ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

03/06/2008

ΟΙ ΑΣΚΟΡΔΟΥΛΑΚΟΙ

(Δεν είχα γράψει αυτή την ιστορία για άρθρο. Έλα όμως, που η ακρίβεια, από τον παραγωγό στον καταναλωτή, έχει γίνει μιά άβυσσος στην διαφορά τιμών. Ας το δούμε λοιπόν μεταξύ σοβαρού και αστείου, άλλωστε λέγοντας σοβαρά πράγματα με αστείο τρόπο, τουλάχιστον αισθάνεσαι λιγότερο την λυπηρή ή επώδυνη πλευρά τους)

Είμουνε τσοι προάλλες στο σπίτι μου και είρεθενε ένας καλος φίλος από την Πελοπόννησο και μου παραπονιότανε, πως η γυναίκα ντου δεν εγύρευε τη δουλειά τζη, μονό για να περνά την ώρατζη, εγύριζε στα άχτιστα οικόπεδα στον Υμηττό και έβγανε ασκορδουλάκους (ήγουν βολβούς), και άρπαξε πούντα, και άντε να τηνε γιατρικουλιάζεις στα 60-65 της….

Εϊλεγάντο τ΄αλλοτεσινού του χωργιανού μας, μιαν αργαντινή απου εμονοπαντήσανενε καμπόσοι κατωμεσσαρίτες, πασπαροπόδηδες απουμασε λέγανε οι στ΄ απάνω ρίζας, και εκλαίγαμενε τη μοίρα μας, ελέγαμε τα πάθη μας και τα παθήματά μας. Είχαμενε στην πατούλια μας και ένα από τσοι περαστικούς από την Αθήνα, απού μας έκανε σεϊρι, εμάς στ΄αποδέλοιπουςς απού καταντήσαμενε νάμαστε περαστικοί από το χωργιό…

Ήθελα δεν ήθελα, εθυμήθηκα τα νιάτα μου, απού στ΄αμπελοσκάμματα οντε θελαδούμενε κεινένα ασκορδούλακα, σκάβαμε πενήντα πόντους να τονε βγάλομενε. Ανε θελα μαζώξωμε καμπόσους ασκορδουλάκους τσοι βάναμε στο πρόγραμμα των εξαγνισμών μα και των διαιτητικών βασανισμών τση μεγαλοβδομάδας…

-Χαράς το πράμα! Γυρίζει και μασε κάνει ο μουσαφίρης μας. Να πεις πως είτονε νόστιμος, μα δεν είτανε, σφάκα ναιώνιο είτονε ο παντέρμος και ήπρεπε να τονε ξεπικρίζεις 10 μέρες για να τονε φάς. Και άμα θελα τόνε φας λες και ήτρωγες άχερα…. Χαράς το μαγερικό …. Δε γκατέχω, μα εμείς στο χωργιό μου δεν τσοι μπεγεντίζανενε και πολύ τσ΄ ασκορδουλάκους, εαπε σεσείς οι πρωτευσάνοι μασε ξεσμηλιώνανε να τσοι τρώμενε, χαράς το φαί, κάνωμενε εμείς και χώργια ντως… Να μου πεις για τσοι γαρίδες να τσοι παραδεχτώ στ΄Αθηναίους, να μου πεις για το χταπόδι να τοσε βγάλω το καπέλο, μα να θένε να φάω ασκρδουλάκους και να τωσέχω και υποχρέωση; Χαράς το φαϊ. Κατέχεις είντα θυμούμαι; Μια ιστορία, μονό γροικάτε τηνε:

