ξεκόβει, και ξαναρωτήσετε στη μπρώτη κατούνα που θα σασε παντήξει… Και ετσά, καταρωτώντας, εκοντοφτάξαμε στην Κεραμέ, κειαποκειά και πέρα απαντούσαμε πατούλιες-πατούλιες από τα γυροχώργιουλα, που είρχουντανε κιαυτοί στη χάρη ντου…

 

-Ο Τίμιος Σταυρός Ψηλορείτη.

Για κάθε διαδρομή η μάνα μου και οι γειτόνισές τση είνανε να διηγούνται για καμπόσα χρόνια τσοι περιπέτειές τωνε, μέχρι να κάμουνε καινούργιες…. Η εμπειρία ντως όμως από το προσκύνημα του Ψηλορείτη (2456 μ υψόμετρο) είτονε φαίνεται άλλο πράμα…. Στση 14 του Σετέμπρη, γιορτή του Τίμιου Σταυρού, τόχανε τάσιμο να πάνε. Αρματώνανε λοιπόν τα γαιδουργια της φαμελιάς επαίρνανε και τα πιό μεστωμένα κοπελάκια, και δρομο για περιπέτειες. Επερνούσανε φαίνεται από το Κουρουπητό, και κάτι μιτάτα του σογιού τση μάνας μου, αλλωστε η περισσότερη περιοχή είτανε Βοριζανή απ όπου είτονε και η μανα μου, και εφτάνανε σε μέρη που έπεπε να σπρώχνουνε και να βοηθούνε τσοι γαϊδάρους να σκαρφαλώσουνε….

Η εκκλησά φαίνεται πως είτονε κανας τρόχαλος καλά – κακα σκεπασμένος, μονο που στα 2500 υψόμετρο το κρύο είτονε ανυπόφορο. Επολεμούσανε φαίνεται να ζεσταθούνε και εστριμώχνουντανε η μιά πανω στην άλλη μα ετρεμοκουκουρίζονε οληνυχτίς τση νύχτας. Δεν είλεγε να τελειώσει ο θιός τη νύχτα, να πει εκειά ο παπάς καμπόσα,για να πμπορεσουνε να φάνε και πράμα να σταθεί η ψυχή μέσαντως… Είχανε μαθές και τη νηστεία και τσοι κοβε λόρδα απο την παραμονή, κι΄ανε του βάστα κειανενούς ας ειθελα κάμει πως έργωγε πράμα, πιχού τση λειτουργιάς….

Η Παναγια του Κουδουμά.

Κοντά 15 ώρες από το χωργιό, είτονε το Μοναστήρι του Κουδουμά Είθελα και να κάτεχα, είντα αμαρτίες είχα καμωμένες, και μέταξενε η μάνα μου απότα γενοφάσκια μου να πηγαίνω λέει, γιά εξ χρόνια κάθε 15 Αυγούστου στη Χάρη τζη. Έλα όμως που δεν μας επαντίδωνε, και επαραμεγάλωσα, μα και από την άλλη δεν εγίνουντονε να μην εκπληρωθεί το τάμα…. Αυτό το παντέρμο εδούλευε στο μυαλό των αθρώπων σαν τα σιμβόλαια τιμής, ανάμεσα σε σύγχρονους απατεώνες. Και μιας και οι κακομοίρηδες οι γιαθρώποι τσ’ εποχής μου στο ζόρε ντως επιάνουντονε απού τα μαλιάντωνε μπας και γλιτώσουνε τη ζωή αυτών που αγαπάγανε (τα πιό πολλά ταματα είτονε για θέματα υγείας), κάμποσοι πονηροί τους είχανε πείσει να κάνουνε κοντάτο με το Θιό, μονο να προσέχουνε γιατί ο θιός που πιστεύγανε καμπόσοι αθεόφοβοι είτονε φαίνεται μεγάλος μαφιόζος, έτσα τουλάχιστον τον παρουσιάζανε οι μπράβοι του, και ουέ και αλλοίμονα αν έσπαγε κανένας φουκαράς το κοντράτο….

Έπεσε το λοιπόν σ΄εμένα να εκπληρώνω στο θεό την υπόσχεση στη μάνας μου. Κάθε 15 Αυγούστου λοιπόν και για πέντε χρόνια από την παραμονή είχαμε, εγώ κι΄ο κύρης μου, το γνωστό δρομολόγιο: Πετροκεφάλι, Λειβαδιώτης, Περαλήθινα και στάση στη Φουντάνα και ξεδιψάσωμε και μεις και ο γάιδαρος μας. Μετά, ντουγρού για Πλάτανο και λοξά απάνω για Απεσοκάρι-Πλαθιάκες Βασιλικά Ανώγεια. Η Πλώρα εκειανά τα χρόνια, όπως και η Βασιλική και η Καντήλα, είντουσαν κομένες λόγω του γαιδουρινού θεωρήματος…. Από τα Β Ανώγεια ανεβαίναμε μέχρι τη Λούκια, και αρχίνα το σκαρφάλωμα στα Αστερούσια. Στην έξοδο τση Λούκιας πρέπει να χενε  κάποια βρύση, τελευταίος εφοδιασμός νερού . Οντενεμεσοκόβαμε την ανηφόρα εσυναντούσαμε ένα εκκλησάκι (τον Αι Νικόλα: ) εξεστρώναμε το γάιδαρο και εκοιμούμαστανε καμπόσες ώρες στην αυλή στ΄εκκλησάς. Αγρια νυχτα, δυο, τρεις η ώρα, εξεκίνα ξανά η πορεία για τα Καπετανινά, Εν τω μεταξύ, από τα κοντινά χωργιά αρχινούσανε κνα ανηφορίζουνε και άλλοι κατωμεσσαρίτες. Οι Μεσαμεσσαρίτες ακολουθούσανε την αλλη διαδρομή από την ανατολική μεργιά του Κόφινα αθο τσοι Παρανύμφους. Νερό εβρίχναμε αφού επερνούσανε από τα Καπετανιανά, και λίγο πριχού ξεκινήσωνε να κατεβαίνομε την ξεφωρτωμένη. Η Ξεφορτωμένη επροχώρα και εκατέβαινε στο σημερινό Αι Γιάννη. Ήτονε ένας «δρόμος» που ακόμη και οι ανθρωποι εκείνης τσ΄εποχής τση δόσανε αυτό το συμβολικό όνομα, μιάς και είτε την ανεβαίνανε είτε την κατεβαίνανε τα ζωντανά, είτονε τόσονα κακόβολη, που ξεπεζεύαμε, και ανθρωποι και ζώα ανεβαίναμε βήμα-βήμα, περπατώντας και ισορροπώντας κυριολεκτικά από πετρα σε πέτρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όντενεγιαγέρναμε από τη εκκλησά, έπρεπε να ξεσουβιαστούμενε, να μη μας φάει η κάψα. Έτσά, ο παπάς έμπαινε νωρίς στη λειτουργιά δυο με τρεις η ώρα τη νύχτα, και αποδιαφώτιστα (5 ηώρα ξημέρωμα) εσκόλα η εκκλησά, και αφάγωτοι κι΄απότιστοι, επαίρναμε τα κατσουμάντερα μας γερά γερά και δρόμο να προκάμωμε να περάσωμε το πευκοδάσος τον Αι Αντώνη και να στρίψωμε ίσα βορεινα στην ανηφόρα τση ξεφορτωμένης. Εθώργιες εκειά εκατοντάδες τσοι προσκυνητές, ανθρώπινο φίδι με τα ζωντανά τωνε, να ανεβαίνουνε . Ήτονε μαθές μιά απότομη βουνοπλαγιά γεμάτη πέτρες που τσοι πύρωνε ο ήλιος τ΄Αυγούστου, χτυπωντας τσοι κάθετα. Έπρεπε το λοιπός να προκάμωμε πριχού ψηλώσει ο ήλιος να σοπατήσωμε πριν τα Καπετανιανά, όπου και εκαθίζαμε και επίναμε νερό και ετρώγαμε κάτι και εορταστικο μα και πρόχειρο και βιαστικό, μιάς και είχανενε ακόμη 10-20 ώρες διαδρομή εξαρτάται πόσο μεγάλουρη είτονε η πίστη τους καθενούς κακομοίρη προσκυνητή, για να δούμε από πόσο μακρυά είρχουντανε, και που έπρεπε να γιαγείρει.

Δεν είτοναι βέβαια σπάνιο, να θωρείς να διασταυρώνονται καραβάνια πανυγηριώτες που γυρίζανε από τον Κουδουμά για την κάτω Μεσαρά, και άλλοι πούχανε πάει στην Παναγία την Καλυβιανή να τρέχουνε στα μέρη ντωνε, στη μέσα Μεσσαρά.

