ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

31/12/2008

Οι Μάγοι με τα δώρα

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ — Λεοντάριον @ 11:48 πμ

Εμείς , η πρώτη μετακατοχική γενιά, σιγά-σιγά αγωνιζόμασταν να ξεφύγουμε από τις προπολεμικές αγκυλώσεις, μα και τις κατοχικές και εμφυλιοπολεμικές αντιλήψεις, στις σχέσεις–σκέψεις-δράσεις των ανθρώπων.

Οι δικοί μας παππούδες (γενιές του 1980-1910), μου φέρνουν στο μυαλό το τροπάριο «Νυν απολύεις τον δούλο σου Δέσποτα, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ετοίμασας….». Πράγματι, ήταν η γενιά που ευτύχησε να πεθάνει σε ένα κρεββάτι, και όχι κυνηγημένη και από το μαχαίρι του Τούρκου κατακτητή. Ελεύθεροι λοιπόν παππούδες, μα όχι ανεξάρτητοι, μιας και τα τρομερά βιώματα της τουρκοκρατίας, οδηγούσαν σκέψεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές, που πέρασαν και στη γενιά των πατεράδων μας…. Τι και αν τους δίδασκε ο Ρήγας Φεραίος, πώς λεύτερος είναι εκείνος που λογάται ελεύθερα…

Γεννηθήκαμε λοιπόν από γονείς ελεύθερους (γενιές 1910-1930), μα όχι ανεξάρτητους και απελευθερωμένους. Πως άλλωστε να μπορέσουν να σκεφθούν και να ανεξαρτητοποιηθούν οι ταλαίπωροι, αφού τα τοπικά μα και παγκόσμια συμφέροντα, τους υποχρέωσαν να υποστούν το μαρτύριο δυο παγκόσμιων πολέμων, μερικών δικτατορικών καθεστώτων και μιας τεράστιας εμφυλιοπολεμικής σύγκρουσης.

Γόνοι λοιπόν μεταπολεμικοί εμείς (1945-1955), να προσπαθούμε να αφαιρέσουμε την κουκούλα του ….τρομοκράτη από τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, που η προηγούμενη γενιά, μα και τα συμφέροντα και της καθημερινότητας (ακόμα και σήμερον) ήθελαν να περιβάλουν τους μη αρεστούς, τους ιδεολογικά και κυρίως συμφεροντολογικά διαφοροποιούμε νους συμπολίτες μας.

Μέχρις εδώ η κουκούλα ήταν ερασιτεχνική, ήταν στα χέρια ανόητων πολιτών, που …φέσωναν ό ένας τον άλλον σύμφωνα με τις προσταγές των δεξιών, αριστερών, βενζελικών, λαικών, βασιλικών κλπ, έμοιαζε όλο το σκηνικό με παιδική μορφή κουκούλας, που σιγά-σιγά την ξεπεράσαμε…

Σκέφτομαι με τρόμο τους σύγχρονους κουκουλοφόρους αυτού του κόσμου. Οι πλείστοι φοβούνται τους φορούντες κουκούλες. Αυτοί είναι οι εξ ορισμού κουκουλοφόροι της κοινωνίας μας, αυτοί ευθύνονται για τους διάφορους λοιμούς, λιμούς, σεισμούς, καταποντισμούς, πυρός, μαχαίρας κλπ (κατά πως μας διδάσκουνε οι άλλοι κουκουλοφόροι (οι κουκουλοφόροι της θρησκείας μας… ) εδώ και πολλά  χρόνια  … Δεν θα διαφωνούσα πως σαν όργανα οι κουκουλοφόροι δικαιώθηκαν στους …κοινωνικούς στόχους τους, αλλά μόνο σαν ήρωες στη Μάσκα και τον Ζορό, νεανικά μυθιστορήματα μιας άλλης εποχής. Πέραν τούτων οι σύγρονοι κουκουλοφόροι μας, είναι σίγουρα  για γέλια….(και όχι μόνον).

Εκτός όμως από την παθητική μορφή του ρήματος φορώ (στο επίθετο κουκουλοφόρος), υπάρχει και μια άλλη η πραγματικά τρομακτική, εκείνη που πραγματικά αρνείται να δει η γενιά μας. Αλήθεια, ποιοι είναι οι μάγοι με τα δώρα που φέρνουν κουκούλες-δώρα σε υποτακτικούς, έτοιμοι να μετατρέψουν σε κουκουλοφόρους-τρομοκράτες στρατιές απελπισμένων υποταχτικών που δεν έχουν πιά τίποτε να χάσουν, πόση πιά αξία ναχει η ζωή τους, όταν η ζωή των δικών τους Παλαιστίνων έγινε παρανάλωμα στα συμφέροντα των εμπόρων της σύγχρονης κουκούλας: των ίδιων των Αράβων, των Εβραίων, των Ευρωπαίων και Αμερικανών!

Αλήθεια, έχετε σκεφθεί πόσο έχουμε πληρώσει τις κουκούλες εκείνων που τις πουλάνε παγκοσμίως; Για φαντασθείτε τι ακριβώς δώρα μας προμήθευσαν οι φετεινοί τρεις μάγοι: Κουκούλες στη διάθεση του νέου μας Πλανιτάρχη, για να πουλά παγκοσμίως, στις τοπικές αγορές σε όσους απείθαρχους δεν δέχονται τους όρους της «ειρηνοποιού» δράσης του. (Όπως λέγαμε Σι Φορ Αι, αυτό που θα μας προστάτευε ντε τους Ολιυμπιακούς «μας» αγώνες, έναντι 4 δις ευρώ ! Αμ΄έτσι πολλοί λαοί θα πουλήσουν στο προσεχές μέλον ταβατζιλίκι (με συγχωρείτε, γράψτε: προστασία !, ή αν θέλετε και κουκούλες (σε όσους αρνούνται να συμορφωθούν) !)).

Μπορεί πιά να γελάσει, έστω και πικρόχολα, κάθε πικραμένος που μόλις προ μηνός διάβαζε με μεγάλα γράμματα πως ο …Μπους, πριν φύγει, θα έλυνε το Παλαιστινιακό !!! Μάλλον βλέπω πως ή έλευση του ….Μαύρου Μεσσία το 2009 στρώνεται με ροδοπέταλα για τους αποταχού του κόσμου εμπορευομένους κουκούλες. Πως αλλοιώς να πουλά ο άνθρωπος προστασία;

23/12/2008

Το σφάξιμο του χοίρου

Η οικιακή και αντιπραγματική οικονομία  είτανε πολύ εύκολα εφαρμόσιμη στο Πετροκεφάλι του 1950-60. Επειδή είχαμενε άφθονα κηπευτικά  και χορταρικά και το χειμώνα,  μα κυρίως και το καλοκαίρι, ήτανε εύκολο ν΄αναθρέψωμε και μερικά οικόσιτα ζώα  με τα περισσευούμενα κηπευτικά, χωρίς όμως νάμαστε κτηνοτρόφοι, μιάς και δεν είχαμενε  μεγάλες εκτάσεις (χειμαδιά) που απαιτούσε η ελεύθερη κτηνοτροφία εκείνης τσ΄εποχής,

Οι γιόρνιθες, τα κουνέλια, οι αίγες, τα πρόβατα, και ο χοίρος είτονε τα κυριότερα ζώα που αναθρέφαμε και καταναλώναμε κάθε χρόνο. Αντίθετα, ενώ είτονε πολύ εύκολο, δεν είχαμενε τη συνήθεια της γαλοπούλας. Είτονε μάλιστα τόσο ξένη στα νιάτα μου η έννοια γαλοπούλα, που οι ελάχιστες που βρισκόντουσαν στο χωργιό, γνωστές με το όνομα κούβες, μόνο σαν παραξενιά του ιδιοκτήτη τις θωρούσαμενε….

Από τα παραπάνω ζωντανά, όρνιθες και κουνέλια καταναλώναμε ολοχρονίς, εκτός βέβαια από τσοι νηστείες, μικρή και μεγάλη σαρακοστή και τον δεκαπεντάρη…. Από τα αιγοπρόβατα, περισσότερο μας ένοιαζαν το γάλα και τα τυροκομικά, και λιγότερο το κρέας, μιάς και η παραγωγή δεν είτονε μεγάλη. Μάλιστα δε, η πανελλήνια συνήθεια του Πασχαλινού αρνιού, δεν είτανε καθόλου διαδομένη στα μέρη μας….

Αντίθετα από τα παραπάνω, υπήρχε απόλυτη ταύτιση των Χριστουγέννων με τη σφαγή των χοίρων, όπως και σε ορισμένα άλλα μέρη της Ελλάδας. Κάθε καλονοικοκύρης, απούχενε τη βολή του στο σπίτι ντου, είπρεπε να κάνει κολάι από νωρίς, άμα θε λα νοίξει ο καιρός (Απρίλη-Μάη) να πάει στο παζάρι να διαλέξει ένα θηλυκό γουρουνάκι να το αναθρέψει μέχρι τα Χριστόγεννα. Είπρεπε να πάρει  καλές συστάσεις ο νοικοκύρης για τσοι γουρούνες του πωλητή, μιάς και μοναδικός στόχος είτανε νάναι το γουρούνι καλόφαγο, να τρώει κάθε είδους περίσσεμα από το σπίτι του αφεντικού και να παχαίνει μέχρι τα Χριστόγεννα. Χοιρομητέρες είχανε στην απάνω ρίζα, και συνήθως μας έφερναν γουρουνάκια από τσοι Μέλαμπες…