Νικολής ο Ξεπεσοβράκης (ετουτονάτονε τα παρασούκλι ντου), σώγαμπρος από τη Κουκουριθιά, είχενε πάρει τση Μπουταλογιώργαινας την εγγονή. Ήπρεπε να πάει στη Χώρα (το χωργιάτικο όνομα του Ηρακλείου), για καμπόσες πουσουνιές και με την ευκαιρία επήγε και από του εμπόρου απού τούπεμπε αριά και που τα κηπευτικά ντου, να ξελαγαρίσουνε τα χρωστούμενα. Είχενε φαίνεται και ένα μιγωμάκι ασκορδουλάκους παραπαντισμένους μα δεν τσοι τρώγανε κειανείς στο σπίτι και εσκέφτηκε: – Μεγαλοβρομάδα είναι άντε να τσοι κρατώ στη χώρα να τσοι καλοπουλήσω θέλω στσοι μπουνταλάδες στη χώρα, άπου τσοι τρώνε σαν τσοι χοίρους, κατά που μούλεγε ο μπάρμπας μου, χαράς το φαί… Είχενε ο έμπορος απλέρωτα και καμπόσα μιγώμια καρναμπίθια, απου τούχενε πέψει τσοι προάλλες. Επλέρωσε ντου ο άθρωπος τα καρμαμπίθια, εκράτησε ντου και τσ΄ασκορδουλάκους, ήκαμε και τσοι πουσουνιές του ο Νικολής και από εκειά επήρε τη Πλαθιά Στράτα, και εσειράγα αθο ντη Χανιόπορτα.

Θωρεί ένα μαγαζί απου επηγενοφέρνανε σκουτελικά και μιάς και τον ήκοψε λόρδα, είτονε πάρωρα μπλιό για μεσημεργιανό φαί, και εσκέφτηκε να κάτσει να φάει πράμα. Δεν είτονε σάικα σαν τση κεράς του στο μετόχι απού έκάτεχε τα χούγια ντου, δεν εκάτεχενε ο καμομοίρητς και είντα θελα βρεί και πως θελα το ζητήξει, Μα «ο δρόμος κάνει πόδια κι, ή πείνα κάνει  αντόδια» απουλέγασινε κι΄οι παλαιινοί στο χωργιό του, ήβαλε το λοιπός την ντροπή στην άκρα και εμπήκε και έκασε σε μια αδειανή καθέκλα. Ερχεται το γκαρσόνι, του βάζει στη μύτη ένα κατάλογο και τούπενε να διαλέξει με την αναπαή ντου… Με τα λίγα κολυβογράμματα απού κάτεχενε τσοι παλευε τσοι λέξεις, μα δεν εκαταλάβαινε η διαόλοι στη δροσά… Εκειά απου ζορίζουντανε, γροικά από το διπλανό τραπέζι ένα, απού του θύμιζε, όπως έλεγε αλλότες απου εδηγιότανε στο καφενείο το πάθημά ντου, τον Αγιο Ονούφριο, να φωνιάζει του γκαρσονιού: Μια βολβούς παρακαλώ! Έγραψε το γακρσόνι κάτι στο τεφτεράκι απου εκράθιενε στη χέρα ντου και μονοκαπανιάς κάνει στροφή, και : – ο Κύριος; Εζορίστικε ο Νικολής μας, μα δεν έχασε την ψυχαραιμία του και λέει του: Μια βολβούς παρακαλώ! Ανακουφίστικε το Νικολιό και επερίμενε πασίχαρο τσοι βολβούς να κατουμώσει την πείνα του, και να γείρει πέρα αθο ντη Χανιόπορτα να μη χάσει το λεωφορείο. Με το πολυώρι φτάνει το γκαρσόνι και του βάνει ένα πιάτο …ασκορδουλάκους μπροστά του! Εξεροκατάπινε αυτός, επάλεψέ τζοι ανόρεξάς του και σα δε μπιτίζει ήφαε σκειάς εμισό πιάτο. Απογοητευμένος, φωνιάζει του γκαρσονιού να πλερώσει, κάτι ορνιθοσκαλίσματα ήκαμε το γκαρσόνι στο τεφτέρι ντου, και του λέει το ποσό. Είρθε ντου νταμπάς του Νικολή, μα δεν τα σόχασε ολότελα:

-Δε με νοιάζει μωρέ κουμπάρε, απούφαγα ένα μιγωμάκι ασκορδουλάκους, μα τα καρναμπίθια απούφαγα δεν εμπόργιες να μου τα βάλεις ξέχωρα, τουλάχιστο εκειανά μ΄αρέσουνε, μα δεν είδα δροσά στο πιάτο μου …

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: