ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

27/08/2011

ΓΗΡΙΑΤΡΙΚΗ

(Έχουνε το κακό χούι οι γιαθρώποι όντε  παραμεγαλώνουνε, άμα δούνε γιατρό στην παρέα να νοίγουνε εύκολα τη συζήτηση για τα προβλήματα της προσωπικής τους υγείας. Είναι βέβαια και φυσικό και κατανοητό, ν΄ασχολουνται οι μεγάλοι άνθρωποι με αυτό το θέμα. Από κει και πέρα όμως, η συζήτηση μπορεί νάναι βαρετή, ενοχλητική σπάνιότερα όμως και διασκεδαστική, σαρκαστική, ακόμα και «φιλοσοφική» για την πορεία και τις αξίες της ζωής… 

Καθόμουνα που λέτε αλλότες, Αύγουστο μήνα στο χωργιό αρκετά βραδυασμένα και εβεγγερίσαμενε,  με μια παρέα σιτεμένων Κρητικών, και είλεγε ο καθένας τα βάσανά ντου, μέχρις που επήρε το λόγο και ο μακρινός μου μπάρμπας, να βγάλει κιαυτός τα σώψυχάντου, όι για να του σάξω τον προστάτη, τη φυρομυαλιά, τη στραβομάρα, γι το γάβρωμα απούχενε και εβγόρισε από ένα μίλι μακριά, μα πιο πολύ να μασε σάξει αυτός ο ίδιος  τη διαθεση,  από την κατάθλιψη και τη μιζέργια, για την κακοποδωμένη μας υγειά, μα και  για τα χαμένα μας νιάτα. Κάτσετε το λοιπός και γροικάτετονε: )

Είναι φορές μωρέ ανίψο εδά τελευταία, απού ταραχούμαι, και πάω πέρα-πόδε, πάνω-κάτω, δεξά-ζερβά και καρακτουλεύω, μουρμουρίζω, και ανεγκεύομαι, σαν τη μάνα μου,  απού έστενε ολόκληρο καυγά με τσ΄όρνθιες τση, όντε τση ανεχουμίζανε την αυλή και ορνιθοσκαλίζανε τσοι βιόλες τση, μπας και θελαξεπετρώσουνε κειανέναν αβρομάταρο… Και η κερά Δεσποινιά, που ως κιανεκακοπώδοκα,  με νοιάζεται και δε θέλει να με χάσει, γυρίζει και μου κάνει:

-Ειντάχεις μπρε και γυρίσεις σαν τον ανέραϊδο και καρακατουλεύεις και ανεσηκώνεις ότι σου παντήχνει;  Έχεις πράμα; Πονείς ποθές; Γι΄ πράμα είχασες;

 -Όι , τα κοντινά γυαλιά μου επαραπάντησα ποθές,  μα δεν γκατέω κιαολιάς που…Ήβαλα τα μακρινά να θωρώ την τηλεόραση, και εδά απού χρειγιάζομαι τα αλλα, δεν κατέχω που κιαολιάς είναι….

-Εμά κακονίζικο δε θωρείς πως τάχεις κρεμασμένα στο λαιμό σου; 

-!!!!  

 Και να πεις εδά πως δεν τόχα και τουτονά διαβασμένο, μιας και οι προγόνοι μας,  μας το διπλαπαραγέλνανε: – Το γήρας γαρ, ουκ έρχεται μόνον… Φαίνεται μου όμως, πως αυτοί το λέγανε, αυτοί το γροικούσανε. Εσείς θαρρείτε πως θελανείμαστε  μια ζωή ντελικανίδες. Θυμάστε το πάθημα του μπάρμπα μου του Βανίλη, έχετέντονε πούρι ακουστά, κάτσετε να σασε πω ειντάπαθε μια βολά: 

Είτονε που λέτε, ο μπάρμπας μου ο Βανίλης, ένας καλός αθρωπάκος, μα σε έκδοση …τσέπης. Έλειπέ ντου και μπόι και λεβεντιά, τάχενε και τα χρονάκια του, και ως εχρειγιάστηκε μια βολά να περάσει από το ένα χωράφι στο άλλο στα Κάτω Καμαράκια, παίρνει ένα σβούρο, και   …πέφτει στη μεση-μέση τση βάγγας απού χώριζε τα χωράφια  και απούτονε γεμάτη νερό. Ανεσύρθηκε καλά-κακά από τη άλλη μπαντα τση σαϊτας και εμονολόγα, για να δικαιολογηθεί στον κύρη μου και την γυναίκα ντου τη Βαγγελιά, απου τον έκάνανε σεϊρι:  -Εεεε παντέρμα νιάτα… Και ντελόγο, μα από μέσα από τ΄ αντόδια ντου:  –Τα ίδια σκατά είμουνε εγώ και στα νιάτα μου, μονό εμπίτισε εδά, και την άλλη βόλιτα θα νέχω αμέντες να μην τηνε ξαναπάθω…

Εκάθουμνε τσοι προάλλες και εσκαλιζα καμπόσες παλιές φωτογραφίες.  Θωρώ μια, κακοποδομένη, μα δεν έχω κιάλλη,  από ένα σπιτάκι στα καμαράκια, που έζησα τα πλειά μου χρόνια οντενείμουνε κοπέλι, προπαντός τα καλοκαίρια… Η φωτογραγία του 1970, με το σπιτάκι του παππού μου του Αλεξάκη ερειπωμένο, χορταρτιασμένο, μισογκρεμισμένο, ανήμενε να του κάμει το κολάι ντου ο καινούργιος ιδιοκτήτης, μετά τον αναδασμό τση Κάτω Μεσσαράς….

Θάτανε 1963 ή 1964. Αυγουστος, και εγώ εξετέλευα το Λύκειο, και το γεμάτο φεγγάρι έκανε τη νύκτα μέρα…. Κόντευε μεσάνυκτα, και το φεγγάρι ολοστρόγγυλο, λευκοκίτρινο, ίδιο παραγινωμένο μοσκαίικο πεπόνι, που σάματις και είχενε σηκωθεί από κανένα Μπομπιανό μποστάνι από τα ανατολικά, μπορεί και από τα Περαλίθινα, και αγκομάχε κι΄ανέβαινε τον Αυγουστιάτικο ουρανό, με δρομολόγιο να φωτίσει τα θολά και ανερμάτιστα ζάλα όσων χίπιδων ανεμαζώνουντανε από τότες τέρμα δυσικά,  στα Μάταλλα, ψάχνωντας-αναζητώντας, αυτό που ακόμα και σήμερα δεν κατάφερανε να βρούνε…. Και εγώ ξαπλωμένος στη δροσεράδα της πεδιάδας, στο σπιτάκι του παππού μου, με ένα ανοιχτό βιβλίο, να διαβάζω στο φεγγαρόφωτο, χωρίς την ανάγκη, όχι της ΔΕΗ, μα μηδέ του Προμηθέα….  Πάνε,   περάσανε 50 τόσα χρόνια από τότες…    Δεν εκάτεχα μαθες τοτεσάς  πως πενήντα χρόνια μετά θα πρέπει νάχω κολαϊνα τα γυαλιά μου, μιάς και αλλοιώς δεν θα μπορώ να ξεχωρίσω μουδε «το νεφρό από την καβαλίνα», κατά πούλεγε η μάνα μου… Όμως, το διάβασμα με το Αυγουστιάτικο φεγγάρι μούκανε τόση εντύπωση, που το θυμούμαι ακόμη…. 

Πιάνω καμμιά φορά κανα Κρητικό σταθμό, για να σπάσω τη μονοτονία, άμα δουλεύω ή διαβάζω χαλαρά. Αλλότες ανίψο, επέτυχα ένα  Κρητικό ριμαδόρο, που σαν να μου φαίνεται πως εχει πάρει ντοκτορά στην … γηριατρική, και είτονε φαίνεται ο τσιφτελής πιο σαθρακασμένος από την πατούλια μας…. Μόνο πως αυτός είκαμε τα παραπονά ντου μαντινάδες,  κείλεγε τραγουδιστά ούλο ντου το παράπονο:

Σα θα γεράσει ο άθρωπος, ποσώνεται το φώς του // θαρρεί πως την τσιρά μακρυά, μα κατουρεί ομπρός του…

 Και σκέφτηκα: μα για καλό τον είβαλα, ετουτανά το σταθμό, γι΄ για  να με ταραχήσει; Άστονε όμως μιαολιά, μα μπορεί να πει και πράμα πιο σοϊλίδικο, μπας και μου σάξει το κέφι… Ηπεσα όμως φαίνεται σε κειανα παρασιτεμένο ριμαδόρο, απούλεγε με μαντινάδες τον πόνο του, και πριχού προκάμω να το καλοσκεφτώ ξεφουρνίζει και τα χειρότερα:

Αμα γεράσει ο άθρωπος ο κόλος του φαρδαίνει // και αν ντου ξεφύγει και κειαμιά, δε ντήνε προλαβαίνει

 Είντα μωρέ κοπέλια να μασε κάνουνε και οι γιατροί, από την άρχη του καιρού το κατέχαμενε πως: ο γέρος και ανε τζοπατεί, κρυγόρεμα τονε κρατεί, μονό λίγη τη σβούρα σας.

 Θυμάσαι το Μανωλάκη που δεν εσολαγούσουνε από τοτεσας απούβγαλες τα μούρη σου από τον άθο,  μεχρι που σέζεψε η κερά σου,  η κερά Μαργιόρα; Θυμάσαι απου εμπίκιζες τον παππού σου, απούχενε μιαολιά νταντουλιάσει το μυαλό ντου στα τελευταία ντου, και άμα θελα δει κειανα κονταφούστανο  κειαμιάς τουρίστριας απουχενε ξεστρατίσει αθο ντη γειτονιά μας δεν εγίνουντανε μάϊνα; Και συ χορτάτος, να του λες όλο κακία:

 Ως και το γεροντοβουιδο στην πρασινάδα ράσει // μα δεν μπορεί να τη μασεί και την ανεχαράσει…

 Και σύ Γιωργή, θυμάσαι είντα σούπενε ο γιατρός οντον είσουνε συνορόγαμπρος, απου σε κακοπόδωκε τον πρώτο καιρό η κυρα Γιώργιαινα, και σε πήγαινε νύχτα ο κύρης σου στου γιατρού;  Είλεγέ σου, καλά θυμάσαι το,  να κάνεις μια ολιά …οικονομία, γιατί το εργαλείο είναι χρειαζούμενο και για άλλες δουλειές…. Και άμα κακοπέσει, δεν το σηκώνει κεινένα βίντσι. Για ρώτησε και το Μανωλάκη, απου την εγροίκα την ιστορία οντε την έλεγε ο Ζαχαρίας για τη μαλαπέρδα.  Είντα τονε φορτώνεσαι εδά τον γιατρό, πως δεν τα καταφέρνει μπλιό η παντέρμη μηδε στο κατούρημα, και μπας και έχει κειανα γιατρικό να σου δόσει, μπας και σάξει μια ολιά…  Εεεε καημέχαρε Γιωργή, μα μουδε στο …γηροκομείο δεν σου τηνε κρατίζουνε εδά μπλιό… Στα νιάτα τζη σήβγαλε παλικάρι… Καιρός να τηνε γεροντοκομήσεις καισύ… Και, σαν δε μπιτίζει, είντα γούζεσαι; Έχω τζη τοχω ακουστώντας τση κερά Γιώργαινας, απου σούχει φαίνεται η κακομοίρα μεγάλη αμπούνια τελευταία, να σε μοτσαίρνει,  και να τη γροικά η γειτονιά  να σου λέει:

Θυμάσαι οντεσούλεγα οικονομία καμε // και δα σου λέω: εντοέ και σύ ξανοίγεις χάμε;

 

Άστα Μανωλάκη, εξέχασές τονε φαίνεται το μερακλή τον πατριώτη μας, απου μασε τραγούδιε οντενείναστε κοπέλια το:

άθρωπος αμα γεράσει //πράμα δεν μπορεί να πιάσει.

κι΄οσα θέλει η ψυχή του //δεν τα θέλει το κορμί του…

Εσείς θαρρείτε πως το τραγουδάκι είτονε μόνο για τσοι δικούς μας παππούδες τοτεσάς. Επαέ δα σε θέλω γω,  απού εδά εγενίκαμε και μεις παππούδες…  

Πάρωρας είναι και ήθελα μωρέ κοπέλια να σασε καληνυχτίσω με μια μαντινάδα, από τα νιάτα μας και να πάω να πιώ το φάρμακό μου γα την πίεση και να πλακώσω τον καφά μου:

Καλήταν η παρέα μας και νάτανε άλλη τόση // να τρώμε και να πίνομε μέχρι να ξημερώσει

Έλα δα όμως απού όσα δεν εκοπήκανε αποδικού ντως με τα χρόνια, μούτακοψε τα παντέρμα ο γιατρός: Μην τρως ετουτονέ, μην πίνεις εκειονέ, μη, μη, μη… Δε μασε ταιργιάζει το λοιπός η μαντινάδα  με το φαγοπότι… Σαν δεν μπιτίζει όμως,  γροικάτε από τσοι Πέρα Βαθιάδες τον γδυμνολαίμη πετεινό του Λεμονακιού, απού φωνιάζει; Σύντεκνός μου είναι !!!, και:

 Αντέστε να μισέψωμενε, κι΄γιώρα το φωνιάζει // και  ο σύντεκνός μ΄ο πετεινός, από ντανώρας κράζει… 

21/08/2011

ΠΟΣΕΣ ΜΕΙΝΑΝΕ;

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 8:09 μμ

Δεν κατέχω κιαλολιάς αν έχουνε τα κοπέλια και σήμερο  ζόρε να ξεμπλέξουνε από το στρατό,  50 χρόνια πίσω όμως, μπορεί νάτονε δύσκολα τα χρόνια του Έλληνα πολίτη,  μα είτονε δέκα φορές χειρότερα τα χρόνια του ‘Ελληνα φαντάρου.  Είλεγέ μου τσοι προάλλες ο συμπέθερος μου:  «Παρουσιαστήκαμε να πάρομε το απολυτήριο, κατά το 1965-70 , και ο Ελληναράς αξιωματικός μας το έδωσε, αφού όμως πρώτα, και αναίτια, μας κούρεψε με την ψιλή μηχανή της εποχής… Το κλάμα από την τροπή και την προσβολή  μούμεινε από αυτό το γεγονός…»

Φαίνεται μου πως εδά τα πράγματα στο στρατό δεν είναι σαν αλλότες… Εμείς όμως  εμετρούσαμνενε οι κακομοίρηδες τσοι μέρες και η καλύτερη συζήτηση είτανε: Πόσες μείνανε; και ο καλύτερος είτονε αυτός που στα ελληνικά κολαστήρια-στρατό  θα καθόταν λιγότερες μέρες. Η τσατσάρα με τα κοκάλινα δόντια έπιανε τη δουλειά τση …παρηγορήτρας: Απίτις θελα πομείνουνε κειαμιάν εκατοστή μέρες, όσα και τά αντόντια τση τσατσάρας, αγοράζαμενε μιά και αρχινούσαμε να την ξαντοντιάζομενε μέρα-μέρα, με ανείπωτη χαρά, μιάς και η Μαμα-Ελλάδα μας παράδινε στους στρατιωτικούς, και είχενε μεριμνήσει να τους φορτώσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ, με κομπλεξ για τα παιδιά των Ελλήνων. Εϊτονε μεγάλο προσόν μαθές να αισθάνεται κανείς   …διάσημος, διαφεντεύοντας παιδιά… Παιδιά  απούπρεπενε να κάμει Έλληνες και όχι ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ, απούπρεπε να τα κάμει υπερασπιστές της Ελληνικής ιδέας όχι μόνο στον πόλεμο, μα και ΚΥΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ.

Τώρα λοιπόν ο Νεοέλληνας και :

-φεύγει τρέχοντας από το σχολειό του, το σχολειό που τούμαθε τα πρώτα γράμματα,

-φεύγει τρέχοντας από τη μονάδα του στο στρατό,  χωρίς να έχει μάθει γρί από το «Είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περι πάτρης» ( όχι φυσικά με τα όπλα μόνον αλλά και στην καθημερινότητά μας),

-πετά μαύρη πέτρα μόλις αρπάξει τη  σύνταξη από τη δουλειά του, ( γιατί τον πείσαμε πως η δουλειά, ο δημιουργός της, εκείνος που έφτιαξε μιά θέση εργασίας, είναι οπωσδήποτε ο κακός εργοδότης, ακόμα και όταν αυτός είναι το ίδιο το κράτος….) και πάει λέοντας….

Πάνε δεκαπέντε χρόνια, που φίλη μου σοσιαλίζουσα έπεσε από τα σύννεφα, σαν επληροφορήθκε από τον αδελφό της πως οι Ελβετοί κάνανε δημοψήφισμα, για να παίρνουνε σύνταξη στα εβδομήντα…  (και όχι στα 65, που παίρνανε μέχρι τότε). Προ μηνών το ίδιο θέμα είχανε και συζητούσανε οι Αυστριακοί. Και έρχομαι στα δικά μας… Δουλεύω 39 χρόνια στο Πανεπιστήμιο στα 64 μου χρόνια. Και το Κράτος δεν μου είπε Μπράβο! Τα «Κράτος» θέλει να πάρω σύνταξη, μπας και στη θέση μου διορίσει κάποιον, κάνοντας καμπόσων το ρουσφέτι… Ακούσατε μήπως πως δεν θα μειωθεί το εφάπαξ εκείνων που έχουν ήδη συμπληρώσει τα 35 χρόνια και εξακολουθούν να δουλεύουν;  Σϊγουρα όχι !, Οι κομματάρχες θέλουν να πάρομε δάνειο για τη σύνταξή μου και άλλο δάνειο για να διορίσουν και να πληρώνουν ένα δικό τους στη θέση μου….  Ακούσατε κανένα μέτρο ή κίνητρο να μην φεύγουν οι υπάλληλοι στα 15 στα 20 στα 25, στα 30;  Όλο για πλασματικά χρόνια ακούτε, όλο για εξαγορά κλπ. Και ελπίζετε να μην βουλιάξωμενε; Μωρέ στα άπατα θα πάμε, είτε σαν εργαζόμενοι είτε σαν συνταξιούχοι….

Η συντεταγμένη, η κυβερνητική Ελλάδα μας θωρεί πατριώτες μου σαν τα κουνούπια, και καθημερινά βάζει το …εντομοαπωθητικό της !!!  Μας διώχνει, μας απωθεί μακρυά από τους τόπους που θάπρεπε να ναι ο ακατάλυτος τροφοδότης της Ελληνικότητας μας…  Όχι φυσικά καμιάς υπερεθνικιστικής ιδέας, απλά και μόνον, όσων θα έφταναν να μας ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΝ και μόνον από τα αρπακτικά που λυμαίνονται τον κόσμο μας επιτρέποντάς τη  λάθος δική μας καθοδήγηση,  μέχρι να πέσουμε στη δική τους παγίδα…

Μας έπεισαν πως πρέπει να δουλεύουμε μόνο  3, 4, 5,  6 ώρες την ημέρα; Τότε γιατί  μας έβαλαν να συναγωνιζόμαστε τους Κινέζους  και τους Γιαπωνέζους που δουλεύουν 18 ώρες; (έτσι καταλαβαίνω εγώ την παγκοσμιοποίηση). Νομίζουμε πως είμαστε οι μάγκες αυτού του κόσμου;

Μας λένε οι ξένοι, και έχουν δίκιο, πως καταναλώνουμε διπλά από όσα  παράγουμε.   Τότε γιατί δεν προσπαθούν να πείσουν εκατοντάδες χιλιάδες παροχείς υπηρεσιών, να αλλάξουν επάγγελμα και να κλείσουν τα μαγαζάκια τους,  μιάς και οι μισές από τις υπηρεσίες -αγαθά  που καταναλώνουμε θα περικοπούν;  Αντίθετα μάλιστα, παίρνοντας δανεικά χρηματοδοτούν θέσεις παροχής υπηρεσιών και θέσεις διασκέδασης. Εϊναι σαν να μας βροντοφωνάζουν: διασκεδάστε ζωντόβολα τρώγοντας δανεικά, σε λίγο θα αναστενάζετε, όπως ήδη αναστενάζουν  τα παιδιά σας…

Ακούστε λίγο σας παρακαλώ την ιστορία μου: Είτανε Ιούλιος 1965. Εϊχα έρθει κατευθεία από το χωριό μου μετά από εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Στο χωριό μου ζούσε ένας γιατρός, τρεις υπάλληλοι και δυό δάσκαλοι… και άλλοι 500 χωριανοί όλοι τους γεωργοί στην ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ παραγωγή. Μου έκανε λοιπόν μεγάλη εντύπωση η εκρηκτική  δόμηση της Αθηνας  Μιά πολυκατοικία με πέντε ορόφους, από τους οποίους το ισόγειο ήταν μαγαζιά. Θυμάμαι λοιπόν τι σκεφτόμουν τότε:  «-Μα είναι δυνατόν δε μιά πολυκατοικία, οι τρείς ή τεσσαρες όροφοι, οι απο πάνω, με ας πούμε 20 οικογένειες, να θρέφουν τά μαγαζάκια του ισογείου,  άλλες 5-10 οικογένειες;  «.  Έτσι σκεφτόμουν λοιπόν τότε, θεωρώντας ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΗ, την παροχή υπηρεσιών σε τέτοιο βαθμό.  Είχα βέβαια την παράσταση της επαρχίας που ένας μπακάλης, και ένας δυο καφετζήδες με εργασία ημιαπασχόλησης (το άλλο σκέλος ήταν η γεωργία) ΟΛΟΙ συμμετέίχαν στην ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ παραγωγή.

Ερχόμαστε λοιπόν τώρα και ψάχνουμε να βρούμε κάποιον που να δουλεύει στην πρωτογενή παραγωγή, να φτιάχνει πράγματα, να φτιάχνει προϊόντα και αγαθά που θα τα έχουν ανάγκη κάποιοι Τελικά, και τα ελάχιστα που βρίσκουμε, ελληνικής κατασκεύής τα παίρνει ο πρώτος ο δευτερος ο τρίτος  κλπ μεσάζων τους ανεβάζουν την τιμή πώλησης και συμπιέζουν την τιμή αγοράς, έτσι ώστε και οι τελευταίοιι παραγωγοί προτιμούν να μπουν στην αλυσίδα των μεσαζόντων (παρόχους υπηρεσιών τους λένε ευγενικά), προσπαθώντας να φάμε ο ένας τον άλλο, απλά ανεβάζοντας το κόστος μιάς και το κέρδος όλο και μικραίνει. Και σε όλη την αλυσσίδα έρχεταιι και το κράτος και αυξάνει και αυτό το μερίδιό του με τον γνωστό ΦΠΑ,

Επειδή λοιπόν δεν υπάρχουν Ελληνες παραγωγοί ζητάμε δανεικά από τις αγορες και τα δίδουμε:  μεριά για να εισάγουμε ξένα προϊόντα, μεριά για να τα δώσουμε στους μισθοδίαιτους και κρατικοδίαιτους, σύμφωνα με τα κρατικά συνδικαλιστικά κλπ κριτήρια, για να  «αγοράσουν»  τα προϊόντα.

Λυπάμαι πατριώτες μα αυτό όλο μου φαίνεται σαν κακόγουστο παιδικό παιχνίδι…. Εγραφα, στο ΧΩΡΓΙΟ ΜΕ ΓΕΛΙΟ στη διπλανή στήλη, για το ίδιο παιδικό παιχνίδι για τα ΚΟΥΒΑΚΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΧΑΡΑΛΑΜΠΗ… Το ίδιο παιγνίδι παίζουμε πατριώτες, και ας μεγαλώσαμε. Κάποιοι μας έκαναν αργόσχολους, κλέφτες μικροαπαταιώνες, ακαμάτες, ντεμπέληδες, πείθοντάς μας όμως, ΠΩΣ ΤΑΧΑΤΕΣ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΣΚΛΗΡΑ !

Στο σχολειό, στο στρατό, στη δουλειά μαθαίναμε πως να ΜΙΣΟΥΜΕ, αυτό που θα κάναμε, πως να ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΟΥΜΕ, από την καθημερινή μας ζωή. Και όλο λέγαμε:

ΠΟΣΕΣ ΜΕΙΝΑΝΕ; Πόσες μείνανε για να τελειώσουμε το σχολειό, πόσες μείνανε για να φύγουμε από το στρατό,  πόσες μείνανε για να φύγουμε από τη δουλειά….

Πολύ φοβάμαι πως ήδη οι πιο προνοητικοί  έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε και να σιγανομουρμουρίζουμε:

Πόσες άραγε μας μένουνε; (μέχρι να βουλιάξουμε…)

Αυτή η ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΕΜΜΟΝΗ,  με το: πόσες μας μείνανε και ξανά: πόσες μας μείνανε,  δεν βλέπω να μας βγαίνει τελικά σε καλό…

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.