Μπορεί σήμερο να ακούμε κάπου-κάπου πως τα γουρουνάκια έγιναν μέχρι ζώα του …σαλονιού, όμως η συνήθειά τους να σκάβουν με τη μουσούδα τους, να επιδιώκουν να δροσιστούν το καλοκαίρι λόγω του λίπους τους, τα έχει χαρακτηρίσει με τα παντός είδους κοσμητικά που έχουν σχέση με τη βρωμιά… την απλυσιά. Εϊτονε λοιπόν από τα λίγα ζώα που δεν μπορούσαν νάναι στον ίδιο χώρο με τα΄ανθρώπους, και είτονε η μόνη δυσκολία στην αναθροφή τους. Συνήθως σε κάθε γειτονιά είτανε χώροι σε άγονα χωράφια ή οικόπεδα που έδενε ο καθένας το γουρούνι του και ωρισμένες περιοχές μοιάζανε με … πάρκινγκ  γουρουνιών. Μια τέτοια θέση είτανε ακριβώς βόρεια από το  σημερινό γήπεδο μπάσκετ στην έξοδο του χωριού, προς Μάταλλα καθώς και αντίστοιχα βόρεια στο άλλο παρκάκι στην είσοδο του χωριού από Μοίρες . Πολλές φορές τα γουρούνια μένανε εκεί αφύλακτα, όπου τα φρόντιζαν τα αφεντικά τους… Η ζωοκλοπή δεν είτονε τόσο εύκολη υπόθεση εκείνα τα χρόνια, ειδικά για τα γουρούνια, γιατί από τη μια δεν υπήρχανε μεταφορικά μέσα για να απομακρυνθεί γρήγορα ο κλέφτης, και από την άλλη τα γουρούνια είτανε ….φασαριόζικα και ανυπάκουα ζώα, οπότε είτανε βέβαιο πώς ο κλέφτης θα επέσυρε την προσοχή των χωργιανών με αποτέλεσμα τη σύλληψή του….

xoiros

Ένας καλοθρεμένος χοίρος, σκειάς εκατό οκάδες...

Το σφάξιμο των χοίρων, αν και μέρος της πραγματικότητας εκείνων των χρόνων, εν τούτοις αποτελούσε μια άγρια από τη φύση της  εργασία, που όμως όλοι μας είχαμε εξοικειωθεί με την ύπαρξη και την αναγκαιότητα της. Οι οιμωγές των χοίρων ήταν στην πραγματικότητα ανατριχιαστικές… Άλλωστε ήταν χαρακτηριστικές οι φράσεις  «κάνει σαν γουρούνι όντε το σφάζουνε» για εκείνους που ουρλιάζουν απελπισμένα από τον πόνο του τέλους.   (Κάπου στον Μεσσαρίτικο τύπο, ένας από τους λαογράφους των τοπικών ιστοριών της Κρήτης, ανάφερε χαρακτηριστικά για κάποιον καπετάνιο  από τα Ρεθεμνιώτικα, που ευτύχησε να ζήσει και στην ελεύθερη Κρήτη: «Ο Καπετάν ….  κάθε προπαραμονή  Χριστουγέννων, που σφάζανε τσοι χοίρους  στο χωργιό, έφευγε μακρυά από το χωριό του, γιατί δεν εμπόργιε να αντέξει τσοι φωνές των χοίρων όταν τους σφάζανε. Όλα αυτά του φέρνανε στο νου τσοι φωνές των Χριστιανών όταν τσοι  σφάζανε οι Τούρκοι ….».


Όταν φθάνανε τα Χριστόγεννα,  δυο-τρεις μέρες πριν, έπρεπε να σφάξουμε το χοίρο και να αρχίνίξωμε να τονε καταστένομε.  Βέβαια η όλη διαδικασία δεν είτονε εύκολη δουλειά μιας και τα ζώα είτονε πολλές φορές πάνω από εκατό οκάδες… Η λύση που είχανε βρει οι χωργιανοί είτονε η συνεργασία μεταξύ ντωνε, και η αλληλοβοήθεια… Συνήθως σε κάθε γειτονιά μαζευόντουσαν 3-5 νοικοκυραίοι και εσχεδιάζανε τα σχετικά:

-Πρώτο και καλύτερο είτονε να ετοιμάζουνε ξύλα και μια υπαίθρια μεγάλη παρασθιά για το μπουγαδοτσίκαλο, όπου βράζανε το νερό για να μαδήσουνε το χοίρο. Αν υπήρχε ρακοκάζανο στην γειτονιά, είτονε η καλύτερη λύση, μιάς και βράζανε όσο νερό θέλανε σ΄αυτό. Έπρεπε ακόμη νάχουν και βολικό πηγάδι γστο υπαίθριο σφαγείο, για να παίρνουν νερό και να μην το κουβαλούν σε μεγάλη απόσταση.

(ΣΦΑΓΕΙΑ: Σήμερο, με την αύξηση του όγκου καταλάλωσης κρέατος, αλλά και τους ορθότερους κανόνες υγειινής, έγιναν επίσημα σφαγεία. Πρόγονος αυτών υπήρξαν τα Δημοτικά σφαγεία Μοιρών (1955;), 100 μέτρα μετά από την Αποψη του Νότου, στην έξοδο των Μοιρών προς Τυμπάκι και δίπλα στο ρέμα-αποδέκτη των λιγοστών λυμάτων. Το σφαγείο χρησίμευε στους κρεοπώλες των Μοιρών όταν αγόραζαν ζώντα ζώα για την τοπική αγορά.)

-Είπρεπε ακόμη να βρουν μια ξυλόσκαλα ή ένα βολόσυρο, για να βάλουνε το σφαγμένο χοίρο επάνω για να τον μαδήσουνε… Ακόμα να φέρουνε μερικά σακιά πάνινα, που κρατούσαν ζεστό και βρεγμένο το δέρμα του χοίρου για να μισοβράσει και να μαδιούνται οι τρίχες…

-Είπρεπε να βρίσκεται κοντά καμιά βολική ελιά, όπου κρέμαγαν από το τσιγκέλι το χοίρο για να του ανοίξουν την κοιλιά και να του αφαιρέσουν τα εντόσθια.

– Η κάθε νοικοκερά του σπιθιού, είπρεπε να φέρει τα απαραίτητα τσικάλια, πετρολεκανίδες,  κοφίνια, για να βάλουν τα μισοκαθαρισμένα εντόσθια του χοίρου, την κεφαλή,  το σικώτι. Και βέβαια η κανάτες για το ζεμάτισμα και το ξέπλυμα του χοίρου, τα μαχαίργια και τα αποδέλοιπα χρειαζούμενα είπρεπε νάναι από νωρίς στον τόπο τση μάζωξης…

XOIROS 2

Ο σφάχτης, και οι νυκοκυραίοι κρατώντας το χοίρο...

 

-Είπρεπε ακόμη να καμουνε κουμάντο, για το σφάχτη, δεν είτονε απαραίτητο νάναι κασάπης, όμως εκείνος που έκανε τη συγκεκριμένη δουλειά έπρεπε να γνωρίζει ώστε να μην ταλαιπωρεί το ζώο. Συγκεκριμένα, ώφειλε ο σφάχτης να βάλει το μαχαίρι από την τραχεία στο στέρνο του ακινητοποιημένου ζώου λοξά ώστε να καρφώσει την καρδιά προκαλώντας ανακοπή, και όχι απλά να του κόψει το λαιμό, περιμένοντας πότε να ξεματώσει εντελώς το ζώο και να πεθάνει μετά από αρκετά λεπτά ταλαιπωρίας. Φυσικά, όλο αυτό το χρόνο, το ζώο κρατιώταν ακινητοποιημένο κάτω από το βάρος τριών- τεσσάρων ανδρών που με σχοινί είχαν δέσει το στόμα και πολλές φορές και τα πόδια του ζώου… Δεν ήταν σπάνιο το επεισόδιο της ..δραπέτευσης του μισοσφαγμένου ζώου από κακή συνεννόηση του σφάχτη και των βοηθών του…

Όλα λοιπόν τα παραπάνω έπρεπε να ετοιμαστούν και από νωρίς, 3-4 το ξημέρωμα, να ανάψει η φωτιά να βράσει το νερό και να ειδοποιηθεί ο σφάχτης.  Φυσικά ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε να πάει σε πάρα πολλά σπίτια, για να σφάξει τα γουρούνια των νοικοκυραίων. Μετά το σφάξιμο, το ζώο μεταφερόταν πάνω στη σκάλα και σκεπαζόταν με τα σακιά. Περιχυνόταν με καυτό νερό, και σε λίγη ώρα ξεσκεπαζόταν και ξύνοντας το δέρμα απομακρυνόντουσαν οι τρίχες. Μετά αναλάμβαναν να τον κρεμάσουν με ένα τσιγκέλι σε ένα δένδρο συνήθως ελιά και να συνεχίσουν να του καθαρίζουν όλες τις τρίχες Στο τέλος, τις  ελάχιστες που έμεναν τις τσούδιζαν, πανα πει τις τσουρούφλιζαν ανάβοντας κανένα ασκινοπόδι ή αστοιβίδα.  (εύφλεκτοι αγκαθωτοί θάμνοι).  Μετά από την πλήρη αποτρίχωση του χοίρου,  αναλάμβανε ο τεχνίτης να τον ξεκοιλιάσει και να τακτοποιήσει τα εντόσθια.

χοιρος

Ο χροίρος κρεμασμένος στα μεσοδόκια, έτοιμος να τονε καταστέσουνε οι νοικοκυρές...

Βέβαια η όλη εργασία είχε τη μορφή  …βιομηχανικής παραγωγής. Μέλη της ομάδας ετοίμαζαν το δεύτερο χοίρο για σφαγή, μάδημα, κρέμασμα, τσούδισμα, ξεκοίλιασμα, κλπ,  μετά ακολουθούσε ο τρίτος κοκ. Μέχρι το μεσημέρι έπρεπε να έχουν τακτοποιηθεί όλοι οι χοίροι της ομάδας και να μεταφερθεί κάθε  ζώο στο σπίτι του ιδιοκτήτη, όπου κρεμιόταν από το μεσοδόκι στη μέση του σπιθιού. Μπορεί να μην ήταν  ότι καλύτερο στο σπίτι, μα και για λόγους καθαριότητας  του ίδιου του κρέατος, αλλά και παραπέρα επεξεργασίας, ήταν η πιο βολική θέση.

Εμείς τα κοπέλια, είχαμενε ένα όνειρο:  Τη φούσκα του χοίρου! Πανα πει, μετά το σφάξιμο και το ξεκοίλιασμα του χοίρου αφαιρούσανε προσεκτικά την κύστη του χοίρου και την έδιδε ο χασάπης του κοπελιού του αφεντικού…. Εμείς με τη σειρά μας, την καθαρίζαμε την φουσκώναμε και αρχινούσαμε το παιχνίδι… Δεν είτονε μαθές  ακόμη οι πολυχρωμες πλαστικές μπάλες ή μπαλόνια ούτε στο εμπόριο μα ούτε και στην περιοχή μας….

Από το κρεμασμένο χοιρινό κοβόταν όσα κομάτια ήταν να μαγειρευτούν για το χριστουγενιάτικο τραπέζι. Πολλές φορές το κοντοσούβλι ήταν πολύ εύκολη δουλειά την ημέρα των Χριστουγέννων, με το μεν κρέας κρεμασμένο και άφθονο στη μέση του σπιτιού,  τη δε φωτιά να ανάβει για να ζεστάνει το σπίτι και τους νοικοκυραίους…. Φυσικά και το κρασί ήταν είδος σε αφθονία, μιάς και η περιοχή ήταν γεμάτη με αμπέλια. Άλλωστε στα «χρειαζούμενα» του σπιτιού,  που αλλού αναφέρω,   εκείνα τα χρόνια ήταν και το πατητήρι, για να πατούμε τα κρασοστάφυλα τον Αύγουστο και να αποθηκεύουμε τις ελιές που καθημερινά μαζεύαμε  το χειμώνα.

Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, όσοι είχαν χοίρο είχαν αρκετή, έστω και ευχάριστη, δουλειά. Έπρεπε να ξεκινήσει η διαδικασία αξιοποίησης και συντήρησης  όλων των  μερών του χοίρου. Τα χοιρινό έπρεπε να εφοδιάσει με κρέας την οικογένεια για μερικούς μήνες, συνήθως μέχρι το ξεκίνημα της πασχαλινής νηστείας.

Το κεφάλι, και τα  πόδια ήταν   η πρώτη ύλη για την τσιλαδιά , την πηκτή. Παρά την έλλειψη ψυγείων, η σωστή αναλογία κρέατος και χυμού από νεράντζι και πορτοκάλια που έδιδαν και άρωμα αλλά και το απαραίτητο ξινό, παρασκευαζόταν μια εξαιρετική πηκτή, που επέτρεπε τη συντήρηση μέρους του χοιρινού μέχρι του Αγίου Αντωνίου, μέρα που παραδοσιακά ανοίγαμε την τσιλαδιά.

Άμεσης κατανάλωσης μαγειρικό ήταν οι αμαθιές, που δεν ήταν άλλο από μέρος των εντοσθίων κυρίως το στομάχι που μετά το πλύσιμο γεμιζόταν με ρύζι σταφίδες και μπαχαρικά, και μαγειρευόταν στην κατσαρόλα.

Μετά από αυτές τις πρώτες εργασίες άρχιζε η συστηματική δουλειά. Έπρεπε να γδαρθεί το χοιρινό, αφαιρώντας λωρίδες τριών εκατοστών καθόλο το μήκος του κρεμασμένου ζώου, μαζύ με το υποκείμενο λίπος. Σημειωτέον δε, πως τα χοιρινά εκείνης της εποχής είχαν άφθονο λίπος 2-4 πόντους πάχος κάτω από το δέρμα. Αυτό το λίπος είταν ευπρόσδεκτο, μιάς και υπήρχε εκείνα τα χρόνια και σκληρή δουλειά , αλλά και έλλειψη φαγητού. Οι παραπάνω λωρίδες κοβόντουσαν στη συνέχεια σε κύβους 3Χ 3  εκ και ριχνόντουσαν σε ένα τσικάλι στη φωτιά, με αποτέλεσμα να λιώνει το λίπος στο μεγαλύτερο μέρος του εξάγοντας το χοιρινό λίπος τη γλίνα.  Το υπόλειμμα ξεροψημένο αλλά με αρκετό λίπος και ελάχιστο κρέας αποτελούσε τις τσιγαρίδες. Ήταν λόγω του τηγανισμένου λίπους αρκετά νόστιμες και θρεπτικές, και επειδή δεν αλοιωνότουσαν  εύκολα πολλές φορές τις διατηρούσαν ακόμα και μέχρι τον Ιούλιο  σαν συμπλήρωμα του υπαίθριου φαγητού κατά το θέρος…

Από ορισμένα μέρη του χοιρινού κοβόντουσαν λωρίδες καθαρού κρέατος με ελάχιστο λίπος και αυτές αποτελούσαν τα απάκια, (το καπνιστό χοιρινό).

Ορισμένα μέρη του χοιρινού, όπου το κρέας και το λίπος ήταν πολύ δύσκολο να διαχωρισθούν,  κοβόντουσαν σε μικρές μπουκιές και ψηνόντουσαν μαζί, αποτελώντας τα σύγκλινα, γνωστά στην Κρήτη, αλλά και στη Μάνη. Ήταν και αυτός ένας αποτελεσματικός τρόπος συντήρησης του κρέατος στο χοιρινό λίπος.

Ακόμα, στα έντερα του χοιρου   αποτελούσαν ένα πρώτης τάξης τρόπο οικιακής παρασκευής λουκάνικων. Κομμάτια κρέατος, συνήθως βουτηγμένα στ ξύδι, καθώς και φλίδα πορτοκαλιού και μπαχαρικά αποτελούσαν την γέμιση. Από κει και μετά τα λουκάνικα και τα απάκια κρεμόντουσαν σε κάθετα στον άξονα του τζακιού ξύλα, από κατασκευής τοποθετημένα σε αυτή τη θέση. Σημειωτέον βέβαια, πως τα τζάκια εκείνης της εποχής είχαν διάμετρο φούσκας περί το ενάμισι μέτρο και προβλεπόταν η παρασκευή καπνιστών χοιρινών σε αυτά. Ωφειλε λοιπόν ο νοικοκύρης να κουβαλά ξύλα, πολλές φορές δε και αρωματικά, όπως φασκομηλιές, ώστε με τη ζωηρή φωτιά και τον καπνό, να ψηθούν και να συντηρηθούν τα απάκια και τα λουκάνικα για αρκετούς μήνες…

Από τα παραπάνω λοιπόν, το μόνο μέρος του χοιρινού που απαιτούσε άμεση κατανάλωση ήταν τα εντόσιθα με τις αμαθιές και το σικώτι με τα πνευμόνια. Ειδικά τα τελευταία ήταν άμεσης κατανάλωσης την ημέρα των Χριστουγένων.

18/12/2008

Μαναριά και Μανάρια

Δε κατέχω μα το θεό ντον ένα, είντα κιαολιάς νιτερέσα είχανε οι διάφοροι άγιοι Ευτύχιος, Ευτυχιανός και η αδελφή αυτών Κασιανή με κάποιους Λισταριανούς, και εφάγασινε την κεφάλα του ενούς στη Μαναριά …. Εμένα μου μυρίζει σαν έγκλημα τιμής, συνηθισμένο πράμα στην Κρήτη του καιρού μου, γυναικοδουλειά τέλος πάντων, συνηθισμένος τρόπος να ξελαγαρίζουνε οι Κρητικοί τσοι διαφορές τωνε, ακόμη και στσοι μέρες μου……

Από την άρχη του καιρού επέρνουνα από τη Μαναριά…. Οντε είμουνε κοπέλι εκάθουμνε πισοκάπουλα στο ψαρό μας γαϊαρο να πάμε να κόψομε φουρνόξυλα και ο κύρης μου μούλεγενε, δείχνοντας ένα μεγάλουρο χαράκι πενήντα μέτρα κάτω από το μονοπάτι απου ανηφόριζε ο γάιδαρος μας μέχρι να σωπατήσει στη αυλή τσ΄εκκλησάς του Μιχαήλ Αρχάγγελου:

-Θωρείς το εκειονέ το χαράκι; Εκειά επροκάμανε οι ληστές τον Άγιο Ευτυχιανό και τονε βάλανε απάνω στο χαράκι, εσήκωσενε ο γεις τη μανάρα και τουδοσε μια στη ν κεφαλή και του την έκοψενε Είχε νε τόσονα ζόρε, απου έμεινε στο χαράκι η λακούβα από το χτύπο τση μανάρας ….Γι’ αυτό επαέ τη πλαγούρα την εκατέχουνε σαν: μαναριά….

Δεν είτοντε βολικό να ξετσουρλίσω να πάω εκειά απούτανε ο χάρακας…., και μούμεινε στο κοπελίστικο μυαλό μου σαν ιερό και σεβάσμιο μέρος, όπως με δασκάλευε ο κύρης μου με την αμάθειά ντου…

Επεράσανε χρόνια πολλά, και η τεχνολογία μασε πρόσφερε και γκρέιντερ και εκσκαφείς κλπ και μιάς και θελα μασε χαλάσουνε το παραμύθι οι μπολτόζες αμα θελα χώσουνε το χαράκι στα χώματα, οντε θελαανοίξουνε το δρόμο για την Οδηγήτρια, είπανε να πάρουνε με ένα φορτωτή το χαράκι να το αποθέσουνε στην πόρτα του Μιχαήλ Αργάγγελου, εκατό μέτρα πιο πάνω, να θωρούνε οι αθρώποι τη Μαναριά…

Κάθομαι και σκέφτομαι πως αμα δεν κάμω αμαρτία, αμα δε βάλω το μυαλό μου να σκεφτεί δεν είναι δυνατό να το χωνέψω: Καλά μωρέ το να φας μια μαναριά και να σε πάρει ο διάολος, αυτό είναι το πιο συνηθισμένο πράμα,…Θαύμα θάτανε να πέσει η μαναριά στην καυκάλα ντου του …άγιου και να μην πάθει πράμα….

Από τη άλλη πάλι θωρώ στο χαράκι μιά χαραμάδα, απου είπρεπε να το κουρκουνά κειανείς μιά ώρα για να τηνε κάνει με τη μανάρα….. Και θα μου πεις εδά: μα γιάντα μπρε συμπεθεράκι εισαι τόσονα μπροσάφορομος με αυτά που σου λένε οι παπάδες ….. Ε,… γροικάτε το λοιπός γιάντα γούζομαι:

-Εγώ μπρε και εσεις για να κοψομε ενα γομάρι ξύλα τα εκουρκουνούσαμενε σκειάς δεκα ώρες τα παντέρμα με τη μανάρα. Σκέφτομαι το λοιπός: λές να τανε ο θιός με την μπάντα των ληστών (ο θιός δεν είναι απού κάνει τα θάματα;) αλλοιώς, πώς να το καταλάβω πως η μανάρα του ληστή εκόντεψε να διαλύσει το χαράκι….. Ο θιός να μου συγχωρέσει μωρέ κοπέλια, μα φαίνεται μου πως έπρεπε να κόψει κι άλλα κεφάλια ο ληστής, ….

-Το πιό προσοδοφόρο επάγγελαμα του Δυτικού κόσμου το ανακαλύψανε οι Χριστιανοί ηγέτες. Γίνανε που λέτεΑΓΙΟΠΟΙΟΙ και τη βολεύανε πολύ καλά. Είναι σαν να στήνεις ένα εισπράχτορα στο πουθενά να σου μαζεύει λεφτά…. Ή να ξεπουλάς, ή απλά να επιδεικνύεις, τις …τρίχες της μοναχής Φεβρωνίας και να σε πληρώνουνε… Αλήθεια, πως και δεν έχουνε πάρει χαμπάρι οι αλλοδαποί κακοποιοί τη χαζομάρα και το κόλλημά μας με τα διάφορα «χριστικανικά» εκθέματα παρά παιδεύονται στα φανάρια; Για θυμηθείτε τον Εφραίμ με το κουτί που περιέφερε στην Αθήνα…. Παλιά, λίγοι θυμούνται τσ΄αρκουδιάρηδες με τσ΄αρκούδες και το ντέρφι… Όταν «εκπολιτιστίκαμε», γδάραμε τσοι αρκούδες και τσοι κάμαμενε γούνες, απειλήσαμε με ισόβια τον …καπιταλίστα τον αρκουδιάρη, επειδή όμως η «δουλειά» είχενε ψωμί, την πήρανε επάνω τους οι παπάδες… Εκεί να δεις χρήμα… Και η σύγρονη αρκούδα με τον αρκουδιάρη της (το «αξιον εστί» και ο Εφραίμ ντε !) να γυρίζουμε όχι βέβαια στα πανυγήρια (είντα, ψιλικατζής είναι ο άθρωπος;) μα στα υπουργικά γραφεία!

Και εκειά απού εκόντευα να ξεχάσω το Χριστόδουλο, είρθενε να με ανακατώσει το άνοιγμα του σπιθιού ντου στο Ψυχικό, 10 μήνες μετά το θάνατό ντου. Είντα πράμα είτονε μωρέ αυτό! Ο κακομοίρης ο Φίλιππος στη Βεργίνα, μπορεί νάτονε αλεργικός στη σκόνη και έσαξε ένα χρυσοποίκιλτο τάφο. Θα πεις βασιλιάς είτονε, 2500 χρόνια πιο παλιά είτονε, που να σκεφθεί ο άνθρωπος σωστά… Σα δεν μπιτίζει, τέθοια κάνασινε οι βασιλιάδες και ίσα-ισα κανα δυό κρατήσαμενε, στην βόρεια Ευρώπη, για να φοβερίζομε τα κοπέλια μας…. Και σούρχεται ο Χριστόδουλος καιείχενε σε τιμαλφή μήτρες ράσσα, πατερίτσες και άλλα στοιβαγμένα στο Ψυχικό άνω των 100 εκατομυρίων Ευρώ!Το πόσο ρευστό μπορεί νάχενε και που εξαφανίστηκε, ένας θεός το κατέχει !

Και έρχοχμαι εδά και σκέφτομαι: πόσοι αθρώποι (αλλοι καλοί και άλλοι κακοί) επομείνανε άλυωτοι, και οι πονηροί έμποροι του χριστιανισμού τους μετατρέψανε σε παϊδάκια προς πώληση, κατόπιν αγιοποιήσεως! Ποιος; Ο Αγιοποιός Χριστόδουλος ! Ήμαρτον ! Έμποροι των Αγίων λοιπόν, σε συνδυασμό με τη βιομηχανική κατασκευή τους με τη σίγουρη μέθοδο της «Αγιοποίησης», είναι η μοναδική, δυστυχώς, εμποροβιομηχανική δραστηριότητα, που δεν φοβάται την ύφεση! Τι καλά που θάτανε να πλήρωναν και κανα φόρο! Όμως το πρόβλεψαν οι πονηροί, και έχουν τις φοροαπαλαγές τους. !

Επειδή όμως η ιστορία έχει και πραγματικά στοιχεία, το παραμύθι τση Μαναριάς άμα θέτε το πιστεύετε. Το άλλο, για τα …. Μανάρια της εκκλησιάς μας, καλά θα κάνε τε να μην το πιστέψετε, όχι επειδή σας το λέω εγώ ο …αμαρτωλός, αλλά γιατί όπως βλέπετε και μόνοι σας, συμβαίνουν κυριολεκτικά ….ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ… ΠΏΣ ΛΟΙΠΟΝ ΚΆΠΟΙΟΣ ΑΦΕΛΗΣ, όπως ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΜΕ;

Εγώ πάντως, μιάς και επέρασα και φέτος το καλοκαίρι από το Μιχαήλ Αρχάγγελο πηγαίνοντας στο Αγιοφάραγγο και στσοι Καλούς Λιμένες, σας δείχνω την φωτογραφία του χαρακιού, μπροστά από την πόρτα του Μιχαήλ Αρχαγγελου, Θωρείτε τη Μαναριά απούφαε το Χαράκι;

(Ε,… ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΟΎΣΑΜΕ ΛΕΕΙ ΝΑ ΔΟΣΟΜΕΝΕ ΚΑΙ ΕΜΕΊΣ ΜΙΑ ΜΑΝΑΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑ ΚΑΜΠΟΣΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΤΣ’ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΣ ΤΩΣ ΑΝΑΒΕ ΟΣΑ ΚΕΡΙΑ ΤΟΥ ΓΟΥΣΤΑΡΕ, ΟΠΟΙΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΛΟ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΣΟΙ ΚΑΝΕΙ ΑΓΙΟΥΣ….. )

p8020058

Κάπου 10 χιλιομετρα βόρεια η οροσειρά του Ψηλορείτη, και μπροστά σου ένας βράχος, που στη δεξιά φωτισμένη από τον καλοκαιρινό ήλιο πλευρά του μιά σχισμή, η μαναριά (=τσεκουριά, για τους μη Κρητικούς…).Αν σας πονά λίγο το κουτί με το κόκκινο πλαστικό χρώμα και ο σκοπός του, έεεε τι να κάνουμε, Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ (λένε…)

p8020060

Σύ είπας….

p8020063

Στο γνωστό μύθο του Αισώπου, όταν ο φουκαράς γέρων, φορτωμένος ένα δεμάτι ξύλα παραπατούσε από την κούραση και παρακαλούσε το χάρο ναρθει, όταν αυτός σε λίγο ήρθε πραγματικά, ο γέρος τουπε το … αμίμητο: Να μου σηκώσεις το δεμάτι ! (ϊνα το φορτίον άρεις!). Θα μου πεις βέβαια: που τονε θυμήθηκες τον Αίσωπο χριστιανέ μου; Μα άμα, 50-100 χρόνια πίσω, έχεις ένα κακογαϊδουρο φορτωμένο ξύλα και είναι πίσα σκοτίδι και ψιλοβρέχει ολημερνίς τση μέρας και δεν έχεις απάνω σου μητεμιά στεγνή κλωστή, και θεωρείς το γάϊδαρό σου επαέ να πατεί και εκέ να βρίχνεται, όι το Χάρο θα παρακαλέσεις απούλεγε ό Αίσωπος, όι του Μιχαήλ Αρχάγγελου θα τάξεις άρτους, μονό και το …κοπέλι σου να δεκαπενταρήσει στο Μάρτσαλο, ετσά πουτόπαθα εγώ οντενείμουε στην κούνια.

p8020061

Η Κρήτη έχει και άλλους μύθους και θρύλους. Ό Δημήτρης Τσεμπεράς δίδει, με την καμπάνα του Μιχαήλ Αρχάγγελου, το σύνθημα για την αναχώρηση για τον άλλο Θρύλο: Οδηγήτρια ! Μάρτσαλο ! Αγιοφάραγγο ! Καλοί Λιμένες ! Λέντας ! Καλό μας ταξίδι …

16/12/2008

Δένδρο των Χριστουγέννων1972

Filed under: ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 12:42 μμ
Tags:

tree-1972

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !

Πετροκεφάλι 1972, παραμονές Χριστουγέννων. Θα τολμούσα να πω αλλαγή εποχής. Κάποια λίγα πράγματα άρχισαν να σηματοδοτούν τη ραγδαία αλλαγή στις συνήθειες του χωριού, που όμως δεν είχανε ακόμα παγιωθεί. Θα μου πείτε βέβαια, πως σε κάθε εποχή κάθε άνθρωπος θέτει στο κέντρο του κόσμου τον εαυτό του και τη δική του ηρωική στιγμή, θεωρώντας σαν αλλαγή του κόσμου, την αλλαγή του δικού του κόσμου…. Μα όχι, είναι σίγουρο, πως ενώ και άλλες φορές ο κόσμος είχενε δικτακτορία, και άλλες φορές έγιναν ιστορικά γεγονότα, μα ακόμα και απελευθέρωση από διάφορους κατακτητές, δεν είχε τόσο ριζοσπαστική αλλαγή στη συμπεριφορά του ανθρώπου, όση η αλλαγή που συντελέστηκε σε λίγα μόνο χρόνια, 1960-1980 Ας γίνουμε πιο αναλυτικοί:

Η μεταφορά της πληροφορίας στο σπίτι του καθενός πυροδότησε συγκλονιστικές εξελίξεις στην κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου, που με τη σειρά της επέφερε ριζοσπαστικές αλλάγές στην αντίληψη των θεμάτων παιδείας, αλλά και γενικότερα των ανθρώπινων σχέσεων και επαφών, μα και του κοινωνικού ελέγχου στις κλειστές κοινωνίες. Η μεταφορά της πληροφορίας, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν αλήθεια ή ψέμα, ενημέρωση ή προπαγάνδα, είδηση ή πονηρή διαφήμιση, άρχισε να φτάνει μέσα στο σπίτι του καθενός. Αρχικά το ραδιόφωνο, αλλά μετά το 1968, και μεσούσης της δικτακτορίας, η τηλεόραση, με την εικόνα της έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις συνήθειες ήθη και έθιμα των χωριών. Το τηλέφωνο από τη μεριά του αν και όχι μαζικά, έγινε και αυτό εργαλείο γρήγορης εξατομικευμένης ενημέρωσης των ανθρώπων του χωριού.

Ο εξηλεκτρισμός μόλις που είχε πάψει να μπουσουλά στα χωργιά, και έγινε σχεδόν υποχρεωτικό εργαλείο φωτισμού. Όμως, η γνωστή βασική σήμερα ηλεκτρική οικοσκευή, ραδιόφωνα, ψυγεία και πολύ λιγότερο τηλεοράσεις, ακόμα δε πιο σπάνια ηλεκτρικές κουζίνες, ήταν αρκετά σπάνια στον οικιακό εξοπλισμό της εποχής εκείνης.

Όλα τα παραπάνω συνδυασμένα κρατούσαν μέν ζωντανά ακόμα τα καφενεία στην παραδοσιακή τους μορφή, αλλά με τάσεις τροποποίησης–αλλαγής και συγχρονισμού με τα δεδομένα των καιρών. Έβλεπες για παράδειγμα, κάπου-κάπου στα προ της διτακτορίας σπίτια ένα περίεργο μπαουλάκι, σε περίοπη υπερυψωμένη θεση, στα σπίτια των παλινοστούντων από το Βέλγιο-Γερμανία χωργιανών μας, σκεπασμένο με ένα ακριβό σεμεδάκι ή πλεκτό της γιαγιάς «- Είντάχεις μωρέ Νιολή εκιέ πάνω;» «-Η τηλεόραση κουμπάρε είναι, απούχμενε στη Γερμανία, άμα θανέρθει και επαέ θα τηνε βάνομε να θωρούμενε! – Είντα λογάται μπρε, απού εκουβάλιες τέθοιο μπράμα από τη άκρα του κόσμου, αυτή μωρέ θανείναι από μέσα θρούψαλα γινωμένη…»

Όταν λοιπόν ήρθε επιτέλους η τηλεόραση οι πρώτοι που την προμηθεύτηκαν είταν οι καφετζήδες του χωργιού, μιάς και το γνωστό τηλεοπτικό σήμα περί την τετάρτη μεσημβρινήν (ή έκτην; δε θυμούμαι καλά) που ξεκινούσε το εθνικό πρόγραμμα, μοναδικό τότε, ήταν κυριολεκτικά προσκλητήριο στους χωργιανούς να λάβουν θέση στα καφενεία, να σταματήσουν τις χαζοσυζητήσεις, να διακόψουν άρον-αρον την πρέφα και την κολιτσίνα, ακόμα να σταματήσουν και την παρεϊτσα στο διπλανό τραπέζι που τυχόν δεν τους απασχολούσε το θέαμα της στιγμής. Έπρεπε λοιπόν να σταματήσουν τα πάντα, μιάς και ο «άγνωστος πόλεμος» με τον Αντωνόπουλο, οι εκπομπές της Μαρίας Αλειφέρη και τα τόσα άλλα απαιτούσαν θρησκευτική κατάνυξη και προσοχή. Σαν κουρδιστά ανθρωπάκια οι θαμώνες των καφενείων έστριβαν τα καθίσματά τους μονομιάς προς την οθόνη της τηλεόρασης, απαιτώντας ακρα ησυχία από τους τυχόν ομιλούντες στα διπλανά τραπέζια… «-Σσσσσσσ….., πάψετε μωρέ, θε θωρείτε πως αρχίνισε το έργο;» Εικόνες-φράσεις λαικού υπαίθριου σινεμά εκείνης τσ΄εποχής… Βέβαια, τους καλοκαιρινούς μήνες, η τηλεόραση τις βραδυνές ώρες, και φυσικά και οι θεατές της καθόντουσαν ετην αυλή των καφενείων και ποτέ μέσα σε αυτά, λόγω της ζέστης… Οι μαγαζάτορες βάζανε από νωρίς κάθε μέρα, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, το ψυγείο στην πρίζα (είτονε βλέπεις ακριβό το ρεύμα, και οι καταναλωτικές συνήθειες των ανθρώπων άργησαν αναναπτυχθούν), να προλάβει να κρυώσει λίγο τις γκαζόζες, τα λεμόνια, και ακόμα τους προγόνους της κοκα-κολα (τα ταμ-ταμ, για όσους τα θυμούνται…), συνηθισμένα κεράσματα τα εποχής εκείνης.

Έτσι άρχισε σιγα-σιγά να αποκαθηλώνεται η παντοδυναμία του Ρομάντζου, της Μάσκας, του Μικρού Ήρωα, του Γκαούρ-Ταρζάν, σαν λαϊκά αναγνώσματα όπως και των ραδιοφωνικών εκπομπών, τύπου «Μικρή πικρή μου αγάπη» , που έδιδαν μέχρι τότε τροφή στη φαντασία και τους έρωτες της νεολαίας…

Είτανε ο τελευταίος ολάκαιρος χειμώνας που πέρασα στο χωργιό πριν το εγκαταλείψω οριστικά. Τα έθιμα τσ΄αποδέλοιπης Ελλάδας είτανε γνωστά μόνο μέσα από τα ελάχιστα βιβλία για όσους είχαν πρόσβαση και έφεση στο διάβασμα, και βέβαια στους ταξιδεμένους… Η τηλεόραση όμως άρχισε σιγά-σιγά να τροφοδοτεί με το θέαμα και την εικόνα ενός διαφορετικού κόσμου και μάλιστα εικόνα ευπρόσδεκτη και κατανοητή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (σε αντίθεση με το διάβασμα…). Κάποιος λοπόν, και μάλιστα από τσοι στάμενους ανθρώπους του χωργιού, έριξε την ιδέα:

-Αντρέα, δεν σάζομε και μεις ένα Χρισουγενιάτικο δένδρο; Την ιδέα τη βρίκανε καλή όσοι εκάθουντανε στου Μπουρμά (Γεωργίου Ιωάννου Μπιτσακάκη) το καφενείο. Ανάλαβα το πλάνο της υλοποίησης και τον συντονισμό της επιχείρησης. Γρήγορα βρέθηκε ένας χωργιανός-χορηγός απούχενε ένα ψηλόλιγνο κυπαρίσι στο χωράφι του κατά τη γεώτρηση (προς του παπά την καμάρα) και μας έδοσε την άδεια να το κόψουμε. Βρέθηκε λοιπόν ένα βενζινοκίνητο ξυλοκοπτικό μηχάνημα και ένα τρακτέρ και το κυπαρίσι ήρθε αυθημερόν στην πλατεία. Χωρίς πολλή προσπάθεια το δένδρο, 7-8 μέτρα ψηλό, στήθκε στη μέση ακριβώς της πλατείας του χωριού. Τότε βέβαια η πλατεία δεν είχε διαμορφωθεί όπως σήμερα, και τα λίγα αυτοκίνητα που διερχότανε, ούτε εμποδίζονταν,μά ούτε και εμπόδιζαν το στήσιμο του δένδρου. Στη συνέχεια ανάλαβαν κάποιοι να διαδόσουν την προσπάθιεα στα διάφορα καφενεία και όλοι οι παρευρισκόμενοι στα καφενεία του Κοσμά, του Επιλοχία, και του Γιώργη του Δράκου, και φυσικά του Μπουρμά, με πρόχειρο έρανο μάζεψαν ένα ποσό χρημάτων για το στολισμό… Με τη βοήθεια των νεαρών τότε πρώτων ηλεκτρολόγων του χωργιού φτιάξαμε το κύκλωμα ηλετροφωτισμού και με αρκετές κλασικές, αλλά έγχρωμες, λάμπες φωτισμού από την αγορά των Μοιρών, φωταγωγήσαμε το Χριστουγενιάτικο δένδρο μας. Για τα χρυσοποίκιλτα στολίδια και άλλα φανταχτερά εξαρτήματα στολισμού της σημερινής εποχής, φυσικά ούτε λόγος να γίνεται.

Ήτανε μια προσπάθεια-θέαμα αρκετά πρωτοποριακή-φαντασμαγορική για τη εποχή της, μα και για την περιοχή μας. Θετικά φυσικά και τα σχόλια των περαστικών από τα γύρο χωργιά . Η ανέκαθεν καλή φήμη του Πετροκεφαλιού στην περιοχή της κάτω Μεσσαράς επιβεβαιώθηκε άλλη μια φορά….


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !

14/12/2008

Παραμονή Χριστουγέννων 1957 …

Παραμονή Χριστουγέννων… Ο βροχερός καιρός είχενε κατουμώσει και οι τελευταίοι Μεσσαρίτες από τα Νοτιοδυτικά Αστερούσια, (Πετροκεφάλι, Σϊββας, Κουσές, Λίσταρος και Πιτσίδα), ενιματούσανε τσοι γαιδάρους και εξεσουβιάζανε τα ζούμπερα απούχανε δεμένα να βοσκήσουνε στα λιβάδια, να γιαγείρουνε από νωρίς στα σπίθα ντως. Άλλοι πάλι είρχουνταν από το παζάρι, από τσοι Μοίρες, από τον ίδιο δρόμο: ΜΟΙΡΕΣ –ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΗΣ- ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΠΟΡΟΣ- ΜΕΣΟΣΤΡΑΤΙ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΙΑΡΗ- ΚΑΡΝΕΡΗΣ- ΚΑΜΑΡΑΚΙΑ- ΑΜΑΞΩΤΟΣ- ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ. Από κεια και πέρα, ο καθένας εσειράγα*για τον τόπο ντου… Ευτυχώς αθό ντη μέσα μπάντα (ήγουν στη Μέσα Μεσσαρά) δεν είχενε ρίξει πολύ νερό τσοι τελευταίες μέρες και είχενε κατουμώσει ο Γεροποταμός στον Κόκκινο Πόρο. Ήσερνε βέβαια ούλο ντο χειμώνα ο Γεροποταμός εκείνα τα χρόνια, μα οντενεκατούμωνε ο καιρός είχενε μισό μέτρο νερό στο πλάτωμα του Κόκκινου Πόρου, και οι γαϊδάροι και τα μουλάργια επερνούσανε προσεχτικά μέσα από τον ποταμό και χωρίς κίνδυνο. Ετσά, οι γιαθρώποι εκόβανε δρόμο και δεν ανεγυρίζανε από την Πομπιανή καμάρα. Είτονε τζάνεμ΄ μιαολιά ζόρικα στο μεγάλο δέμα και από του Μπαμπιονίτη το γιοφύρι μέχρι του Πετρογιάννη την καμάρα και του Μπαμπιονίτη το σπιτάκι, μα οι γαϊδάροι τση κάτω ρίζας είτονε μαθημένοι και επροσέχανε πια καλά από τσ΄ αθρώπους… (Ήπαθέντηνε μια βολά ο ξάδερφός μου σε εκειανά τα περίεργα καμαράκια του Καρνέρη: (Αυτά πρέπει να τάχανε σάξει οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι των Βαλκανικών πολέμων το 1912-18). Είχενε που λέτε ο ξάδερφός μου φορτωμένες ελιές τη μαύρη και τη γαλανή γαιδάρα του κυρούντου, και κατά που επέρνα στου Μπαμπιονίτη το γιοφύρι πέφτει η γαλανή γαϊδάρα φορτωμένη στη σαϊτα!. Και δεν ήφτανε απούπεσενε μέσα, μονό δεν εμπόργε η καμοοίρα η γαλανή γαιδάρα να ξεκολήσει από τσοι λάσπες. Ήλεγέμου το λοιπός ό ξάδερφός μου: Εμπήκα και γω στη σαϊτα, και της ξεφόρτωσα και επέταξα τσ΄ελιές και το σωμάρι απάνω στην καμάρα, μα πάλι δεν εξεκόλα η παντέρμη από τσοι λάσπες…. Αναγκάστηκα και την έβαλα στον καφά μου και τηνε σήκωσα και την επέταξα αθο του Τσιργώτη το χωράφι όξω από τη σαϊτα… )

Παραμονή Χριστουγέννων λοιπόν και, κατά που τόχανε συνήθειο κάθε Σάββατο, , είχανε πάει στο παζάρι από τα γυροχώργιουλα, για να πουλήσουνε τα λιγατάρικα πράματα απούχενε η εποχή των Χριστουγένων για πούλημα, μα το πιά πολύ για να κάμουνε τσοι πουσουνιές των Χριστουγέννων, κατά που εμπόργιε ο καθένας… Οι πουσουνιές είτονε, διάφορα χρειαζούμενα για να καταστέσουνε το χοίρο (πηλοτσίκαλα για την τσιλαδιά, συγλινοκουρούπες για τα σύγλινα, κειανα κοφτερό μαχαίρι να κόψουνε τσοι τσιγαρίδες και τα απάκια). Άλλοι πάλι επηγαίνανε να κονίσουνε τα μαχαίργια στου Μαχαιρογιάννη και να γανώσουνε το μπουγαδοτσίκαλο για τη χοιροκεφαλή. Επουσουνίζανε ακόμη και διάφορα καλολοϊδια (ξηροί καρποί, κάστανα) , μιάς και το καλούσανε οι μέρες… Δεν είχαμε μαθές καστανιές στον τόπο μας, και τα κάστανα είτονε ψηλά στην εκτίμησή μας. Άλλοι πάλι επουσουνίζανε κειανά ζευγάρι παπούτσα (ελβιέλα γι αλυσίδα ) των κοπελιών τως, να πάνε καλικωμένα στην εκκλησά τα Χριστόγεννα. Εγροίκας αποσπέρας τη μάνα να φωνιάζει του Μανωλιού: Ξάνοιξε μωρέ Μανωλιό να βρεις ένα καλάμι να σου κάμω ξαμάρι στην πατούσα σου, να σου πάρω αύριο παπούτσα. Άλλη πουσουνιά των ημερών είτονε δυο-τρεις πήχες δρίλι να τοσε ράψει η μάναντωνε κεινα κοντοπατέλονο γι σώβρακο να το γκεινιάσουνε την πρωτοχρονιά. Πολλοί πάλι που δεν είχανε χοίρο, επηγαίνανε στο χασάπικο στσοι Μοίρες και επουσουνίζανε καμπόσες οκάδες κρέας για να το καταστέσει η κερά ντωνε για το Χριστουγενιάτικο τραπέζι. Εμείς δεν είχαμενε τη συνήθεια τση γαλοπούλας στα μέρη μας, μα το χοιρινό είτονε σχεδόν απαραίτητο τα Χριστούγεννα στα σπίθια των νοικοκυραίων… Φαίνεται πως το κάνανε και από αντίδραση στσοι Τούρκους (που δεν τρώγανε χοιρινά).

Εϊμουτανε με τον κύρη μου στο ξοχικό μας στα Καμαράκια και η μάνα μου με την αμπλά μου είχανε έρθει από τσοι Μοίρες… Είχαμενε μαζώξει τα μαρτάρικα, ότι λαχανικά μασε χρειάζουνανε και επήραμενε τα μπράτη μας και ετοιμαζόμασταν να γείρομε νωρίς – νωρίς αθό ντο χωργιό. Είχαμενε βγάλει και καμπόσες οκάδες πρωτοφανίστικες Λασηθιώτικες πατάτες από τον κήπο και καμπόσους κεντανέδες (ένα είδος πράσου) για να καταστέσει το μαγερικό η μάνα μου τη δεύτερη μέρα των Χριστουγένων με κειαμιά οκά χοίρο. Εϊχαμενε ξεκρεμάσει και από τα δοκάρια μιά δεκαριά ολοκόκκινες χειμωνικές ντομάτες για να νοστιμίσει στο φαί των Χριστουγέννων. Εκείνα μαθές τα χρόνια εντακάρανε οι Αντισκαριανοί να φυτεύουνε χειμωνιάτικες ντομάτες αθο ντα Πλαθιά Περάματα… και μέχρις τοτεσάς, πουθενά στην Ελλάδα δεν είτανε ντομάτες τα Χριστόγεννα… Εμείς στον κάμπο, εκτός από τσοι κανονικές ντομάτες, εφυτεύαμε το καλοκαίρι και καμπόσες ρίζες μιάς ποικιλίας απού τσοι λέγαμε χειμωνικές, και όπως είτανε μικρές σε τσαμπιά τσοι αρμαθιάζαμε σε ένα τέλι και τσοι κρεμούσαμε στα μεσοδόκια του σπιθιού. Οι ντομάτες αυτές εκρατούσανε από το καλοκαίρι μέχρι το Φλεβάρη, και τσοι χρησιμοποιούσαμε για να νοστιμίζουνε τα φαγητά, ειδικά οντε δεν είχαμενε μπελτέ (τοματοπολτός), που κι΄αυτόν τονε σάζαμε στα φρασκιά μοναχοί μας…. Δεν είχαμενε εκείνη τη χρονιά αναθρέψει χοίρο στο σπίτι του κυρού μου, και είχενε πουσουνίσει η μάνα μου δυο-τρεις οκάδες από του Κωστή του Τζαμπράκου το κασάπικο.

Ένα κονταρόξυλο να βασιλέψει ο ήλιος, και λιγοστοί είτονε οι αργοπορημένοι απού γυρίζανε βιαστικοί στα χωργιά ντως και στα σπίθια ντως. Οι κοράκοι, είχανε βγάλει το μεροκάματό ντωνε, και εσιραγούσανε, κουράδια-κουράδια και αυτοί νωρίς-νωρίς δυτικά, αθό τον κάμπο, δυτικά του χωργιού, να κουρνιάσουνε στσοι κορακολιές. Εθώργιες που και που κειανένα, απούχενε καθυστερήσει από την παρέα του, να πετά βιαστικός να τσοι προκάμει… Εψυχανεμίζουντανε μαθές την μπόρα, μιάς και ο καιρός έδενε σιγά-σιγά από το Κεφάλι, και εθώργιες τ΄ ανέφαλα να σηκώνουνται σα ντα θεργιά από τη μπάντα των Ματάλων φορτωμένα με με νερό.

Όσο πιο αλάργο θελα πάει κειανείς, τόσονα πιο πολύ εξεσουβιάζουντανε… Είλεγε η μάνα μου: «Μπροσάφορμος μπε Κωστή είναι ο καιρός και δε θ΄αφίσει τσοι καλαντάρηδες να μας τα πούνε οφέτος…. Ευτυχώς ήβαλα την ταχινή καμπόσες αστοιβίδες στο σταυλάκι να μη γραθούνε και θ΄ανάψωμε φωθιά, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας, και να τηγανίσομε και τα πιταράκια….» Κοντά στου Στρατή τη Στέρνα μασε πρόκαμε ο Μανώλης ο τροζός , από τα Πιτσίδια…. Είρχουντανε πορπατάρης από τσοι Μοίρες βιαστικός για το χωργιό του, να προκάμει νάναι έτοιμος στο πρώτο χτύπημα τση καμπάνας για την εκκλησά… (Εκειανά τα χρόνια η Χριστουγενιάτικη λειτουργία ξεκίναγε γύρο στις 2 με 3 τα μεσάνυχτα, και πριν ποδιαφωτίσει είχενε τελειώσει). Από μακρυά, από του Παυλοευτύχιου τη Στέρνα είχαμε ακούσει τσοι ψαλμωδίες του Μανώλη: «Η Γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως…Εν αυτώ γάρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπο αστέρος εδιδάσκοντο, Σε προσκυνείν…» Με τη χουρχούδα ντου και με μεγάλες διασκελιές έτρεχε με χαρούμενη διάθεση να συναντήσει, να προυπανήσει το ραντεβού με την ελπίδα, με την (ανα) γένηση…

-Γειά σου κουμπάρε Κωστή, χρόνια πολλά καλή χρονιά… μασε φώναξε ο Μανώλης κατά πως μασε κοντοσίμωνε , σταματώντας την ψαλμωδία του… Ο κύρης μου του αντασπόδωσε το χαιρετισμό και τη φιλοφρόνηση, μιάς και μπορεί να τούχενε σαλέψει του Μανώλη, μα αυτό δεν τον εμπόδισε να εκτιμά και να σέβεται όσους τον εσέβονταν….

Και μούρχονται τώρα στο μυαλό η προτροπή του Κρητικού ριζίτικου, που κάπου αλλού είχα αναφέρει:

Ακούστ΄ είντα παράγγειλε μια φρόνιμη του γιού’ ντζη:

-Γιε μου σαν πάς στο καπηλειό και βρεις τσοι χαροκόπους,

με τον καλλιά σου κάθιζε, και νηστικός σηκώνου

Το φρόνιμο να σέβεσαι, τον κουζουλό χαιρέτα….

Σαν εμπαίναμε στο χωργιό, οι πιο πολλές καμινάδες εκαπνίζανε, και πίσω από τα’ αυλόπορτες υπήρχε ζωή και κίνηση. Ούλοι είτονε χαρούμενα βιαστικοί, δεν είτονε μαθές και λίγο πράμα η χριστουγενιάτικες προετοιμασίες. Οι παρασθιές φουντωμένες, να χαϊδέψουνε το σώμα μα και την ψυχή των ταλαιπωρημένων δουλευτήδων, να ξεκλέψουνε λίγη θαλπωρή, να ζήσουνε το παραμύθι που από γενιά σε γενιά κράταγε και ανάθρεφε την Ελλάδα του καιρού μου… Είπρεπε το λοιπός:

-Να καταστεθούνε από νωρίς τα ζούμπερα, ν΄αχεροταϊσουνε και να ποτίσουνε τα χοντρά έχνη, (αελιές, μουλάργια) μιάς και την επομένη δεν είτονε πρεπούμενο ν΄ασχοληθούνε πρωί- πρωί με τέθοιες δουλειές…

– Ο κύρης μου (κι΄ο κάθε νυκοκύρης) να τυρανάται καμπόση ώρα να κονίσει το ξυράφι στο ακόνι και να πολεμά να ξυρίσει τα γένια και τα περιποιηθεί το μουστάκι ντου….

-Η μάνα μου είπρεπε να βράσει κανα δυό τσικάλια νερό να μασε λούσει και να μασε ξεκασάσει τα πόδια. Τα θηλυκά είπρεπε μετά το λούσιμο να τα χτενίσει κα να τοσε ξεκοτσιπιδιάσει τα μαλλιά, απου εγίνουντανε ένα κουβάρι με το οικιακής κατασκευής σαπούνι τσ’ εποχής μου. Μα και το σαπούνι που μασέδινε ο Γιάννης ο Τρυγάς (Μαθαιογιάννης) από την Πόμπια (εμάζωνε τα τρυγόλαδα από τα γυροχώργιουλα και τα πήγαινε στου Χρονάκη απούχενε σαπωνοποιείο, δίδοντας το ανάλογο σαπούνι), δεν είτονε καλύτερο… Άμα θελανείναι μιαολιά ατζουμπαλο το θηλικό, εξεσήκωνε τη γειτονιά με στοι φωνές του μα και τση μάνας του, απου δεν εσολαγούνταναι από το ακούσιο …ξεμάλιασμα τση μάνας του.

-Τα κοπελάκια είπρεπε να ξεσουβιαστούνε να προκάμουνε να φουνταλάξουνε απίτις θελα πλυθούνε, και να πάνε να πούνε τα κάλαντα, τολάϊστο στα συγκενικά ντως σπιθια…. Εκείνα τα χρόνια, τα κάλαντα τα λέγαμε πάντα το βράδυ τση παραμονής των Χριστουγέννων και τση Πρωτοχρονιάς, και ο λόγος είτονε απλός: Οι νοικοκυραίοι από νωρίς το πρωϊ έτρεχαν, ακόμη και το χειμώνα, και εκαταστένανε τσοι δουλειές τση μέρας. Τα κοπελάκια πάλι είτονε κοντά στσοι γονέους τωνε, και έτσα οι καλαντάρηδες δεν εβρίχνανε κανένα στο σπίτι το πρωϊ…. Οι καλαντάρηδες ετελειώνανε τη γύρα στα σπίθα του χωργιού και ανεμαζώνουντνε στα σπίθια ντως νωρίς.

Καμιά βολά, άμα είχενε μεγάλη ανάγκη το σκολειό, ο δάσκαλος έπαιρνε τσοι πιο μεγάλες τάξεις και έλεγανε τα κάλαντα από πόρτα σε πόρτα δίδονταςτωνε οι νοικοκυραίοι λάδι ή χρήματα, συνήθως για έργα στο κτίριο του σκολειού. Μια χρονιά, πριν το 1959, θυμούμαι το δάσκαλό μας τον κυρ Αντώνη, καλή του ώρα, (Βασιλάκης Αντώνιος) δάσκαλό μου από το Πετροκεφάλι, που είχενε τροποποιήσει τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, μιάς και η Κύπρος εκείνα τα χρόνια πέρναγε και πάλι δύσκολες ώρες…(Πρέπει νάτανε τα γεγονότα με το Διγενή , ΕΟΚΑ και ανεξαρτησία της Κύπρου…) Με την Κυπριακή λοιπόν τροποποίηση, είπαμενε τα καλάντα ούλο το σκολειό στο χωργιό:

(Αρχημηνια΄κι΄αρχή χρονιά // η Κύπρος θέλει ελευθεριά

Κι΄αρχή καλός μας χρόνος // σβύνει της σκλαβιάς ο πόνος

Αρχή που βγήκε ο χριστός // αγιος και πνευματικός’

Στη γη να πορπατήσει // λευτεριά να τση χαρίσει…

Κρατά εικόνα και χαρτί // η Κύπρος είν΄Ελληνική…

………..)

-Οι νοικοκεράδες ετοιμάζανε το τσικάλι, συνήθως τηγανητό σικώτι και βραστό χοιρινό, σαν πρώτη, μετά σαράντα ολόκληρες μέρες νηστείας, ευωχία μετά το τέλος της χριστουγενιάτικης λειτουργίας…. Ακόμη ετιγάνιζαν και τα από γάλα σπιτικά εδέσματα (συνήθως πιταράκια), από το γάλα και το τυρί που έτσι κι΄αλλοιώς είτονε απαγορευμένο αυστηρά το σαρανταήμερο της νηστείας ! Τα διάφορα άλλα καλούδια, κουλουράκια, κουραμπιέδες κλπ όλα τους είχανε λεργιά, κατά πουλεγε η μάνα μου (ήγουν δεν είτανε νηστίσιμα) και είτονε έγκλημα έστω και να δοκιμάσει κανείς κάτι από όλα αυτά Η μάνα μας μας είβανε να κοιμηθούμενε από νωρίς:

-Άντε μωρέ Αντρουλιό να κοιμηθείς, γιατίι θα ξυπνήσωμε από την πρώτη καμπάνα να πάμενε στην εκκλησά. Άντε αντράκι μου να πα να κοιμηθείς να σου περάσει και η πείνα… (Είτανε μαθές η παντέρμη η πείνα χειρότερη από κάθε άλλη φορά, μιάς και εθώργιες πλούσια τα ελέη μπροστά σου μα δεν είπρεπε να τ΄ αγγίξεις για το φόβο του … σατανά…. )

-Οι μεγάλοι, οι άντρες του σπιθιού, εξετελεύανε από νωρίς την βόλτα στο ντουκιάνι, μα και οι καφετζήδες τόχανε αμέντες να κλείσουνε τα ντουκιάνια νωρίς-νωρίς για να προκάμουνε να κατασταθούνε και αυτοί, μιάς και στη λειτουργία των χρισουγέννων δεν είχαμενε συμβιβασμούς: Μόνο αν εψυχομάχενε κειανείς, γι΄οι λουχούνες, είτονε επιτρεπτό να μείνουνε στο σπίτι. Η θέση εκείνων απού ελλείπανε από την εκκλησά είτονε άδεια και εγροίκας τσοι κουτσομπόλες να τσουτσουρίζουνε την ώρα τση λειτουργιάς: «Πούνε μπρε η Θεονύφη, κοντό δεν ήκουσε την καμπάνα; – Όι κακονίζικο, δεν τάμαθες, η πεθεράτζη ψυχομαχεί και περιμένουνέν τηνε σήμερο-αύριο, και γι αυτό δεν είρθε…». Άλλη πάλι πιό φαρμακόγλωσση «Ετούρκεψε μπρε η νύφη μας, τση Κοντοβράκαινας από τη χώρα, κείκαμενε και την κακομοίρα τη θειά μου σα ντα μούτραντζη…Δε θωρείς που ακόμη δεν είρθανε στη λειτουργιά και κοντεύει να χτυπήσει και η δεύτερη καμπάνα;»

Η τελευταία δουλειά τση νοικοκεράς είτονε να μεσοστέσει το τραπέζι να του βάλει απάνω τα διάφορα, κουραμπιέδες, μελομακάρουνα, κάστανα, φουντούκια. Έτσι περίμενε τσοι πιστούς μόλις εσκόλαγε η εκκλησία… Τα τσικάλια με έτοιμα τα βραστά και τα μοσροράκια με τα τηγανιτά, περιμένανε υπομονετικά να κοιμηθούμενε, νάρθουν στον ύπνο μας σαν εφιάλτες να συνεργάζονται με την πείνα μας… Και εκειά ποθές να σε βρίχνει ο ύπνος, με την γλυκειά προσμονή, την ελπίδα για το καινούργιο, για τη διαφορετική αυριανή μέρα… Και όλα αυτά να φαίνονται στόχος που τον πιάνεις αύριο το πρωί… Ισως αυτή είναι και η απάντηση στο γιατί οι άνθρωποι που πεινούσανε, που είτανε ξυπόλυτοι και ρακένδυτοι, που είτανε κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι, αναθυμούνται συχνά εικόνες ευτυχίας που απαξιώνουν οι σημερινοί νέοι…. Απλά εκείνοι οι άνθρωποι, ή προηγούμενη γενιά, κάπου-κάπου υλοποιούσε τους απολοϊκούς στόχους τους… Σήμερα οι στόχοι των νέων, στην πλειονότητά τους, είτε είναι ανέφικτοι, είτε και αντικρουόμενοι μέσα στις κοινωνικές δομές, με αποτέλεσμα νάναι πολλές φορές ακατόρθωτη η υλοποίησή τους….


Καλά Χριστούγεννα !

07/12/2008

Οι Καναλοπίθικοι

6 Δεμβρίου 2008… Άγρια μεσάνυκτα και μισοκοιμισμένος άκουγα από την ανοικτή τηλεόραση την «παραίτηση» του Ελληνικού Κράτους (Παυλόπουλος-Χηνοφώτης) εξ αιτίας μιάς ΑΣΗΜΑΝΤΗΣ αφορμής : ένας Αστυνομικός πυροβόλησε και σκότωσε ένα νεαρό που προφανώς τον ΕΒΡΙΣΕ. Ε’ και; είτανε τόσο σοβαρό; Αν το δει κανείς διαφορετικά, είναι απορίας άξιο που δεν σκοτώνονται περισσότεροι κάθε μέρα για παρόμοιους λόγους… Όχι ΔΕΝ ΚΑΛΑΙΩ, ούτε για το μικρό, ούτε για τον αστυνομικό, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΛΑΙΩ, τους ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ της, μα και τους ΠΟΛΙΤΕΣ της.

Όσον αφορά τους εισαγγελάτους-δημοσιογράφους, αυτοί, όπως πάντα, ένας εσμός αστείων καλοπληρωμένων, σπεύδουν να καλέσουν τους επώνυμους, να κάνουν κολεγιά, να δώσουν το μαρκούτσι της διαφήμισης σε πολιτικούς, εγγράφοντας υποθήκες αλληλοεξυπηρέτησης του ίδιου κατεστημένου…. Αλήθεια, μπορούν να μας πουν οι ερίτιμοι ομιλητές των πάνελ, τι άλλαξε στον κόσμο με την αναμφισβήτητα τεράστια δύναμή τους και την εξίσου σημαντική καθημερινή ποδηγέτηση της κοινής γνώμης από μέρους τους, εκτός από το βάρος των πορτοφολιών τους;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΔΕΣ των πανελ γιατί δεν κατεβαίνετε στους δρόμους ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΟΔΕΙΩΝ, για να υποστηρίξετε αυτούς που τότε σίγουρα θα σας δείρουν και εσάς; Κάποιες χιλιάδες οικογένειες θα κάνουν μαύρα Χριστούγεννα άνεργοι με τα χθεσινά έκτροπα… Πως η δίκαια «αγανάκτηση» γεννά τόση αδικία; Πως θα τους σταματήσει η όποια αστυνομία; Και γιατί να το κάνει άλλωστε; Αν κάθίσουν μερικοί αστυνομικοί να σκοτωθούν θα σας πονέσει; Θα χορτάσουν οι των Εξαρχείων;

Αλήθεια, οι «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ», βολεμένοι στις καφετέριες (από το χαρτζιλίκι του μπαμπά), τι έχουν να πουν σε αυτούς που ΣΗΜΕΡΑ μείνανε άνεργοι, από τα καμένα μαγαζιά;

Αλήθεια, οι περιβόητες αναγκαίες κρατικές ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ (γι΄αυτές δεν μιλούσατε όλες τις προηγούμενες μέρες;) δεν θα μειωθούν άμεσα κατά κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, για αποζημιώσεις και επανορθώσεις των καταστροφών;

Πολλά θα μπορούσα να πω και για τους πολίτες και για τους πολιτικούς μας και για τους συντεταγμένους μα και τους αναρχικούς … Ας πω μερικά:

Αλήθεια, χθες μια μικρή 16 χρόνων σκότωσε τη μάνα της… Δεν είδα όμως κανένα πανελ για την ΑΘΛΙΑ παιδεία (τουλάχιστον της 16χρονης), για τους εμπόρους ναρκωτικών, για τους προαγωγούς κλπ. Όπως δεν είδα καμιά διαδήλωση ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ για τη 43 χρονη σκοτωμένη από την ίδια της την κόρη, για μήπως δεν είχε αυτή ψυχή, ή μήπως δεν έχουν να πουν τίποτε για αυτή και όλα καλά;

Αλήθεια, χθες ένας καθόλα έντιμος γιατρός (έτσι λένε), έπεσε θύμα ληστών και η οικογένειά του, σίγουρα αθώα, υφίσταται τις συνέπειες από τις πράξεις κάποιων. Οι καθοδηγητές μας–αναρχικοί, δεν έχουν τίποτε να πουν διαμαρτυρόμενοι, όπως και οι ανάγοντες σε φιλοσοφία την καταστροφική τους ακρότητα, αμπελοφιλοσοφώντας, σαν καναλοπίθικοι;

Αλήθεια, κάθε μέρα σκοτώνονται ανθρώπου σε ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ, σε ΛΑΚΟΥΒΕΣ και ΚΑΚΟΤΕΧΝΙΕΣ δρόμων, σε ελλείψεις νοσοκομείων κλπ. Μήπως είναι λοιπόν καιρός καναλοπίθικοι μου, να αρχίσουμε να καίμε Υπουργεία, Εργοστάσια, Νοσοκομεία, να ξυλώνουμε δρόμους κλπ; Τότε όμως, τα «προβληματισμένα» βλαστάρια των καφετεριών των Εξαρχείων και τα αφεντικά τους θα πρέπει να κάνουν την μεν Ελλάδα Σομαλία, τους εαυτούς τους δε πειρατές του Αιγαίου (αν τους βαστάει). Ο λόγος είναι απλός: τότε πλέον ΟΛΟΙ θα αρπάξουν από ένα ρόπαλο και οι τσάμπα μάγκες των Εξαρχείων θα έχουν αντιπάλους που θα τρέχουν να σώσουν το ψωμί και το κεφάλι τους. Αλήθεια, αν ένας (έτσι και αλλιώς καμένος) καταστηματάρχης πρόβαλε από το μαγαζί του με ένα καλάζνικωφ και καθάριζε πέντε – εξ την ώρα που του το καίγανε, θάταν φασίστας; παρακράτος; τραμπούκος; Κάνετε λίγο υπομονή, θα το δούμε και αυτό…

Αλήθεια δεν έγινε κανένα άλλο έγκλημα χθες βράδυ, εκτός από εκείνο του άτυχου νεαρού, που η κακή ώρα τον έριξε στα χέρια ενός επίσης άτυχου μα και άπειρου-κακού αστυνομικού των 700 ευρώ;

Πως σας φαίνεται ότι πάντα κάποιοι βολεμένοι δίδουν συνταγές για τα προβλήματα του τόπου, από τα επιτελεία που τους έστειλαν οι πολίτες, είτε αυτά λέγονται κανάλια είτε υπουργεία είτε ηγετικές θέσεις κρατικών υπηρεσιών;

Και πως σας φαίνεται, που οι τάχατες μου αντιδραστικοί-αναρχικοί καίνε την περιουσία του κοσμάκη δείχνοντας την «αγανάκτησή» τους από τις καφετέρειες των Εξαρχείων;

Γιατί αλήθεια ΟΥΔΕΙΣ ΚΑΝΑΛΟΠΙΘΙΚΟΣ, δεν τόλμησε χθες να ζητήσει: ΣΩΣΤΗ ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΣΗ, ΣΩΣΤΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ, ΣΩΣΤΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΟΧΙ ΕΜΠΡΗΣΤΕΣ, ΟΧΙ ΠΛΙΑΣΙΚΟΛΟΓΟΙ. Δηλαδή ο αστυνομικός που περπατά στο δρόμο είναι πτυελοδοχείο των παιδιών μας; Να τον βρίσουμε, να του πετάξουμε πέτρες και να μην αντιδρά σαν αστυνομικός, αλλά ούτε και σαν πολίτης; Αν συνεχίσουμε έτσι φίλοι μου, σε λίγα χρόνια θα αφαιρέσουμε τη μάσκα της υποκρισίας, και απλά θα ψηφίσουμε το νόμο της οπλοφορίας ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΜΑΣ, όπως κοντεύει να γίνει στις ΗΠΑ. Απλά δαιμονοποιήσαμε ένα φουκαρά θερμοκέφαλο, ρουσφέτι κάποιου βουλευτή για να μαζεύει τους ψήφους του σογιού του, και στήθηκε ένας ποταμός συζητήσεων… Χθες το Βατοπέδι, προχθές η Οικονομία, αντίπροχθες η Εκκλησία, σήμερα ο μπάτσος…

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.