ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

13/07/2010

ΠΗΝΕΛΟΠΗ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ και το ΧΩΡΙΟ

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 7:37 μμ

 

 

Πάνε χιλιάδες χρόνια από τότε που  ο Οδυσσέας μασε δίδαξε για την ατιθάσευτη επιθυμία  του ανθρώπου για το Νόστιμον ήμαρ, για την ακατανίκητη επιθυμία της επιστροφής  στα πάτρια… Ο Όμηρος , χωρίς να προσδοκά τίποτε από την  εκδοτική …»επιτυχία» του δημιουργήματός του, όπως οι σύγχρονοι  «επαγγελματίες» του είδους (για τους συγγραφείς ντε λέω…), συνέλαβε μια καταπληκτική Πηνελόπη, κινητήριο μοχλό στην πλοκή της  Οδύσσειας, που άλλοτε μας περιμένει,  και άλλοτε απλά την αποζητούμε, στο σοκάκι,  στο καλτερίμι,  στη γειτονιά των παιδικών χρόνων, στην ξενοιασιά της κοινωνίας που μας μεγάλωνε και μας προστάτευε στη μεγάλη αγκαλιά του χωργιού, με πρωτεργάτες πάντα την οικογένεια και τους στενότερους συγγενείς.

Αυτή λοιπόν η ίδια Πηνελόπη, μαζεύει ακόμα για λίγα χρόνια τους χωργιάτες-αστούς, της Ελλάδας (έτσι  αντιλαμβάνομαι εγώ του επαρχιώτες της γενιάς μου του 1950-70, που αστικοποιηθήκανε εξ αιτίας της στρεβλής ελληνικής «ανάπτυξης») σπρώχνοντάς τους να πάνε να την αναζητήσουν στα πάτρια… Βέβαια, η σύγχρονη Πηνελόπη έχει αποκτήσει και νέους εραστές στη γενιά των παιδιών που γεννήθηκαν στην Αθήνα και στις μεγαλουπόλεις γενικά,  όμως δυστυχώς αυτού του είδους οι αγάπες δεν είναι παρά εφήμερες, όμοιες των μεγαλουπόλεων, που σε πολλά θυμίζουν  τον Κρητικό ριμαδόρο,  απούλεγε: «Εβγήκε τζαναμπέτισσα και τα χωργιά γυρίζει//κι’  όποιον κειαν’ βρεί τον αγαπά, κειας μήν τονε γνωρίζει» .  Σίγουρα τα παιδιά των μεγαλουπόλεων ενθουσιάζονται με τη διαφορετικότητα του χωργιού της καταγωγής τους, όμως συνήθως κάθε τρις και λίγο κυνηγούν και ερωτεύονται και μιά διαφορετική διαφορετικότητα… Κοντολοής, εύκολα παίρνουν διαζύγιο από τις εφήμερες αγάπες τους, κατά πως γίνεται τελευταία στις πόλεις και στην ίδια τους τη ζωή….

Οι αστοί-χωργιάτες αντίθετα, σαν και τουλόγου μου, δύσκολα ξεχνούν την Πηνελόπη τους… Όσο το σκέφτομαι και μολαίρνω* το νου μου να σεργιανίζει στα σοκάκια του χωργιού μου, ανασταίνω  στη σκέψη μου ενα μιλιούνι παππούδες, γιαγιάδες,  διπαππούδες, τριπαπούδες…

-Τσοι θωρώ να κάθουνται στην κάθε στροφή, στην αντιληαρίδα*, στην πεζούλα, στην καθέλκα*, με ανοιχτή την πόρτα και την αυλόπορτα του σπιθού ντωνε  από νωρίς, έτοιμοι να πούνε την καλημέρα του Θεού στσοι περαστικούς γειτόνους, να μετρηθούνε  και να σιγουρευτούνε πως είναι ούλοι καλά. Εγροίκας καμμιά φορά την περαστική γειτόνισσα:   «-Είντα έπαθε μπρε ο συμπέθερος σου και θωρώ την πόρτα ντου κάπα-καπί*; Και η απάντηση:  «-Εβάρυνε κακονίζικο, και ηρθανε και τονε πήρανε τα κοπέλια ντου νατονε γεροντοκομήσουνε, απο επαέ πιό πανω σ΄ένα χωργιό αθο ντ΄αμπαδιώτικα, απούχει παντρεμένα τα δυό ντου θηλυκά…»

-Θωρώ τα συνομήλικά μου, (παπούδες ούλοι ντως το 2010), να κάνουνε ζωή, χαρά και παιγνίδι τη φτώχεια, την πείνα πολλές φορές, την ανέχεια, την αμάθεια.  Η Πηνελόπη μου, γέννημα-θρέμμα του μυαλού μου, με βοηθά να θωρώ πίσω από την κάθε κλειστή και χορταργιασμένη πόρτα, ενα σωρό γειτόνους να δίνουνε ζωή και στο χωργιό τσ΄εποχής μου:

-Ετέλειωσενε ο Παπα Κωστής τη Λειτουργιά  και σα βγαίνω από την πίσω πόρτα τσ΄εκκλησάς τ΄Αγίου Πινεμάτου, λέω να πάω από τη μεσοχωργιά* τον πιό παλιο δρόμο του χωργιού απομεινάρι τση τουρκοκρατίας. Ο δρόμος τουτασές ήζωνε το παπούρι (ούλο χαράκια),  απούτανε χτισμένο αρχικά το χωργιό, με τα σπίθια κολλητά τόνα στάλλο, για το φόβο των Τούρκων. Κάπου στην κορφή   ήτανε και η θέση του βράχου που λέγανε:    «του Πέτρου το Κεφάλι» ,  απόπου πήρε και τόνομα του το Πετροκεφάλι… Είτονε σάικα το μοναδικό μέρος του χωργιού απού δεν είχενε το χειμώνα λάσπες, μιάς και ο δρόμος είχενε κούσκουρα*, που με δυσκολία είχανε σοστρώσει. Η Χαρίκλεια του Παπά (Νικολή) έτοιμη να προβάλει απο το πανωπόρτι , να μασε καλημερίσει καθώς εβγαίναμε νε από την αυλή τσ΄εκκλισάς.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΣΗ  ΜΕΣΟΧΩΡΓΙΑΣ

Μια καλή γειτονειά,  ο δρόμος τση μεσοχωργιάς , του 1920-1940:  ο Αραπαλέξης με το γιό του το Νικολή, απου εκτελέσανε οι Γερμανοί νοτικά του χωργιου το 1941, ο Καδιανογιώργης με την Καδιανογιώργαινα (με το Αντρεάκι, τον Κωστή, το Μηνά, την Ελπινίκη , το Γιάννη το Καϊρανιό,  την Μαρία, και την Κατίνα).  Ο Αντρέας ο Λιλής (Αλεξανδράκης) με τη γυναίκα ντου  και τα κοπέλια ντου, το  Μιχάλη, τον Αλέκο το Μανώλη, τον Κωσταντίνο, τον Νίκο και τον Αντώνη. Αμέσως μετά, το σπίτι του Φραγκιδομιχάλη επόμεινε κλερονομιά τση κόρης του Μαργιόρας, τση γιαγιάς μου,  σαν επαντεύτηκε τον Αλεξάκη (Μπαμπιονιτάκη) , σόγαμπρο από τη Γαλιά. Ο Μπαμπιονίτης  λοιπόν και η Μαργιόρα να τηγανίζει το λαγό της ιστορίας απου σας είλεγα αλλού που… ,  με τα κοπέλια ντου το Γιώργη (Καλόγερο) και τον Κωστή (τον κύρη μου) και ακόμη δυό κοπελιές την Αγγελική και την Παρασκευούλα,   Στο βάθος ο Γιώργης ο Μπουρμάς (Γεώργιος Μπιτσακάκης) και η Ρινάκι με τη μάνα ντου να ζει ακόμη .  Τα κοπέλια του Μπουρμά, ο Βαγγελης η Κατίνα η Φωφώ και ο Γιάννης, ενα αγαπητό τσούρμο, απούδινε ζωή στη γειτονιά του 1955-65, μιάς και οι άλλες οικογένειες είτονε γερασμένες, τση φουρνιάς του 20-40.     Ένα ζάλο αθο ντα δυτικά τση  μεσοχωργιάς ο Φανουρονικολής με την Αρτεμισία και το Μπολντοκάκι το Μανωλιό (τον άντρα της), που  καταφθάνοντας από τσοι Μοίρες, με την αθλητικη εφημερίδα παραμάσχαλα, φούσκωνε  σαν παγώνι,  που ο Ολυμπιακός νικησε 2-1 τη Σαντος του Πελέ… Πέντε ζάλα πιό  δυτικά και φτάνομεν στην αυλόπορτα-αρχοντικό του Μιχάλη του Σωμαρά,  απαράλακτο όπως τώρα…  Ο Μιχάλης ο Χοίρος (Μιχαλης Εμμ Κανακαράκης) και η Έλλη, και ο γείτονας του ο Πετρογιάννης (Πετράκης Ιωάννης του Εμμ)  και η Βαγγελία Ας είναι καλά ο Μιχάλης  ο Χοίρος που με τα κοπέλια ντου  το Μανώλη τη Ρηνιώ και την Συρμαλένια και τον γιό του Πετρογιάννη (τον Πετρομανώλη sunset) έδιδαν ζωή στη μεσοχωργιά τα χρόνια μου…   Αντικριστά νοτικά    τα  εγκαταλελειμένα λημέργια ενούς Πετροκεφαλιανού δασκάλου του προπερασμένου αιώνα  επι Τουρκοκρατίας: το σπίτι του Φραγκιδοδάσκαλου… (Φραγκιουδάκης Εμμανουήλ του Μιχαήλ, μετέπειτα σπίτι του μοναδικού του γιού: του Πρωτοδίκη, και μετά σπίτι του Αντώνη του Χατζή (απίτις εγιάγειρε από την Αθήνα στό χωργιό)). Κολητά είτανε και ο σταύλος του Κανακαρομανώλη (μετέπειτα σπίτι του Νικολή Κανακαράκη) που προφανώς στις αρχές του 1900  αποτέλεσε φυρώριο του σογιού των Κανακάρηδων) Επιάσαμε την κατηφόρα για το σπίτι του Χαψη ,  που με τα τρία ντου κοπέλια,  το Νικολή το Διαμάντη και το Μανώλη και βέβαια την κόρη του την Κατίνα εγεμίζανε το στενό τση μεσοχωργιάς, το 1940-50 μαζί με το Σαμιώτη και τη Σαμιώταινα και το Βασιλια το Γιώργη (Γρίβα) (Γεώργιος Μιχελινάκης)   και την καλογρια,   την αδελφή του. Παει και το Βυρωνιό, καλό του ταξίδι… Σαν ξεπορτίζω, δυτικά από το δρόμο τση μεσοχωριάς θωρώ μπροστά μου δυτικά ενα διώροφο αρχοντικό εγκαταλεμημένο: Σπίτι του Γιάννη Σπυριδάκη, γιου του  Μανωλάκη Καστανά, απούφυγε νέος για την Αμερική. Στά χρόνια μου ένας ανηψός του ο Γιώργος Σπυριδάκης (του Μιχαήλου του Λευτέρη) το ζωντάνεψε με την γυναίκα του και την πεθερά του γιά λίγα χρόνια, ανασταίνοντας το Μιχάλη Σπυριδάκη, αξιόλογο χωργιανό μηχανικό λιμενικών έργων…

Να στρίψω αθο τα Σπυρδιανά; Άντε να τελέψωμενε με τα Σπυριδιανά: Νασου ο Γιώργης ο Τσουρής   (Γεώργιος Σπυριδάκης)στο πρώτο ανεβόλεμα. Ήργησε μιαολιά να παντρευτεί ο Γιώργης, για να δόσει ζωή στη γειτονιά, πράγμα απούγινε λιγο αργά, μετά το 1960. Ο  Πετροχαραλάμπης  και τα κουβάκια ντου,  και ο γιός του ο Μιχάλης  με τη Στέλλα  και την Κωστούλα, Λίγο πιό πίσω ο Τίτος ο Σπυριδάκης , ενας ψιλόλιγνος παππούς με τον Κωστή και την Κατίνα.  Λίγο πιό πανω ψηλομπερδεύομαι…  Επαέ μέσα ήτονε μιά μεγάλη οικογένεια, του Παπαστελιανού, απου σιγά-σιγά εφύγανε ούλοι εκτός τση Γαρεφαλιάς (τση μεγάλης κόρης, απούχενε κλεφτεί με το Δημήτρη του Τσολιά από κείνα τα χρόνια)  Οι αποδέλοιποι, ο Μιχάλης, ο Μανώλης και η Γιωργία, από νωρίς είχανε μετακομίσει στην Αθήνα  Ο Μανώλης  ο Σταμπάριος, (Εμμανουήλ Σταυρουλάκης) με το Μιχάλη και τη Φρόσω,  ο Πρωιμογιώργης, ζωή νάχε σαν ήρθε από τον Αι Κύρλο γαμπρός,  εγέμωσε τα Κορακιανά με κοπέλια: η Νίκη, η Ολυμπία, η Ερήνη, ο Μανώλης, ο Ζαχαρίας, ο Στελιανός.  Δίπλα και ο Νικολής ο Μαντράχαλος  με τη Μαρίκα του Τζαμπράκου,  τα κοπέλια ντως,  η Νίτσα και ο Μανώλης και το Πετρογιωργιό (θεός συγχωρέσει το) γιός του Πούλακα του Μανώλη.  Αρχίζομενε να ξετσουρούμε αθο ντο πλακάκι Λίγο ακόμη από τη μεσοχωργιά και φτάνομε στο σπίτι τσ΄Αριστείδαινας (μάνας του Τίτου) και  του Μιχαήλου του Μανούσου. Είτονε ένα αρχοντικό διώροφο, απού εσκάμπαζε* από του παπά την καμάρα Επαέ πρέπει ο Μιχαήλος του Μανούσου και η Σωμαροβαγγελιά η γυναίκα ντου να καταστέσανε μιά μεγάλη οικογένεια το Νικολή το Μακρολαίμη, τον Κωστή τση Σωμαροβαγγελιάς, τη Δεσποινούλα, την Αλεξάνδρα….  όλοι τους την περίοδο του 1920-40. Στα χρόνια του 1950-60 μόνον ο Μιχαήλος ένας ψιλόκορμος γέρος  έβγαινε στην αντιληαρίδα, μπροστά στη Σπυριδιανή φάμπρικα, παρέα με τον Ντουρόμηνο και την Ντουρομήναινα, μάνα τσ΄Ευτυχίας και του Γιώργη, που νωρίς το 1960 αυτοεξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη με τα κουτσούβελα του, μιάς και είτονε λένε  …αριστερός… Σήμερο, στο ίδιο σημείο σκαμπάζει από την πεδιάδα η ΕΠΙΠΛΟΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ,  σηματοδοτώντας την πρόοδο και ανάπτυξη του χωριού, σύμφωνα με τα νέα μέτρα και τους κανόνες τσ΄εποχής…

ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΤΣ ΕΚΚΛΗΣΑΣ ΑΘΟ ΝΤΟ ΠΛΑΚΑΚΙ

Το στενό τσ΄εκκλησάς αθο ντη γυροποταμιά.    Πρέπει νάτονε ένα από τα πιό παλιά σοκκάκια του Πετροκεφαλιού  Ο Κωστής του Τσακαλίκου με τη Σοφία του Ληογιώργη, με τα κοπέλαια ντως την Ελευτερία, Ευγενία, Βασίλη και Ελένη, ο Ηρακλής ο Ρανκόκης (Ηλιάκης Νικόλαος) και ο γιός του ο Νικολής  ο Ληογιώργης,  με τον Πετρομιχάλη δυο εγκαταλελειμένοι παππούδες στην εποχή μου μιάς και τα κοπέλια ντως είχανε μεταξεσύρει στο χωργιό φτιάχνοντας δικάντως σπίθια  Λίγες ακόμη οικογένεις, του Ντάσκου του Γιώργη,  με την Άννα  και το Σταυρο και Μιχάλη,  του Σανταρμογιώργη, με το Νικολή τον Πλαστήρα, την Κατερίνα τον Αντώνη και τη Χρυσούλα,  τον Τρικέφαλο τον Νικολή (Νικος Αλεξανδράκης),  με το Γιάννη την Ερήνη και τη Γεωργία,  του Φανούργιου του Χαλκιαδάκη με τη Λευτερία την Ελένη το Σωτήρη το Μανώλη, το Βαγγέλη και του Αντρέα του Πατσούρη,  με τη γυναίκα ντου την Αθηνά, και την πεθερά του την Κατερίνα,μα και τα  κοπέλια ντου  το Γιώργη, την Αθηνά, το Σταύρο και τη Χρυσούλα είτανε στα χρόνια μου ακόμα να δίνουνε ζωή στο στενό τσ΄εκκλησάς.   Ακόμα θυμάμαι  το Καφενείο του Ληομανώλη και πιό πάνω το σπίτι του Θεού  (Μιχάλης του Μπιτσακοσταυρούλη) με την Κρουστάλη τη Μαρίνα,  το Μανώλη  και τη Μαρία και ο Καναναρογιώργης με την παπαδιά (την Στασούλα) και τη Στελλα  στη γωνιά τση πλατέας (μετέπειτα σπίτι του Αστρινού Τερζάκη), και κάποιες ίσως πικάντικες ιστορίες  της γειτονιάς, θυμίζουνε στους ελάχιστους εναπομείναντες μεγαλύτερους μου,  τις τελευταίες μνήμες της γειτονιάς αυτής….

ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΤΣ ΕΚΚΛΗΣΑΣ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΥΜΠΑ

Σα θελα πηγαίνομε στην εκκλησά, ο συνηθισμένος δρόμος, σ΄αυτούς που μένουνε δυτικά και  νοτιολδυτικά του χωργιού είναι το στενό απούβγαινε στη  βορειοανατολοκή γωνία τση κολύμπας Δεν είτονε μαθες πρεπούμενο εκειανά τα χρόνια να κυκλοφορούνε οι γυναίκες  από τη μέση-μέση τση πλατέας να στοι θωρεί ο γεις και ο άλλος, και να σκέφτεται  ο  ένας το κοντό του και ο άλλος το μακρύ ντου…  Σα θελα τελέψει το λοιπός η λειτουργιά, η ομαδοποίηση  στην αυλή τσ΄εκκλησάς και η παρέα εξεκίνα, να πει την καλημέρα στο Γιάννη τση Γαρεφαλιάς και μετά να θωρεί τα χαλάσματα του σταύλου του Μανωλάκη του Τσαγκάρη και λίγο πιό κάτω επμπαίναμενε σε μιά συνοικία Μπιτακάκηδων: στη γωνία αριστερά το σπίτι του Λυμεροσταυρούλη και τση Λυμπεροσταυρουλαινας Δεξιά εφίμανενε πίσω μας το Σπίτι του Μακάριου, αγροφύλακα του 1952 στο χωργιό. Όσο ξύνω την κεφαλή μου τόσο θυμούμαι:  Ο  Μακάριος (παρατσούκλι του Ν  Μπιτσακάκη) είχενε παντρευτεί τη Μακαρίαινα μια καλή γυναίκα που ποτέ δεν είχενε ακουστεί κάτι κακο γι΄αυτήν Όμως οι φαρμακόγλωσσες τσ΄εποχής τση καταλογίζανε πως ο Νικολής τηνε πήρε από το Γιαλομονόχωρο (από τουε τελευταίους κατοίκους του εγκαταλελειμένου χωργιού) και όντενεπαντρεύτηκε εφόργιε ένα καπέλο με φτερό… Και θα μου πεις εδά: Χαράς το πράμα! Έλα όμως που εγώ στη ζήση μου στο χωργιό δεν είδα κειμιά να φορεί καπέλο μέ φτερό παρ΄αμόνο μιά φορά την κερά Ειρήνη τη δασκάλα μου και γυναίκα του γιατρού του Μιχαήλ Μιχελινάκη…  Είχενε μιά μοναχοκόρη κι΄ακριβή ο Μακάριος,  τη Ζωούλα,   μετέπειτα σύζυγο του Βαγγέλη του Μπουρμά. Το άνοιγμα μπροστά μας εθύμιζε χάος: Αδιέξοδο, ερείπια από δόξες άλλων εποχών ίσως, μά τώρα μόνο  το σπίτι του Βατση (Γεώργιος Χαριτάκης) με τη Γιαννούλα και το Σωτήρη και η είδοδος  του σπιθιού του Μιχελινάκη του γιατρού και της κυρά Ερείνης τση δασκάλας μας  Τα υπολοιπα χαλάσματα κάποιοι σταύλοι και τίποτε περισσότερο…  Στρίβουμε νοτικά για την κολύμπα:  από την απέναντί μεργιά έμενε πάλι στα Μπιτσακιανά το Φροσυνιό, ανύπαντρη τότε και η πιό μικρή κόρη του Λυμπεροσταυρούλη  Γριά στα τελευταία τζη, το Ρινάκι (Μιχελινάκη) η μάνα του γιατρού του Μιχελινάκη σε ένα σπίτι με πετρόσκαλα αριστερα,  και δεξα εξεκίνα η επίσημη είσοδς  στο σπίτι του  γιατρου του Μιχελινάκη. Καθώς εβγαίναμε στον κεντρικό δρόμο, στη γωνία αριστερά, είτονε ο Σταυλος του Καλοτυχου, ενος Γεργιανού με αρκετή περιουσία στα μέρη μας, που είχενε δυο τρία γαιδουράκια και λάου-λάου, αν και αρκετα γέρος, κατέβαινε και επόπτευε τα κτήματά του και στη συνέχεια ανέβαινε στη Γέργερη, σαν νατανε η διπλανή πόρτα….  Απέναντι είτονε στη δυτικη γωνιά το καφενείο και το σπίτι τ΄Αραπαντώνη, που πρέπει σε παλιότερα του 1950 χρόνια νάτανε ένα από τα αγαπημένα στέκια των μερακλήδων… Σ αυτό το σπίτι γένησε τα παιδιά του  Μανώλη και Μαθιό  καθώς και ο Μανώλης με τη Βάσω τους Αντώνη,Αλέκο, Ελένη και  Μιχάλη .

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΣΗ ΦΑΜΠΡΙΚΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ

– Σαν βγούμενε από τη μεσοχωργιά και στρίψωμε νοτικα, βρίχνομενε μπροστά το σπίτι του Πετρομανώλη απου εκάθουνταν όλο στο δρόμο για το καλημέρα των μεραστικών Θυμούμαι απου φιλοξενούσε και τον εγγονό του το Νικήτα από τσοι Μοίρες σόι του Μανταλένιου με το σιδεράδικο στσοι Μοίρες… Μετά η φάμπρικα του γιατρού και απέναντι  το σπίτι του Σπυριδάκη του Γιαννη που είπαμε πως είχενε ξενιτευτεί στην Αμερική. Μετά ο  Μπελαδοδράκος (Μανασσάκης) από τη Γαλιά και η Αναστασία με τα κοπέλια ντως Γιώργη, Αντώνη, Μανώλη Στέλλα, Γιανούλα, Μαρία, Κωστής Γιάννης, Μιά αλάνα αριστερά απλά θυμίζει τη συνηθισμένη μοιρα-προέλευση  των ερειπίων: άλλοτε γιατί αυτοί που μένανε εδώ πέταξαν για πιό πάνω, και άλλοτε γιατί όσοι μένανε σβήστηκαν από τις μνήμες του χωργιού. Έδώ κάπου μένανε οι Βασιλάκηδες (μόνο η Ευτυχία κυκλοφορούσε καπου κάπου στα χρόνια μου στο χωργιό)  νυν δημιουργοί της Aegean Airlines. Δίπλα το σπίτι της Μιχελοδημητραινας, μια καλή μα εγκαταλεμεμένη γιαγιά στο χωργιό, μιάς και ο γιός της ο Μανωλάκης σπάνια κατέβαινε από τη Θεσσαλονίκη.  Ένα καλό στέκι με τρεις τεράστιους ευκάλυπτους και τα σπίθια του Στέλιο του Κανάκη  (Σταματάκης) αριστερά που με την Κυριακούλα έκανε το Γιώργο και το Γιάννη και του Μπορβόβα δεξια, για να φθάσομενε τελικά στον κεντρικό δρόμο με το Τσαγκάρικο του Νικόλαου του Σταμάτη και της αδελφής του Βαγγελίας. Λίγο πριν το τσαγκάρικο, είτονε ενα δωμάτιο ιδιοκτησιας Μπορνόβα και αυτό, που παλιότερα ήταν το Φαρμακείο του γιατρού του Μπορνόβα, ενώ γύρο στο 1950 πρέπει νάτνα το Σωμαράδικο του Σωτήρη από το Κουσέ. Αγρότερα, το Σωαμράδικο μεταφέρηκε στα νοτικά της Πλατέας του χωργιού και ήταν εκεί μέχρις που εξαφανληστικαν τα γαιδουργια από την περιοχή… Στο σπίτι του Μπορνόβα έλάχιστες μνήμες από την Λιλίκα και τα κορίτσια της (τους γνώρισα χρόνια μετά, τον Χαραλαμπάκη, τη Σοφία και τον Αλαβάνο με την γυναίκα του Κάτια) Η Ευθυμία (Χαλκιαδάκη) κόρη του Μανωλάκη του Χαλκιαδάκη, ήταν αναπόσπαστο συμπλήρωμα του σπιθιού του Μπορνόβα, υπηρετώνταας το σπίτι της κυρά Μαρίκας και του Αντώνη του Βασιλάκη εκείνα τα χρονια… Η Γυναίκα του Μιχαήλ Μπορβόβα, η Μπορνόβαινα, μόλις που αχνοφαινόταν στη μνήμη μου

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΣΗ ΓΥΡΟΠΟΤΑΜΙΑΣ

-Τόπαμε κιαλλότες,  δεν είτονε πρεπούμενο τα χρόνια μου, να περνάς καβάλα στο γάιδαρό σου και να σέρνεις και τα πρόβατα και τσ΄αίγες σου, από τη μέση-μέση τση πλατέας, είδικά το βραδάκι, απου πολλοί χωργιανοί είχανε γιαγείρει στα σπίθια ντως από τσοι γεωργικές δουλειές, είχανε φουντουλευτεί και εκάθουντανε στους καφενέδες για μιά πρέφα και κολτσίνα, μεχρι να καταστέσει η κερά το βραδυνό φαί.  Όσοι το λοιπός είχαμνε τα σπίθια μας  στα βορειοδυτικά και δυτικά του χωργιού επηγαίναμε από τη γυροποταμιά, σαν ερχόμασταν από την ανατολική πάντα του χωργιού, το ίδιο κάνανε και οι Σιββιανοί και  Πιτσιδιανοί,  σαν είρχουντανε από τσοι Μοίρες. Σαν μπαίνει κανείς στο Πετροκεφάλι από τσοι Μοίρες, ένα καλό σπίτι είτονε αυτό που θωρούμενε μπροστά μας: ο Σταύλος του Πειμενίδη.  Φαίνεται πως παρά την προνομιακή του θέση δεν  εβόλευε για κατοικία και ο Επιμενείδης Καλοχριστιανάκης το χρησιμοποιούσε σαν σταύλο, από εκείνα τα χρόνια…. Τα κοπέλια του Παπουτσομανώλη , ο Νικολής , ο Φιλίππος και ο Γιάννης ο Νταμπάκης εσυμπληρώνανε το μπροστινό, αθο τσοι Μοίρες μέρος τση γυροποαμιάς. Ο Παπουτσονικολής ενας λεβέντης άντρας στα νιάτα του, κατα πως διηγιόντουσαν οι παλιότεροι, με τα κοπέλια ντου, τον Αντώνη ,το Μανώλη και τον Κωστή στο πρωτο σπίτι τση γυροποταμιάς , και ο Παπουτσοφιλίπος με την Αγγελική τη Χαρουλα και το Γιάννη εζωντανεύανε το πρωτο κομμάτι τση γυροποταμιάς. Μετά εξεκίνα μιά μισοερειπωμένη γειτονιά η Φραγκιδιανή  Ενα κοματι από τη Φάρα του Φραγκιδομιχάλη, ο Φραγκιδογιώργης  είχενε το πρώτο κομάτι έμενε στο σπίτι του Σταυρου του Φραγκιουδάκη μιάς και ο άλλος γιός ο Στελιανός (Βανίλης) μετακινήθηκε προς τον κουσανό δρόμο, όπως και ο κύρης μου. Βέβαια, του μπάρμπα μου του Βανίλη τουμεινε απωθημένο η γυροποταμιά, μιάς και όταν είνουνα μικρός και εκάνανε κρασοδρομίες με την κύρη μου είλεγε τη μαντινάδα:  απο τη γυροποταμιά δε λείπει η πρασινάδα// και απο το αχειλάκι σου η ροδοκοκινάδα.  Δίπλα έμενε  η  δεύτερη γυναίκα του Φραγκιδογιώργη, η Φραγκιδογιώργαινα, και τέλος στη γωνια προς το στενό της εκκλησάς, ένας φραγκιδιανός σταύλος στα χρόνια μου, κληρονομιά του κυρού μου από την μάνα του. Αποτελούσε αυτός ο σταύλος μέρος της Φραγκιδιανής φάμπρικας. Κάπου κατα το 1955-60 μια μεγάλη πετρα ελαιοτριβείου χρειάστηκε να αφαιρεθεί από μιά μεσοτοιχία σου σταύλου για να μετακινηθεί στο σύγχρονο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο του Καραντινού στο Καμηλάρι, και έτσι καταγράφηκε και αυτο,  χωρίς σκληρό δίσκο είναι αλήθεια, στη μνήμη μου…

Το πλάτωμα μπροστά στη επιπλοδιακόσμηση είτονε ο χώρος απου κάθε χειμώνα έπαιρνε ζωή η Σπυρδιανή φάμπρικα. Κόσμος πολύς,  μεγάλο σόι οι Σπυριδάκηδες είχανε μερτικό στη Φάμπρικα και αλέθανε τσ΄ελιές τωνε στη δικήντως φάμπρικα… Μέχρι το τέλος τση γυροποταμιάς, στο σπυρδιανό πιγάδι, ενας μεγάλουρος ευκάλυπτος και μιά μεγάλη αλάνα-φυσικη στέρνα εστέρνιαζε το νερό για να πηγαίνει στο ζουργιό του μύλου και να γυρίζει τσοι μυλόπετρες. Εκεια ποθές θυμούμαι τον Σπυρδαντώνη να ξεκουκίζει το μπαμπακι με μιά περίεργη μηχανή… Δεν είχαμενε μαθές εμείς μπαμπακοκαλλιέργειες στην περιοχή, μιάς και τα λίγα σχετικά ποτιστικά χωράφια του Πετροκεφαλιού είπρεπε να δόσουνε λαχανικά και τζαρτζαβατικά ολοχρονίς σε μεγάλο μέρος τση Μεσαράς…  Τα Σπυρδιανά, με τη δική τους αλάνα- πλατεία Το πρώτο σπίτι,  του Μιχαήλου του Λευτέρη αριστερά και το απέναντί του του Σπυρδαντώνη δεξιά. Ο Μιχαήλος του Λευτέρη παντρεμένος με την θεία ενός εξαίρετου γιατρού, του Ζαχαρία Καψαλάκη απο τις Μέλαμπες ( μετέπειτα δημιουργού του κέντρου ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ στην Αθήνα) είχενε το Λευτέρη, το Ζαχαρία και το Γιώργη ενώ  ο Σπυρδαντώνης (Σπυριδάκης Αντώνιος) είχενε το Μανωλιό το Σούρο,   τη Γιωργία, τη Στέλλα και την Ευτυχία.  Ο Μανώλης ο Σούρος (λάτρης του Παλιού Πετροκεφαλιού και του κρασιού, εξ ού και το παρανόμι : Σούρος, μιάς και είτονε όλο ντο πλειά σουρωμένος), εγέμωσε τη Σπυρδιανή γειτονιά με κοπέλια: ο Γιάννης,  η Αθηνά, η Στέλλα και ο Αντώνης. Δεν επόμεινε κειανένα στο χωργιό να συνεχίσει τη γενιά, την παράδοση, τη συνέχεια. Ο Συρμαλής… (Πετρακάκης, που έγινε Πετράκης, από τις Μέλαμπες, ) παλιά στις δόξες του με ενα λεβέντη γιό το Γιώργο, και τις Ψευούλα και Φωφώ, Ένα ατύχημα, μόλις που το θυμάμαι περί το 1955 στο Γιώργο, είταν αρκετό να μαυροφορέσει την οικογένεια του Συρμαλογιάννη…  Ακόμα, μιά οικογένεια, του Σφακιανού, που η κόρη του Δεσποινούλα παντρεύτηκε τον Κωστή του Μυρτομανώλη, τα  δε παιδιά τους Δημήτρης και Μανωλης συμπληρώνανε τη γειτονιά των Σπυρδιανών. Εδώ τελειώνουνε οι οικογένειες και τα σόγια της γυροποταμιάς. Λίγο πιό πέρα μιά φάμπρικα, που δούλευε αστμάτητα τα χρονια μου, και που την μετάτρεψε σε κατοικία ο Πετρομανώλης περί το 1970 Είτονε η φάμπρικα του Βασιλάκη, μιά από τις τέσσερις τσ΄εποχής μου…. Βέβαια,από κείνα τα χρονια οι Βασιλάκιδες είχαν μετακινηθεί σπό το Πετροκεφάλι προς το Ηράκλειο. Πιθανόν ήταν ιδιοκτησίας του Ευτύχιου Βασιλάκη (προγόνου), δημιουργού της Aegean Airlines σήμερο,   που τα απομεινάρια της γενιάς στο Πετροκεφάλι είναι λίγες συγγγένειες  και ακόμα λιγότερες μνήμες…

Ο Χαμψής ο Κωστής ενας μερακλής από τη Κάρπαθο, είχενε σάξει ενα σπίτι για την Κόρη του την Κατίνα, απού παντεύτηκε στα χρόνια μου τον Παυλή του Χατζηδαντώνη από την Πόμπια, θεός συγχωρέει τονε, Είχενε ο Χαψήε ένα μερακλίδικο περβολάκι δίπλα στο σπίτι τση κόρης του, καθώς και μιά κατασκευή σπιθιού το 1955-60 για τσοι γιούς του Μανώλη και Διαμάντη. Η  ανεργία κασι  αστυγιλία τους εξώθησε να μετακομίσουνε στην Αθήνα, εγκαταλείποντας το σπίτι στα θεμέλια, καθώς και το Πετροκεφάλι. ενω η Κατίνα έφυγε για τη Γερμανία. (Χρόνια πολλά πριχού παντρευτεί ο Παυλής την Κατίνα, είμαστε γειτόνοι στα Μπομπιανά και στο Μεγάλο δέμα, μιάς και ο Χατζηδαντώνης είχενε ένα κτήμα, σύνορο με το Μιχελινάκη το Γιατρό και ίσως και το Μιχαήλο του Λευτέρη στα Πομπιανά, Εκαυγάδιζε ο κύρης μου με τον Παυλή για το νερό, ο ένας έσαγε το Μεγάλο δέμα και ο κύρης μου τόθελε δεμένο γιατί επότιζε ένα αμπέλι μας. Εφοβήθηκα πως θελαλύσουνε το πρόβλημα με τα   …στελιάρια των σκαπετιών που κρατούσανε, και δεν θυμάμαι πως, μα έσπρωξα τον Παυλή και τον έριξα μέσα στο μεγάλο δέμα…. Φαίνεται πως εκεί κάπου εξεφούσκωσε και η αλληλομαχιά* του κυρού μου με τον Παυλή… Θεός συγχωρέσει τους και τους δυό…)  Σαν εφτάναμενε στου Χαψή το περβόλι εστρίβαμε δυτικα και στα 30 μέτρα είχαμενε τη συγχορδία των μηχανηματων:  στο πηγάδι του Χαψη και από την άλλη μεργια του δρόμου το πηγάδι του Γιατρού (Μιχελινάκη), Τα γαιδουράκια έγραφαν ατλείωτους κύκλους αντλώντας νερό για να ποτίζει ο περβολάρης λίγα μέτρα πιό πέρα. Και δόστου καθε ντάι-ντάι* να μοτσαίρνει* το γάιδαρο, που δεν εγύριζε γρήγορα να τελειώνει το πότισμα…. ( Καμιά φορά από ελλατωματική κατασκευή, εμπλόκαρε η αλυσίδα και τα πιό φιλότιμα γαιδούργια εβαζαν μερισσότερη δύναμη μέχρι που την έσπαγαν… Γι αυτό εγροίκας καμιά φορά να φωνιάζει ο κύρης μου:  Τρέχα μωρέ Αντρέα να ξεμπερδέξεις την αλυσσίδα γιατί θα τηνε σπάσει γάιδαρος) Λιγο πιό δυτικά ο Πετρογιώργης με την Πετρογιώργαινα, αρκετά γέρος, είχενε τον μπαξέ του με τσοι καντιφέδες και την κρεβατίνα* του γύρο και πάνω από το πηγάδι του, ενώ εκατέσταινε και το φανάρι και την καβούλα* του…. Γιατί όλα κιόλα: Γερος ναι, μα όχι και τεμπέλης …  Κατά τα λιοβουτήματα τσοι ζεστές μέρες του καλοκαιργιού τα χέλια έβγαιναν από τη λάσπη και βοσκούσαν στο νερό στον καρβαβα και στην αμάτα  Ο Πετρογιώργης  τα περίμενε με την καβούλα του με δόλωμα τσ’ αβροματάρους* και σαν δε μπιτίζει, εκατέστνε το μαγερικό τση μέρας με καμπόσα αχελάκια… Περνώντας πίσω από το παλιό νεκροταφείο και το …πάρκιγκ χοίρων πιό βόρεια (τάπαμε αλλού αυτά), εστρίβαμενε νοτια και βγαίαμε στην Κουσανή διασταυρωση, συνεχιζοντας για Ματαλα…


Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΟΥ:

Μπορεί να παραξενεύει κατιτίς*  τσοι ξενομπασάρηδες σε τουτοδώ το ιστολόγιο, μα για εγώ τόγραψα απευθυνόμεος στην ψυχή των χωργιανών, πούτυχε νάναι Πετροκεφαλιανοί. Μα κι΄από το Γυαλομονόχωρο νάμουνε, πάλι με τον ίδο τρόπο θα τόγραγαφα: Θα ξεκινούσα  να πορπατώ τσοι μνήμες μου από τη μέση -μέση του χωργιού, από την εκκλησά ντου, μιάς και η κάθε λοής εξουσία σειραγά* τα ζωνανά κατά το δικό της το μαντρί: για την εκκλησά είμαστε «Ζωντανά του Θεού», για το Κράτος «Νομιμόφρονες φορολογούμενοι «Πολιτες!» «, για το ΠΑΣΟΚ  «δημοκράτες-προοδευτικοί» , για τους  Δεξιούς «μη βγείτε απο το μαντί,  σας τρώει ο λύκος!» , για τσ΄αλλους,  στοι αριστερούς: «δεν είσαι αριστερός; δεν είσαι πράμα!  Μονο οι ζερβοπαρούτηδες* έχουνε μυαλό! » κλπ. Έτυχε στην εποχή μου νάχει η εκκλησά το πάνω χέρι, καιτσά μούμεινε νάχω  στο νου μου το χωριό, την εκκλησά και τσ΄αθρώπους,  ένα ανακάτεμα χωρίς να ξεχωρίζει κανείς  σύνορο στη δικαιοδοσία-εξουσία  του εντολοδόχου παπά, του κρατικοδίαιτου δερβέναγα, ή του αγωνιζομενου-σκεπτόμενου ανθρώπου… Σ΄αυτό το τρίποδο, το μεγάλο χέρι τσ΄εκκλησάς είτονε κυρίαρχο στην εποχή μου, Υστερις είρθενε το μεγάλο χέρι του Κράτους: πότε δεξιό, πότε προοδευτικό, πότε αριστερό, μα σχεδόν πάντα αδέξιο, να τριγουνίζει* το φουκαρά ανθρωπο, που έψαχνε και ακόμα ψάχνει, να βρει το ρόλο του σε αυτό το τρουρλουμπούκι*…  Ας πάμε λοιπόν να περπατίσωμενε τον κεντρικό δρόμο του Πετροκεφαλιού, που ξεκίνησε σαν  ένας αξιοπρεπής χωματόδρομος για να καταλήξει ένας αξιοπρεπής δρόμος μέτριας κυκλοφορίας, έστω και άν αυτό δεν είναι το ζητούμενο μιάς τοπικής κοινωνίας: συλλέκτης καυσαερίων, θορύβου, νεκρών ζώων και κάπου-κάπου και τροχαίων θυμάτων  της σύγχρονης εξέλιξης. Την περίοδο της κατοχής, κατά που μου λέγανε, επηγαίνανε στου ζερβού το πέραμα οι νεαροί και κολάγανε το αυτί τους στο χώμα του οδοστρώματος, προσπαθώντας  νακούσουν το θόρυβο των επερχομένων οχημάτων των κατακτητών…. Κατά που γράφω και αλλού, η εξέλιξη επέβαλε την τροποποίηση της χάραξης στη θέση Μπιρμανη ο μύλος, ώστε να ισιώσει λίγο ο δρόμος . Ακόμα περι το 1955, οι αγγαρείες της κοινότητας επέβαλλαν τη χειρονακτική διαμορφωση των πρανών, προς την πλευρά των Αστερουσίων, του δρόμου, με τις σκαλίδες. Ο λόγος ήταν μα μην τσιλουνε* τα πρανή το χειμώνα και να πλημμυρίζει το οδόστρωμα από τα νερά της βροχής, κάνοντας αδιάβατο γα τα αυτοκίνητα το δρόμο…. Ακόμα, οι πλύστρες στον Αι Λευτέρη και στο καινούργιο Νεκροταφείο ήδη έχουν αναφερθεί αλλού. Μένει να αναφερθεί η αποχέτευση ομβρίων του Πετροκεφαλιού, έργο του 1970-80 με προέδρους τον Μπουρμά και τον Αλέκο του Τσίκνη. Άλλωστε, τα νερά των έντονων βροχοπτώσεων που κατέβαιναν από τους γύρο λόφους στη μέση του χωριού έπρεπε να πάνε είτε στον Αι Λευτέρη είτε στο παρκάκι της εισοδου  (απο Μοίρες) του χωριου, διασχίζοντας τον κεντρικο δρόμο του Πετροκεφαλιού και κάνοντάς τον αδιάβατο για αρκετές ώρες.

