ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

26/04/2011

ΚΥΝΗΓΙ το 1950

Σε  κάποια μέρη το κυνήγι πιθανόν νάναι μέχρι και επάγγελμα. Στα μέρη μας την εποχή του 1950-60, το κυνήγι ήταν απλά ένα χρήσιμο χόμπυ, μιάς και μπορούσε να εξασφαλίσει πολύτιμες πρωτεϊνες στο πιάτο του φαμελιάρη κυνηγού και της οικογένειάς του, σε μιά δύσκολη μετακατοχική περίοδο. Φυσικά υπήρχε αρκετό κυνήγι, λαγοί, στα βουνά τους γήλοφους και τις πεδιάδες. Αλλο είδος ζώων, δεν είχαμε γιά κυνήγι. Πολλές φορές κυνηγούαμε τσ΄αρκάλους και τσοι ζουρίδες, όχι για να τα βάλομε στο πιάτο μας, αλλά γιατί έκαναν ζημιές είτε στα κηπευτικά οι αρκαλοι, είτε στα πουλερικά οι ζουρίδες.

Έτυχε να περάσω πριν καμπόσα χρόνια από την απάνω ρίζα, ξεκινώντας από τα Ρεθεμνιώτικα, από τ΄Αποδούλου μέχρι τη Γέργερη. Η διαδρομή μου είτανε γνωστή, μιάς και την έκανα από παιδάκι με τά πόδια και το γαιδουρι… Αυτή τη φορά είχα ειδική αποστολή: να βρω μιά γνήσια κατσούνα, από αγριελιά, για την Αθήνα, δώρο στον κουνιάδο μου. Και μιάς και η καταγωγή μου είναι από τα Βορίζα, είπα να σταματήσω και να ψάξω εκεί. Ρωτώντας βρήκα έναν, που είχενε καμμιά τριανταριά για πούλημα σε ένα σταύλο-αποθήκη. Περπατώντας και συζητώντας, τούπα για την καταγωγή μου και το επώνυμό μου. Στη συνέχεια αυτός μούδειξε την τοποθεσία Μπαμπιόνι,  που ήταν το σπίτι των προπαπούδων μου, από όπου πήραν και το επώνυμο Μπαμπιονιτάκης. Το ενδιαφέρον στην όλη ιστορία είναι πως και ό άλλος μου παππούς, από τη μάνα μου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στα Βορίζα, όπως και η μάνα μου.  Αυτός λοιπόν ο δεύτερος παππούς μου , που εγώ δεν γνώρισα μιάς και πέθανε σχετικά νέος, ήταν συγγενής του παππού εκείνου που μου πούλαγε την κατσούνα, και πάνω στη συζήτηση μου είπε: Ο παππούς σου με τον παππού μου πηγαίνανε στ΄ αόρη να κυνηγήσουνε ΑΓΡΙΜΙΑ. Αυτή η μαρτυρία από μόνη της, από ένα άνθρωπο μη φυσιοδίφη-οικολόγο ή ερευνητή, αποτελεί και την καλύτερη δήλωση-μαρτυρία, πως πριν το 1900 οι ΑΙΓΑΓΡΟΙ, αυτά είναι τα αγρίμια, ευρίσκονταν και στον Ψηλορείτη. Φυσικά με το κυνήγι και χωρίς προστασία εξαλείφθηκαν, έμειναν δε λίγα λόγω προστασίας στη Σαμαριά και στη νήσο Δία, το νησάκι μπροστά στο Ηράκλειο. Και μιάς και μιλούμενε για την πανίδα της Κρήτης, και στόχους κυνηγιού, γιά αλλους  λόγους αυτή τη φορά  στόχος ήταν οι … αγριόγατοι. Θυμάμαι,  από τη μάνα μου αυτή τη φορά,  διηγήσεις-αναφορές για αγριόγατους «απου ετρώγανε ολόκληρα αρνιά»  Προφανώς πρόκειται για τους αναφερόμενους ως ΦΟΥΡΟΓΑΤΟΥΣ. (υποείδος αγριόγατου στην Κρήτη με σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος του οικιακού γάτου). Και μιάς και κάνουμε αναφορές για τα διάφορα … θηρία της Κρήτης, μιά ακόμα αναφορά από διηγήσεις της μάνας μου (στην πραγματικότητα διηγήσεις των βοσκών στα Βορίζα) για τεράστιους όφιδες, που μαγνήτιζαν με το βλέμμα τους, που τους ονόμαζαν ΤΑΥΚΙΤΕΣ (Ταύκοι, αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ονομάζονταν απρόσιτες χαράδρες-βάραθρα, στον Ψηλορείτη).

Λαγοί λοιπόν σίγουρα υπήρχαν αρκετοί, μάλιστα οι φωλιές τους ή κοιμηθιές, όπως τις ονομάζαμε, ήταν στους γήλοφους και όχι μέσα στην πεδιάδα, όπου κατέβαιναν όμως καθε βράδυ  τα καλοκαίρια για να βοσκήσουν και να πιούν νερό. Σε ορισμένα σημεία στις πλαγιές των λόφων έβλεπα μέσα από την πεδιάδα το δρομάκι που ακολουθούσαν οι λαγοί κάθε βράδυ, κατεβαίνοντας στην πεδιάδα από τους γυμνούς και ακαλλιέργητους τότε λόφους.  Πλησιάζοντας οι λαγοί στην πεδιάδα, ακολουθούσαν τα δρομάκια των γεωργών και έμπαιναν στην πεδιάδα. Αυτό βόλευε τους κυνηγούς της εποχής να στήνουν καρτέρι με τα όπλα τους, αναμένοντας την κάθοδο του ανυποψίαστου λαγού τη νύκτα. Τό καρτέρι αυτό ήταν γνωστό σαν  τόπωμα. Εγροίκας το λοιπός τσοι κυνηγούς απο νωρίς:  -Είδα μπρέ Γιώργη μιά κοιμηθιά πάνω από το λιόφυτό μου, και ο λαγός κατεβαίνει κάθε βράδυ από του Παυλοευτύχιου τη στέρνα… Το βράδυ θα πάω στο τόπωμα  και ανέ τονε πετύχω θα κάνομε ενα στιφάδο πρώτο πράμα…  Ας το δούμενε όμως το κυνήγι του λαγού, λίγο πιό αναλυτικά -διαχρονικά-λαογραφικά. Μιάς και ο ίδιος δεν ήμουν κυνηγός,  όσα σας λέω παρακάτω, μπορεί  νάναι από τα συνήθη ψέματα των κυνηγών, δεν είναι όμως σάϊκα δικά μου ψέματα…

         -Αλλού που, στο χωργιό με γέλιο, σας γράφω για την ιστορία του κυρού μου και τση γιαγιάς μου, απού οντονε θερίζανε επέτυχε ένα λαγό στη κοιμηθιά ντου, του δοσε μιά με το δραπάνι κλπ. Για τη συνέχεια: Ο κάτης και ο Λαγός..  Ένας λοιπόν πρωτόγονος τρόπος ήταν να πιάσεις το λαγό στον   …ύπνο.

           -Στον Υμηττό εγνώρισα κάποιους που μου λέγανε για ένα Κρητικό,  (Ηλίας Πιταροκοίλης (1915) από το Καρουζανό Ηρακλείου) απού εξέμεινε από την Αλβανική υποχώρηση του 1941 στο Υμηττό . Ανέπιασε ένα κουράδι πρόβατα, επορπάθιε ξυπόλυτος και ήπιανε λέει τσοι λαγούς στ΄αγλάκι….. (κατά που μου λέγανε οι παλιοί Γλυκονεριώτες….). Εγνώρισα την κόρη του, πάντως εγώ δεν έφαγα από εκειουσάς τσοι λαγούς, κι αν θέτε με πιστεύγετε…

              -Είχαμενε διαφόρων είδών σύρματα για να  κάνομε τσοι διάφορες δουλειές στο χωργιό. Πάντως τα πιό παλιά σύρματα,  (γι΄πιό καλά τα πιό παλιά  ΤΕΛΙΑ, όπως τα λέγαμε εμείς),  είτανε τα τσουγκρότελα (τα γνωστά αγκαθωτά σύρματα περιφράξεων), και τα ΛΑΓΟΥΔΟΤΕΛΑ. (Ας τελεύουμε όμως με τα τέλια, νεώτερα σύρματα στην περιοχή ήταν τα ΜΠΑΛΟΤΕΛΑ, σύρματα για την αυτόματη περίδεση (μπάλιασμα) των άχυρων σε μπάλες μεταφοράς- αποθήκευσης). Τα λαγουδότελα λοιπόν δεν τα βάφτισε σάϊκα έτσι ….ο παπάς στην εκκλησία, μα οι  …χρήστες: Με τα συγκεκριμένα φτιάχναμε θηλιές, (όπως της φωτογραφίας), που τις στερεώναμε στα μονοπάτια  του λαγού. Όταν τη νύκτα ο λαγός περνώντας μπερδευόταν από τη θηλειά, αυτή έσφιγγε και τον έπνιγε…  (Τέτοιου τύπου παγίδες χρησιμοποίησα μόνο για αρκάλους, μόνο μιά φορά, που μου κατέστρεφαν τις πατάτες. Και βέβαια ο καημένος ο άρκαλος κτυπηθηκε τόσο που έσπασε το σύρμα της παγίδας και έφυγε σε κακή κατάσταση…).

            -Ας πάμε όμως και στη σύγχρονη αντίληψη του κυνηγιού με όπλο:  Τα συνηθισμένα όπλα της εποχής, οι τσιφτέδες, ήταν εμποσθογεμή μονόκανα ή δίκανα. Είχανε ακόμα ένα ξύλινο ραβδί, το χαρμπιστήρι* σαν απαραίτητο εξάρτημα, στην πραγματικότητα ένα λεπτό ραβδί που χρησίμευε για να ταπώνει το μπαρούτι στό βάθος της κάνης του όπλου με ένα κομμάτι στρασούδι*.   Μετά πρόσθεταν μιά δόση σκάγια και εκ νέου ένα κομμάτι στρασούδι και ξανά χάρμπισμα με το χαρμπιστήρι. Μέχρις εδώ ήταν η διαδικασία εκείνη,  από την οποία προέκυψε και η παροιμία : στάσου αγά να γεμώσω., φράση που έδειχνε την προσεκτική και χρονοβόρα διαδικασία της προετοιμασίας του όπλου. Από κει και μετά, βλέποντας στη φωτο, βλέπετε τσοι πετεινούς ή κοκορες του όπλου, ένας για κάθε κάνη. Σηκωνόταν ο πετεινός και ετοποθετείτο από κάτω ένα καψούλι. Τώρα το όπλο ήταν έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει: σηκώνανε τον πετεινό σημάδευαν τό λαγό και με τη σκανδάλη ελευθερονόταν ο πετεινός κτυπώντας το καψούλι που με τη φωτιά του μέσω μιάς οπής που επικοινωνούσε με το μπαρούτι της κάνης έκανε την έκρηξη και εκτίνασε τα σκάγια προς το θύμα. (το καψούλι περιέχει ένα εκκρηκτικό μίγμα από Βροντώδη Υδράργυρο,  που αναφλέγεται μέ το βίαιο κτύπημα)

Φυσικά τα ίδια αυτά τα όπλα χρησίμευαν και για το κυνήγι των διαφόρων πουλιών, είτε πέρδικες είτε ορτύκια, τριγόνια, μπεκάτσες, είτε και των αποδημητικών, όπως οι παπίτσες και οι φόλεγες που γράφω στα  ΖΩΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ.

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΠΙΤΣΙΡΙΚΑΔΩΝ

Γιά μένα προσωπικά, που έτσι κι΄αλλοιώς απεχθάνομαι το κυνήγι μα και τους κυνηγούς (κι΄ας μη με συγχωρέσουν ποτέ τους) γράφοντας τα παραπάνω δεν είχα κίνητρο αυτό καθαυτό το κυνήγι, μα τις περιπέτειες των παιδικών μου χρόνων,αναφορικά με το  «κυνήγι….» Πώς αλλοιώς αλήθεια να μιλήσει κανείς για τσοι ασφεντόνες (έστω σφεντόνες) των παιδικών μας χρόνων χωρίς να μιλεί για κυνήγι;  Φεύγοντας λοιπόν από τους …σοβαρούς κυνηγούς περνάμε στους πιτσιρικάδες και τα  …όπλα τους. Εμεις δεν στήναμε ξόβεργες για τα διάφορα πουλιά γενικά, δεν θάλεγα δε πως είμασταν και φανατικοί κυνηγοί γενικότερα. Όμως σίγουρα έχει ενδιαφέρον η ασχολία μας αυτή ειδικά στην παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς και οι επιδόσεις μας στο κυνήγι των σπουργιτιών, που αφθονούσαν στην περιοχή.

Ας τα δούμε λοιπόν:

Η ΑΣΦΕΝΤΟΝΕΣ

Είτονε περισσότερο παιγνίδι σκοποβολής, παρά πραγματικό όπλο κυνηγιού.   Ένα ξύλο σε σχήμα Υ και συνήθως αγορασμένο λάστιχο για ασφεντόνες από το μπακάλικο και ένα κομμάτι δέρμα. Όλα αυτά προσεκτικά συναρμολογημένα έφτιαχναν μιά ασφεντόνα. Ένα πετραδάκι 1-2 εκατοστά διάμετρος ήταν το βόλι, και από κει και μετά ο … χειριστής μπορούσε να σημαδέψει: από τον … πισινό ενός άλλου  πιτσιρίκου,  μέχρι διάφορα πουλιά, … με μέτρια επιτυχία… Ευτυχώς λόγω του ζεστού κλίματος δεν είχαμε τη συνήθεια των τζαμιών εκείνα τα χρόνια στα σπίθια μας , δεν είχαμε δε ούτε ηλεκτρικούς γλόμπους να τους βάζουμε σημάδι,   και έτσι οι βολικοί αυτοί κατοπινοί στόχοι  δεν …έτρεμαν  την κυνηγετική μας δεινότητα….

                 -Στόχος μας κυνηγετικός, και μάλιστα με καλύτερα αποτελέσματα ήταν οι ΠΟΥΛΙΤΣΕΣ, τουτέστιν οι φωλιές των πουλιών. Τις εντοπίζαμε συνήθως πάνω στα δένδρα, τις παρακολουθούσαμε και όταν τα μικρά σπουργιτάκια,  οι ατσέλεγοι, ήταν έτοιμα να πετάξουν, τα μαζεύαμε ΞΕΣΚΟΝΙΖΟΝΤΑΣ την πουλιτσά δηλαδή παίρνοντας τα πουλάκια. Φτιάχναμε κυριολεκτικά ομάδες και προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε φωλιές με νεοσσούς,   και από κει και μετά ό στόχος μας ήταν να ξεσκονίσουμε τις πουλιτσές. Κάπου στα ανεστορήματα γράφω για το ΡΩΣΣΑΚΙ που για να ξεσκονίσει μιά πουλιτσά κρεμάστηκε με ένα μπαλότελο στο γείσο ενός διόροφου αρχοντικού, 10 μέτρα ψηλά…

           -Όταν η τεχνολογία μας εφοδίασε με ηλεκτρικούς φακούς, τους κρύους μήνες του χειμώνα κυνηγούσαμε και πάλι τα σπουργίτια σε χαμηλές συστάδες φύλων δένδρων, μιάς και σε αυτές μαζεύονταν τα σπουργίτια, διότι η θερμοκρασία ήταν σχετικά καλύτερη, σε σχέση με τα ψηλότερα κλαδιά. Πηγαίναμε λοιπόν και τυφλώναμε τα σπουργίτια με τους φακούς και πιάναμε αρκετά από δαύτα που λόγω του έντονου φωτισμού δεν μπορούσαν να δουν και να αντιδράσουν. Μιά άλλη παραλαγή του κυνηγιού σε αυτή τη θέση, ήταν, αν θυμάμαι καλά, να φτιάχνουμε καπνό, που μεταφέραμε κάτω από τα κλαδιά που είχαν κουρνιάσει τα πουλιά. Αυτά ζαλιζόταν από τον καπνό και έπεφταν μισοαναίσθητα από τα κλαδιά και τα πιάναμε…

           -Τελευταία και  λίαν ενδιαφέρουσα περίπτωση ήταν το κυνήγι των σπουργιτιών στα πηγάδια το χειμώνα. Το Πετροκεφάλι ήταν γεμάτο πηγάδια στον κάμπο. Τα σπουργίτια λοιπόν είχαν διαπιστώσει την πολύ καλή σταθερότητα της θερμοκρασίας δυό-τρια μέτρα κάτω από τη γη, μέσα στα πηγάδια και φυσικά πάνω από την επιφάνεια του νερού. Έτσι λοιπόν, κατά το σούρουπο τα σπουργίτια φώλιαζαν κατά δεκάδες στις εσοχές του πηγαδιού. Εμείς με κουβέρτες σκεπάζαμε το άνοιγμα του πηγαδιού, και σε ωρισμένο σημείο αφήναμε άνοιγμα από όπου ρίχναμε τη δέσμη φωτός με το φακό, όποτε τα σπουργίτια τυφλωμένα έτρεχαν πάνω στο φως όπου και τα συλλέγαμε κατά δεκάδες….

Πέρασαν κάποιες δεκαετίες και η χρήση φυτοφαρμάκων κατέστρεψε τόσο τα …φαγώσιμα σπουργίτια, όσο και τα μη φαγώσιμα κοράκια από όλη την περιοχή, άλλαξε δε το οικοσύστημα τόσο που οι δεκαοχτούρες, άγνωστες  προ 50 ετών έχουν γίνει κυρίαρχα πτηνά στην περιοχή.

Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.