ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

16/06/2008

ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

Filed under: Χωρίς κατηγορία — Λεοντάριον @ 6:59 πμ
Tags: , ,

16 του Πρωτοούλη του 8, και το Πετροκεφάλι γιορτάζει, άλλη μιά φορά.

Πάνε 50 χρόνια και βάλε, που ο Ψαλιδάκης , ο Τιμόθεος, ερχόντουσαν να συνδράμουνε τη χαρά των Πετροκεφαλιανών. Ο λαχανόκηπος τση Μεσσράς έστρωνε τα τραπέζα ντου, να καλωσορίσει τα συγγενολόγια ντου από τα γύρο χωργιά,

Τα ακούσματα και τα θεάματα τσ΄εποχής μου είτονε μόνο ζωντανά, και σαν τέθοια, μόνο οι τυχεροί που μπορούσανε να πάνε στσοι τόπους των εκδηλώσεων, τα θωρούσανε και τα γροικούσανε….. Μα και να πάς είχενε και αυτό τό τιμημά του, τον ποδαρόδρομο, το ξεβόλεμα, την κάψα, την απομονή, να γενούνε ούλα κατά πως πρέπει…

Ο Δεσπότης, ο λυράρης, ο χορευτής, ο συγγενής ο μουσαφείρης, ούλοι μαζύ να ταράξουνε τη σκληρή καθημερινότητα, να πάρωμε κουράγιο, ξεσύρομε καμπόσους μήνες δύσκολης ζωής, ελπίζοντας γιά το καλίτερο…

Χρόνια Πολλά χωργιανοί ! Θωρώ σας να μεγαλώνετε τη χαρά μα και να λιγοστεύετε την πίκρα σας, μοιράζοντάς τηνε με τσ΄αποδέλοιπους στην αυλή τσ΄εκκλησάς μας… Ευχές κι΄από μας, απού γυρολόγοι στον κόσμο ζούμενε και αναθυνούμαστε το «νόστιμον ήμαρ…»

06/06/2008

ΚΑΛΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΑΡΧΟΝΤΕΣ…

Filed under: Χωρίς κατηγορία — Λεοντάριον @ 6:32 μμ
Tags: , ,

Όχι, δεν είναι άρθρο για τα Χριστούγεννα, μακάρι νάτανε… Απλά προσπαθώ να βάλω σε μιά σειρά τις δομές που χρόνια τώρα φαίνεται να εξουσιάζουν, να ποδηγετούν τη ζωή και την καθημερινότητα μας. Μιά ανασκόπηση λοιπόν από τα παληά, που απλά με οδηγεί στο γνωστό ερώτημα-συμπέρασμα: Τείχες Γιάννη; Τείχα πάντα…

ΤΑ ΤΕΛΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΟ…..ΚΡΑΤΙΑ

Αν είσουνε μιαολιά αλαφροϊσκωτος, είπρεπε να κάμεις καλό λογαργιασμό όντες θελα νέχεις να κάνεις δουλειές αθό ντα Μπαϊργια γι την Καλυβγιανή, μιάς και το τελώνι απούχανε βρει στο Γεροποταμό το χειμώνα, επαραμόνευε να μασε μισερώσει, άμα θελα του παντιδώσει, προπαντός άμα θελα περνούμε νύχτα από το πέρασμα του Γέρο ποταμού….Άμα είχενε κακό καιρό, γι έσερνε ο ποταμός, είχαμενε μεγάλο ζόρε, και εκάναμε τα μάθια μας σαν τση σκλόπας για να δούμε και ν΄αποφύγομε το κακό συναπάντημα… Είπρεπε ακόμη να μην παραλείπομε νάχομενε έτοιμο το …οπλοστάσιο, να φορούμε το σταυρό μας, να κατέχωμε ένα μιγώμι προσευχές και ξόρκια, να τσοι λέμε όση ώρα επερνούσαμε, και να κάνωμε και το σταυρό μας χαχαλιές, μέχρι να φτάξωμε στου Τίτο το Καμαράκι….Και μιάς και εφέραμενε την αθυβολή του τελωνιού, γροικάτε την ιστορία ντου:

Κάθε πούμπαινε ο χειμώνας, είπρεπε να κατεβούνε οι Πετροκεφαλιανοί στη θέση απούνε εδά η Καμάρα να στέσουνε ένα ψευτογιόφυρο, για να περνούμενε ούλο το χειμώνα για την απάνω ρίζα αλλά και για τα χωράφια και τσ΄ ελιές απούχανε αθο ντον Αι Γιωργη στα Μπαϊργια…. Το καλοκαίρι, επερνούσανε εκατό μέτρα πιο ανατολικά, όπου είτανε ρηχά και το λίγο νερό που έτρεχε ολοχρονίς του χρόνου είτονε χρήσιμο για να πίνουνε τα ζωντανά. Στη θέση του γιοφυριού έπρεπε να καθαριστούνε καλά οι όχθες μερικά μέτρα τουλάχιστο μπρός και πίσω από το γιοφύρι από τα τεράστια ημεροκάλαμα, βάτους και τα γκάγκαρα απού εφερνε το νερό ξεκινώντας από τη μέσα Μεσσαρά.

Θάτανε το λοιπός αρχές της δεκαετίας του 1950, απού οι Πετροκεφαλιανοί εξεκινήσανε τα καθιερωμένα: Ο τελάλης το φώνιαξε στην πλατέα, οι αθρώποι επήρανε βατοκόπους, τσιτρέτα, τσαπράζα, σκαλίδες, δραπάνια, σκεπάρνια, μανάργια, δραπάνες, σαράκους και ότι βρισκούμενο χρειαζούμενο είχανε και εκατεβήκανε και επιάσανε δουλειά. Καμπόσοι εστένανε το γιοφύρι και είπρεπε να βρούνε καμπόσες τράβες γι μεσοδόκια, άλλοι να κόψουνε κλαδιά από τσ΄ελιές απού είτανε γύρου-γύρου, άλλοι να κόψουνε και να κουβαλήσουνε δεμάθια λάχαρες, και άμα θελανείναι ούλα τουτανά έτοιμα και στη θέση ντωνε, είπρεπε να …ασφαλτοστρώσουνε το γιοφύρι, μεταφέροντας από τα γύρο χωράφια με τά σακκιά χώμα γιά να καλύψουνε τσοι λάχαρες, απούτανε το τελευταίο στρώμα. Απάνω λοιπόν από αυτό τα κατασκεύασμα είπρεπε να περνούμενε, με φορτωμένο με δυό τσουβάλια ελιές το γάιδαρο, και να κάνομε το σταυρό μας να μην παραπατήσει και πέσει στον ποταμό απούσερνε… Και, σα δεν μπιτίζει, ας πάει ο γάιδαρος στην κακοτυχιά που θελαπαραπατήσει, μα άμα δεν είχενε κεινα τσουβάλι μεσογόμαρο, μας ήβανε ο κύρης μας στο σωμάρι του γαιδάρου να περάσωμενε … με ασφάλεια τον ποταμό… Η αλήθεια είναι πως τα κακόμοιρα τα ζωντανά επροσέχανε που επατούσανε πιό καλά και απο τσ΄ανθρώπους. Δεν θυμούμαι νάγινε κειανένα σοβαρό ατύχημα στο Γέρο ποταμό ούλα μου τα χρόνια…

Αλλοι εκαθαρίζανε προσεχτικά τσοι όχθες, μιάς και ο ποταμός εκειανά τα χρόνια έσερνε ούλο το χειμώνα. Εκειά που εκαθαρίζανε και εβγάζανε τα γκάγκαρα θωρούνε ένα κοπελάκι μπερδεμένο στα καλάμια, πνιγμένο και τουμπανιασμένο φυσικά… Έπιασέ τζοι ταραχή μεγάλη. -Κακομόίριδες μα αυτό είναι ΤΕΛΩΝΙ… είτα θα κάνομε εδά; Σίγουρα στην εποχή μας, καλά γνωρίζουμε τι θα κάναμε, προφανώς το άτυχο μωρό είτανε από παράνομο δεσμό και η εύκολη λύση είτονε να το πετάξει η η μάνα του στον ποταμό, γλυτώνοντας την κατακραυγή των χωργιανών της. Το νερό τόφερε μέχρι το στένεμα πούτανε το γιοφύρι, και τυχαία το βρίκανε οι Πετροκεφαλιανοί…. (Η μαύρη αλήθεια είναι πως καλά-καλά πράμα δεν έκανες εκειανά τα χρόνια, και σου βγάνανε τη λίτη σου, σκέψου δα νάκανες και μπαστάρδι…. Δε ξέπλυνε μουδέ ο Γέρο ποταμός…. Ήπρεπε να βρεις καράβι ν΄απογείρεις…). Το αξιοσημείωτο είναι, πως στην τοπική κοινωνία έμεινε κύρια, όχι το γεγονός του ΘΑΝΑΤΟΥ του μωρού, αλλά το γεγονός πως το μωρό είταν ΑΒΑΦΤΙΣΤΟ, μετατερεπόμενο ως εκ τούτου σε ΤΕΛΩΝΙ (;) που θα μπορούσε, άγνωστο πως και με ποια ιδιότητα ή δύναμη, να μεταρτραπεί σε απειλή για εμάς τους υπολοίπους. Εδώ φαίνεται η χυδαία επίδραση της εκκλησίας της εποχής, που επέσειε τη ρομφαία της μη βάφτισης ενός αθώου και άτυχου μωρού σε κίνδυνο-απειλή όλόκληρης της κοινωνίας. Μπορώ να υποθέσω πως μάλον πέρναγε στην αντίληψη των θρησκόληπτων (τέτοιοι είμασταν ή τέτοιους μας ήθελε η εκκλησία), πως μιάς και το άτυχο μωράκι δεν έγινε δούλος του θεού δια βαφτίσεως, είναι, εξ αποκλεισμού, δούλος του σατανά, και άρα κινδυνεύουμε από αυτό (!)….

Και μπορεί το τελώνι του Γεροποταμού νάτανε η μια αιτία για φαντάσματα και φανταρά στον τόπο μας, μα δεν είτονε ο μοναδικός τόπος απου ….εφάντασε Και στου Ζερβού το πέραμα αρκετά παλιά, είτονε μεγάλος ο φόβος να περνάς νύχτα…. Φαίνεται πως οι αρχαίες ιστορίες με τις νεράϊδες στα ποτάμια και τις πηγές είχανε για τα καλά ριζώσει και φτάνανε μέχρι τις μέρες μας. Ακόμη, όπου θελα βρείς σταυροδρόμι εγροίκας ιστορίες με σατανάδες, φανταρά, και έπρεπε νάχεις το νου σου οντενεπέρνας την νύχτα… Το σταυροστάτι του Καλαμιάρη, και το σταυροστάτι αθο την Αγία Παρασκευή νότια του χωργιού είτανε τα μέρη απού πρεπε να φυλαγόμαστε…. Συνήθως οι βερζεβούληδες εστένανε χορό σ΄αυτά τα μέρη, μέσα στην άγρια νύχτα και είπρεπε νάχουμε το νου μας, να μην ξειπαστεί ο γάιδαρος από τσοι δραστηριότητές τωνε να μασε λυχνίσει, γι να μη μασε πάρουνε τη μιλιά, γι το μυαλό ολότελα…

Ο ΦΟΒΟΣ λοιπόν, καταβάση θρησκευτικός, από την αρχαιότητηα μέχρι σήμερο είτονε το κυρίαρχο στοιχείο. Έλεγέ μου ο μακαρίτης ο κύρης μου: -Να κάνεις Αντρέα το σταυρό σου και να μη φοβάσαι πράμα… Η αλήθεια είναι πως εκειανά τα χρόνια, ο φόβος είτονε ο μέγας οδηγός, ο μέγας παιδαγωγός, ο μεγας προστάτης, Βέβαια, θα μου πεις: είναι καλύτερα εδά; Μπά, δεν το θωρώ…. Ένας από τους τσέλιγκες της σύγχρονης Ελλάδας τόπε καθαρά : Όποιο πρόβατο φεύγει από το μαντρί το τρώει ο λύκος… (ο πολιτικός (…να σου πετύχει), ο Ευάγγελος Αβέρωφ το 1980). Ένας Καζαντζάκης επάλεψε μέχρι το θάνατό του νάνε λέει ελεύθερος, και εκόντεψε ο λύκος του Αβέρωφ, να τονε κατασπαράξει…

Αμα θέλει να τα βάλει κεινείς τα παραπάνω σε ένα τσουβάλι, ούλα χωρούνε, ούλα έχουνε μια εξήγηση: Σε κάθε εποχή, μια μπατούλια καταφέρνει να σάξει ένα μοντέλο να μαντρώσει τα ζωντανά απόύλεγε ο Αβέρωφ. Όχι βέβαια πως είναι εύκολο πάντα, όχι βέβαια πως δεν υπάρχουνε πρόβατα για μάντρωμα, απλά κάθε τσομπάνης τα θέλει στο δικό του μαντρί…. Στα παιδικά μου χρόνια η θρησκευτική τρομοκρατία είτονε το απόλυτο όπλο μαντρώματος και η ΕΚΚΛΗΣΙΟ…..ΚΡΑΤΙΑ και τ’΄αφεντικά της, είτανε οι αρχιτσέλιγκες τσ΄εποχής…

Η ΒΑΣΙΛΕΥΟΕΝΗ ΔΗΜΟ …ΚΡΑΤΙΑ.

Το πρώτο πολιτικό …μούλικο απου εστρατάρισε στη Ελλάδα μας μετά την κατοχή είτονε η Βασιλευόμενη Δημοκρατία… Θα μου πεις βέβαια: γιατί μούλικο; Μα όχι μόνο μούλικο (οι Σύμμαχοι μασε εγκαστρώσανε για να γεννηθεί η Δημοκρατία στην Ελλάδα) μα και βαρεμένο και καυθστερημένο (μην ξεχνάτε πως η μαμά Ελλάδα την εβατεύανε ξένοι και τόπιοι από το 45 μεχρι το 49 για να το γενήσει) για το άσυλο είτονε αυτό το ταλαίπωρο, μια στρατιά χωροφυλάκους είθελε να ποραρτήσει, όσο επορπάτησε…

Η βασιλευόμενη λοιπόν Δημοκρατία κόντρα στην κομουνιστική Λαο…κρατία στην Ελλαδά μας. Η βασιλευόμενη Δημο…κρατία μας με την εξουσία και κατεβασμένα τα βρακιά περιποιήθηκε δεόντως τη χαμενη Λαοκρατία.

Η …ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ …ΚΡΑΤΙΑ Όσο και να κακοποδώκανε στα χέργια των χωροφυλάκων οι μή …βασιλόφρονες, γίνανε παληκαράκια και οι περισσότεροι στο χωργιό μου δεν είχανε αλλού το νουντως, μονο στη παροιμία που λέει πως :Θα γυρίσει ο τροχός να πηδήξει κι΄ο φτωχός …. Και μιάς και οι … κώλοι των εκάσοτε κρατούντων προστατεύονται από εσωτερικούς κανονισμούς αρχών των αρχόντων (τουτέστιν: πηδάμε εναλάξ, αλλά μόνο το πόπολο), στη στροφή άρχισε το πόπολο της βασιλευόμενης ….κρατίας να υπφίσταται την …σεξουαλική περιποίηση της άλλης δημοκρατίας που δεν επολυκαίρισε μιάς και την επρόλαβε εκείνη η:

ΕΘΝΟ…. ΚΡΑΤΙΑ, προιόν της …εθνοσωτηρίου, αυτή όμως είτονε παρένθεση, μιάς και τα μέν πρόβατα του χωργιού την απολαμβάνανε τη μάντρα, έλα όμως που οι άλλοι βοσκαραίοι είχανε λυσάξει από το κακό ντωνε και εθέλανε την εξουσία γι απάρτη τνωνε.

Και είρθενε το «ή Καραμαλής ή τανκς» μια ας πούμε ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΉ ….ΚΡΑΤΙΑ, απούκαμε κι΄αυτή την αμπελική τζη, για να ξαναγιαγείρομε στην ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΉ … ΚΡΑΤΙΑ, που άλλοτε την έβρισκες 114, άλλοτε Παπανδρέου-Βενιζέλο- Μητσοτάκη , άλλοτε Παπανδρέου –Μητσοτάκη και τελικά μόνο Παπανδρέου. (Πάντως αυτό το Δημοκρατικό μαραφέτι των Παπανδρέου μωρέ κοπέλια αποδείχθηκε καταπληκτικό …υβριδιο, εγώ έχω χάσει το θαύμα μου, το καλλιεργάτε στη Μεσσαρά κοντά 50 χρόνια και δεν το πιάνει περονόσπορος, γροικάς Λευτέρη: (Αυγενάκη);

Και μιάς και δεν είναι ούλοι στην Ελλάδα Μεσσαρίτες, είρθανε οι …μεταλαγμένοι του μεσαίου χώρου να φροντίσουν τις σεξουαλικές μας ανάγκες (με άλλα λόγια τα θέλει ο κωλαράκος μας απούλεγενε κι΄ ο συππέθερος ο παλιολαδίτης….) Για να δούμενε μωρέ, πόσο θα αντέξουνε οι παλιολαδίτες νάναι στην αποκάτω, μέχρι να κάνουνε αλλαξοκώλια, κατά που λέγανε στο χωργιό μου. Γιατί για να το κόψουμε το σπορ του αλληλοπηδήματος, δεν το θωρώ μπρόβολο….

Πρώτοι και καλύτεροι λοιπόν οι περί τη θρησκεία ενδιατρίβοντες είτονε οι κυρίαρχοι …βουρδουλοφόροι. Και βέβαια η επικράτειά τους δεν εσταμάτα στα θρησκευτικά καθήκοντα και υποχρεώσεις μας, μα έμπλεκε και την κάθε είδους δραστηριότητα μας Δεν είναι τυχαίο το «Από θεού άρξασθε» εκείνης της εποχής… Βέβαια άμα αναλογισθεί κανείς πως ακόμα και σήμερα τρέχουν οι πιστοί(;) να δούνε το πανί που φτιάχτηκε με τρίχες τση …. μοναχής Θεφρονίας σκέφτεσαι πως η καλύτερη δουλειά είναι να κοροιδεύεις τα πρόβατα-πιστούς…. Ίσως τώρα καμπόσοι ξεφεύγουνε από το βούρδουλα τσ΄ εκκλησάς, μα οι φοβοι και οι φοβίες παραμένουνε ένα εξαιρετικό εργαλείο να ξωλαλούνε τον κόσμο μας οι βοσκοί του…Λίγα πλερώνουμε σε όσους κυνηγούν τους ….Τρομοκράτες; Και μιάς και δεν είναι επίσημο δόγμα κανενός η τρομοκρατία, κάποιοι την χρησιμοποιούν για να μας πουλάνε απίστευτα πράγματα.

ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ και τελευταία μια νέα …κούκλα η ΟΙΚΟΝΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Μα η Θεοκρατία, μα η τρομακρατία, μα η Δημοκρατία, όλα στο ίδιο καταλήγουνε: σε μια … κρατία. Λογικό είναι βέβαια η μια κρατία να μισεί και να καταργιέται την άλλη, ή αριά και πού δυο τσέλιγκες να σμίγουνε τσοι κρατίες τους, για να κυνηγήσουνε κάποια τρίτη, που πάει να τωσε φάει την πελατεία και τη δουλειά…Η τελευταία, ΟΙΚΟΝΟΜΟΚΡΑΤΙΑ τη λέω εγώ, φαίνεται πως άρχισε να μασε βγάνει στοι μπιμπίκους…. Είδετε μούρη ο Βγενόπουλος; Και είδατε γάτα ο Γιωργάκης ο Παπανδρέου και οι άλλοι, βεβαίως, βεβαίως…. Όχι για να ξέρουμε ποιος άρχισε τελευταία να κυβερνά αυτό τον κόσμο….

03/06/2008

ΟΙ ΑΣΚΟΡΔΟΥΛΑΚΟΙ

(Δεν είχα γράψει αυτή την ιστορία για άρθρο. Έλα όμως, που η ακρίβεια, από τον παραγωγό στον καταναλωτή, έχει γίνει μιά άβυσσος στην διαφορά τιμών. Ας το δούμε λοιπόν μεταξύ σοβαρού και αστείου, άλλωστε λέγοντας σοβαρά πράγματα με αστείο τρόπο, τουλάχιστον αισθάνεσαι λιγότερο την λυπηρή ή επώδυνη πλευρά τους)

Είμουνε τσοι προάλλες στο σπίτι μου και είρεθενε ένας καλος φίλος από την Πελοπόννησο και μου παραπονιότανε, πως η γυναίκα ντου δεν εγύρευε τη δουλειά τζη, μονό για να περνά την ώρατζη, εγύριζε στα άχτιστα οικόπεδα στον Υμηττό και έβγανε ασκορδουλάκους (ήγουν βολβούς), και άρπαξε πούντα, και άντε να τηνε γιατρικουλιάζεις στα 60-65 της….

Εϊλεγάντο τ΄αλλοτεσινού του χωργιανού μας, μιαν αργαντινή απου εμονοπαντήσανενε καμπόσοι κατωμεσσαρίτες, πασπαροπόδηδες απουμασε λέγανε οι στ΄ απάνω ρίζας, και εκλαίγαμενε τη μοίρα μας, ελέγαμε τα πάθη μας και τα παθήματά μας. Είχαμενε στην πατούλια μας και ένα από τσοι περαστικούς από την Αθήνα, απού μας έκανε σεϊρι, εμάς στ΄αποδέλοιπουςς απού καταντήσαμενε νάμαστε περαστικοί από το χωργιό…

Ήθελα δεν ήθελα, εθυμήθηκα τα νιάτα μου, απού στ΄αμπελοσκάμματα οντε θελαδούμενε κεινένα ασκορδούλακα, σκάβαμε πενήντα πόντους να τονε βγάλομενε. Ανε θελα μαζώξωμε καμπόσους ασκορδουλάκους τσοι βάναμε στο πρόγραμμα των εξαγνισμών μα και των διαιτητικών βασανισμών τση μεγαλοβδομάδας…

-Χαράς το πράμα! Γυρίζει και μασε κάνει ο μουσαφίρης μας. Να πεις πως είτονε νόστιμος, μα δεν είτανε, σφάκα ναιώνιο είτονε ο παντέρμος και ήπρεπε να τονε ξεπικρίζεις 10 μέρες για να τονε φάς. Και άμα θελα τόνε φας λες και ήτρωγες άχερα…. Χαράς το μαγερικό …. Δε γκατέχω, μα εμείς στο χωργιό μου δεν τσοι μπεγεντίζανενε και πολύ τσ΄ ασκορδουλάκους, εαπε σεσείς οι πρωτευσάνοι μασε ξεσμηλιώνανε να τσοι τρώμενε, χαράς το φαί, κάνωμενε εμείς και χώργια ντως… Να μου πεις για τσοι γαρίδες να τσοι παραδεχτώ στ΄Αθηναίους, να μου πεις για το χταπόδι να τοσε βγάλω το καπέλο, μα να θένε να φάω ασκρδουλάκους και να τωσέχω και υποχρέωση; Χαράς το φαϊ. Κατέχεις είντα θυμούμαι; Μια ιστορία, μονό γροικάτε τηνε:

Νικολής ο Ξεπεσοβράκης (ετουτονάτονε τα παρασούκλι ντου), σώγαμπρος από τη Κουκουριθιά, είχενε πάρει τση Μπουταλογιώργαινας την εγγονή. Ήπρεπε να πάει στη Χώρα (το χωργιάτικο όνομα του Ηρακλείου), για καμπόσες πουσουνιές και με την ευκαιρία επήγε και από του εμπόρου απού τούπεμπε αριά και που τα κηπευτικά ντου, να ξελαγαρίσουνε τα χρωστούμενα. Είχενε φαίνεται και ένα μιγωμάκι ασκορδουλάκους παραπαντισμένους μα δεν τσοι τρώγανε κειανείς στο σπίτι και εσκέφτηκε: – Μεγαλοβρομάδα είναι άντε να τσοι κρατώ στη χώρα να τσοι καλοπουλήσω θέλω στσοι μπουνταλάδες στη χώρα, άπου τσοι τρώνε σαν τσοι χοίρους, κατά που μούλεγε ο μπάρμπας μου, χαράς το φαί… Είχενε ο έμπορος απλέρωτα και καμπόσα μιγώμια καρναμπίθια, απου τούχενε πέψει τσοι προάλλες. Επλέρωσε ντου ο άθρωπος τα καρμαμπίθια, εκράτησε ντου και τσ΄ασκορδουλάκους, ήκαμε και τσοι πουσουνιές του ο Νικολής και από εκειά επήρε τη Πλαθιά Στράτα, και εσειράγα αθο ντη Χανιόπορτα.

Θωρεί ένα μαγαζί απου επηγενοφέρνανε σκουτελικά και μιάς και τον ήκοψε λόρδα, είτονε πάρωρα μπλιό για μεσημεργιανό φαί, και εσκέφτηκε να κάτσει να φάει πράμα. Δεν είτονε σάικα σαν τση κεράς του στο μετόχι απού έκάτεχε τα χούγια ντου, δεν εκάτεχενε ο καμομοίρητς και είντα θελα βρεί και πως θελα το ζητήξει, Μα «ο δρόμος κάνει πόδια κι, ή πείνα κάνει  αντόδια» απουλέγασινε κι΄οι παλαιινοί στο χωργιό του, ήβαλε το λοιπός την ντροπή στην άκρα και εμπήκε και έκασε σε μια αδειανή καθέκλα. Ερχεται το γκαρσόνι, του βάζει στη μύτη ένα κατάλογο και τούπενε να διαλέξει με την αναπαή ντου… Με τα λίγα κολυβογράμματα απού κάτεχενε τσοι παλευε τσοι λέξεις, μα δεν εκαταλάβαινε η διαόλοι στη δροσά… Εκειά απου ζορίζουντανε, γροικά από το διπλανό τραπέζι ένα, απού του θύμιζε, όπως έλεγε αλλότες απου εδηγιότανε στο καφενείο το πάθημά ντου, τον Αγιο Ονούφριο, να φωνιάζει του γκαρσονιού: Μια βολβούς παρακαλώ! Έγραψε το γακρσόνι κάτι στο τεφτεράκι απου εκράθιενε στη χέρα ντου και μονοκαπανιάς κάνει στροφή, και : – ο Κύριος; Εζορίστικε ο Νικολής μας, μα δεν έχασε την ψυχαραιμία του και λέει του: Μια βολβούς παρακαλώ! Ανακουφίστικε το Νικολιό και επερίμενε πασίχαρο τσοι βολβούς να κατουμώσει την πείνα του, και να γείρει πέρα αθο ντη Χανιόπορτα να μη χάσει το λεωφορείο. Με το πολυώρι φτάνει το γκαρσόνι και του βάνει ένα πιάτο …ασκορδουλάκους μπροστά του! Εξεροκατάπινε αυτός, επάλεψέ τζοι ανόρεξάς του και σα δε μπιτίζει ήφαε σκειάς εμισό πιάτο. Απογοητευμένος, φωνιάζει του γκαρσονιού να πλερώσει, κάτι ορνιθοσκαλίσματα ήκαμε το γκαρσόνι στο τεφτέρι ντου, και του λέει το ποσό. Είρθε ντου νταμπάς του Νικολή, μα δεν τα σόχασε ολότελα:

-Δε με νοιάζει μωρέ κουμπάρε, απούφαγα ένα μιγωμάκι ασκορδουλάκους, μα τα καρναμπίθια απούφαγα δεν εμπόργιες να μου τα βάλεις ξέχωρα, τουλάχιστο εκειανά μ΄αρέσουνε, μα δεν είδα δροσά στο πιάτο μου …

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.