Σαν εμπαίναμε στην Πετροκεφαλιανή περιφέρεια, και περνώντας του Κατσιρντή το σπιτάκι, εφτάναμε νε στου Μπιτσακογιάννη το παπούρι,  αριστερά, με το σπιτάκι ντου και με το χωρίς νερό πιγάδι του. Στη Δεξά μπάντα του δρόμου είτονε του κυρούμου (Μπαμπιονίτης) το περβόλι περίπου στο όριο τση Πομπιανής περιφέρειας.  Πεντακοσα μέτρα περπάτημα στον «αμαξωτό» κατα πώς ελέγαμε τον δρόμο που μπορούσαν να περπατήσουν τα αμάξια.  και συνατούσαμε το πρώτο περιποιημένο περβόλι στα δεξά του δρόμου το περβόλι του Παυλοευτύχιου και του Παυλοευτύχιου τη στέρνα με ένα μεγάλο σακκιέ. Ηταν ενας ατυχήσας στην υγεία του Πετροκεφαλιανός, που πότε ήταν στο περιοιημένο περβολάκι του πότε στο Δημόσιο ψυχιατρείο Χανίων Μετά το 1955 το περβόλι περιποιόταν ο Διογένης (Ηλιάκης) πριχού παει στη Γερμανία… Η Βαγγελιώ Σχοιναράκη μάλον έκανε τα πρώτα τζη ζάλα στου Παυλοευτύχιου τη στέρνα…  Λίγο πιό πέρα ένα σπιτάκι ακόμα, του Τσουροστελιανού με ένα σακιέ,  και πάνω από το δρόμο ο σακκιές του Μπιτσακογιάννη (σημερινό σπίτ του Δημήτρη Μαρκάκη).  Η πρώτη σοβαρή διασταύρωση εκείνων των χρόνων: του ζερβού το πέραμα, δεξια, ενα πέρασμα από όπου μπορούσε κάποιος να μπει στην πεδιάδα διασχίζονας το πάντα γεμάτο κανάλι του νερού για τη γυροποταμιά… Μετά η στροφή για το Κουσέ (νυν Κέντρο Αυγερινός) και στη συνέχεια του Μαντράχαλου η στέρνα. Αλλα 300 μέρα και φτάνουνε στου Νικήτα το περβόλι (Κανακαρονικήτας) και στη συνέχεια σε μιά άλλη ιστορική στέρνα : του Στρατή (Μπιτσακοστρατή) τη στέρνα… Επιτέλους μπηκαμε στο χωριό:

ΠΡΩΤΗ αριστερή διασταύρωση: αθο ντου Ζωγράφου, του Λαέρτη, του Γιώργη του Χατζή. Μα ας προχωρήσουμε στον κεντρικό δρόμο αφίνοντας πίσω μας στα δεξά μας του Πετροχαραλάμπη το Περβόλι (τωρινό σπίτι του Χαρίδημου Στ Τσικνάκη) για να μπούμε στο παραδοσιακό παλιό Πετροκεφάλι:  Δε λέω είτονε καλογυναικάδες οι Πετροκεφαλιανοί, μα όι να δίνουνε οι γυναίκες τ΄όνομα στσοι γαμπρούς!  Μούκανε λοιπόν εντύπωση πως ο Ληογιώργης (Φραγκιουδάκης Γεώργιος του Θεοδώρου) κυκλοφορούσε με το όνομα του πεθερού του του Ληογιάννη (Ηλιάκη Γιάννη):  ¨Ηλιογιώργης» Ληογιώργης. Ο λόγος είταν απλός: Ο πρωτοξάδελφος του (αδελφός της γιαγιάς μου ) Φραγκιουδιάκης  Γεώργιος του Μιχαήλ  είχε καπαρώσει το Φραγκιδογιώργης-φραγκιδογιώργαινα και για να αποφύγουν τα μπερδέματα ο άλλος Φραγκιδογιώργης κυκλοφόρησε, αυτός και τα παιδιά του,  με το ονομα Ληογιώργης και το Γιός του Δημητρης σαν Δημητρός του Ληογιώργη. Ως μπαινουμε το λοιπός στο Πετροκεγάλι εδά και 60 χρόνια το πρωτο σπίτι στο έμπα του χωριού είναι το σπίτι του Δημητρού του Ληογιώργη και τση Μαρίας του Δράκου Κολητάντως είχενε το σπίτι ντου ο Βιδαλής και ο Μπιτσακοστρατής ο κύρης  του. Μετά το θάνατο τση Μπιτσακοστρατίνας ο Μιχάλης ο Μελέτης εμεινε στο σπίτι τση Μπισακοστρατίνας., γιαγιάς τση γυναίκας του,  Μεταξεσέρνομενε πιό μέσα και φτάνομε στο σπίτι του Κωστή του Πιτσουνη. Ο Κωστής, από τσοι λίγους απού πήγανε μέχρι το Σαγκάριο το 1922  από τσοι χωριανούς με τον ελληνικό στρατό, και  επιστρέφοντας έφτιαξε το δικό του στρατό στο Πετροκεφάλι: Είκαμε με την πρώτη του γυναίκα την Ντουροερήνη,  αν δεν απατώμαι από το Κουσέ, την Πολυνίκη απου παντρεύτηκε το Γιάννη τον Καρεκλά από την Πόμπια, και με τη δεύτερη  γυναίκα, τη Λευτερία,  ήκανε το Δημήτρη, τη Μαρία απού παντρεύτηκε στο Πέρι, και το Μιχάλη,  Ζαχαρία , Νικολή, Μανώλη Γιώργη,  Φωφώ και Δέσποινα

(Εδά απου το θυμήθηκα θα σας το πω και ξα σας… Κολά δεν κολά δεν με νοιάζει… Ο κουμπάρος μου ο Γιώργης τ΄Αραπόκωστα είτανε Σφυριδάκης από το σόι τση μάνας του από το Κουσέ… Σαν εχώρισε ο σάντολός μου ο Κωστής του Πιτσαούνη την Ντουροερήνη,  συγγενιά του κουμπαρου μου από τη μάνα του, τηνε θυμάται, οταν είρχουνανε στο σπίτι ντωνς στο Πετροκεφάλι, να …γυτεύει τσοι μποντικούς (δεν είχανε μαθές και πολλούς τρόπους να  ξεβγάλουνε στοι μποντικούς) και είλεγε ανάμεσα στά άλλα στη γυθειά: «Βρε ποντίκια, βρε σοντίκια, φυγετε και να πατε σου Πιτσούνη του κερατά το σπίτι…» ) Συνεχίζομε όμως και φτάνομε στην:

ΔΕΥΤΕΡΗ διασταυρωση, αριστερά. Στη γωνιά είτονε μιά οικογένεια,  που εγκατέλειψε το χωργιό γύρο στο 1953: Ο Αντώνης του Καλλιτέρη με τσοι τρεις κοπελιές του τη Μαρίνα  την Αικατερίνη και την Ελπινίκη.   Έτυχε χρόνια πολλά μετά να τις γνωρίσω στην Αθήνα Στο χώρο του σούπερμάρκετ και του Βεζινάδικου το μονο απούχα να θυμούμαι είταν μιά μεγάλη κλειστή αυλόπορτα, του Σηφάκη  Πρέπει νάφυγαν και αυτοί για την Αθήνα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1950 Φάτσα από το  βεζινάδικο   μιά πολυμελής οικογένεια του Μιχελινάκη του Ευτύχιου  Ο Γιάννης (ο Ψάλτης) η Ελένη, η Κατίνα ο Νικολής και ο Γιώργης  είτανε το ζωντανο κομμάτι τση γειτονιάς Στο βάθος είτονε η οικογένεια του Δασκαλάκη Ευτύχιο. Στα χρόνια μου δεν έφθασα τον Ευτύχιο  Δασκαλάκη  και τσ΄αποδέλοιπους ο Παπαμανώλης είτανε χρόνια παπάς στσοι Μοίρες, ο Αδάμης ερχότανε κάπου κάπου στο χωριό Ο Δασκαλάκης Ιωάννης  ένας από τους γιούς του Ευτύχιου   και ευπατρίδης Πετροκεφαλιανός κράτησε για πολλά χρόνια το Γραφείο της Κοινότητας Πετροκεφαλίου, με περισσή αξιοπρέπεια, μεριμνώντας για την καλή φήμη του χωριού, μα και την εξυπηρέτηση των χωριανών στις επαφές τους με τις αρχές  Μιά ανάσα πριχού την πλατέα, ένας από τους γιούς του Καδιανογιώργη, ο πιό μεγάλος,  ο Αντρέας, είχενε ένα τσαγκάρικο.  Καμιά φορά πρέπει να έπαιζε και λίγο μαντολίνο ή κάποιο άλλο όργανο  ο Αντρέας. Η γυναίκα του Αντρέα,   Αντρεακιού, όπως τον λέγαμε λόγω χαμηλού αναστήματος,  είτονε συγγενής του Γιώργη του Γρρίβα και βέβαια ο Βύρων Μιχελινάκης (γιός του Γρίβα)  είτοε ανηψιός του. Θυμούμαι λοιπόν το Βύρωνα να πειράζει κάθε ντάι- ντάι τον μπάρμπα ντου στο τσαγκαράδικο, λέγοντάς του: Εεεε καυμένε μπάρμπα,  μα κακό γέρο θα κάμεις…. (Ο θεός να τσοι συγχωρέσει και τσοι δυό…). Στο έμπα τση πλατέας δεξιά είτονε το σπίτι του Γέρο Καρασουμάνη και του γιού ντου του Μήνου. Δύσκολα χρόνια και ο Μήνως εσπούδαζε ιατρική. Εϊχενε ο Γιάννης του Τσολιά καλές σχέσεις με τον Γέρο Καρασουμάνη είτονε και σάντολός του και κατά τα ξετελέματα, παντήχνει* ο Γιάννης του Τσολιά το Γέρο Καρασουμάνη στο αυλιδάκι του σπιθιούντου: Γειά σου σάντολε, είντα κάνει ο Μήνως; λέει ο Γιάννης του σαντόλου ντου… Και αυτός, φουρκισμένος  για την προσφώνηση «Μήνως» του …εκολαπτόμενου ιατρού, γυρίζει και του κάνει*: «-‘Οχι ο Μήνως, μα  ο γιατρός, φιλιότσο, μιά σειρά βαρέλια λάδι από τη μιά μπάτνα τση πλατέας μέχρι την άλλη εξόδεψα για να τονε βγάλω γιατρό!» Ό σο μπορώ να θυμάμαι όμως ο Μήνως πρέπει νάταν και καλός γιατρός μα πολύ περισσότερο πολύ καλός χωριανός.  Θυμάμαι πως τα πρώτα εμβόλια για την πολυομυελίτιδα, μας τα έκανε ο Καρασουμάνης δωρεά στο Ιατρείο του στις Μοίρες σε ένα παλιό διόροφο,   περίπου στις σημερινές καφερέρειες, περί το 1955..  Τελειώνοντας το πρώτο μέρος το πριν την πλατεία, έχομε αριστερά το σπίτι μιάς άλλης Μιχελιανής οικογένειας του Ιωάννη τση Ψεβίας  Ο Ηρακλής, η Μαρία,η Καλλιρόη και ο Μηνάς είτονε φίλοι καλοί και με το Μηνά, σχεδόν συνομίληκο μου,  κάποτε σε γαιδουροδρομίες εκ του προχείρου, παραλίγο να με σβολώσει* ο γάιδαρός μου στου Στρατή τη στέρνα,  ρίχνοντάς με κάτω. Εϊχενε όμως ο Ιωάννης μιά τρομερή μουρνιά, λίγο πριν μπούμε στο Πετροκεφάλι, που είτονε κέντρο συγκέντρωσης των πιτσιρικάδων περίπου κατα τον Ιούνιο -Ιούλιο, που σκαρφαλώναμε να κόψομε μούρνα. Στην εποχή του κυρούμου (1920) είχανε τση Λυμπιάδας τη μουρνιά, ενώ στα χρόνια μας είχαμενε ακόμη την Μουρνιά τυ Γιατρού με μουρα βυσινί χρώματος, που τα χρησιμοποιούσαμε για να …βαφτούμε από κορφής κόκκινοι, μισόγυμνοι φυσικά. Μπαίνοντας στην πλατεία αριστερά  προς νότο,  ξεκίναγε ένας δρόμος -ρέμμα η

ΤΡΙΤΗ διασταυρωση, που έφερνε τα νερά από την Κουρνιανή. Ο δρόμος διαμορφώθηκε σιγά-σιγά και έγινε ένας από τους κύριους δρόμους του χωργιού. Το εσωτερικό τση πλατέας είχε λίγες κατοικίες, περισσότερο χρησιμοποιούνταν για λόγους συνάθροισης Όμως εκτός από το πρώτο σπίτι του Γιάννη τση Ψεβίας, το δεύτερο νοτικά σπίτι ήταν επίσης κατοικία του σαντόλου μου του Κωστή του Μαρή Εκεί γεννήθκσαν και μεγάλωσαν ο Αντρέας ο Μιχάλης η Στέλα και ή Μαρία Πολύ αργά το σπίτι έγινε ο σημερινός φούρνος.  Το διπλανό σπίτι των Καλοχριστιανήδων, ήταν το πρώτο μέρος μπακάλικο, ένώ το δεύτερο ήταν το σπίτι του Κωστή του Παζούρη (Καλοχριστιανάκη ) και της Χρυσούλας της αδελφής  του Την αρχή του δρομου προς τα νότια,  της τρίτης διασταυρωσης ,  ολοκλήρωνε δυτικά το σπίτι του Κανακαρονικήτα (μετέπειτα φούρνος του Μελέτη και καφενείο του Μενέλαου)  Ήταν ο Κανακαρονικήτας ένας εξαιρετικός  μιλείχιος παππούς , που πολλές φορές συζητούσαμε στο καφενείο του γαμπρού του Μενέλαου.  Μούμεινε κάποτε,  που με αυτοπεποίθηση και πλήρη διαύγεια γύρισε και μου είπε : εγώ δα κυριε Αντρέα είμαι ο πιό μεγάλος του χωργιού:  εκλεισα τα 93 !   Διαγώνια στην πλατεία (βορειανατολική γωνία ) ήταν το σπίτι του άλλου Κανακαράκη του Κανακαρογιώργη, αλλά γι΄αυτό είπαμε στο στενό του πλακακιού.  Ένα ακόμα σπίτι, είτονε το σπίτι του Σταυριανού (Σταύρος Μιχελινάκης) , μετέπειτα καφενείο του Βεϊση (Γεωργίου Μανασσάκη) Βέβαι πέθανε νωρίς ο Σταυριανός περί το 1955 αλλά τον θυμάμαι να κάθεται στην αυλή του σπιθιού ντου  αρκετά γέρος. Ο γαμπρός του  Γεώργιος Μανασσάκης το μετέτρεψε σε καφενείο (Ήτανε  φαίνεται ψαγμένος και σαρκαστικός ο γέρο Σταυριανός , και οι αθρώποι του χωργιού είτονε μετρημένοι, μα και κάπως εξοικειωμένοι με το θάνατο και την μοίραν τως. Πάγια ταχτική είτονε, οντενεποθενε κειανείς και επερνούσανε το φέρετρο  μροστά από την μπόρτα του γέρο Σταυριανού, οι φίλοι του τον επμπικίζανε: Σταυριανέ πάει και φίλος σου ο Νικολης, πάει και ο φίλος σου ο Μανώλης … Και ο Σταυριανός  ψύχραιμος  γρησιμοποιούσε για να τους απαντήσει μιά αγρεοίκια φράση: – Δαυλός στον κώλο του που φεύγει ! (Είχε την έννοια : τούπε κανείς να φύγει; επιλογή του είτονε!, ας κάνει του κεφαλιού του…)  Πέρασε καιρός και έφθασε και η ώρα του Σταυριανού… Εκειανά τα χρόνια μαθές όταν επλησίαζε τό τέλος κανενός πέθαινε ψυχομαχώντας στο σπίτι του με τη συμπαράσταση των δικών του συγγενών και φίλων. Πήγαιναν λοιπον οι φίλοι του και τον πείραζαν: Εεε Σταυριανέ είντα λές εδά; Δαυλός στον κώλο ντου απου φεύγει; και ο Σταυριανός σαρκαστικός μέχρι το τέλος  του, απλά τους απάντησε αποστομώνοντάς τους: -Δαυλός στον κώλο ντου που θα απομείνει ! (εννοώντας πως όλοι μιά μέρα θα πεθάνουμε…). Πριχού βγούμε από την πλατέα  η τέταρτη διασταύρωση νοτικά είτονε στο τέλος τση πλατέας και εκειανά τα χρόνια ο γέρο Χαλκιαδογιώργης  είτονε φρουρός της εξόδου από την πλατέα έχοντας το σπίτι  ντου στο δρόμο που εξεκίνα νοτια από τη ντιοδυτική γωνιά της πλατέας.

ΤΕΤΑΡΤΗ διασταύρωση νότια. Αυτή προχωρά 200 μέτρα και μετά σταματά.  Ας συνεχίσουμε όμως εμείς να διασχίσομε τον κεντρικό δρόμο Εϊκοσι μέτρα από την έξοδο της πλατέας και ο παπα Κωστής είχενε το σπίτι ντου, όπου γενήθηκε η Μαρία και ο Γιώργης. Δίπλα ντου είτονε ένα μακρυνάρι, το σπίτι του Ψεβιακού (μητέρα του Ιωαννη τση Ψεβίας, Μιχελινάκη) Στα χρόνια μου είτανε αρκετά γριά, και η μόνη παράσταση που έχω είτονε, το ότι το Ρωσσάκι, κατα που γράφουμε αλλου, την επείραζε με τη μαντινάδα: Ψεβία μου τη βράκα σου μην τηνε δένεις κόμπο// μονο τη δένε συρταριά, να τηνε λυώ ντελόγο ! Βγαίνοντας στην κολύμπα, φθάναμε σε ένα άλλο σπίτι με πολλή ζωή και παιδομάνι : το σπίτι του αγροφυλάκου τ΄Αραπόκωστα. Η Κατίνα, η Χαρίκλεια, ο Μανώλης,  ο Γιώργης και ή Ηλέκτρα,  όλοι γενηθήκανε και ξεπταχτήκανε εδώ. Μπαίνοντας στην κολύμπα, μιά μεγάλη διασταύρωση προς τα νοτικά είναι αριστερά μας  η:

ΠΕΜΠΤΗ διασταυρωση που πηγαίνει στο δημοτικό σχολείο  Συνεχίζουμε όμως εμείς προς τα Μάταλα Λίγα μέτρα πιό πέρα νασου το αλμπάτικο του Αλμπατογιώργη, να φροντίζει το πετάλωμα των αλόγων μουλαργιών και γαιδουργιών από τα γύρο χωργιά Λίγο πιό πέρα μιά κλειστή αυλόπορτα δείχνει την ύπαρξη ενός παλιού εγκαλελειμένου αρχοντικού: Τ σπίτι του Καναβού ενός Μαγαρικαριανού δασκάλου που δίδαξεστο Πετροκεφάλι την πρώτη μεταπαελευερωτική περιόδο 1920 μεχρι τον πόλεμο του 1940. Εκειανά τα χρόνια, στα νοτικά του δρόμου το σημερινό Παρκο είτονε απλά μιά αλάνα απούχενε στα Ανατολικά τσης ένα πηγάδι και μιά πιπεριά. Το πηγάδι έδιδε νερό σε όλη τη γειτονιά, το πηγάδι τση κολύμπας. Εκείνα τα χρόνια το νερό το βγάζανε με το μαγγάνι και με τη ζβίγα, ενω αργότερα βάλανε μια ντουλούμπα* Πιό κάτω, μπροστά από την πιπεριά είχαμενε στημένο το ανατολικό γκολπόστ του γηπέδου τση κολύμπας,  ένω στη δυτική πλευρά είτονε το άλλο τέρμα…. Αυτό είτονε και το πρωτο βίωμα της γενιάς μου για τον Ξωπατέρα: ο Τοπικός ήρωας έδοσε το όνομά του στην πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα του Πετροκεφαλιού: Από τους πρώτους ποδοσφαριστές ο Μανώλης τ Αραπαντώνη, ο Μανώλης και ο Αλέκος του Λιλή, ο Μιχαλης τση Φιλιώς και ο Γιώργος ο αδελφός του και αρκετοί άλλοι….  Ακόμη, ένας τεράστιος ευκάλυπτος ακριβώς στην πόρτα του σημερινού πάρκου ήταν το ντεκόρ της κολύμπας Όπως συνεχίζαμενε δυσικά  αρχιζαν τα  Μαρκακιανά, ο Μανώλης του Τσαγκάρη, ο αδελφός του ο Μαρκοδημήτρης  και ο Μαρκογιώργης με τη Μαρκογιώργαινα και ανάμεσά τους ο Μιχάλης ο Γκιακούρης και ο Τσικναλέξης,  απούχανε συμπεθερια με τσοι Μαρκακιανούς….. Μιάς και είτονε μιαολιά πλατύς ο δρόμος στην κολύμπα,  εβόλευε για στέκι και βεγγέρα τσοι γειτόνισες  μα και τσοι γέρους πολλες φορες να γειτονεύουνε και να τα λένε κάθε λιοβασίλεμα  Ο Μαρκοδημήτρης και ο Μανώλης ο Τσαγκάρης είτονε από τσοι τελευταίους Πετροκεφαλιανούς με τις παραδοσιακές Κρητικές βράκες. Κάθε αργαντινή εβγάζε η Κλεάνθη του Μανωλάκη του Τσαγκάρη  η Ρινάκι του Μπιτσακογιάννη, η Κοκκάκαινα,  η Μαρκογιώργαινα,  η Δεσποινιά η Γκιαούραινα,  τσοι καθέκλες και εμονιταρίζανε άλλες 5-10 γειτόνισες και εβεγγερίζανε. Και εφθάσαμε στην

ΕΚΤΗ νότια διασταυρωση οτυ Πετροκεφαλιούσυτικά του σημερινού πάρκου Ας συνεχίσομενε κατά τα δυσικά…. Είτονε ο δρόμος που σούφερνε ρομαντισμό, λίγη μελαγχολία, λίγη κατάθλιψη, όλα τα συναισθήματα ανακατωμένα. Είναι περίεργο, μα εκείνα τα χρόνια ο έστω λίγος ρομαντισμός που εκδηλωνότανε, είτανε ένας περίπατος χαλαρός και αμέριμνος στον καταπράσινο κάμπο του Πετροκεφαλιού, από τον κεντρικό δρόμο… Δεν είτονε σαϊκα το νυφοπάζαρο του Τυμπακιανού δρόμου της ίδιας περιόδου. Εκεί, ο στόχος αν και είχε το ρομαντισμό του, είτονε και λίγο πονηρός: να δεις τσοι κοπελιές και τους νεαρούς και ότι ήθελε προκύψει… Στο Πετροκεφάλι αντίθετα, αρκετά πιό μικρό, η βόλτα ήταν ανάμεσα σε φίλους που απλά δεν ήθελαν να καθονται συνεχώς σε κάποιο καφενέ του χωργιού. Αξιοσημείωτο είναι, πως σχεδόν ποτέ δεν είχα συναντήσει έστω και ένα ζευγάρι ή παρέα να περπατά ρομαντικά και αμέριμνα προς τα ανατολικά του Πετροκεφαλιού. ‘Ισως το λιοβασίλεμα έδιδε μιά ρομαντική νότα στη δύση, που συνδυαζόμενη με το καταθλιπτικό στοιχείο του περιποιημένου νεκροταφείου στα δυτικά συνέθεταν ένα σκηνικό που δεν ήταν καθόλου αποτρεπτικό για μιά ρομαντική βόλτα. Μιά εικόνα που μούμεινε: Περί το 1960 το Μαθιό του Γκιαούρη (Ματθαίος Μιχ Δαμιανάκης), πιθανώς με το Αγριολίδι, (Γεώργιος Ηλία Μπιτσακάκης) και κάποιο άλλο συνήλικό τους,  κατά το λιοβασίλεμα να κρατούν το γραμμόφωνο με το μαγγανάκι, που κάθε τρις και λίγο έπρεπε να το κουρντίζεις για να γυρίζει και να παίζει,  χωρίς ρευμα φυσικά,  το δίσκο των 78 στροφών. Χωρίς  ηλεκτρικό ενισχυτή και άλλα καλούδια, χρειαζότανε ένα τεράστιο χωνί, ο γνωστός φωνόγραφος, που οι ερωτοχτυπημένοι νεαροί κρατούσαν σε απόλυτη ισορροπία στο ένα χέρι στο ύψος του κεφαλιού, και με βήμα σταθερό περνούσαν λιοβασίλεμα κάτω από το σπίτι του Μανώλη  του Καμηλαργιανού, συνοδεύοντας τον Καζαντζίδη του δίσκου στα πρώτα τραγούδια του…

Θάτανε το 1972… Εγώ είχα ξεσκολίσει  και από τα σκολιά και από το Πανεπιστήμιο. Πρέπει νάμουνε στρατιώτης στον Ξερόκαμπο και εβρέθηκα στις 25 του Μάρτη στο χωργιό. Εκείνα τα χρόνια είχενε ακόμη αρκετή αίγλη και η Εθνική μα και η Θρησκευτική γιορτή. Είτονε κανόνας  εκειανά τα χρόνια να διακόπτουμε τη Νηστεία της μεγάλης σαρακοστής, που είχε πάνα μέσα της την 25 Μαρτίου, (απο κει και το γνωστό Δεν  λείπει ο Μάρτης  από τη Σαρακοστή)  Μετά τα διάφορα γνωστά παρέλαση κλπ η πορεία είτονε ο καφενές μέχρι να μεσημεριάσει και να πάμε στο σπίτι για φαγητό. Το έθιμο ήθελε να αγοράσουμε όσοι έβρισκαν, λίγες φρέσκες βούπες* από τους ψαράδες από τα Μάταλα, που από την παραμονή ή και ανήμερα περνούσαν και πουλούσαν τα λίγα φρέσκα ψάρια που έπιαναν.  Είχενε φέρει λίγες φρέσκες γόπες ο Μαθιός του Γκιαούρη τσης Δεσποινιάς τση μάνας του,  μιάς και έμενε απίτις επαντρεύτηκε στα Πιτσίδια. Μετά την εκκλησα η Δεσποινια ετηγάνισε τη βούπα* και σαν εγύριζα από την πλατέα για το σπίτι, μου μίλησε η Δεσποινιά και εσυζητούσαμενε τα νέα ειδικά των παιδιών της τση Μαρίας και του Γιώργη που μάλλον είτονε στρατιώτης. Μιά στιγμή μου λέει η Δεσποινιά Κατσε Αντρέα να σε κεράσω. Πετιέται  στην κουζίνα και μου φέρνει δυο βούπες*  φρεσκοτηγανισμένες και ενα κρασοπότητρο κρασί, σαν κονιάκ, και μου λεει: πιες το μονο προσεχτικά γιατί είναι δυνατό… Πραγμαστικά λές και έπινα κονιάκ, και μου συνέχισε μετά: Πριν καμποσες μέρες ηθρε ο Μανωλάκης τση Μιχελοδημητραινας από τη Θεσαλονίκη, γιατί επούλησε το σπίτι τση μάνας του, απούτανε συγγενιά μου, και αδειάσαμενε το σπίτι της Αυτό τοχαμενε κλεισει από το 1958 απου πέθανε και απίτις τη θαψαμενε εμαζώξανεμε τα μπράτη στο σπίτι τζη, το κλείσαμε και ξανάφυγε ο γιός τση στη Θεσσαλονικη πάνε 15 χρόνια. Προχθές εβρήκαμενε ετουτονέ το κρασί 15 χρονών και άλλη μιά ντραμτζάνα απού την επήρε ο Μιχελοηλίας…

Καλή γειτονιά μπόλικες μνήμες, μα είναι ώρα να μεταξεσύρομενε και πιό πέρα… Πρώτο σπίτι σαν τελειώσει η Κολύμπα αριστερά είτονα του Στελιανού του Κοκκάκη και τση θειάς μου τσ΄ Ελένης του Σπετρέρη.  Θυμούμαι τον Κανακαρομανώλη και τη γυναίκα ντου κατά το 1950 να ρχονται στου Στελιανού του γιούντως, εμένανε κάπου στα Σπυρδιανά, και μετά μιά δεκαετία ο Μιχάλης ο Γκιαούρης έστεσε ενα ρακοκάζανο στο αδειανό τοτες διπλανο οικόπεδο για να καζανιάζει τα τσίκουδα των γειτόνων… Λίγο πιό δυτικά είτονε η γειτονιά του Γιώργη του Καραϊσκου και του σογιού ντως του Αλμπατοηλία και του Νικόλαου του Σταμάτη.  Ο άλλος γιός του Σταμάτη, ο Σταύρος είχε μετακατοχικά φύγει για τη Θεσσαλονίκη, όπως αλλού έχουμε πωμένα. Ο Τσικναλέξης είχενε καταστέσει τη Φαμελιά ντου στο τελευταιο σπίτι  πριν το δρόμο τση φάμπρικας του γιατρού, σε ένα σπίτι που πιθανόν παλιά νάτανε το καφενείο του Σωμαρά. Εφθάσμε και στην

ΕΒΔΟΜΗ διασταυρωση προς τα νότια και σαν επερνούσαμνενε το σπίτι του Καραϊσκου εβρίχναμε το σταύλο του γέρο Καρασουμάνη  (τωρινό σπίτι ττης Γιαννούλας) Σαριδάκη και Νικου Μιχελινάκη)  αριστερα και μετά ένα άδειο οικόπεδο  (νυν σπίθια των Πρωϊμάκιδων και των κληρονόμων)  και μετά  η:

ΟΓΔΟΗ διασταυρωση και ο Αι Λευτέρης. Επαέ, στον Αι Λευτέρη,  πρέπει να ληλερίσομενε, και πάλι δε θα θυμηθούμε μηδε τα μισά… Είτονε μαθές η έξοδος του χωργιού δυσικά, είτονε το εκκλησάκι με τις μνήμες και τις θρησκευτικές τελετές, είτονε και  το παλιό νεκροταφείο ακριβώς απέναντι, στο μισό οικόπεδο που είναι σημερο το γήπεδο μπάσκετ. Όλα αυτά, μαζύ με την αμορφωσιά του κόσμου και η θρησκευτική καταπίεση, που έδιδαν τροφή σε προλήψεις,  σε τελώνια, σε σατανάδες,  σε τιμωρίες κλπ, μας φορτίζανε ψυχικά. Ακόμα η έλλειψη φωτισμού  στους δρόμους έδιδε περιθώριο στα παντός είδους φαντάσματα της παιδικής μας φαντασίας να κυκλοφορούνε οληνυχτίς γύρο από τις εκκλησές, τα νεφροταφεία, τα ερειπωμένα σπίθια κλπ. Είχενε που λέτε πεθάνει ο πατέρας του Μιχάλη του Σωμαρά κάποτε, δεν ξέρω ακριβώς πότε, μα σίγουρα πριν από το 1936,  που λόγω μιάς επιδημίας -θανατικού έφτιαξαν το καινούργιο νεκροταφείο.  Ο άνθρωπος για διάφορους λόγους δεν έλυωσε, πράγμα που συμβαίνει λόγω υγρασίας , κακού αερισμού,  ωρισμένων φαρμάκων κλπ. Όταν τον ξέθαψαν, τον τοποθέτησαν όρθιο μέσα στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου που ήταν στη νοτιοδυτική πλευρά του παλιου νεκροταφείου ακριβώς στο γύρο του δρόμου. Από την άλλη  μεριά του δρόμου ήταν το παλιό εκκλησάκι του Αι Λευτέρη σχεδόν στη μέση του δρόμου… Κάθε βράδυ ετρεμόφεγγε ένα καντηλάκι μέσα στο εκκλησάκι αναμμένο από τους πιστούς και θρησκόληπτους της εποχής… Και εγώ κοπέλι, 4-5 χρονώ,  να πρέπει να περάσω από τα κακά στενά: Από αριστερά νάνε έτοιμος ο πατέρας του Μιχάλη του Σωμαρά να με αρπάξει, και απο δεξά να προβάλει κειανείς βερζεβούλης από το πορτάκι του Αι Λευτέρη να με μισερώσει. Η χειρότερη μου είτονε οντεθελα σκοτεινιάσει, να με πέψει η μάνα μου στη μεσοχωργιά αθο ντη πλατέα, γι στου Ευθύμη ή του Καραϊσκου (τα κοντινα μπακάλικα) , γή να πάω να φωνιάξω του κυρού μου από το μαγαζί…. Έκανα πέτρα την καρδιά μου και επήγαινα κάνοντας το σταυρό μου χαχαλιές* και χωρίς να ξανοίγω*  μουδε δεξά, μουδε ζερβά….

Η εκκλησά τ΄Αι Λευτέρη είχενε την τιμητική τζη, την ημέρα τσ΄Ανάστασης. Η Κρανάσταση (τε Ανάσταση των Νεκρών) γινότανε γύρο στις πέντε η ώρα το απόγευμα. Μιά ώρα πριν είχενε σταματήσει να χτυπά η διπλοκάμπανη καμπάνα της Ανάστασης, για να καταλάβει ο κόσμος με τη νέα κωδονοκρουσία πως ξεκινούσε η τελευταία θρησκευτική υποχρέωση τση Λαμπράς: Η τελετή τση Κρανάστασης. Οι χωργιανοί χριστιανοί και μη είχανε ξετσουτσουλέψει και είχανε χορτάσει φαί μετά 50 μερες νηστεία, και χαρούμενοι επήγαιναν στο Αγ Πνεύμα, έβγαζαν, ανα δύο, μιά από τις μεγάλες είκονες του τέλμπλου και ξεκινούσαν την περιφορά προς τον Αι Λευτέρη Φυσικά μπροστά είτονε ο Παπα Κωστής και οι Ψαλτάδες, ο Σπετσέρης, ο Μιχαήλος του Λευτέρη  παλιότερα, ο Ζωγράφος με τον Μπάρμπα μου τον Καλόγερο και ο Χαρίλαος με το Σαριδάκη το Στελιανό μετά. Από κοντά τα εξαπτέρυγα και πίσω οι χωργιανοί Η μαρίδα είχενε εφοριαστεί με τα πυρομαχικά τζη, μακαρούνια, σκλαπατζίκια, γουρούνες  και έστηνε και από τις δυό παντες του δρόμου όλόκληρο πολεμο στη διαδρομή προς τον Αι Λευτέρη. Αν τύχαινε κανείς …απιστος , να περνα με τα σπάνια αυτοκίνητα τσ΄εποχής,  είπρεπε να περιμένει αρκετή ώρα να τελειώσει η τελετή για να συνεχίσει το δρόμο του

Θάτανε το 1957-60 και το Πετροκεφάλι είτονε ο παράδεισος των πρώιμων αγγουριών. Από το Μαρτη οι Χωργιανοί εφύτευαν τσοι πώιμες αγγουριές, και με καπελάκια από αθανάτους  προσπαθούσαν να τις προφυλάξουν από του παγετούς,  το κράι. Το οικόπεδο μετα το νεκροταφείο είτονε μοναστηρικό και είχενε περάσει στα χέρια της κοινότητας Τοδοσαν λοιπόν του Κωστή του Πιτσούνη (παππού του Αυγερινού Live) να το καλλιεργήσει φυτεύοντας πρώιμα αγγουράκια. Τα κοπέλια του Κωστή εκτός από τα αγγούρια που καλλιεργούσαν, εκαναν και ένα αυτοσχέδιο …μπαρ στη νοτιοδυτική γωνιά του κήπου: Έφτιαξαν μιά καλύβα πήραν και ένα ηλεκτρικό πικαπ,  ίσως το πρωτο του χωργιού (επαιρνε 4 μπαταρίες Α4 και δίσκους 33 στροφών) και τόριχναν στο γλέντι με τους περαστικούς μερακλήδες… Αλλωστε το μόνο άλλο που χρειαζόταν η καλυβα-μπαρ για να δουλέψει είτανε λίγο καρσί και ρακή και αντε και κανας ντάγκος ελιές και σαρδέλλες, τα αγγουράκια,  εκλεκτός μεζές για την περίσταση,  ήταν επιτόπιας παραγωγής . Αν αναρωτιέστε γιατί μούμεινε η σκηνή είναι απλό: Εκείνα τα χρόνια, τόχουμε πει και αλλού,  τα ακούσματα ήταν μόνο φυσικά: Αν τραγουδούσε κάποιος έχει καλώς, δεν είχες όμως την άνεση να ακούσεις ούτε ραδιόφωνο καλά-καλα,  μιάς και είτονε αρκετα ακριβό και πρωτοφανίστικο είδος… Και το πιό σημαντικο: η αποστολή του τοτε ραδιοφωνου ήταν, να προστατεύει απροκαλυπτα την εξουσία. Τα λαικά τραγούδια  ακουγονταν για μισή ώρα 6-6,30 κάθε απόγευμα από το κρατικο ραδιόφωνο. Όντας το πατρικό μου σπίτι λοιπόν μόλις 70 -80 μέτρα πιό πάνω από το υπαίθριο μπάρ,  συμμετείχα ακουστικά τουλάχιστον στο απογευματινό ξεφάντωμα. Έτσι φτάσαμε  στον

ΚΟΥΣΑΝΟ δρόμο, που σηματοδοτούσε το τέλος του Πετροκεφαλιού της εποχής μου. Ο Μανώλης ο Καμηλαργιανός  (Εμμ Φιτσάκης)  ήταν ο τελευταίος μετά τον Κουσανό δρόμο και προς το Νέο Νεκροταφείο κάτοικος της περιόδου του 1940-50.

 

Καλά-κακά επεράσαμενε ούλο το παλιό Πετροκεφάλι σχεδόν από πόρτα. Είπαμε πως λιγατάρια είτονε τα σπίθια αθο ντα νοτικά του δρόμου πριχού το 1900. Όμως μετά που σιγουρευτήκανε οι αθρώποι μιάς και οι Τούρκοι εγκαταλείπανε τις επαρχίες, και το πράγμα επήγαινε για απελευθέρωση, αρχίσανε σιγά σιγά να πιάνουνε τ΄ανάπλαγα και τα παπούργια…  Στην αρχή βέβαια γύρο από την πλατέα και νοτικά  στην τριτη και τέταρτη διασταύρωση, και από το 1920-30 και ύστερα όπου εβόλευε τον καθένα. Μετά  την απελευθέρωση το πιό μεγάλο πρόβλημα είτονε το νερό. Εϊτονε μαθές δύσκολο για τσοι νοικοκεράδες να κουβαλούνε με τον κουβά και το σταμνί νερό  στο Πετροκεφάλι, από μακρυά,μιάς και στις περισσότερες περιοχές κάθε σπίτι μπορούσε νάχει το πηγάδι του. Ας περπατήσομε και μεις τα σοκάκια  του Πετροκεφαλιού του 1950-60 από τη νοτική πλευρά του χωργιού:

ΠΡΩΤΗ ΝΟΤΙΑ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ

Ένα ωραί κομματι του Πετροκεφαλιού είναι σίγουρα το νοτιο τμήμα της εισοδου του Όμως για άγνωστους λόγους το χωριό δεν επεκτάθηκε καθόλου προς τα εκεί Σαν ανεβαίναμε το ανεβόλεμα προς το λόφο το πρώτο σπίτι είτονε του Ζωγράφου (Κων Παπαδάκη) ενός εξυπνου δραστήριου υπερκινητικού ανθρώπου από την Ελαία Μάνης που από μικρός βρέθηκε στα μέρη μας σαν αγιογράφος, φωτογτράφος, ιεροψάλτης κλπ Παντεύτηκε στο Πετροκεφάλι, όπου γενησε τον Τηλέμαχο το Δημήτρη και το Μανώλη πιό  γνωστό Σαν Μανο Παπαδάκη λαικό τραγουδιστή . Δίπλα του έστησε το σπιτικό του ο Νικολής ο Λαέρτης (Νίκος Μπιτσακάκης) γιός του Λυμπεροσταυρούλη. Τέλος  νέος σχετικά έστησε το σπιτικό του και ο Γιώργης του Χατζή με την Αλεξάνδρα του Νικολάκη του Μπαμιέ.  Αυτή είτονε όλη κι΄όλη η γειτονιά που τα τελευταία χρόνια άρχισε να παίρνει΄τα πάνω της…

ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΟΤΙΑ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ

Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ και σαν να μου φαίνεται πως  η μόνη οικογένεια που στα χρόνια μου έμενε  στο δετνο πρίνι το σουπερμαρκετ Αριάδνη ήταν τα σπίτια των Χαλκιαδάκηδων του Μανώλη του Τρουλίτη και του Μανωλάκη του Χαλκιαδάκη  Ο Μανωλης ο Τρουλίτης

 


λέω να τονε περπατήσω μεχρι απάνω, είτανε εξ ολοκλήρου καινούργια γειτονια, που απελευθερώθηκε για κατοικίες, απίτις ετοιμάζουντανε να μετακινήσουνε πιό δυτικά το νεκροταφείο του χωργιού Γύρω στο 1930 λοιπόν, καμπόσοι νεαροί  τότε του χωργιού  , Κύρης μου ο Κωστής ο Μπαμπιονίτης, Ο Στελιανός ο Βανίλης,  ο Διονυσιος ο Τσικνάκης και ο Λισταργιανός  (Σκαρπαθιωτάκης Γεώργιος )  με τον Καμηλαργιανό (Εμμανουήλ Φιτσάκης ) εφτιάξανε τα σπίθια τση γειτονιάς , ενώ  λίγο μετά ξεκίνησε να χτίζει και ο μακαρίτης ο Στέφανος ο Αλμπατάκης χωρίς να ξετλέψει το σπίτι του,  καθώς και η Ευτυχία του Ντουρόμηνου και ο γιός του Πετραντρέα, ο Επιλοχίας .  Σταματώ στσοι διπαπούδες, μιάς και τα κοπέλια των παραπάνω είναι σημερινοί παπούδες στο Πετροκεφάλι

Ενας δρόμος  γεμάτος ζωή στα νιάτα μου είτονε ο δρόμος απoύ εξεκίνα πίσω απο του Καραϊσκου  και είχενε πρώτο σπίτι αριστερα το σπίτι τση Σανταρμομαργώς και του Σανταρμομανώλη Και η μεν Σανταργμομαργώ δεν επρόφταινε να βοηθά τσοι νυκοκεράδες να μιτοχρενιάζουνε στο Μπορνόβα τη Μαντρα, είτονε μαθές δεξιοτέχνισα στον αν στιμονιάζει και να καταστένει το φασίδι, πριχού μπεί στο αργασήρι. Ο Σασνταρμομανώλης είτονε έξω καρδιά, αρκετά μεγάλος οντενείμουνε κοπέλι δεν επολυασχολιότανε με τα κηπουρικά, πολλές φορές όμως επήγαινε μέχρι το Κεφάλι, «στα χοντρα ξύλα»  εκοβε δηλαδή σκίνους πρίνους και ξερές αγριολιές τις φόρτωνε  στο γαιδούρι και δρόμο γα τις Μοίρες. Εκείνα τα χρόνια, ανεξαρτητα από την οικονομική τους κατάσταση οι αστικοποιημένοι  Μοιργιανοί δεν χρησιμοποιούσαν το ελάχιστο ηλεκτρικό ρευμα για μαγείρεμα αλλά έπεπε να αγοράζουν ξύλα για τη φωτιά όπως και στα χωριά. Επέρνα λοιπόν ο Σανταρμομαλώλης κάθε ντάι – ντάι από τα κάτω καμαράκια πουτανε τα λημέργια μου και  σαν εγιάγερνε από τσοι Μοίρες είχενε ενα βουργιάλι στα σκαρβέλια του γαιδάρου και μέσα ένα μισοκαδιάρικο μπουκάλι, το «γυαλάκι» όπως το έλεγεγε με αγάπη. Εϊτονε το αγαπημένο του μπουκαλι που το γέμωσε κρασί από τσοι Μοίρες μιάς και είτονε η μεγάλη του αδυναμία… Λιγο πιό πανω ο Καφάτος ο Μιχάλης με την Ευτυχία του Πετρογιώργη και φάτσα ο Μανώλης του Πρώιμου με τη Γιωργία του Κουρτικάκη από το Κουσε.  Είτονε και οι δυό τους σώγαμπροι στο Πετροκεφάλι, ο Μιχαλης από τα Καλύβια και ο Μανώλης από τον Αι Κύρλο. Τη γειτονιά εσυμπλήρωνε ο Χαρίλαος και από τη μεργια του σχολιού ο Παυλοευτύχιος με τις Αδελφές του την Βαγγελία και την Ειρήνη Βέβαια.  στα 1955 ο Παυλοευτύχιος είτονε άρρωστος και έτσι οι μνήμες και εμένα μα και των γειτόνων του είταν αρκετα δυσάρεστες. Πολλές φορές έφερνε σε δύσκολη θέση τους δασκάλους που εκαναν μάθημα στο παλιό σχολειο, αλλά δεν θυμάμαι να πειραξε ποτέ κανένα παιδί, αν και είναι αλήθεια πως πολλά κοπελια έμπαιναν στο πειρασμό να του πετάξουν καμμιά πέτρα μιάς και από αγνοια αμάθεια και κακή ανατροφή, θεωρουσανε παιγχνίδι τον «τροζό του χωργιού»…  Πριχού μεταξεσύρομενε σε άλλες γειτονιές ας θυμηθούμενε και το πρώτο κοπέλι του Μιχαλη του Καφάτου το μακαρίτη το Γιώργη. Εϊτανε από τους οριακά ατυχους τσ΄εποχής΄,  μιάς και είχενε δρεπανοκυτταρική αναιμία  που μπορούσε να βοηθηθεί και να ζήσει με τη βοήθεια της ιατρικής.  Ομως τα δύσκολα χρόνια του 1950-55 δεν είτονε μπορετό στα χωργιά να γίνει το πρεπούμενο και έτσι πέθανε με τους γνωστούς  πονους κλπ,  στα 15-16 του χρόνια…. Τελευταίο αν και νεότερο αντρόγυνο, ο Γιώργης του Παπά εδινε ζωή με τα κοπέλια ντου στο τέλος τση γειτονιάς, που τέλεινω με το Μανώλη του Μαραγκού.

Άμα θελα συνεχίσομε το στενό εβρίχναμε αλλη μιά γειτονιά,  Μαρκακιανή κυρίως,   το Δράκο με την θειά μου τη Βαγγελία, το Στυλιανό Μαρκάκη γνωστό  σαν Λουκά , και τον Αδελφό τους τον επιθεωρητή δημοτικης εκπαίδευσης (Κώστα Μαρκάκη), που ήδη είχε εγκαταλείψει το χωργιό από τα παιδικά μου χρόνια. Στην ιδια γειτονια ήταν ακόμη και ο Γιώργης του Μπελαδοδράκου σαν μπατζανάκης των Μαρκακιανών και ο Μιχάλης τση Τσαγκάραινας. Ψιλά, η γειτονιά ετέλεινωνε με ένα ακόμη Μαρκακιανό σπίτι: του Αντώνη Μαρκακη δασκάλου  και της Μαρίκας Μαυραντωνάκη, πριχού φύγουν πριν το 1960 από το χωργιό….

Τα πρωτα χρόνια μετά την απελευθέρωση τση Κρήτης, πρέπει να χτίζανε τα σπίθια απούτανε προς το δρόμο του σχολειού νοτικα από το πάρκο. Ανεβγάλεις το σπίτι του Μιχελοηλία και τσ΄αμπλάς  του απούτανε ανύπαντρη , αρκετά ψηλά είτονε το σπίτι του Νικολή του Τρακοσάρη  και λίγο πιό πάνω το σπίτι τση Δέσποινας τση Μουντράκη. Ο άντρας της ήταν φαρμακοποιός και εκτελέσθηκε απο τους  Γερμανούς το 1942  Τη θυμάμαι 20 χρόνια μετά,  μια ζωή στα μαύρα αξιοπρεπής η «κυρά Δέσποινα» …. Λιγο πιό μετά εγακαταλελειμένο το σπίτι μιάς άλλης ιστορικής οικογένειας του χωργιού των κουκουρήτιδων, μετέπειτα σπίτι του Ανάπειρου (Νικος Παπουτσάκης) . ο Μυρτομανώλης έστησε το σπιτικό του στην ιδια περιοχή στις αρχές του 1900, μα ο μεγάλος του γιος ο Μυρτομιχάλης εγέμισε κουτσούβελα τη γειτονιά απου συμπληρώθηκε με το Νικολή το Μακρολαίμη και το Μανώλη το Λεμόνη.  Λίγο πιό πάνω έχτισε ο μεγάλος γιός του Σταματοδημήτρη ο Αντώνης του Τσολιά. Μούλεγε ο κύρης μου πως σαν εξεκίνησε να χτίζει είχενε βάλει στη μέση του δρομου το σπίτι και επήγε ο παππούς μου ο Αλεξάκης και καμπόσοι άλλοι στάμενοι αθρώποι, και τούπανε να μεταξεσύρει το σπίτι λίγο πιό ανατολικά, πράγμα που έκανε. Εϊτονε μαθές εκείνα τα χρόνια οι αθρώποι υπεύθυνοι, μιάς και αν επερίμενες πολεοδομίες στην τουρκοκρατία, όλα θατανε μπάχαλο…  Ετέλειωνε το χωργιό κατά το δρόμο για το Χριστό με το σπίτι του Μπιτσακομανώλη  και τση Μπιτσακαντρονικης δεξια ενώ δυτικότερα είτονε η γειτονιά των καλοχριστιανήδων: Ο Καραγιάννης πέθανε γύρο στο 1955 αρκετά νέος , όπως και ο αδελφός του ο Νικολής το 1953 στην Αθηνα από καρκίνο. Όμως είχανε προλάβει και είχανε αρκετα κουτσούβελα τσοι σημερινούς παπουδες Καλοχρηστιανάκηδες…

Πηγαίνοντας για Μάταλα, πριχού καλά-καλα βγούμενε από την πλατέα ισα νοτικά εξεκίνα ένας δρόμος: Μαζύ με τη μεσοχωργιά μου θύμιζε  το Μεταξουργείο και την παλιά εγακταλελειμένη Αθηνα.  Σε αυτή τη γειτονια μόνο ερείπιια σταύλοι και χαλάσματα   θυμούμαι νατανε. Βέβαια στη γωνια ακριβώς είτονε το σπίτι του Χαλκιαδογιώργη που εμενε μέχρι το 1960 μαζί με τη συζυγό του Ειρήνη και λίγο πιό πάνω τα κοπέλια του Ηρακλή του Σταματάκη. Μετά ο δρόμος ετέλειωνε με τη Φαμπρικα των Κουκουρήτδων δεξα,  και το Πατρικό των κουκουρήτηδων (Γιάννης Κουκουριτάκης) αριστερά,  όλα εγακταλελειμένα στα παιδικά μου χρόνια Ο Σαμιώτης, ο Μιχαλης ο Τσίκνης σαν επαντρεύτηκε, ο Αλέκος ο Μιχελακάκης ( ο πατέρας του Ρωσακιού) και ο Σαριδάκης ο Χαράλαμπος έμειναν για λίγο σε αυτή τη γειτονια, που όμως δεν άλλαξε την εικόνα της εγκατάλειψης.  Η τελευταία φάμπρικα του χωργιού που δούλευε, απότι θυμάμαι ήταν η φάμπρικα των Κουκουρήτηδων που την είχε αγοράσει και ανακαινίσει περί το 1960 ο Νικολής ο Λαέρτης (Μπιτσακάκης)  ο πιό μικρός γιος του Λυμπεροσταυρούλη

Σαν εμπαίναμε στην πλατέα του Πετροκεφαλιού ερχομενοι από τσοι Μοίρες, το πρώτο σπίτι αριστερά είτονε του Ιωάννη τση Ψεβίας, και δίπλαντου νοτικά το σπίτι του σαντόλου μου το Μαρή του Κωστή  Μπροστα από την πόρτα του Μαρή, είτονε μια αμπεργια* αν θυμάμαι καλά, απου εκάθουντανε δυο μέρες ο αυτοσχέδιος  παγωτατζης, καθε Αγίου Πνεμάτου, κατά που σας είλεγα αλλού που…. Δίπλα είχενε ο Μανώλης, η Χρυσούλα και ο Κωστής του Καλοχριστιανού το μπακάλικο  και το σπίτι ντως, και πιό πάνω είχενε ο Πιμενίδης ο Καλοχριστιανάκης το δικό ντου σπίτι  Απο τα δυσικά του δρόμου εξεκίνα με το σπίτι του Κανακαρονικήτα, και το σπιτάκι τση Κλεάνθης μιά γιαγια στα τελευταία ντζη, πεθερα του Μιχελινάκη του γιατρού. Ενα σπίτι πιθανά του Σταματοδημήτρη, μόνο τη Σταματοδημήτραινα θυμούμαι στη γειτονιά, και μετά ενα αρχοντικό σπίτι, εγκαταλελειμένο, ιδιοκτησίας των Σπυριδάκηδων, που αποτέλεσε και το πρώτο σχολαρχείο της περιοχής στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν μεταφερθεί στην Πόμπια Προχωρωντας συναντούμε το σπίτι του Μανώλη του Χατζή και τση Χατζίνας, που το κληρονόμησαν στον τελευταίο τους γιό το Στελιανό του Χατζή ή Στέλιο το Μυλωνά, μιάς και στο σπίτι αυτό εσταθηκε ο πρώτος μηχανοκίνητος μύλος της περιοχής, που αντικατέστησε το νερόμυλο τση Φαλάντρας γύρο στο 1960. Απέναντι από το Μύλο είτονε οι ιδιοκτησίες του Κωστογιώργη μάλον και το πιό ενδιαφέρον στην γειτονιά  είτονε ο πρώτος επαγγελματικός φούρνος του Πετροκεφαλιού: Ο Αλέκος ο Βιτωράκης γαμπρός από τον Αι Γιάννη επήρενε μιά απί τσοι κοπελιές του Κωστογιώργη τη Βαγγελία , και έσαξε ένα φούρνο απου έφτιαχνε και επούλιε ψωμί στην περιοχή καθώς και τα τριβίδια* για τα κοπελάκια της σχολικής ηλικίας. Η Νούλα και η Ελένη είτανε ωραίες κοπελιτσες, και ο αδελφός τους ο Μιχάλης που πέθανε πρόωρα, έφυγαν νωρίς από το χωργιό, μετά το κλείσιμο του φούρνου. Στη νοτική μεσοτοιχία ήταν το απείραχτο μεχρι σήμερα σωμαράδικο του Σωτήρη από το Κουσέ. Φυσικά μπροστά από το σωμαράδικο κάθε μέρα γινότανε παρέλαση  μιας και ο ένας ήθελε να επιδιωρθώσει το σαμαρι του γαϊδάρου , ό άλλος να το «γεμώσει¨, μιάς και έν είδει στρώματος έπρεπε να προστεθεί το σωστό γέμισμα για μνα μην πληγιάζονται τα καημένα τα γαϊδούργια.

Ολος ο»δρόμος» που περιγράψαμε  προηγούμενα, δεν ήταν παρα το τέλος ένός ρέμματος, που ξεκίναγε από τους βαθιάδες και τα νερά του διέσχιζαν την πλατεία του χωργιού με διέξοδο προς το πάρκο της ανατολικής εισόδου του Πετροκεφαλιού. Η σημερινή ελλάτωση των βροχοπτώσεων του αφαίρεσε τη σημασία του ρέμματος, όμως αν κάποτε ,κουφια η ώρα, πνιγεί κανείς σε αυτό το δρόμα μην σας φανεί παράξενο…. Αλλωστε ο Αδελφός μου Ν Μπαμπιονιτάκης στις 18 Οκτ 1961 έσπασε το πόδι του προσπαθώντας να διασχίσει αυτό το ρέμα σε μιά νεροποντή, μπροστά στο σπίτ των Εμ Σπυριδάκη και Γεωργίου Καδιανάκη

Είχαμε λοιπόν δυό επιλογές για να συνεχίσομε την έξοδό μας από το Πετροκεφάλι. Η μιά ήταν ν’ακολουθήσωμε το ρέμα και η άλλη να στρίψωμε ανατολικά για τα Μπιτσακακιανά ξεκινώντας από το πηγάιδι του Μπιτσακογιάννη, και το Παπούρι του Τσικνομανώλη Ας τελειώσουμε όμως με το ρυγιάκι: Λίγο πιό πάνω ήταν μερικά σπίθια Φραγξιδιανά, και μάλιστα των απογόνων του Φραγκιδομιχάλη Το πρώτο είταν του Φραγκιδογιωργη που επήρε ο γιός του Σταυρής και εμεινε με χρι σήμενρο εγκαταλελειμε΄νο σαν ο στάυρος του Σταυρή του Φραγκιδογιώργη. Αμέσως μετά  ο Νικόλαος ο Μπαμιές (Φραγκιουδάκης,  του Μιχαήλ)  πήρε το σημερινό σπίτι του Καδιανάκη Γεωργίου κληρονόμου του, και ετελείωνε με ένα ακόμα φραγκιδιανό σπίτι, κληρονομιά από τη γιαγιά μου τη Μαργιόρα (Φραγκιουδάκη, του Μιχαήλ) που εχτίστικε το 1930  και είναι το σημερινό ανακαινισμένο σπίτ των παιδιών του Μανώλη του Καρπουζάκη,  κληρονόμων της γιαγιάς μου.

Από τα δεξά λοιπός του δρόμου για του Τσικνομανώλη το Παπουρι τα κοπέλια του Μπιτσακομιχάλη, Η Ελένη (η παυλίνα η Κουκούλαινα0, ο Μπιτσακογιάννης, ο Μπιτσακογιώργης και ο γιός του ο Μπιτσακοηλίας η Λεωνίδαινα γυναίκα του Λεωνίδα, και ο Δημήτρης ο αλλοιώς γνωστός σαν Αμερικάνος, είχανε πίασει σχεδόν όλη την πλαγιά του λόφου. Ανάμεσά του εξεφύτρωσε ένα σπιτι του Κοσμά του Γκιαούρη δεν γκατέχω πώς κιαολιάς, διακόπτοντας του μπιτσακάκηδες της σειράς. Αμαμεσός στσοι μπιτσακάκηδες είτανεε λίγοι ακόμι Σταματάκηδες, ο Λευτέρης και ο Μανώλης, ενώ στην κορφή ητονε ο Τσικνομανώλης και αθο ντη βορεινή πλευρά ο Κωσταράς (Καδιανάκης )

Ετσά,  κουτσά-στραβά, εχτυπήσαμενε σχεδόν ούλες τσοι πρόρτες του χωργιού. Λίγες δεν είτονε σάικα, μα το πιό σπουδαίο είναι,  πως   οι αθρώποι εκειανά τα χρόνια επερπατούσαμενε, ετρώγαμε αρκετή ώρα στσοι δρόμους, εθώργιε ο γεις τον άλλο και ελέγανε θέλοντας και μη την καλημέρα του Θεού.  Εδά μπαίνεις στο αυτοκίνητο και κλεις τα τζάμια, και θές μιλείς του γειτόνου, θες δεν του μιλείς…

Στις αρχές του 1900 περίπου, απού εξεφοβηθήκανε οι αθρώποι από τσοι Τούρκους αρχινίσανε σιγά σιγά να πιάνουνε* τα παπουργια και να χτίζουνε τα σπίθια ντως.   Στρίβοντας για το παπούρι του Τσικνομανώλη, απούχτισε στην κορφή, εσυναντούσαμενε τον Μπιτσακογιάννη  και  τον Κουκούλιο, (τον είχανε σκοτώσει το 1941 και μονο η Κουκούλαινα και η κόρητζη Λευτερία εκυκλοφόρα στα νιά τα μου).  Ακόμη η Μπιτσακοκαλιόπη, ο Μπιτσακογιώργης και ο γιός του ο Μπιτσακοηλιας και πιό πάνω ο Κοσμάς και ο Μπιτσακοδημήτρης, σαν εγύρισε από την Αμερική.  Στη Βορεινή μπάντα του παπουργιού του Τσικνομανώλη σε ένα στενό πέρασμα είτονε το σπίτι και το στέκι του Κωσταρά με ενα πηγάδι, μιάς και εκειανά τα χρόνια τα νερά είτονε άφθονα και με ένα μαγγάνι εβολευανε τις ανάγκες του σπιθιού.

Πάνε χρόνια πολλά απου οντεθε λα κατέβω στο χωργιό είπρεπε να πω σε τριάντα-πενήντα αθρωπους όι μονο το χαίρετε, μα να πούμε και κειμιά κουβέντα παραπάνω για τα νέα μας μα και τα νέα των κοπελιών τους, απου αναθραφήκαμενε μαζύ…  Ηθελα το λοιπός μία ώρα να φτάξω ίσαμε την πλατέα, τόπο συνάντησης ντόπιων, περαστικών, ξενομπασάρηδων και ξενιτεμένων….

Και φτάξαμενε και στο 2010.  Και κάθομαι και το  ξαναμετρώ το πράμα και θωρώ πως αμα πάω  εδά στο χωργιό, σε πέντε λεπτά το περνώ άπό τη μιά μπάντα στην άλλη. Εμισέψαμενε μαθες οι πιά πολλοί χωργιανοί τσ΄εποχής μου: οι πιό παλιοι ποθάνανε, και οι νεότεροι μεταναστεύσανε σούλο τον κόσμο. Θα μου πεις βέβαια, πως νάχα καθουνται ούλοι στον τόπο που γενηθήκανε, τα περισσσότερα χωργια θελαγενούνε πολιτείες σε 100 χρόνια…

Θωρώ τα συμπεθεργιά, τα γκόνια  και τσοι μετανάστες, μιά χαρά αθρώποι ούλοι ντως,  μα άγνωστοι σε μένα…. Είναι μαθές  τα νέα ήθη και οι ευκολίες να διαλέξει κανεις  σύζυγο από αλλού. Στα χρόνια τα παλιά, προπαντός πριχού το 1950, η έλλειψη συγκοινωνιών και μετακινήσεων έκανε τσοι ξενομπασάρηδες, άντρες και γυναίκες, δυσκολόβρωτους*. Θυμούμαι τη μάνα μου την Μπαμπιονίταινα, απου μούλεγε πως η Σοφία του Χρονογιώργη, η Φυλαχτή του Σταυρή του Φραγκιδιγιώργη  και η  Κατερίνα η Πατσούραινα είτανε, μαζύ με τη μάνα μου,  οι μοναδικές Γαλιανές νυφάδες στο Πετροκεφάλι. Αντίστοιχα λίγες είτανε και από τάλλα χωργιά. Σήμερο οι πιά πολλοι παντρεύονται από τα ξενοχώργια, και είναι μιαολιά δύσκολο να γνωρίζεις  τσοι πιά καινούργιες οικογένειες, χώργια και τις μπόλικες   οικογένειες μεταναστών…

Σα δεν μπιτίζει, εγώ το πήρα απόφαση: Θα κατεβώ στο χωργιό:

-Όσοι παλιότεροι  γνωστοί μου δε με περιμένουνε στσοι καντούνες, στοι ανοιχτές αυλόπορτες, έστω και στα σύγχρονα καθιστικά ντωνε, δε θα μου κακοφανεί ανε τσοι συναντήσω, απρόσκλητος,  στο νεκροταφείο του χωργιού…

-Για τσοι πιό νέους απου μεγαλώσανε στο Πετροκεφάλι , όποιοι μπορέσουνε σίγουρα θάναι στο χωργιό. Οι άλλοι,  θάναι με το στανιό εκειά που τους καλούνε καλοκαιριάτικα οι ανάγκες τους. Κι΄αυτοί όμως,   ξαποσταίνοντας έστω για λίγο θ΄αφίνουνε το μυαλό τους ν΄ανεμογυρίζει στα Καμαράκια, στα Βρυσίδια,  στου Παπά την καμάρα, στου Καρασουμάνη τη Βαγκα, στο Βερβελιό, στον Καρνέρη,  στην Κουρνιανή, στο Χριστό, στσοι Βαθιάδες, στο Καμαράκι του Τίτο, στοι Μύλους, στ ΄Ααλυσσαντράκια, στσοι Πνιγάρηδες, στο  , στου Παπά το δέμα, και καπου κάπου μιά βόλτα στα Ματαλα τσ΄εποχής μου, μα πιό πολύ στο Μαρτσαλο και τ΄Αγιοφάραγγο  και  στους Λιμιώνες…

Καλό καλοκαίρι….

*καπα-καπί= διπλοκλειδωμένα, κλειδαμπαρωμένα.   αντηλιαρίδα*= η επιθυμητή το χειμώνα ζεστασιά από την άμεση ακτινοβολία του ήλιου.  χτήματα*=ζώα μεταφοράς (γαϊδούργια, μουλάργια, άλογα). μεσοχωργιά*=η μέση του χωργιού.  κούσκουρας*= είδος εύθρυπτου πετρώματος.    πιάνω (μιά περιοχή)= κινούμαι προς την περιοχή αυτή (έφυγε καιπιασε τ΄ανάπλαγα*).    ανάπλαγα=ήπιες πλαγιές.   δυσκολόβρωτοι= οι δύσκολα ευρισκόμενοι, οι σπάνιοι.  καθέκλα=καρέκλα.  σκαμπάζω=(Κρητική έννοια) προξενώ αίσθηση, κάνω εντύπωση  (Είδα μπρε την καινούργια νύφη τση Κασίδαινας, μα δε σκαμπάζει πράμα…Είντα κοντό θέμου τσήβρικε ο μούσακρος* ο γιός τση και την ανεμάζωξε…) μούσκαρος= μεγάλο μοσχάρι αλληλομαχιά= έριδα διένεξη, καυγάς

Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.