Έλεγα πιό πάνω γιά θρησκευτικό τουρισμό από εκείνα τα χρόνια. Σήμερο βέβαια η εκμετάλευση είναι πιό οργανωμένη, από Αγίους Τόπους μέχρι και το τελευταίο μοναστήρι, πολλές φορές με την ευλογία του ….Παγγαριού της ενορίας σας ( τουλάχιστον στην Αθήνα). Όμως και στην περίπτωση του Κουδουμά οι αθρώποι δεν έχαναν την ευκαιρία για μιά βουτιά στη θάλασσα στα κενά των θρησκευτικών καθηκόντων. Μου έκανε εντύπωση ο……γυναικονίτης, τέρμα αριστερά στην παραλία του Κουδουμά (ήταν ο επιτρεπτός γιά τις γυναίκες τόπος γιά μπάνιο, ενώ η υπόλοιπη παραλία ήταν για τσ’ άντρες). Και μην αφανταστείτε πράμα τοπλες για μπικίνια, με τα μισοφόργια οι κακομοίρες επαλατσουλούσανε για μια σταλιά δροσεράδα, και πολύ ντως είτονε.

Θυμούμαι ενα ταλαίπωρο, μα και μεσομπούνταλο, πούχε ενα ωραίο άλογο. Και μιάς και δε εκάτεχε να κολυμπά ο ίδιος, αν και φαίνεται θα του άρεσε, εσκέφτηκε να βάλει τό αλογό του να κολυμπήσει και αυτός να το καβαλικεύει… Ήτονε φαίνεται υπάκουο το κακόμοιρο το ζωντανό, μα σαν εξανοίχτηκε με τον καβαλάρη και άρχισε να κόβει και να κουράζεται εζόρισε μιά σταλιά τον καβαλάρη και αυτός έπιαστηκε από το λαιμό τ΄αλόγου μέχρι που τοπνιξε, το κακόμοιρο. Δεν επρόλαβαν βλέπεις οι άλλοι κολυμπητάδες να τσοι σώσουνε και τσοι δυό…..

Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΛΥΒΙΑΝΗ.

Η Παναγία η Καλυβιανή ήτονε η γειτόνισά μας. Άλλωστε, από τη μιά μπάντα του Γέρο Ποταμού και τση πεδιάδας είτανε το χριστιανικό χωργιό το Πετροκεφάλι και από τη άλλη το τουρκικο τα Καλύβια. Και μιάς και στη διπλωματία οι Τούρκοι πάντα μας ετρώγασιν λάχανο, έτσα και στα ζόργιαντου κάποιος αγάς έχτισε την εκκλησία τση Καλυβιανής, αποζητώντας τη βοήθεια και του Χριστού χωρίς βέβαια να εκγαταλείψει τον Αλάχ.

Εκτός από την πίσω τη μικρή εκκλησιά, μπροστά στη θέση τση μεγάλης είχε νε ξεκινήσει και είχε φτιαχτεί μιά αρκετά ευπαρουσίαστη εκκλησία με το γυναικείο μοναστήρι τα παιδικά μου χρόνια. Τον αρχιεπίσκοπο Ευγένιο Ψαλιδάκη δεν τονε θυμούμαι, αν και πρέπει να θρόνιασε τον Αγιο Χαράλαμπο το 1955, ο Βασίλειος είχε ποθάνει πιό παλιά (1953;). Πάντα γιόρταζαν και τιμιούσαν την Παναγιά στην περιοχή θυμούμαι δε πως ακόμη και εμείς μισή ωρα περίπατος με τα πόδια, πολλές χρονιές εστρώναμε και εστολίζαμε το γάιδαρο με ξομπλιαστές υφαντές πατανίες και πηγαίναμε αποβραδύς στην Καλυβιανή, για την αγρυπνιά, ενώ το πρωί γινότανε η μεγάλη πανυγηρική εορτή. Τα κελιά του νοτικού και βορινού περιβόλου ήτανε όλο κι΄όλο το μοναστήρι και πραμα άλλο, όπως είναι διαμορφωμένο και σήμερο

Οντενήθρε ο Τιμόθεος, άξιος άθρωπος και δουλευτής, μας ευρήκε κοπέλια των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου. Ανασκουμπώθηκε ο χριστιανός και εξελάσπωσε το παπαδαριό για εκατό χρόνια. Είρχουντανε πολλές φορές οι επισκέπτες και ζητούσανε από το ρασοφορεμένο που εκράθιε την παλάμη και εμάλασε τα τσιμέντα και εχτιζε και εμερεμέτιζε, να τους οδηγήσει στο δεσπότη Τους έλεγε να περιμένουνε, επήγαινε και εκαταστένουντονε μιαολιά και τους επαρουσιάζουντανε σαν δεσποτης. Πολλές φορές επηγαίναμε τσούρμο να βοηθήσωμε να ρίξουνε πράμα μπετά, με τον ντενεκέ, για να σκάψωμε να φυτέψωμε πατάτες στου Αδάμη από το Κουσέ το χωράφι, για να ταϊσει τα ορφανά και τα κοπέλια του οικοτροφείου τση Πόμπιας. Ελέγανε καμπόσοι πως επήρε απο καμπόσους γέρους που εβγήκανε αποκούμπι στο μοναστήρι στο Γηροκομείο καναχωραφάκι παραπάνω, μα ετσα κι΄ αλλοιώς οι κλερονόμοι δεν εφερόντουσαν πολλές φορές σαν κοπέλια, παρά μόνο σαν κλερομόμοι παλιάς ελληνική ταινίας.

Μέχρι πούφυγε από την περιοχή ο Τιμόθεος για να γενεί Αρχιεπίσκοπος, είχε κάνει τόσα κοινωνικά έργα, όσα δεν εκαμανε ούλοι μαζί οι άλλοι θεοφοβούμενοι τση Κρήτης. Οικοτροφεια, ορφανοτροφεία, εσωτερικά σχολεία, γηροκομεία, κατασκηνώσεις οικοκυρικές σχολές σχολεία.

Κι΄ανεπούμε από τσοι τοπικές αρχές οως ο Τιμόθεος είτονε ο Θεοφοβούμενος, οι γιαποδέλοιποι οι ….αθεοφοβοι τση περιοχής μας (βάλετε στσ΄αθεόφοβους όλες τσοι αρχές τση περιοχής Κοινοτάρχες, Δημάρχους Βολευτές κλπ), αυτοί ήτονε καλοί στα λόγια τα μεγάλα και μάλιστα στα σοσιαλιστικά…. Οι υποδομές και οι επενδύσεις στον τόπο μου δυστυχώς δεν περιλαλβάνουν νεώτερα εργα. Η αρχαίοι Κρήτες έφτιαξαν τη Γόρτυνα και Φαιστό, επί Βενιζέλου το Γυμνάσιο Πόμπιας, οι Γερμανοί τ΄αεροδρόμιο, κάποια κυβέρνηση τη Γεωργική Σχολή

Αμα ρωτήσεις τσοι σύγχρονους ντόπιους σε ποιούς θα θέλατε να στήσετε ενα άγαλα στην περιοχή, πολύ φοβούμαι πως ο Μωϋσής θα ξανάπιανε το φραγγέλιο αμα θανεθώριε τσ΄ τσ΄επιλογές τωνε. Αν δε πεις για τσοι ….αθεόφοβους εγώ καλιάχω να μη μιλώ, ¨Οχι για άλλο λόγο μα γιατί οι πιό πολλοί είναι σοσιαλιστάδες μπρε και μπορεί και να μου κοκινίσουνε από την προσβολή, πως δεν εκάμανε πράμα, ( έ όχι και πράμα, για πάρτη τους κάτι έκαναν….)

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟ ΜΑΡΤΣΑΛΟ.

Ήτονε μιά κατακόμβη των πρώτων χριστιανικών χρόνων, και ανήκει στη μονή Οδηγήτριας. Τα χρόνια μου ήτονε ενας τόπος για δεκαπεντάρη, μ΄αλλα λόγια παραμονή 1-15 Αυγούστου σε πρόχειρες καλύβες, γι καμμιά σπηλιά. Το πρόγραμμα είτονε: εκκλησία πρωί- βράδυ, μπανιο πρωί-απόγευμα, η παραλία ήτονε 15 λεπτά περπάτημα, Ακόμη, οι πιό κατεχιάριδες, εριχναν αξημέρωτα και πριν το σπερνό το καλάμι για κανα σκάρο…. Εκείνα τα χρόνια, που εδένανε τσοι σκύλους με τα λουκάνικα (κι΄αυτοί δεν τα τρώγανε !) κατά πως έλεγε ο κύρης μου, οι θάλασσες είχανε μπόλικα ψάρια. Να φανταστείτε πως και γω με το καλαμάκι έπιασα το 1963 τόσανά ψάρια που μου περισσέψανε και τα έπεψα τση μάνας μου στο χωργιό….

Η συνήθεια ήτονε να πηγαίνει η οικογένεια με τα κοπελάκια στο δεκαπεντάρη, και ο άντρας τσ΄οικογένειας ναναι στο χωργιό για να κάνει τσοι απαραίτητες δουλειές, ποτίσματα, σκαψίματα, να καταστένει τα ζούμπερα να κουμιάζει στ΄όρνιθες, και καθε δυό-τρεις μερες να κάνει και από μια στραθιά για ανεφοριασμό των δεκαπενταριστάδων….

 

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: