ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

14/12/2008

Παραμονή Χριστουγέννων 1957 …

Παραμονή Χριστουγέννων… Ο βροχερός καιρός είχενε κατουμώσει και οι τελευταίοι Μεσσαρίτες από τα Νοτιοδυτικά Αστερούσια, (Πετροκεφάλι, Σϊββας, Κουσές, Λίσταρος και Πιτσίδα), ενιματούσανε τσοι γαιδάρους και εξεσουβιάζανε τα ζούμπερα απούχανε δεμένα να βοσκήσουνε στα λιβάδια, να γιαγείρουνε από νωρίς στα σπίθα ντως. Άλλοι πάλι είρχουνταν από το παζάρι, από τσοι Μοίρες, από τον ίδιο δρόμο: ΜΟΙΡΕΣ –ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΗΣ- ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΠΟΡΟΣ- ΜΕΣΟΣΤΡΑΤΙ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΙΑΡΗ- ΚΑΡΝΕΡΗΣ- ΚΑΜΑΡΑΚΙΑ- ΑΜΑΞΩΤΟΣ- ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ. Από κεια και πέρα, ο καθένας εσειράγα*για τον τόπο ντου… Ευτυχώς αθό ντη μέσα μπάντα (ήγουν στη Μέσα Μεσσαρά) δεν είχενε ρίξει πολύ νερό τσοι τελευταίες μέρες και είχενε κατουμώσει ο Γεροποταμός στον Κόκκινο Πόρο. Ήσερνε βέβαια ούλο ντο χειμώνα ο Γεροποταμός εκείνα τα χρόνια, μα οντενεκατούμωνε ο καιρός είχενε μισό μέτρο νερό στο πλάτωμα του Κόκκινου Πόρου, και οι γαϊδάροι και τα μουλάργια επερνούσανε προσεχτικά μέσα από τον ποταμό και χωρίς κίνδυνο. Ετσά, οι γιαθρώποι εκόβανε δρόμο και δεν ανεγυρίζανε από την Πομπιανή καμάρα. Είτονε τζάνεμ΄ μιαολιά ζόρικα στο μεγάλο δέμα και από του Μπαμπιονίτη το γιοφύρι μέχρι του Πετρογιάννη την καμάρα και του Μπαμπιονίτη το σπιτάκι, μα οι γαϊδάροι τση κάτω ρίζας είτονε μαθημένοι και επροσέχανε πια καλά από τσ΄ αθρώπους… (Ήπαθέντηνε μια βολά ο ξάδερφός μου σε εκειανά τα περίεργα καμαράκια του Καρνέρη: (Αυτά πρέπει να τάχανε σάξει οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι των Βαλκανικών πολέμων το 1912-18). Είχενε που λέτε ο ξάδερφός μου φορτωμένες ελιές τη μαύρη και τη γαλανή γαιδάρα του κυρούντου, και κατά που επέρνα στου Μπαμπιονίτη το γιοφύρι πέφτει η γαλανή γαϊδάρα φορτωμένη στη σαϊτα!. Και δεν ήφτανε απούπεσενε μέσα, μονό δεν εμπόργε η καμοοίρα η γαλανή γαιδάρα να ξεκολήσει από τσοι λάσπες. Ήλεγέμου το λοιπός ό ξάδερφός μου: Εμπήκα και γω στη σαϊτα, και της ξεφόρτωσα και επέταξα τσ΄ελιές και το σωμάρι απάνω στην καμάρα, μα πάλι δεν εξεκόλα η παντέρμη από τσοι λάσπες…. Αναγκάστηκα και την έβαλα στον καφά μου και τηνε σήκωσα και την επέταξα αθο του Τσιργώτη το χωράφι όξω από τη σαϊτα… )

Παραμονή Χριστουγέννων λοιπόν και, κατά που τόχανε συνήθειο κάθε Σάββατο, , είχανε πάει στο παζάρι από τα γυροχώργιουλα, για να πουλήσουνε τα λιγατάρικα πράματα απούχενε η εποχή των Χριστουγένων για πούλημα, μα το πιά πολύ για να κάμουνε τσοι πουσουνιές των Χριστουγέννων, κατά που εμπόργιε ο καθένας… Οι πουσουνιές είτονε, διάφορα χρειαζούμενα για να καταστέσουνε το χοίρο (πηλοτσίκαλα για την τσιλαδιά, συγλινοκουρούπες για τα σύγλινα, κειανα κοφτερό μαχαίρι να κόψουνε τσοι τσιγαρίδες και τα απάκια). Άλλοι πάλι επηγαίνανε να κονίσουνε τα μαχαίργια στου Μαχαιρογιάννη και να γανώσουνε το μπουγαδοτσίκαλο για τη χοιροκεφαλή. Επουσουνίζανε ακόμη και διάφορα καλολοϊδια (ξηροί καρποί, κάστανα) , μιάς και το καλούσανε οι μέρες… Δεν είχαμε μαθές καστανιές στον τόπο μας, και τα κάστανα είτονε ψηλά στην εκτίμησή μας. Άλλοι πάλι επουσουνίζανε κειανά ζευγάρι παπούτσα (ελβιέλα γι αλυσίδα ) των κοπελιών τως, να πάνε καλικωμένα στην εκκλησά τα Χριστόγεννα. Εγροίκας αποσπέρας τη μάνα να φωνιάζει του Μανωλιού: Ξάνοιξε μωρέ Μανωλιό να βρεις ένα καλάμι να σου κάμω ξαμάρι στην πατούσα σου, να σου πάρω αύριο παπούτσα. Άλλη πουσουνιά των ημερών είτονε δυο-τρεις πήχες δρίλι να τοσε ράψει η μάναντωνε κεινα κοντοπατέλονο γι σώβρακο να το γκεινιάσουνε την πρωτοχρονιά. Πολλοί πάλι που δεν είχανε χοίρο, επηγαίνανε στο χασάπικο στσοι Μοίρες και επουσουνίζανε καμπόσες οκάδες κρέας για να το καταστέσει η κερά ντωνε για το Χριστουγενιάτικο τραπέζι. Εμείς δεν είχαμενε τη συνήθεια τση γαλοπούλας στα μέρη μας, μα το χοιρινό είτονε σχεδόν απαραίτητο τα Χριστούγεννα στα σπίθια των νοικοκυραίων… Φαίνεται πως το κάνανε και από αντίδραση στσοι Τούρκους (που δεν τρώγανε χοιρινά).

Εϊμουτανε με τον κύρη μου στο ξοχικό μας στα Καμαράκια και η μάνα μου με την αμπλά μου είχανε έρθει από τσοι Μοίρες… Είχαμενε μαζώξει τα μαρτάρικα, ότι λαχανικά μασε χρειάζουνανε και επήραμενε τα μπράτη μας και ετοιμαζόμασταν να γείρομε νωρίς – νωρίς αθό ντο χωργιό. Είχαμενε βγάλει και καμπόσες οκάδες πρωτοφανίστικες Λασηθιώτικες πατάτες από τον κήπο και καμπόσους κεντανέδες (ένα είδος πράσου) για να καταστέσει το μαγερικό η μάνα μου τη δεύτερη μέρα των Χριστουγένων με κειαμιά οκά χοίρο. Εϊχαμενε ξεκρεμάσει και από τα δοκάρια μιά δεκαριά ολοκόκκινες χειμωνικές ντομάτες για να νοστιμίσει στο φαί των Χριστουγέννων. Εκείνα μαθές τα χρόνια εντακάρανε οι Αντισκαριανοί να φυτεύουνε χειμωνιάτικες ντομάτες αθο ντα Πλαθιά Περάματα… και μέχρις τοτεσάς, πουθενά στην Ελλάδα δεν είτανε ντομάτες τα Χριστόγεννα… Εμείς στον κάμπο, εκτός από τσοι κανονικές ντομάτες, εφυτεύαμε το καλοκαίρι και καμπόσες ρίζες μιάς ποικιλίας απού τσοι λέγαμε χειμωνικές, και όπως είτανε μικρές σε τσαμπιά τσοι αρμαθιάζαμε σε ένα τέλι και τσοι κρεμούσαμε στα μεσοδόκια του σπιθιού. Οι ντομάτες αυτές εκρατούσανε από το καλοκαίρι μέχρι το Φλεβάρη, και τσοι χρησιμοποιούσαμε για να νοστιμίζουνε τα φαγητά, ειδικά οντε δεν είχαμενε μπελτέ (τοματοπολτός), που κι΄αυτόν τονε σάζαμε στα φρασκιά μοναχοί μας…. Δεν είχαμενε εκείνη τη χρονιά αναθρέψει χοίρο στο σπίτι του κυρού μου, και είχενε πουσουνίσει η μάνα μου δυο-τρεις οκάδες από του Κωστή του Τζαμπράκου το κασάπικο.

Ένα κονταρόξυλο να βασιλέψει ο ήλιος, και λιγοστοί είτονε οι αργοπορημένοι απού γυρίζανε βιαστικοί στα χωργιά ντως και στα σπίθια ντως. Οι κοράκοι, είχανε βγάλει το μεροκάματό ντωνε, και εσιραγούσανε, κουράδια-κουράδια και αυτοί νωρίς-νωρίς δυτικά, αθό τον κάμπο, δυτικά του χωργιού, να κουρνιάσουνε στσοι κορακολιές. Εθώργιες που και που κειανένα, απούχενε καθυστερήσει από την παρέα του, να πετά βιαστικός να τσοι προκάμει… Εψυχανεμίζουντανε μαθές την μπόρα, μιάς και ο καιρός έδενε σιγά-σιγά από το Κεφάλι, και εθώργιες τ΄ ανέφαλα να σηκώνουνται σα ντα θεργιά από τη μπάντα των Ματάλων φορτωμένα με με νερό.

Όσο πιο αλάργο θελα πάει κειανείς, τόσονα πιο πολύ εξεσουβιάζουντανε… Είλεγε η μάνα μου: «Μπροσάφορμος μπε Κωστή είναι ο καιρός και δε θ΄αφίσει τσοι καλαντάρηδες να μας τα πούνε οφέτος…. Ευτυχώς ήβαλα την ταχινή καμπόσες αστοιβίδες στο σταυλάκι να μη γραθούνε και θ΄ανάψωμε φωθιά, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας, και να τηγανίσομε και τα πιταράκια….» Κοντά στου Στρατή τη Στέρνα μασε πρόκαμε ο Μανώλης ο τροζός , από τα Πιτσίδια…. Είρχουντανε πορπατάρης από τσοι Μοίρες βιαστικός για το χωργιό του, να προκάμει νάναι έτοιμος στο πρώτο χτύπημα τση καμπάνας για την εκκλησά… (Εκειανά τα χρόνια η Χριστουγενιάτικη λειτουργία ξεκίναγε γύρο στις 2 με 3 τα μεσάνυχτα, και πριν ποδιαφωτίσει είχενε τελειώσει). Από μακρυά, από του Παυλοευτύχιου τη Στέρνα είχαμε ακούσει τσοι ψαλμωδίες του Μανώλη: «Η Γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως…Εν αυτώ γάρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπο αστέρος εδιδάσκοντο, Σε προσκυνείν…» Με τη χουρχούδα ντου και με μεγάλες διασκελιές έτρεχε με χαρούμενη διάθεση να συναντήσει, να προυπανήσει το ραντεβού με την ελπίδα, με την (ανα) γένηση…

-Γειά σου κουμπάρε Κωστή, χρόνια πολλά καλή χρονιά… μασε φώναξε ο Μανώλης κατά πως μασε κοντοσίμωνε , σταματώντας την ψαλμωδία του… Ο κύρης μου του αντασπόδωσε το χαιρετισμό και τη φιλοφρόνηση, μιάς και μπορεί να τούχενε σαλέψει του Μανώλη, μα αυτό δεν τον εμπόδισε να εκτιμά και να σέβεται όσους τον εσέβονταν….

Και μούρχονται τώρα στο μυαλό η προτροπή του Κρητικού ριζίτικου, που κάπου αλλού είχα αναφέρει:

Ακούστ΄ είντα παράγγειλε μια φρόνιμη του γιού’ ντζη:

-Γιε μου σαν πάς στο καπηλειό και βρεις τσοι χαροκόπους,

με τον καλλιά σου κάθιζε, και νηστικός σηκώνου

Το φρόνιμο να σέβεσαι, τον κουζουλό χαιρέτα….

Σαν εμπαίναμε στο χωργιό, οι πιο πολλές καμινάδες εκαπνίζανε, και πίσω από τα’ αυλόπορτες υπήρχε ζωή και κίνηση. Ούλοι είτονε χαρούμενα βιαστικοί, δεν είτονε μαθές και λίγο πράμα η χριστουγενιάτικες προετοιμασίες. Οι παρασθιές φουντωμένες, να χαϊδέψουνε το σώμα μα και την ψυχή των ταλαιπωρημένων δουλευτήδων, να ξεκλέψουνε λίγη θαλπωρή, να ζήσουνε το παραμύθι που από γενιά σε γενιά κράταγε και ανάθρεφε την Ελλάδα του καιρού μου… Είπρεπε το λοιπός:

-Να καταστεθούνε από νωρίς τα ζούμπερα, ν΄αχεροταϊσουνε και να ποτίσουνε τα χοντρά έχνη, (αελιές, μουλάργια) μιάς και την επομένη δεν είτονε πρεπούμενο ν΄ασχοληθούνε πρωί- πρωί με τέθοιες δουλειές…

– Ο κύρης μου (κι΄ο κάθε νυκοκύρης) να τυρανάται καμπόση ώρα να κονίσει το ξυράφι στο ακόνι και να πολεμά να ξυρίσει τα γένια και τα περιποιηθεί το μουστάκι ντου….

-Η μάνα μου είπρεπε να βράσει κανα δυό τσικάλια νερό να μασε λούσει και να μασε ξεκασάσει τα πόδια. Τα θηλυκά είπρεπε μετά το λούσιμο να τα χτενίσει κα να τοσε ξεκοτσιπιδιάσει τα μαλλιά, απου εγίνουντανε ένα κουβάρι με το οικιακής κατασκευής σαπούνι τσ’ εποχής μου. Μα και το σαπούνι που μασέδινε ο Γιάννης ο Τρυγάς (Μαθαιογιάννης) από την Πόμπια (εμάζωνε τα τρυγόλαδα από τα γυροχώργιουλα και τα πήγαινε στου Χρονάκη απούχενε σαπωνοποιείο, δίδοντας το ανάλογο σαπούνι), δεν είτονε καλύτερο… Άμα θελανείναι μιαολιά ατζουμπαλο το θηλικό, εξεσήκωνε τη γειτονιά με στοι φωνές του μα και τση μάνας του, απου δεν εσολαγούνταναι από το ακούσιο …ξεμάλιασμα τση μάνας του.

-Τα κοπελάκια είπρεπε να ξεσουβιαστούνε να προκάμουνε να φουνταλάξουνε απίτις θελα πλυθούνε, και να πάνε να πούνε τα κάλαντα, τολάϊστο στα συγκενικά ντως σπιθια…. Εκείνα τα χρόνια, τα κάλαντα τα λέγαμε πάντα το βράδυ τση παραμονής των Χριστουγέννων και τση Πρωτοχρονιάς, και ο λόγος είτονε απλός: Οι νοικοκυραίοι από νωρίς το πρωϊ έτρεχαν, ακόμη και το χειμώνα, και εκαταστένανε τσοι δουλειές τση μέρας. Τα κοπελάκια πάλι είτονε κοντά στσοι γονέους τωνε, και έτσα οι καλαντάρηδες δεν εβρίχνανε κανένα στο σπίτι το πρωϊ…. Οι καλαντάρηδες ετελειώνανε τη γύρα στα σπίθα του χωργιού και ανεμαζώνουντνε στα σπίθια ντως νωρίς.

Καμιά βολά, άμα είχενε μεγάλη ανάγκη το σκολειό, ο δάσκαλος έπαιρνε τσοι πιο μεγάλες τάξεις και έλεγανε τα κάλαντα από πόρτα σε πόρτα δίδονταςτωνε οι νοικοκυραίοι λάδι ή χρήματα, συνήθως για έργα στο κτίριο του σκολειού. Μια χρονιά, πριν το 1959, θυμούμαι το δάσκαλό μας τον κυρ Αντώνη, καλή του ώρα, (Βασιλάκης Αντώνιος) δάσκαλό μου από το Πετροκεφάλι, που είχενε τροποποιήσει τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, μιάς και η Κύπρος εκείνα τα χρόνια πέρναγε και πάλι δύσκολες ώρες…(Πρέπει νάτανε τα γεγονότα με το Διγενή , ΕΟΚΑ και ανεξαρτησία της Κύπρου…) Με την Κυπριακή λοιπόν τροποποίηση, είπαμενε τα καλάντα ούλο το σκολειό στο χωργιό:

(Αρχημηνια΄κι΄αρχή χρονιά // η Κύπρος θέλει ελευθεριά

Κι΄αρχή καλός μας χρόνος // σβύνει της σκλαβιάς ο πόνος

Αρχή που βγήκε ο χριστός // αγιος και πνευματικός’

Στη γη να πορπατήσει // λευτεριά να τση χαρίσει…

Κρατά εικόνα και χαρτί // η Κύπρος είν΄Ελληνική…

………..)

-Οι νοικοκεράδες ετοιμάζανε το τσικάλι, συνήθως τηγανητό σικώτι και βραστό χοιρινό, σαν πρώτη, μετά σαράντα ολόκληρες μέρες νηστείας, ευωχία μετά το τέλος της χριστουγενιάτικης λειτουργίας…. Ακόμη ετιγάνιζαν και τα από γάλα σπιτικά εδέσματα (συνήθως πιταράκια), από το γάλα και το τυρί που έτσι κι΄αλλοιώς είτονε απαγορευμένο αυστηρά το σαρανταήμερο της νηστείας ! Τα διάφορα άλλα καλούδια, κουλουράκια, κουραμπιέδες κλπ όλα τους είχανε λεργιά, κατά πουλεγε η μάνα μου (ήγουν δεν είτανε νηστίσιμα) και είτονε έγκλημα έστω και να δοκιμάσει κανείς κάτι από όλα αυτά Η μάνα μας μας είβανε να κοιμηθούμενε από νωρίς:

-Άντε μωρέ Αντρουλιό να κοιμηθείς, γιατίι θα ξυπνήσωμε από την πρώτη καμπάνα να πάμενε στην εκκλησά. Άντε αντράκι μου να πα να κοιμηθείς να σου περάσει και η πείνα… (Είτανε μαθές η παντέρμη η πείνα χειρότερη από κάθε άλλη φορά, μιάς και εθώργιες πλούσια τα ελέη μπροστά σου μα δεν είπρεπε να τ΄ αγγίξεις για το φόβο του … σατανά…. )

-Οι μεγάλοι, οι άντρες του σπιθιού, εξετελεύανε από νωρίς την βόλτα στο ντουκιάνι, μα και οι καφετζήδες τόχανε αμέντες να κλείσουνε τα ντουκιάνια νωρίς-νωρίς για να προκάμουνε να κατασταθούνε και αυτοί, μιάς και στη λειτουργία των χρισουγέννων δεν είχαμενε συμβιβασμούς: Μόνο αν εψυχομάχενε κειανείς, γι΄οι λουχούνες, είτονε επιτρεπτό να μείνουνε στο σπίτι. Η θέση εκείνων απού ελλείπανε από την εκκλησά είτονε άδεια και εγροίκας τσοι κουτσομπόλες να τσουτσουρίζουνε την ώρα τση λειτουργιάς: «Πούνε μπρε η Θεονύφη, κοντό δεν ήκουσε την καμπάνα; – Όι κακονίζικο, δεν τάμαθες, η πεθεράτζη ψυχομαχεί και περιμένουνέν τηνε σήμερο-αύριο, και γι αυτό δεν είρθε…». Άλλη πάλι πιό φαρμακόγλωσση «Ετούρκεψε μπρε η νύφη μας, τση Κοντοβράκαινας από τη χώρα, κείκαμενε και την κακομοίρα τη θειά μου σα ντα μούτραντζη…Δε θωρείς που ακόμη δεν είρθανε στη λειτουργιά και κοντεύει να χτυπήσει και η δεύτερη καμπάνα;»

Η τελευταία δουλειά τση νοικοκεράς είτονε να μεσοστέσει το τραπέζι να του βάλει απάνω τα διάφορα, κουραμπιέδες, μελομακάρουνα, κάστανα, φουντούκια. Έτσι περίμενε τσοι πιστούς μόλις εσκόλαγε η εκκλησία… Τα τσικάλια με έτοιμα τα βραστά και τα μοσροράκια με τα τηγανιτά, περιμένανε υπομονετικά να κοιμηθούμενε, νάρθουν στον ύπνο μας σαν εφιάλτες να συνεργάζονται με την πείνα μας… Και εκειά ποθές να σε βρίχνει ο ύπνος, με την γλυκειά προσμονή, την ελπίδα για το καινούργιο, για τη διαφορετική αυριανή μέρα… Και όλα αυτά να φαίνονται στόχος που τον πιάνεις αύριο το πρωί… Ισως αυτή είναι και η απάντηση στο γιατί οι άνθρωποι που πεινούσανε, που είτανε ξυπόλυτοι και ρακένδυτοι, που είτανε κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι, αναθυμούνται συχνά εικόνες ευτυχίας που απαξιώνουν οι σημερινοί νέοι…. Απλά εκείνοι οι άνθρωποι, ή προηγούμενη γενιά, κάπου-κάπου υλοποιούσε τους απολοϊκούς στόχους τους… Σήμερα οι στόχοι των νέων, στην πλειονότητά τους, είτε είναι ανέφικτοι, είτε και αντικρουόμενοι μέσα στις κοινωνικές δομές, με αποτέλεσμα νάναι πολλές φορές ακατόρθωτη η υλοποίησή τους….


Καλά Χριστούγεννα !

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: