ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

24/02/2019

ΒΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΝΤΟΠΟΛΑΛΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΣΣΑΡΑΣ (του 1950)

Filed under: ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 12:33 μμ

Ανεστορούμαστανε, αλλότες, μ΄ένανε του καιρού μου και του τόπου μου  και ανεχουμίζανενε τα παραπαντιζμένα μιας ζωής, μα πιά πολύ, μιάς εποχής, με τα καλά , τα κακά τα δύσκολα,  και τα εύκολα και τα ζυάζαμενε και εξανοίγαμε αθο που γέρνει ο καμπανός, ….αθο που πάμενε μ΄άλλα λόγια… Κάθε εποχή έχει να θυμαται…

-Απούλα έχει ο μπαξές σύντεκνε, Εϊχαμενε καλά, μα είχαμεν σάϊκα και ζόρε, απού καλιά να μην τα θυμάται κειανείς… Και να μην τα περάσουνε τα κοπέλια μας, φτάνουνε ντα τα καλολοϊδια τση παγκοσμιοποίησης….

-Σα δεν μπιτίζει κουμπάρε μου, δε μπορώ να ξεχάσω τη μαντινάδα απου μπούπενε, πολλά χρόνια πίσω, ένας Κατωμεσσαρίτης  απούζησε  το τέλος της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη, και ετέλεινωνε, σαν και μας καλή ώρα, την αμπελική ντου στην Αθήνα:

» Όσο γερνά ο άνθρωπος , το νούντου ανεχουμίζει      και βρίχνει από την νιότη ντου,  ο΄τι παραπαντίζει

παρπαντίζει με το νου  την πρώτη του τη νιότη     μά έρχονται και τα γεραθειά     και του μηνούν      …προδότηηηη  !!!

Σα δεν μπιτίζει, δε θέλω να …προδόσω τις αναμνήσεις μου, τις μνήμες, και τις εμπειρίες  των πρώτων χρόνων της ζωής μου.   Σκέφτομαι πολλές φορές  το σκοινί της ελευθερίας του Καζαντζάκη:  Όσο το σέρνεις τόσο πιό πολύ ελευθερος νοιώθεις, τόσο μεγαλώνεις τη λευτεριά σου, μα κι άλλο τόσο μακραίνει και  βαραίνει το σκοινί της λευτεριάς… Στο τέλος  μένεις να ζεις μέ όση λευτεριά μπόρεσες να κατακτήσεις…. Εδά και γω, μα και σεις, πατριώτες… τρέχομε να ξεφύγομε μακρυά από το παρελθόν μας, μέχρι που καποια στιγμή το θωρούμενε να μας  ακολουθούν, αλλους κυνηγώντας, αλλους βασανίζοντας, άλλους με νοσταλγία, οι σκέψεις οι μνήμες της νιότης μας… Μιάς και σ΄αυτό τον ιστότοπο δεν πάω ναλλάξω τον κόσμο, πιό πολύ μ ένδιαφέρει να δείξω τον δικό μου κόσμο, τι άλλο άλωστε θα μπορούσε να σημαίνει ένας ιστότοπος αναμνήσεων ενός ανθρώπου,  σκέφτομαι: ΑΝΕΧΟΥΜΙΖΩ που ανεχουμίζω τα παιδικά μου χρόνια, με διαβάζουν κατά καιρούς καμπόσοι σοκαιρίτες μου, ας τους βοηθήσω μαθές να θυμηθούναι κι΄αυτοί τα νιάτα ντωνε…  Πάμε λοιπόν:

αγκάβανος
αγούδουρας
αελιά η αγελάδα. Πολλές φορές, αποποτελούσε η λέξη αελιά, προσβλητικό χαρακτηρισμό, ακόμα και της μάνας στην κόρη, περισσότερο για να της διεγείρει την οξύνοια, την παρατηρητικότητα την προσοχή, τα γρήγορα αντανακλαστικά, και όχι να την μειώσει ή να την προσβάλει. (Εεε κακομοίρα αελιά, δεν τονε θωρείς κοντό θέ μου είντα ψακωμένος είναι, είντα θες και του μιλείς καθόλου)
αζόγυρος    ο Είδος λυγαριάς. Δεν το φυτεύαμε, όμως φύτρωνε αρκετά εύκολα και αναπτυσσόταν σαν θάμνος με αρκετούς κλώνους περίπου ενός μέτρου, εξαιρετικου για … βίτσα ( =βέργα) που μας … μας καταχέριζε η δασκάλα μας όταν κάμανε χοντρές αταξίες. Το φύλωμα του θάμνου έχει μια σχετικά δυσάρεστη οσμή, που διώχνει τα κουνούπια.  Έτσι κι΄αλλοιώς, ήταν δυσάρεστο νάμαστε σε επαφή με αυτούς τους πολύκλωνους θάμνους, λόγω της ενοχλητικής μυρωδιάς… ¨Ηταν λοιπόν δικαιολογημένη η φράση της εποχής εκείνης από τη μάνα στα σε υπερδιέγερση κοπελάκια: Κάτσετε μωρέ ήσυχα, μονό θαρρείς πως σας έχουνε στον αζόγυρο δεμένα !!!
αμανίτες Μανιτάρια. Στον γλωσσικό αχταρμά-εξέλιξη-συνέχεια του τόπου μας, στη Μεσσαρά κράτησαν το αρχαιοελληνικό και μετέπειτα δάνειο λατινικο-επιστημονικό amanitus, για τα μανιταρια. Γνωστό σε λίγους το ανέκδοτο: (Πάνε τον Φαλοκράτη-Κρητίκαρο στο Δικαστηριο, (απούχενε ψακώσει τσοι δυο πρώτες του γυναίκες ταϊζονταστες με δηλητητρασμένα μανιτάρια, χωρίς ν΄αποκαλυφθεί), κατηγορούμενο για στραγγαλισμό της τρίτης του γυναίκας: Ο πρόεδρος του δικαστηρίου: Βλέπω πως η πρώτη σας γυναίκα πέθανε γιατί έφαγε δηλητηριασμένα μανιτάρια. –Έτσάναι κ πρόεδρε ερέσανε τζη τση καψερής οι αμανίτοι, -Βλέπω όμως, πως και η δεύτερη σας γυναίκα πέθανε για τον ίδιο λόγο.  …-Έχεις δίκιο κύριε πρόεδρε εμπεγέντιζε τσοι  (στ΄ αμαντίτους) η συγχωρεμένη… . -Ο πρόεδρος:  Βλέπω  όμως πως η τρίτη σας γυναίκα πέθανε σπό σταγγαλισμό…. –Είντα να να τση κάνω  κύριε πρόεδρε…Αυτή δεν ήτρωγε τσ΄αμνανίτους με πράμα στον κόσμο….)
αμπατάριστος   ο Στην κοινη νεοελληνική “μπατάρισε το πλοίο” =έγειρε, από το βάρος, το πλοίο προς το ένα μέρος, στην κρητική διάλεκτο το μπατάρω ή μπατέρνω, σημαίνει μεταφορικά δίδω βάρος ή βαρύτητα ή σημασία στα λεγόμενα ή την άποψη κάποιου. Κατ΄επέκταση, ο αμπατάριστος είναι χαρακτηρισμός απαξιωτικός γιά κάποιον που δεν έχει σοβαρότητα ή υπευθυνότητα ή σταθερότητα-βάρος  στις απόψεις ή τις πράξεις του και τις συμπεριφορές του. (Εκειοσές μωρέ ο αμπατάριστος, απού τον έκαμε σόγαμπρο ο κακομοίρης ο Φουκαρογιώργης, μιάς και  του εκατάστεσε το Μαργιώ κείτονε 5 μηνώ βαρεμένη οντε τη  εβλόησε,   ετουτοσάς ο ελεμές τον εκουβάλησε στο χωργιό, κείναι λέει ξαδέρφουλάς του… Μακριά κακομόίρη από τέθοιο μιλέτι… Από πού και ανε τως αγγίξεις βρωμούνε…)
αμπούνια η = το άχτι
ανάφορμα =ανάθεμα. Στις θεοσεβούμενς κοινωνίες παλιότερα, ο αναθεματισμός ήταν κορυφαία ύβρις, και σχεδόν απαγορευμένη, να πορφέρεται από χείλη χριστιανών…. Αντικατέστησαν λοιπόν το :ανάθεμά σε, με το :ανάφορμά σε, και το πρόβλημα…πάει….. ( Η γιαγιά μου η Μαργιόρα, κυνηγώντας τον …κάτη, απού τσήρπαξε μια γουλιά ψημένο λαγό από τη μοσόρα : “Ανάφορμάσε παντέρμε, μ΄ανε μου παντιδώσει*, θα σου το κάμω το κολάι σου…”
ανεβαστώ Υποβαστάζω κάτι, κρατώ κάτι με φορά προς τα πάνω. Πολύ συνηθισμένη φράση-πράξη, όταν φορτώναμε τα γαιδούρια  πρώτα από το ένα μέρος, οπότε κάποιος όφειλε να κρατά το φορτίο,ώστε να φορτωσουμε και το έτερο ήμισυ από την άλλη πλευρά και του ζώου για να μην ξεσελίσει( ξεσωμαρίσει)  το ζώο (Έλα μπρέ Μήνω να  μου συντράμεις να φορτώσω δυό μιγώμια άλεσμα γιατί μου ξεσελά ο γάιδαρος  και δεν έχω χαχαλόβεργα να κάμω την δουλειά μου… ανεβάστα ντο μια ολιά, μεχρι να καταστέσω και το άλλο μιγώμι ) ( Εκουλουμούντισε ο κακομήτσης ο πεθερός μου, στην πεζούλα τα΄αυλής, και τον ανεβάστουνα κείκατσε σε μια καθέκλα… )
ανεκούρκουβα επιρ.
ανεχουμιζω =Ανακατεύω χωρίς ταξη, ακανόνιστα, όπως κατά τον αποχωρισμό του χουμά. Κατά την οικιακή παρασκευή του τυριού, το γάλα ανακατευόταν συνεχώς, αποχωριζόταν το τυρί,  και στο τέλος έμενε ο χουμάς*. Όταν κάποιος, συνήθως τα κοπελάκια, δεν … εμπεγέντιζε* το φαγητό του σπιθιού και το ανακάτευε κοιτάζοντάς το …απαξιωτικά,  η μάνα του, είχε έτοιμη την κριτική: “Eίντα μωρέ Νικολιό το ανεχουμίζεις το φαί σου… Ετουτονάxομενε, αλλοιώς θέσε και πιτάκωνε* τη κοιλιά σου….”
αντζούμπαλος
αντικλίνες οι Ονομασία της γάμπας, πιθανώς σαν μέρους του ποδιού που βρίσκεται απέναντι από το κρεβάτι όταν ξαπλώνουμε ανάσκελα. Θυμάμαι,  μικρός, τη χρήση της λέξης, στον πληθυντικό πάντα, από τη μάνα μου:  Μάζωξε μωρε Αντρουλιό τσ΄αντικλίνες σου… εννοώντας:  μαζεψε τα απλωμένα ΜΕΓΑΛΑ πόδια σου, τε τις ποδάρες σου. Άλλη φράση: Πάρε μια πέτρα (ελαφρόπετρα) να να τρίψεις και να ξεκασάσεις τσ΄αντικλίνες σου
αξογύρου επιρ. Στο κατόπι, παραπόδας, αλλά συνήθως με καταδιωκτική έννοια. ( Επέρνουνα από το μιτάτο του Ξυλόκωστα, και με πήρανε οι σκύλοι ντου  αξογύρου, και αδεν εκράτουνα τη χαχαλόβεργα θελα μου κάμουνε το κολάι μου)
αποδιαλέγουρα κ
αρούβαλος   ο  Αυτός που ενεργεί χωρίς κακία μεν, αλλά  άχαρα,  άκομψα, ατιμέλητα, άγαρμπα, πολλάκις και προσβλητικά προς τρίτους, χωρίς παρα ταύτα να εμπεριέχει δόλο ή και κακότητα ή σκοπιμότητα στη συμπεριφορά του.
αχίρι το

 

=αχούρι. Στην πραγματικότητα του παλιού καιρού το αχίρι ήτανε μέρος του σπιτιού, ένας μικρός σταύλος. Θυμάμαι, στα … πρόθετα, τα adons, της αρχικής κατασκευής του πατρικού μου σππιθιού στ ο χωριό,  πρόσθεσε ο κύρης μου πολύ αργότερα ένα πολύ μικρό υπόστεγο-σταυλάκι. Φυσικά ήταν το πιο υποβαθμισμένο και βρώμικο μερος του σπιτιού, μπορούσε να χρησιμεύσει από τουαλέτα, όπου δεν υπήρχανε βόθροι, μέχρι και πρόχειροι μικροί σταύλοι για οικόσητα ζώα, όπως κουνέλια ή κοτες., κατσίκες, πρόβατα ή και γαϊδούργια, σε δύσκολες καιρικές συνθήκες…. (Βάλε μπρε Κωστή το γάιδαρο στο αχίρι, να μην του κολά οληνύχτα το νερό,  για (διότι) θα ψοφήσει, και είντα θα γενούμε ύστερα…)
βεντέμα Συγκομιδή (από τα λατινικά). Εκφράζει την υψηλή απόδοση φυτών γεωργικής παραγωγής. Ειδικά για τα ελαιόδενδρα: έχουμε ή δεν έχουμε βεντέμα τε έχουμε ή δεν εχουμε υψηλη παραγωγή (Ανε πιάσει καλή τιμή το λαδι φέτος απόύχουνε βεντέμα οι ελιες, θα ξεχρώσω  την τράπεζα, να μην έχω μπλιό τη λήτη τζη….)
βούι Βόδι (το βούι , τα βούγια) Πολυδιαδεδομένη η χρήση, με αρκετές παροιμιώδεις φράσεις, που συνήθως χαρακτήριζαν ανθρώπους με μέτρια αντιληπτική ικανότητα, (Πολλές φορές, το οφθαλμοφανές για κάποιον ήταν μη αντιληπτό από το συνομιλητή του, το … βόδι εν προκειμένω. Έτσι, όταν επιτέλους αντιλαμβανόταν ο δευτερος-βόδι, την προτροπή –θέση του πρώτου, ο πρώτος τελείωνε την συζήτηση, με τη φράση: ‘ Επήγε το βούι στο νερό !!! Και μια μαντινάδα σχετική με το βούι  Σαν το ντσινιάρη γάιδαρο, σαν το κακό το βούι/ προσέχετε τη νύφη μας να μη μας βγάλει χούι !!!
βουρβουλακώ κοχλάζω, βράζω με παφλασμό Χρησιμοποιείται μόνο κυριολεκτικά. (πχ κάποιος ΅βράζει΅ από θυμό, όμως δεν «…βουρβουλακά») ( Κακόψητα είτονε τα παντέρμα τα κουκιά από τη σοχώρα…  Μια ώρα εβουρβουλακούσανε (εχοχλακούσανε) οντε τάψηνα, και δεν ντάφαε  μουδ΄ο χοίρος ). Μια ακόμα εκδοχή του βουρβουλακώ: Βγάζω φούσκες αέρα μέσα από νερό, που είναι εγκλωβισμένες και έχουν μεταφερθεί στην επιφάνεια ( π.χ εκπνοή μέσα στο νερό από κάποιο που κολυμπά) (Από τη διήγηση του Βάτση:( Γεγονός περίπου το 1900. Εκειανά τα χρόνια, 1900-1960,  ο Γεροποταμός σε ούλη την πετροκεφαλιανή περιφέρεια, μα και πιο κάτω είχενε είτε λίγο τρεχούμενο νερό, είχενε όμως τεράστα ημιστάσιμα ανοίγματα τις κολύμπες ή βάγκες, πλάτους 5-8 μέτρων, μήκους20-80 μέτρων και βάθους μέχρι 3-4 μέτρα, τέλειες φυσικές πισίνες πολυτελείας στη θερμοκρασία των 40-50 βαθμών της εξοχής….  Οι κολύμπες λοιπόν ήταν οι αγαπημένοι τόποι μπάνιου για τους πιτσιρίκους 5’-15 χρόνων, που έτσι κι΄αλλοιώς λημερίζανε στα λειβάδια κοντά στα περβόλια των γονιών τους, και επιστρέφανε το βράδυ στα πατρικά σπιθια στο χωριό…) Η διήγηση του Βάτση: Καμπόσα χριστιανάκια από τα γυροχώργιουλα (Πετροκεφάλι, Βώρους), είχαμενε μαζωχτεί λιοβουτήματα στη βωργιανή βάγγα, και κολυμπούσαμε, εκάναμε «πατητές» και μακροβουθια και περιμέναμε να περάσει η γιώρα να ανεμαζώξωμε τα μαρτάρικα του κυρού μας και να γύρομενε αθο ντο χωργιό μας… Στην ώρα φτάνει και ένα τουρκάκι από τα Καλύβια, και μιάς κείχενε κάψα, εβούτηξε κι΄αυτό και μας είκανε πατητές…. Εζοριστήκανε καναδυο χριστιανάκια, και τουκάνανε μια γερή πατητή, είπιενε φαίνεται  καμιά λαρουγκιά νερό, και άρχινισε να βουρβουλακά και με το πολυώρι βγαίνει ακούνιτο… Εμείς εφοβηθήκαμε και εδορμώσαμε αθο ντα χωργιά μας χωρίς να πούμενε πράμα του κυρού μας…)
γαλανός ο ο γαλακτόχρους, υπόλευκος,  απόχρωση του λευκου. Η γαλανή γαϊδάρα, τα γαλανά μάτια, ο γαλανός ουρανός ( η φράση: καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται, στην κρητική εκδοχή του: γαλανός ουρανός αστραπές δε φοβάται)
γεις  (o) Ο εις, ο ένας.  χαρις ευφωνίας προστίθεται το γ=ο γεις, ο εις.   και η μαντινάδα: ΅Ξανοίγω σε, ξανοίγεις με, πράμάχομε στο νου μας- έλα να το θαρέψομε, κερά μου ο γεις τ΄αλλού μας΅  Μια ακόμα φράση-παροιμία, ισοδύναμη του : πάρ΄τον ένα και κτύπα τον άλλο, είναι η Κρητικά με την αντίστοιχη έννοια : ο γείς κακός χειρόμυλος κι ό άλλος κακό μιγώμι…
γκανίζω = γκαρίζω Αρχικά, η φωνή του γαϊδουριού, μα και μεταφορικά οι άκομψες φωνές-κραυγές των ανθρώπων: (Μανωλιό, μια ώρα κανίζω σαν το γάιδαρο, να πάρεις την ντάσκα σου να πας στο σκολειό… Θες μωρέ να σε μοτσάρει πάλι η δασκάλα γιατι ήργησες;)

(Πάνε χρόνια πίσω, πρίν το 1970, που η αφθονία γαιδουργιών στην περιοχή της Μεσσαράς δεν εσήμαινε πως κάθε γαιδούρι που γκάνιζε ( ή γκάριζε, κατά τη νεοελληνική) ήταν ένας πανομοιοτυπος ήχος και μάλιστα άκομψος… Εκείνα τα χρόνια, με τις ελάχιστες ηχητικές παρεμβάσεις, περα από τις φωνές των ζώων και την ανθρώπινη ομιλία, έλειπαν τα ποικίλα ακούσματα μηχανών, αυτοκινήτων, μουσικής ραδιοφώνου κλπ. Μπορούσαμε λοιπόν να διαχωρίζουμε και να αναγνωρίζουμε από πολύ μακριά το γαύγισμα του δικού μας σκύλου, το γκάρισμα του δικού μας γαιδάρου κλπ. Μια καλά χαραγμένη στο μυαλό μου εμπειρία-περίπτωση: Ο κύρης μου πήγαινε από το ξημέρωμα μέχρι τα μεσάνυκτα πολλές φορές, να πουλήσει με το γαιδουράκι στα γύρο χωριά τα διάφορα κηπευτικά που είχαμε στον κήπο μας… Πολλές φορές πάρωρα, δεν είχε γυρίσει ακόμα και ανυσηχούσαμε περιμένοντας τον. Και η προτροπή της μάνας μας :  “Έχετε το νου σας ν ακούστε το γκάνισμα του γαιδάρου μας, αθο ντο Καλαμιάρη… “ Πραγματικά,  μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, ο καημένος ο γάιδαρος καταταλαιπωρημένος από το 15ωρο ταξείδι, δε παρέλειπε, να μας διαμηνύσει με το χαρακηριστικό του, μα και γνώριμο σε εμάς,  γκάνισμα, μια ή και δυό φορές και από απόσταση 500 έως χίλια μέτρα  ότι σε λίγο θάναι κοντά μας μαζύ με το αφεντικό του…

Ας αναφερθούμε όμως και σε μια άλλη πλευρά-χρήση του γκανίζω: Όντενείμαστε μικρά κοπελάκια, αρκετά πηγαίοι, αθηροστομοι και αυθόρμητοι, όπως και οι βασανισμένοι παπούδες  της εποχής εκείνης, είχαμε σκαρώσει μιά περιπαικτική μαντινάδα, για τους συνομιλίκους μας “ Στου Ψηλορείτη την κορφή γκανίζει ‘να γαϊδούρι / μα δεν το καλοξάνοιξα και σούμοιαζε στη μούρη!!!”

γκαργκανιάζω
γούζομαι
γροικώ
διανυρίζω
διαρμιζομαι
δίμουρος ο =διπρόσωπος. (Μούρη= οψη, φάτσα  )  Υβριστικος χαρακτηρισμός. Χαρακτηριστική ή  μαντινάδα από το κανάλιι του Ερωτόκριτου: Ο δίμουρος ο άθρωπος ωσα ντο σκύλο κάνει/ τη μια γλείφει τη χέρα σου, την άλλη τη δακάνει…
ζυγώνω Η Κρητική-ενεργητική εκδοχή του ρήματος:  Κυνηγώ και απομακρύνω μικρά ζώα ή έντομα, όχι τόσο για να τα σκοτώσω, όσο για να τα απομακρύνω, από κάποιο στόχο τους, συνήθως τροφή. Λόγω της μέτριας υγειινής παλαιοτέρων εποχών, αλλά και έλλειψης των παντός είδους  … -κτόνων (εδώ βάλετε τα σύγχρονα εντομοκτόνα, ζιζανιοκτόνα, που όμως ή δράση τους επεκτεινόταν  και στο … ζωοκτόνα, ανθρωποκτόνα …βλέπε π.χ DDT) (¨Ελα Ρηνιώ να ζυγώνεις τσοι μύγιες από το κρέας, να μην το φτύσουνε, μεχρι να το καταστέσω και να το βάλω στο φούρνο… Ελα καμάρι μου, να μην ψακωθούμενε…)  Το 1957-1960 στην Κατω Μεσσαρά η αφθονία επιφανειακών νερών επέτρεψε την καλλιέργεια ρυζιού. Τα κουνούπια της ελονοσίας είχαν εξαφανισθεί, από το DDT το 1947, όμως τα σπουργίτια είχαν το βασίλειο τους, στις παντός είδους καλλιέργειες, είδικά αν είχαν σπόρους, όπως το ρύζι. Την εποχή  λοιπόν που μέστωνε το ρύζι και πλησίαζε ο καιρός του θερισμού, σμήνη σπουργιτιών έπεφταν στους ορυζώνες και έστηναν τρικόύβερτο γλέντι… Σ΄εκείνη τη φάση λοιπόν οι ιδιοκτήτες των καλιεργειών προσλάμβαναν πιτσιρικάδες που έναντι αμοιβής 2-3 δραχμών επί 4-5 ώρες εζύγωναν τσοι σπουργίτους, με εφόδιο αδεια γαλατοκούτια από γάλα Βλάχας και κονσέρβες σαλμούς (=σoλωμούς), που έβαζαν λίγες πετρούλες και τρέχοντας δαιμονισμένα γύρο από τις αλιτάνες των ρυζχώραφων κατακτυπωντας τα κουτιά από τη μια, και φωνάζοντας (Από τα μωρέεε     Από παέ μωρέέέ…!!!) καταφερναν να απομακρύνουν τα σπουργίτια, που φυσικά έτρεχαν να βρουν αφύλακτα ρυζοχώραφα να τραφούν…
θαρεύω Εμπιστεύομαι-εκμυστιρεύομαι  σε κάποινο κάτι, από άνθρωπο, υλικό αγαθό μέχρι και μυστικό, είδηση κλπ (Θέλει το αυτή η κακομοίρα η πεθερά μου να το κρατεί το κοπέλι και να πηγαίνω και γω στο λιομάζωμα, μα δεν τση το θαρεύομαι, γιατί εστάκωσε μπλιό  και δε μπορεί να ξεσύρει το μπόδα τζη…)
κακονίζικος =κακορίζικος Υποτονισμένη η έννοια της κακής μοιρας-τύχης, με το κακονίζικος, ένναντι του καμόμοιρος. είταν περίπου ισοδύναμο του = ταλαίπωρος ή καυμένος ( Εϊλεγε η γειτόνισα στη μάνας μου: Έλα κακονίζικο Ρηνιό να μου συντράμεις να ζυμώσω, γιατί με τινάσει εδά και δυο μέρες,  μα μασε πόκαμε* το ψωμί και είντα θα ταίσω τα κοπέλια…. )
κακοσυνεύω
καλιμεντο  το
κάνω κολάι = μεριμνώ, φροντίζω (και μάλιστα φροντίζω για κάτι που θα συμβεί,  προβλέποντας στην αίσια εξέλιξή του:  Είντα να τρατάρουμε μπρε Μαργιγώ τα συμπεθέργια το βράδυ; -¨Ηκαμα γω κολάι από την ταχινή, μα αμα θες, να φέρεις και κεινα κουνέλι ακόμη από το σταυλο να το καταστέσω για τηγανητό, εδά πουνε νωρίς, ξάσου…).
καουνάκια Ποικιλία ντόπιων πεπονιών. Συνήθης τόπος καλιέργειας-παραγωγής οι περιοχές με αφθονα ημιστάσιμα νερά, όπως τα΄Αιγανιώτικα στο Πετροκεφάλι (Πνιγάρηδες) και και η νότια του Τυμπακιού ζωνη. ¨Ηταν δε τόσο ταυτισμένοι οι Τυμπακιανοί με αυτό το καλοκαιρινό είδος πεπονιών, από τους κατοίκους των γύρω χωριών, που πειρακτικά ανέφεραν τους Τυμπακιανούς με το παρατσούκλι Καούνιδες….
κάσες  οι Βρωμιά επιδερμική, από άμεση επαφή με λάσπες, λίπη σκόνη και ιδρώτα στα μικρά παιδιά. Δεν  είχαμε την πολυτέλεια και διαθεσιμότητα του καλού σαπουνιού, για την εύκολη απομάκρυνσή της βρωμιάς (κάσες). Tο σαπούνι της εποχής εκείνης αποτελούσε βάσανο κατά τη χρήση του, είδικά δε κατά το λούσιμο των κοριτσιών μπέρδευε δραματικά τα μαλλιά τους, με αποτέλεσμα την έντονη αρνηση-διαμαρτυρία τους (Σταματα μωρή Ρηνιώ να γούζεσαι και κάτσε να σου ξετσαπίσω τα μαλλιά σου, γατί είσαι σαν τον καστόχοιρο… Πως θα πάς στην εκκλησά αύριο το πρωϊ;)
Κατουμώνω Ίσως ναχει σχέση με τον γάτο =΄κατη στην Κρητική διάλεκτο. ¨Ο κάτης υπό κάποιες προυποθέσεις περιμαζσεύει τον εαυτό του, ώστε το σώματου να καταλαμβάνει μικρότερο χώρο. Μεταφορικά χρησιμοποιείται είτε για περιπτώσεις αυτοπεριορισμού (π.χ. σε περίπτωση παρατεταμένης κακοκαιρίας που τελικά υποχωρεί: -εκατούμωσε μιαολιά ο καιρός και θ απλώσω τη μπουγάδα, γιατί δεν έχουνε ρούχα ναλάξουνε τα κοπέλια) (Εξώσανε τση γιαγιάς τως τα κοπέλια του χριστού τα πάθη… Εμοτσάρισά ντα με τη βέργα στη χέρα και ετσά εκατουμώσανε μιαολιά…)
κατσουμάντερα τα
κοιτάσσω =κουρνιάζω. Αναφέρεται αποκλειστικά στις κότες, που κούρνιαζαν, είτε σε κοτέτσια, είτε, για τον φόβο των ζουριδών-αλεπούδων, στα γύρο από το σπίτι δένδρα, είδικά αν το κατέτσι ήταν στην εξοχή.Οι ζουρίδες δεν σκαρφάλωναν στα δένδρα και έτσι οι κότες ήσαν ασφαλείς…
κοπελίζω Έχω συμπεριφορά παιδιού ΔΙΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΙΔΙ. Διαφέρει από το νεοελληνικό  παιδιαρίζω, που σημαίνει ότι συμπεριφέρομαι, ως μη ώφειλα, σαν παιδί –Εεε κοπέλι είναι μπρε Νικολή το Γιωργιό, κοπελίζει το κακορίζικο…. Σιγά-σιγά θα γενεί αντράκι… (καλήναι στην εμφάνιση μα κοπελίζει ακόμη/ τημιά μουλέει σ΄αγαπώ, την άλλη αλλάζει γνώμη)
κουζουλός  ο (ετσάναι κακονίζικο, απ αγαπά και χάσει/ τουρχεται να κουζουλαθεί και τα βουνά να πιάσει)
κουρκουνώ Κτυπώ επαναλαμβανόμενα κάτι  για να πετύχω κάτι, κάποιο στόχο. (εβαρέθηκα να του κουρκουνώ την πόρτα και σε μού την άνοιξε ο κερατάς.) (Ήλεγάντου να μη ζυζέψει* με κειονέ τον ανέραιδο, γιατι δεν μου φαίνεται σοιλιδικος, και εδά κουρκουνά την κεφαλή ντου….)
κουτάλα Ιδιωματική χρήση. Στη κοινή Κρητική καθομιλουμένη, σήμαινε=ωμοπλάτη. ¨Οντως, το οστό της ωμοπλάτης προσομοιάζει με κουτάλα μαγειρικής, εξου και η αντίστοιχη χρήση (Που πονείς μπρε Μανωλάκη και γούζεσαι ούλη την ώρα: –Επαέ στην κουτάλα μπρε Ρηνιώ, και δεν με νοιάζει εδά, μα δε γκατέχω είντα λοής θα σηκώσω και θα φοτρώσω το άλεσμα τα ξημερώματα για το μύλο…) (Εϊχα ένα προ-προ πάππου καπετάνιο, (Και ποιοι Κρητικοί δεν είχανε…)  από τη Βοριζανή καταγωγή μου… Ο Καπετάν Λεράτος με τ΄όνομα… Σε μια αποστοφή του τραγουδιού, όπως το τραγούδιε η Βοριζανή μάνα μου, είλεγε : -Ήκουσα καπετάν Αγά πως δεν σε πιάν΄η μπάλα// κείθελα να σουπαίξω μια, εις τη ζερβήν κουτάλα…. ) Κομάτι από τη  έμετρη αναφορά του σκοτωμού του αγά-γενίτσαρου,  από τον πρόγονό μου καπετάν Λεράτο. … Πέρασαν χρόνια πολλά…Αιώνες….  και στο διπλανό γραφείο φίλος, καθηγητής κι αυτός, στην Ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Θόδωρος ο Κορδόσης… Με το πές-πες, βρέθηκε απόγονος εκ μητρός του άλλου μεγάλου πανωριζίτη καπετάνιου, του Μαστραχά από τη Γέργερη…
κρετσοπιάνω Φτιάχνω  μυικό ιστό στο σώμα μου. Παχαίνω , όχι όμως χονταραίνω. Αναφερόταν σε υποσιτισμένα ή άρρωστα άτομα, λιποβαρή λόγω φτώχειας, υποσιτισμού, αρρωστειας. (Ήκαμε ζάβαλε το συμπεθεράκι μια μπουσουνιά για γαμπρό, μα είντα πουσουνιά… Δέκα χρόνια ήκαμε να κρετσοπιάσει ο γαμπρός του  μιαολιά… ¨Οντενείρθενε στο χωργιό σόγαμπρος, εκεια που πορπάθιε εθάργιες πως θελα τονε πάρει ο αέρας τον κακομοίρη)  Ας μην ξεχνούμε πως τα παλιά τα χρόνια, οι κοπέλες οι αδύνατες και κακοτερένιες* μειονεκτούσαν έναντι των τροφαντών, μιάς και η απαίτηση για σκληρή καθημερινή δουλειά για την επιβίωση, έθετε σε προτεραιότητα  την ικανότητα εργασίας  και ακολουθούσε η εμφάνιση… Φανήσιμη* λοιπόν  κοπελιά δεν ήταν πανάκεια, εξίσου ή και περισσότερο ανταγωνιστικές ήταν οι τροφαντές, που μπορούσαν να συνεισφέρουν περισσότερα στην σκληρή πραγματικότητα της συντήρησης της οικογένειας…
λιγαβρές ο
λύτη η Η αναφορά σε κάποιον ή κάτι.  -Ω ωω,  καλώς το Γιώργη, εδά χαμε τη λύτη σου…. Είντα μπρε είκαμες με την πουσουνιά απούλεγες αλλότες….
μαγκίρι (το) Στην προ του 1960 περίοδο, το εμπόριο προμήθευε την επαρχία με τα απολυτα χρειώδη.Ανάμεσά τους δεν ηταν όμως τα μακαρόνια. Οι νοικοκυρές, στην Κρήτη τουλάχιστον, παρασκευαζαν το ισοδύναμο=μαγκίρι, τ.ε. έφτιαχναν ζυμάρι και με αυτό ένα παχύ φύλο ζύμης, το εκοβαν σε λωρίδες πλάτους  3-5 χιλιοστών και μήκους 5 εκατοστών,  τους εριχναν–πασπάλιζαν με αλεύρι, τα ανακάτεβανε και τα ψήνανε όπως τα μακαρόνια…
μαγκουρωνω Μαγκώνω  κάπου ο ίδιος ή μαγκώνει κάποιο κινητό πράγμα, είτε διότι το επιθυμώ, είτε κατά λάθος. Π.χ. εμαγκούρωσε το κλειδί στην κλειδωνιά και δε βγαίνει .  “Οντενε κυνηγούσανε οι Τούρκοι τον … από τσοι Δασκαλάκηδες στο Πετροκεφάλι, επήγε να τωσε ξεφύγει από το φεγγίτη του σπιθιου ντου, μα είτονε μιαολιά παχύς και εμαγκούρωσε στο φεγγίτη και τονε κάμανε κομάθια…”  Απίτις θα πάρεις τ΄αυγά ΄να μαγκουρώσεις καλά την πόρτα στον κουμο, να μην ανοίξει και  μπούνε οι ζουρίδες τη νύχτα και πνίξουνε τσ¨ορνιθες. Με περιπαικτική και μακάβρια διάθεση στα θρησκευτικά , όταν είμαστε κοπελάκια, λέγαμε το παρακάτω: –Λάζαρε Λάζαρε  δεύρο έξω. Και ό Λάζαρος : -Σιγά,  γιατί μαγκούρωσα….
μαγλινός  επίθ. Ο λείος. Το θυμάμαι και σαν παρατρούκλι του Νικολή του Μαγλινού περί το 1960-70 από τον Κουσέ ( Μια ώρα ήτριβα το μπουγαδοτσίκαλο, δεν επρόκαμα το γανωτή οντενεπερασε να το γανώσει μαθές, και είχενε πιάσει ίγιωτα… και τότριβα για να μαγλινίσει μιαολιά να βράσω ταχιτέρου τη χοιροκεφαλή για τη τσιλαδιά…)
μαργώνω =παγώνουν τα χέρια μου, από το κρύο σε συνδυασμό πολλάκις με την ακινησία. Γνωστή η έμμετρη λαϊκή προτροπή στα κοπελάκια να γίνουν φίλεργα και όχι τεμπέλικα “ Απου κάθεται μαργώνει κι απου περπατεί μαζώνει…”  τ.ε. ¨Οποιος κάθεται ξεπαγιάζει-παγώνει, ενώ όποιος περπατεί μαζεύει… Εδώ μπορεί να δει κανείς και λίγο από τα χαρακτηριστικά του πρωτόγονου ανθρώπου-συλλέκτη της τροφής του.
μασουλιά-μασουλήθρα Μια ξεχασμένη, ευτυχώς, λέξη, για μια έννοια-νοοτροπία-ανάγκη-πρακτική, επιβίωσης, προαιώνια αφ΄ενός,  αλλά και ενεργή μέχρι και τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια… Το έζησα… Η μάνα μου, διηγούμενη για το  πως το 1943 ο πρωτος μου αδελφός Αλέξανδρος πέθανε, 6 μηνών μωρό,  από ασιτία, γιατί οι ΚΕΛΤΕΣ-ΟΥΝΟΙ, σημερα τους λέμε Γερμανούς, έπαιρναν από την κατσίκα της μάνας μου το γάλα, για να μας μαθουν (όντας κατακτητές) ….πρόοδο και ανθρωπισμό, και ο αδελφός μου πεθανε από ασιτία… (Η μάνα μου στην κατοχή: (Ετάιζα το πρώτο μου κοπέλι, το Aλέξαντρο, με μασουλίθρες σταφίδες, το μόνο απούχα…. Το γάλα μουχενε κοπεί, το γάλα τς΄αίγας το παίρνανε κάθε πρωί που την αρμέγαμε οι Γερμανόί στρατιώτες πούχανε επιτάξει το μισό μας σπίτι, και το κοπέλι επόθανε από την πείνα…) Μαθουλήθρα λοιπόν….. Οι μάνες λοιπον, εκείνη τη δύσκολη επόχή, χωρίς …μίξερ, χωρίς μπλέντερ, χωρίς, ευτυχώς, την αχρηστη (τουλάχιστον για την επιβίωση) γνώση του κινδύνου μεταδοτικών νόσων από τη μάνα στο παιδί (σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου !!!) αναγκάζονταν να λειοτρειβούν-μασουλάνε μέχρι πολτοποιήσης το καθημερινό τους φαγητό, (κουκιά ρεβύθια, ψωμί, χόρτα, σπανιότερα κρέας ) το έκαναν ΜΑΣΟΥΛΉΘΡΑ και όπως ήταν βλωμός-μπουκιά ομογενοποιημένη το έβαζαν σο στόμα του βρέφους να το καταπιεί σιγά – σιγά… Φυσικά, οι κρέμες και λοιπές πολυτέλειες ήσαν ανύπαρκτες πολυτέλειες εκείαν τα χρόνια ….
μοντέρνω Ορμω, κανω κάτι με περίσσια ταχύτητα, πολλάκις στοχοποιώντας επιθετικά το αντικείμενο-στόχο. (Επεινούσανε τα κοπέλια, και εμοντάρανε στο φαί και δεν επόμεινε πράμα για το βράδυ…. Και το σικάλι εγλείψανε…)

-Εμόνταρε του γειτόνου ντου ο Γιώργης, απούφικε τα μαρτάρικα και του …τρυγίσανε δεκα κουρμούλες αμπέλι, και τούσυρε, όσα σέρνει η παρασύρα…. Είχενε μαθές δίκιο ο Γιώργης, ματόχασε ο ευλοημένος με όσα εξέρασε στο γείτονα ντου… Μια ζωη μαζί γλεντοκοπούνε κι αυτοί και τα κοπέλιαντωνε…. Για δεκα κουρμούλες αμπέλι να χαλάσει η φιλιά ντωνε…

μοτσέρνω =επιπλείτω, μαλώνω κάποιον (Γάντα μπρε εμότσαρες το κοπέλι, είντα σούφταιγε, πως δεν έπλυνε καλά τα αυθιά ντου; Εεε και;  Ανε ταραχίστικες με την αμπλά σου, δε σου φταίει το κοπέλι…. Φαίνεται μου πως εκεια που σου φταίει ο γάιδαρος θα σπάσεις το σωμάρι…)
μουνουχίζω ευνουχώ Γνωστή και η τοποθεσία περιξ του Πετροκεφαλιού :  στου μουνούχο τσοι λάκκους  Προφανώς, η λέξη μουνόύχος, είναι ισοδύναμη του ευνούχος.
μουσκάρι το Ο μόσχος, ένα συμπαθητικό, άβουλο, και ήπιων τόνων θηλαστικό. Το μουσκάρι στην κρητική ντοπολαλιά, εκτός της κοινής χρησης για τα νεαρά βοοειδή, προσέδιδε αρνητικό χαρατηριστικό στα νεαρά  κρητικάκια, που για πολλούς λόγους ήταν αβουλα, με έλλειψη οξύνοιας, σε πνευματική σωματική και κοινωνική νιρβάνα στην καθημερινότητά τους. Ο αρνητικος χαρακτηρισμός, προσβλητικός αρχικά, σε νεαρούς κρητικόύς, είχε στόχο να κινητοποιήσει-διεγείρει, στα παιδιά το αίσθημα της μάθησης, μόρφωσης, κοινωνικής συμμετοχής, κριτικής και ευθύνης-συνυπευθυνότητας…. (Διάβαζε μωρέ Μανωλιό να μην πομείνεις κακομοίρη βούι σαν και τον Βουιδομανώλη, απου τονε κοροϊδεύουνε τα κοπέλια εδά στα γεραθειά ντου)

( Στα παλιά τα χρόνια, επαίρνανε καμιά φορά πριχού πέψουνε προξενειτάδες για να γυρέψουνε μια κοπελιά, και την άποψη και της νύφης, για το πώς θελα δεχθεί τον υποψήιο γαμπρό, και ανάλογα προχωρούσε το σεμνάριο…  Και η κακομοίρα η Κρουστάλω, απου δεν ήθελε τον Μπουνταλομανώλη για άντρα τζη, είπενε τση μάνα τση: Μάνα, μουσκάρι όποιος είτονε, βούι θα ξετελέψει- μαν’  αελιά δεν γίνομαι και προξενειά μην πέψει…)

μούτσουνο Το πρόσωπο, η όψη , η φάτσα. (Το facebook, μεταφρασμένο στην νεοκρητική αργκώ =….μουτσουνοτέφτερο) (κακομούτσουνος=άσχημος, εστραβωμουρσούνιασε=εστράβωσε, μουτσούνιασε=έκαμε γκριμάτσα)
μπανόγλα η Βαριά ύβρις-χαρακτηρισμός, αποκλειστικά για γυναίκες δύστροποες, κακότροπες. Ισοδύναμο του πανούκλα. ( Η μπανόγλα η πεθερά μου ποτέ τση δε με χώνεψε).
μπεγεντίζω
μπεγεντίζω  ρ.
μπίκα-μπικίζω μπικα=μύτη μυτερού αντικειμένου (όχι το οργανο μύτη). Το ρήμα μπικίζω=προκαλώ, παρενοχλώ (ατζούμπαλος είναι ο εγγονας μου και μπικίζει τα κοπέλια… Κάθε ντάι-ντάι έρχεται με σαλιβιές στα χέρια και στα πόδια, από το τραχαπάλεμα, τον πετροπόλεμο, το απάλε, το ξεσυνοριστό  στο τόπι… Το καλίτερο παιγνίδι ντως είναι να τσκοπνίγουνται και να κυνηγούνται σαν καϊναντισμένα στα σοκάκια τση γειτονιάς…)
μπούνια τα
μπουνταλάς ο Ο βραδύνους, ας πούμε ένας καλός βλάκας.  Συνήθως ο μπουνταλάς στερείται, οξύνοιας, γρήγορων αντανακλαστικών, είναι εύπιστος, ζει γενικά σε μια υποτονική πραγματικότητα σε σχεση  με τον εξυπνο, τον οξύνου,
μπουρουδιασμένος ο Η αλλοίωση επι τα χείρω των συνήθων χαρακτηριστικών, είτε  ατόμου , συνήθως μικρών παιδιών, ή και καταστάσεων, συνήθως του καιρού, με χαρακτηριστικά είτε δυσθυμίας  που προκαλείται από ενέργειες τρίτων, για ατομα, είτε του καιρού λόγω επιβάρυνσης των μετεωρολογικών συνθηκών.  ( Εμπουρούδιασε το Μιχαλιό, γιατί δεν του κράθιενε ο κύρης του από το ντουκιάνι τα στραγάλια απουτούχενε τάξει, και δεν ελήγωσε το μαγκίρι απούχενε σάξει η κακομοίρα η γιαγιά ντου, για να το φχαριστήσει…)  ( Εεε,  μα μπουδουδιασμένος είναι ζάβαλε ο καιρός, και θα σέρνει ο Kαλαθάς…. Νες΄ αλάισου μα έχομενε ξύλα για την παρασθιά μέχρι να κατουμώσει μιαολιά η κακοκαιρία, κάτσε και πας από βδομαδα στα χοντρά ξύλα αθο ντο Κεφάλι…)
Ναρα-ναρα
νογώ   ρ Εκ του εννοώ, νοώ και χάριν ευφωνίας νογώ. Εξειδικευμλενη χρήση Προσδιορίζει ή και κρίνει  τη νοητική-αντιληπτική ικανότητα κάποιου:  Δεν τάπαιρνε το γκονάκι μου τα γράμματα, ό ι πως δεν ενόγα, μα τοχενε ο κύρης του όλο στα πρόβατα και τα βούγια, και δε ντο ξέτρεχε κεινείς στο διάβασμα… είντα θελα σου κάμει και το κοπέλι…. Με τα βούγια μεγάλωσε, βούι επόμεινε….
ντουγρού Τουρικη λ  = κατευθείαν ίσια μπροστά. (¨Ηλεγάντου να κάτσει ορνικός του, γιατίτονε πάρωρα και πιωμένος….. Αυτός δεν εγροίκα πράμα: ¨Ο ι εγώ θα φύγω,ό ι εγώ θα νέχω στο χωργιό μουσαφήριδες την ταχινή… Ήγειρε κάτω ντουγρού αθο ντη Καλυβιανή…. –Να πνιγείς θες κουμπάρε γιατι σέρνει ο Γεραποταμός απου καϊναντίζει…. Με το πολυώρι θωρρώ τονε και γιαγέρνει και δεν είχενε απάνω ντου μουδε μια στεγνή κλωστή… Μια ώρα ήτρεμε, εσα πού γιάγειρε ξεουτρτουρωμενος.   Ήψα την παρασθιά και εστέγνωσε  και εγκαγκάρωσε στην καθέκλα  μεχρι το πρωί… )
ντουγρού επιρ.
ντουγρού σελαμέτι ντρέτα και με την ευχή μου. Τουρκικό υπόλειμα Της Νέο-κρητικής διαλέκτου (Εξελληνισμένα=Ίσια και καλό σου κατευόδιο, ίσια και με την ευχή μου)
ξανοίγω =κυττάζω.  (Ξάνοιξε μπρε Ψεβία ανεπόμεινε κειανα κομάτι σύγλινο, να πιούμνε ένα κρασί με το σύντεκνο, απου θανέρθει αυγιαργά, να κάνει την καλή χέρα του φιλιότσου ντου… Αλλοιώς να κάμω κολάι ταχυτέρου απου θα πάω στσοι Μοίρες να πουσουνίσω)
ξεβατζέρνω  ρ = (κυριολεκτικα) προεξεχω. Μτφ. =περισεύω, εμφανίζομαι εκεί που δεν αναμενόταν. (Βγάλε Ρηνιώ μου το φουστάνι σου να σου κοντύνω μιαολιά τη φόδρα,  γιατί εχάλασε  και ξεβατζέρνει και θα σε κοροϊδεύουνε τα κοπέλια στο σκολειό…). ( Γιάντα μπρε Θεονύφη επουσούνισες, ένα σωρό αλλαξές ρούχα των κοπελιώ; Ξεβατζέρνουνε μας, κοντό θέμου,  τα λεφτά;)
ξελαιμίζω Πρακτική της εμπειρικής ιατρικής, ελλείψει ιατρών και φαρμάκων.  Αφορούσε την πίεση με το χέρι των πυωδών αμυγδαλών, ειδικά στα παιδιά, με στόχο τη ρήξη των φλυκταινών και  εκχύμωση της συλλογής πύου. Αυτό ανακούφιζε τόσο την αναπνευστική οδό, όσο και την δίοδο του στόματος προς το φάρυγγα και λάρυγγα. (-Πάω μπρε το κοπέλι να μου το ξελαιμίσει η Δεσποινιά, γιατί δεν μπορεί να καταπιεί μουδε το σάλιο ντου…. Εξελαίμισά ντο γω απόξω, μα θέλει (=πρέπει)  να το ξελαιμίσομε το κακορίζικο με το δαχτύλι από την μπούκα, και δεν τα καταφέρνω γω  σάικα σαν τη Δεσποινιά…) Θυμήθηκα το ξελαίμισμα, όταν ήρθε στο ιατρείο μου ένας για εξετάσεις και μου ανέφερε ένα περιστατικό δικό του, με μια αμυγδαλική συλλογή, πολύ επώδυνη και ενοχλητική, που την έσπασε μόνος  του και με ρωτούσε τι ήταν εκείνη η φουσκάλα στο εσωτερικό του στόματος….
ξελουχουνεύω Κυριολεκτικά= ξεγενώ Μεταφορικά το πλήρως αντίστοιχο= εκμαιεύω, τε αποσπώ τεχνιέντως πληροφορίες, αλήθειες κλπ που άλλως θάταν δύσκολο να μου δοθούν.(Εξελουχούνευε το κοπέλι μια ώρα μέχρι να του μολοήσει πως κιαολιάς εμισερωθήκανε εκεια πουπέζανε με τα κοπέλια τση γειτόνισας…)
ξεπαραλώ ξηλώνω μια ραφή υφάσματος. Θυμούμαι έντονα την …έμετρη χρήση της σε μια σειρά μαντινάδες αυτόσχεδιασμού που μούλεγε η μάνα μου, ταχτική συνήθης στα γλέντια του 1920-30. Πολλές φορές, κάποιος δεν είχε …διαθέσιμες  μαντινάδες στις …κοκοραμαχίες των καλών μαντιναδολόγων και έκανε το λάθος να επαναλάβει μια από αυτές που είχε ήδη πει… Τότε ο αντίπαλός του …δρατοταν της ευκαιρίας να τον θίξει …εμμετρα, λέγοντας του: Είπες την και ξανάπες την, και ξαναπές την πάλι -μάχω τα θάρρη μου στο θιό, πως δεν κατέχεις άλλη !!!. Και ο …θιγόμενος, όντας ετοιμόλογος, απαντούσε επίσης έμμετρα:  Μαγώ κατέχω να σου πω ένα σακί γεμάτο- να κάτσεις να ξεπαραλείς μέχρι να βρεις τον πάτο !!!  Επειδή δε τα γλέντια της εποχής εκείνης, ήταν σχεδόν ο μοναδικός τρόπος διασκέδασης, μπορούσαν να είναι γλέντια όλου του χωριού, αλλά και μικρότερα, λόγω οικογενιακών γεγονότων… Πολλές φορές η κούραση δεν επέτρεπε τη συνέχιση του χορού, όμως  οι πιο μερακλήδες άρχιζαν τα έμμετρα πειράγματα ο ένας στον άλλο, όπου ο καθένας αυτοσχεδιάζοντας απαντούσε έμετρα και με το σιγοντάρισμα των ακροατών-εορταζόντων στον …αντίπαλό του. Μου ανέφερε δε η μητέρα μου, πως πολλές φορές αυτό διμηουργούσε τέτοια ένταση και κέφι ανταγωνισμού, που τους έπαιρνε το ξημέρωμα, και ο έμμετρος ανταγωνισμός καλά κρατούσε….
ξεπετσώνω =αφαιρώ το πετσί, την πετσα, το δέρμα, την προβιά.  Ενώ το σύνηθες ρήμα για την εν λόγω πράξη ήταν το : γδέρνω, το ξεπετσώνω ήταν ορος οικοδομής: = αφαιρώ το επικάλυμα-σοβά μιάς οικοδομής.
ξετσαπίζω Ιδιωματικη χρήση: Χτενίζω μαλλιά, υπό ειδικές συνθήκες. Χωρίς να υπονοείται η χρήση …τσάπας, αλλά απαρόμοια με αυτήν, η παραδοσιακή σιδερένια χτένα, σερνόταν πανω από τα ανακατεμένα μαλλιά, και παρα τις σημαντικές απώλειες σε τρίχες, καταφερνε, παρά την γκρίνια και το κλάμα των κοριτσόπουλων, να χτενίσει τα μπλεγμένα-βρεγμένα μαλλιά τους
ξετσιλακώνω

 

ξυλώνω ομόηχο το ξηλώνω  (το υ με ητα). Το εν λόγω ρήμα, αμιγώς κρητικής διαλέκτου, ενοούσε : εφοδιάσου με ένα ξύλω-βέργα, να κυνηγήσεις κάποιο ενοχλητικο ζώο. ( Πάρε Γιωργιό μια βέργα να ξυλώνεις τσοι κοράκους΄και στοι σπουργίτους , απου τρώνε τον καρπό… Μέχρι ν΄αλωνέψωμε θανέχουνε φάει το μισό κριθάρι από τσοι θεμωνιές… )  Το ξηλώνω (με ητα=διαλύω μια ραφή) στα Μεσαρίτικα λεγόταν ξεπαραπλώ*
Οκνά-οκνά
ομπριά η Φευγαλέα μπόρα βροχής, από το αρχαιοπρεπές όμβρος βροχή  ( Ο μπάρμπα Γιάννης στην κερά του: Ε εεεε κακονίζικο Ρηνιώ, μα δε θωρώ να σου μαζώνω την ταχινή, μουδέ χατζίκους, μουδε σταφυλικάκους μουδε κουρνοπόδια… Η μια ομπριά κλουθά τσαλλής, και δε θωρώ να ξεπορτίζω το πρωί… Ανε ξεκουφώσει μια ολιά ο καιρός από το Κεφάλι, θα παω μέχρι τη γρια σαίτα, να κόψω ένα δεμάτι χόρτα των κουνελιώ , καιανε μπροκάμω θα βρώ και ένα πιάσμα τσιγαριστά να καμεις τη μαγερική σου…)
παντιδώνει Ρήμα παντιδώνω=ταιριάζω. Μη χρησιμοποιούμενο όμως σε πρώτο πρόσωπο σχεδόν ποτέ . Συνήθως σε δεύτερο η τριτο πρόσωπο Αντίστοιχο και πάλι κρητικό  το :  παντίδει* και το βολεί * Εννοιολογικά σημαίνει; θέτει κάποιος εαυτόν, ή διαθέτει κάποιος τον εαυτό του,  σε συγκεκριμένο τόπο ή και χρόνο, στη διάθεση ή προς εξυπηρέτηση κάποιου άλλου,   ή κάποιου σκοπού. (Δε μου παντίδωσε καημέχαρη Πολυξένη νάρθω στη βεγγέρα*, γιατί τση κακόσκωτης η πεθεράς μου τση …μυρίσανε πιταράκια και εγούγια* μου το αν δε τση τάσαζα…)
παπαρολιασμένος =σε αντίθεση με την κανονική φυσική κατάσταση, ο παπαρολιασμένος, ανθρωπος ή πράγμα-υλικό, είναι: μαλθακό, χωρίς το φυσικό του σφρίγος, ή συνοχή, συνήθως λόγω παλαίωσης, ή γήρανσης (η γριά ΠΑΓΩΝΑ στο  κρητικο τραγούδι:( – γέρο παπαρολιασμένε, εξεκούτιανες καημένε….κι΄όσα θελει η ψυχή σου δεν τα θέλει το κορμί σου…)
παρασθιά η
παράωρος Μερικά συνώνυμο του παράταιρος, ο εκτός χρόνου, η/και τόπου ¨ηπιος χαρακτηρισμός συμπεριφορών. :Μωρέ Νικολιό , όλο παραωργιές κάνεις και λόπως* θα σε βεργώσω*
πάσα τα Τά νάζια. Στην πουριτανική, λόγω και των δυσκολιών, εποχή του 1950-50 η ναζιάρα και προκλητική κοπέλα δεν ήταν εξ οφίσιο, σε πλεονεκτικη θέση στην κοινωνία της επαρχίας  Οι λοιπές αρετές εργατικότητα, σεβασμός, κλπ, μετρούσαν περισσότερο, στο στόχο-γάμο και την αποκατάσταση της κάθε κοπέλας. Εκ των προηγουμένων και η μαντινάδα (Μουδέ κοπέλι δυο χρονώ, τα πάσα τζη δεν κάνει/ ετουτανά τζη ειν΄αφρρμή και δε θα δεί στεφάνι !!!)
πάσπαρος Η σκόνη.  Βέβαια κάθε σκόνη δεν είναι πασπαρος της κρητικής διαλέκτου. Πάσπαρος είναι σκόνη από το λειοτριβημένο χώμα, Σύνήθης και  άφθονος στις πεδινές περιοχές. Οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών περιπαικτικά αποκαλούσαν του κατοίκους της πεδιάδας πασπαροπόδηδες. Και μια σχετική παροιμία Του Μαρταπρίλη τα νερά, όλο πασπάροι και πηλά
παχτώνω
πιάσμα το = το μάτσο Ειδική χρήση, το  αποτέλεσμα του:πιάνω με το χέρι, οσο χωράει. Αυτό αποτελεί προχειρη μονάδα μέτρησης, αντίστοιχο του φουχτιά, χαχαλιά, χούφτα σε άλλα είδη υλικών.
πιτακώνω Πιέζω κάτι, για να γίνει πίτα Προφανώς, με ρίζα το πίτα. Μεταφορικά, πιτακώνω την κοιλιά μου: γιατί με ενοχλεί είτε από πόνο, είτε από πείνα…
πόρος ο πέρασμα, τρύπα, δίοδος. Γνωστή πανελλήνια λέξη (π.χ. Σαραντάπορο) με πολλές κρητικές παραλαγές-χρήσεις. Πορίζω=βγαίνω από πόρο, από σπίτι, ξεπορτίζω. ( Ήφικες –αφισες- Αντρουλιό ανοιχτο τον κούμο και πορίσανε οι γιόρνιθες). Πορισά=δίοδος Συνήθως σε τεμαχισμό οικοπέδων  και αγροκτημάτων σχηματιζόταν στενοί δρομοι επικοινωνίας των νέων ιδιοκτητών που δεν είχαν πρόσβαση στο δρόμο, που όνομαζόταν πορισά. ( Είκλισέμου (μου έκλεισε) η μπανόγλα η ξαδέρφη μου την πορισά και δεν μπορώ να  μπώ στο σταύλο. Την ταχινή θα πάω να φέρω τσοι χωροφυλάκους να δω είντα θα κάμω…) . Πόρος=πέρασμα, δίοδος διέλευση.  Γνωστοί ο Μουλιανός πόρος για τη Μεσσαρά, από  το Ηράκλειο, ο Κόκκινος πόρος το σημαντικότερο πέρασμα του Γεροποταμού για τους κατωμεσσσαρίτες των Αστερουσίων προς Μοίρες (Πετροκεφάλι, Κουσές Λισταρος, Σίβας Πιτσίδια, Καμηλάρι) μεχρι το 1960, ακόμα ο πόρος τση Καλυβιανής , 100 μετρα ανατολικότερα της σημερινής γέγυρας του Πετροκεφαλιού, και η δίοδος “ εφτά πόροι” στη σύνδεση κάτω Μεσσαράς με νότιο Ρέθυμνο
πράμα Ι. επίρ ρημα=ουδεν, τίποτε. (Ηντάκαμες μωρε Νικολή του κοπελιού και ανεστουλουχά; -Πράμα δεν τούκαμα, μονό έσυρε τον κάτη απòo την οριά, και τονε δάκασε…) ΙΙ. =πράγμα, κάτι . (Σε περιπτώσεις, που παραγνωρίζουμε, κάποιον ή κάτι, λόγω σχετικής ομοιότητας, κυκλοφορεί η σχετική παροιμοιώδης φράση: (¨Ανθρωπος τ΄αθρώπου μοιάζει και το πράμα του πραμάτου)
σάζω  ρ. Φτιάχνω, με κυριολεκτική, ή και μεταφορική έννοια.  Σαζμός, είτανε διεργασία, που οι για οποιοδήποτε λόγο διαφορές οικογεινιεών ή και ατόμων, γεφυρωνόταν με τι διαμεσολάβηση τρίτων κοινά αποδεκτών και σεβάσμιων ατόμων  (Καινούργι΄ αγάπη πολεμώ κιανε γενεί και σάσει /θα τηνε κάμω την παλιά, τη σκύλα να χτικιάσει…)
σακάζω = απογαλακτίζω, αποκόπτω από το θηλασμό. Χρησημοποιείται τόσο  για θηλάζουσες μητέρες και απογλακτισμό των μωρών, όσο και εξίσου για οικόσιτα αμνοερίφια, κυρίως. Φυσικά ο σακασμός των αμνοεριφιων είχε και οικονομικό στόχο: Με τον απογαλακτισμό  των ζώων, ξεκίναγε το άρμεγμα των αμνοεριφίων και το γάλα χρησίμευε για παρασκευή οικιακών τυροκομικών προϊόντων. Ειδικά, αν ο απογαλάκτισμός συνέπιπτε με την περίοδο νηστείας συννήθως της Μεγάλης Σαρακοστής προ του Πάσχα, όλο το παραγόμενο γάλα περίσευε για τυροκόμηση. Στην επαρχία, η έλλειψη ρευματος και ψυγείων,  δεν επέτρεπε την εμπορία φρέσκου γάλακτος, όπως την γνωρίζανε,  με τον παραδοσιακό γαλατά της γειτονιάς των πόλεων. Μόνο συμπυκνωμένο σαχαρούχο γάλα Βλάχας, ήταν γνωστό στην επαρχία στα μέσα του περασμένου αιώνα…
σαλιβιά Εκδορά,  γδάρσιμο είτε από ατύχημα είτε από διαπληκτισμό. Συνηθισμένο φαινόμενο, είδικά στα αγόρια που έπαιζαν στην ύπαιθρο και είτε κτυπούσαν, είτε διαπληκτίζονταν μεταξύ τους  και προξενούσαν ήπιους τραυματισμούς το ένα στο άλλο…
σάματις  επίρ. =λές και …, σαν να…., τάξε…, (Εψούνισα τα΄εγκόνης μου μιά χρυσαφένια πιάστρα/ και σάματις τση χάρισα τον ουρανό με τάστρα)
σολαγούμαι Ηρεμώ ησυχάζω.

(Όι λέω και δεν εσολαγούντανε τα κοπέλια από ταλιοβουτήματα…. Μουδέ εδιαβάσανε, μουδέ τα μαρτάρικα επήγανε να φέρουνε στο σταύλο, απίτις είρθενε ο κύρης τως πάρωρα από τα χοντρά ξύλα και τα ξυλοφότρωσε, ανεστουλουχούσανε και μουτε δεν εφάγανε, μονο εκοιμοιθήκανε θεονήστικα….)

(Ο κακομοίρης ο συμπέθερος  αν εσολαγούντανε η θάλασσα εσολαγούντανε κι΄αυτός… Την τελευταία φορά έχενε πάει στα χοντρά ξύλα στο Κεφάλι και  του κόλα το νερό από το μοναστηρι τα Οδηγήτριας μεχρι το χωριό,  τρεις ώρες δρόμος με τα πόδια…. Τα μεσάνυχτα άρχισε να τονε τινάσει και ήκαμε σκειάς 40 πυρετό… Είρθενε και ο γιατρός και τούπενε πως είχε διπλή περιπνευμονία… Είντα ετριβές δεν τούκανε η κακομοίρα η συμπεθέρα είντα κουπες δεν τούθεκε, δεν τα κατάφερε, και επόγειρε στα 55 ντου, και την ήφικε με 5 κοπέλια να παλεύει…).

σουρντίζω = διασκορπώ, διασπαθίζω, αγαθό ή χρήματα, αλόγιστα. ( Ήντα μωρε Νικολιό πως τηνε κουρκουνάς την κεφαλή σου εδά… Εβάλανέ σου οι γιαθώποι ένα σωρό χαρίσματα στο γάμο σου, μα τα σουρνίσετε με την κερά σου στσί βόλιτες και στα λούσα, Ηντα πως γούζεσαι, μουδε ο κύρης μουδε τα πεθερικά σου σου φταίνε, μονο η κακή κεφαλή απου κρατείς κακομοίρη μου…).
σουχλιά τα. Τα κουτσομπολιά, αλλά με ψείγματα διαβολής και συκοφαντίας “ είχενε η καμομοίρα στα νιάτα τζη μπέξει μένανε ξενομπασάρη, απού την ήφικενε μιαν αργαντινή κι απόγειρε, άθρωπος δεν ήμαθε πού…  Δεν ΄αντεχε η κακομοίρα τα σουχλια τση γειτονιάς και πήγε και γίνικε καλογρά σ΄ένα παλιολαδίτικο μοναστηρι, δε γατέχω κιαολιάς που…”
στακώνω = μετατρέπομαι σε ημιστερεά κατάσταση, από την πρότερη στερεά, συμπαγή, σφριγιλή. Αναφέρεται τόσο σε ανθρώπους που χάνουν το σφρίγος τους, όσο και σε πράγματα. ( Βρέξε δυο ντάγκους ψωμί, μα να μη τσοι στακώσεις, και δεν τρώγουνται…) Είναι επίσης γνωστό το εξαιρετικό γαλακτοκομικό της Κρήτης, η στάκα, ημιστερεό τυροειδές, σαν μυτζήθρα. ( Ας θυμηθούμε και το καθαρογλωσίδι (=γλωσσοδέτης)των παιδικών χρόνων στην Κρήτη: Έφαγα, στάκα, έφαγα, με την μιτατοστακοκουτάλα).
στελιώνω
συζεύω
συμπαίνω  ρ =ρήμα προφανώς από το συν = μαζύ + μπαίνω= εισέρχομαι,  περίεργης-μονής χρήσης: Το χρησιμοπούμε στην παραδοσιακή παρασθιά, για το ΖΩΗΡΕΜΑ μόνο της φωτιάς προσθέτοντας καύσιμα υλικά. Μόνο για να ενισχύσωμε την ήδη αναμένη φωτιά. (Σύμπαινε μωρεΓιωργιό τη φωθιά να βράσει το νερό να μαδήσομε την όρνιθα). Και η μαντινάδα :  Σύμπαινε φώς μου τη φωθιά στ΄αγάπης να μη σβύσει /γιατί η ζωή μου δίχως σου σκοτάδια θα γεμίσει ….
συργουλεύω Ρήμα από το  συργουλιστήρι, που ήταν ένα μονοετές είδος σταχιού, αγριου, μέθύσανο στην κορυφή. Κόβαμε ένα τέτοιο κλώνο, βάζαμε το θύσανο στην οπή-φωλιά  που έμπαινε το καβούρι και κρυβότανε, το περιστρέφαμε τεχιέντως, μετακινώντας το ταυτόχρονα προς τα έξω… Το καβούρι αισθανόταν ακατανίκητη την επιπυμία να κυνηγήσει το ενοχλητικό χορτάρι που τριβόταν στο καβούκι του, εβγαινε από την τρύπα του και με μια απότομη κίνηση τα πιάναμε….

Αντίστοιχα, το συργουλεύω, προς παιδιά ή και ζωα, είχε όχι κατ ανάγκη κακό σκοπό, απλα είταν μέθοδος πειθούς για να εκτελέσουν κάτι επ ωφελεία τους… (Εϊτονε το το κακονίζικο το Μαργιό  μας κακοτερένιο και κακόφαγο οντενείτονε μικιό, μα η μακαρίτησα η πεθερά μου είτονε υπομονετική και τόπιανε με το συργούλιο… Είντα δεν εκατέβαζε το μυαλό ντζη οντε το συργούλευε να φάει το φαί ντου, μεχρι να κρετσοπιάσει μιαολια.  Απίτις επήγε στο σκολειό εξεπήρε, και εδά τηνε θωρείς είντα κοπελιά εκατέτεσε…)

σφεντουρώ εξακοντίζω κάτι, πετώ κάτι με βία. Δύο χρήσεις-εννοιες

Ι πετώ κάτι αγανακτισμένος από το αντικείμενο που πετώ, γιατί δεν εκπληρώνει την αποστολή του (Ούλη την αργαντινή επολέμουνε να κοσκινίσω το ζυμωτό, με ένα παλιοκόσκινο απούχα από τση πεθεράς μου, και απίτις ενετάρισα το σφεντούριξα άλλη μπάντα….) ( -Έχεις μπρε σύντεκνε να μου δώσεις  τη μεγάλη πύργια πουβάναμε οπέρισι το μούστο στο βαρέλι; – Όι καημένε σύντεκνε, εξεκολησεν η παντέρμη κι έχυνε το μισό μούστο όξω, και την εσφεντούριξα* άλλη μπάντα. Άμε να παρεις μια δανεικιά από το μπακάλη τον Ευθύμη, να κάμεις τη δουλειά σου…)

ΙΙ πετώ κάτι με αγανάκτηση και ορμή, στοχεύοντας σε κάποιον για να του κάνω κακό. (Εμόνταρέ μου ο λαγωνάρης του γειτόνου, μα επρόκαμα και του σσφεντούριξα ντου τη χαχαλόβεργα, αλλοιως θελα μέχει μισερωμένο… Δέκα φορές του τόχω πωμένα: ΄Δένε μπρε Νικολή το σκύλο γιατί θα δακάσει κεινα μπαράωρο και θα βρεις τον μπελά σου…)

σφουγκάτο Ομελέτα, καγιανάς. (Απούχει την απομονή τρώει τα΄αυγό σφουγκάτο/ μάπου δενεχει υπομονή τρυπάτο και ρουφάτο…)
τάξε    επιρ. Ένα περίεργο επίρρημα, που αντικαθιστά το : σαν, ωσάν, σανά, ωσεί. Θαρρείς και…, σάματις, (Μια μαντινάδα γιά την ξιπασμένη-μεγαλοϊδεάτισα κοπελιά : Εεε κακομοίρα κοπελιά κείντα να βάνει ο νούς σου/ τάξε πως είν΄η θάλασσα χωράφι του κυρού σου… Ακόμα μια μαντινάδα, που ενέπλεκε στα παιδιά στη γνώση των μαθηματικών με τη γνώση του έρωτα:  Εξε και έξε  δωδεκα και τέσσερα δεκάξε/ τόσο καιρό που σ΄αγαπώ δεν το κατέχεις τάξε… Και ακόμα μια συνήθης χρήση Επουσούνισα του Μαργιού μου μια πάνινη κουτσούνα (κούκλα) οψές απου γιαγειρα από τη χώρα και εκουζουλάθηκενε από τη χαρά ντου…Τάξε πως του χάρισα τον ουρανό με τάστρα…
ταχινή  η Η πρωία, το πρωί. Ενώ στην πραγματόκότητα η ταχινή ήταν ο εντός του εικοσιτετραώρου χρονικός προσδιορισμός του πρωινού, πολλάκις συνδυαζόταν και με την πρωινή δουλειά αλλά και την πρωινή τεμπελιά.  “ Την ταχινή να ξεσουβιστείτε να προκάμωμε να πάμενε στην εκκλησά από την πρώτη καμπάνα, να μεταλάβωμε κιόλας… ( Τόχαμε μαθές σε κακό να πηγαίνομε στην εκκλησά για να μεταλάβομε την τελευταία στιγμή, το πρεπούμενο είτονε να πάμενε σούλη τη λειτρουγιά, από την πρώτη καμπάνα,  κι απίτις θελα τελειώσει, να μασε μεταλάβει ο παππάς…)  Το πρωινό όμως ξυπνημα είχε να κάνει και με την εργατικότητα. Έτσι, η αφτιατσίδωτη τοποθέτηση των ανθρώπων της βιοπάλης προς τους τελπέληδες και οκνηρούς είτονε μιαολιά άγαρμπη, μα και κατά πως τους άξιζε “ Απ΄αγαπά την ταχινή και τη δροσοπεζούλα- κάθε πρωί σηκώνεται και τρώει μια …σκατούλα !!!” Είτονε εκείνα τα χρόνια τα καλοκαίρια αρκετά ζεστά, αλλά χωρίς τα σημερινά ανεμιστήρες αιρ κοντίσιον κλπ. Μια λοιπόν πολλή δροσερή πεζούλα με πλάκες , εξω από τα σπίτα της εποχής,είταν πηγή πρωινής δροσιάς, που οι τεμπέληδες απολάμβαναν ευχάριστα, αντί να πάνε πρωι-πρωι στη δουλειά….
ταχιτέρου επιρ Χρονικά επίρρημα=αυριο το πρωί (- Άστα σύντεκνε ηντάπαθα… Εξεκαζίκωσε παντέρμος ο γαΐδαρος μου, εγύρευε και η γαιδάρα του κακόσκωτου του Σαλεπονικολή και τηνε πήδηξε, και μου τονήφερε και τον έδεσε στη θελόπετρα*  και μου μήνυσε με τη γριά (= μητέρα) απούβρικενε στο σπίτι, πως θα λογαριασούμενε, αμα θα πατήξωμενε…   – Μη στενοχωράσε σύντεκνε… Ταχυτέρου θα πάω γω με τον κύρη ντου απουνε σοβαρός άθρωπος να τονε βρω, και θα τηνε σάξωμενε τη δουλειά…  Ήντα λογάται μπρε, για τέθοια πράματα να μπούμενε στη μπούκα των αθρώπω… Μιστιτί (=μνήσθητι=θυμίσου) μου κύριε….)
τζιμπραγά τα
τινάσσει Ιδιωματική χρήση: Έχω ρίγος, επί πυρετού. Η άγνοια θερμομέτρων-θερμομετρήσεων  επέβαλε περιγραφική αναφορά του φαινομένου.

-Μαλωλάκης έχενε πάει στο μύλο το άλεσμα και οντενεγιάγερνε αρχισε να βρέχει… Ήβγαλε ο κακομοίρης το καπότο ντου και εσκέπασε το άλεσμα να μη βρεχτεί, όμως ο ιδιος οντενέφταξε στο χωριό δεν είχενε μουδεμιά στεγνη κλωστή. Από τότεσας μια βδομάδα δα, τονε τινάσσει…   -Φαίνεται πως προπολεμικά η ελονοσία, γνωστή στην κάτω Μεσσαρά στο Πετροκεφάλι, Αι Γιάννη και Τυμπάκι, ήταν τόσο έντονη τους καλοκαιρινούς μήνες, που πειρακτικά αναφερόμενοι οι κάτοικοι των γύρο χωριών στους Τυμπακιανούς, αναφερόταν στην …ξεπνεωμένη και εμπύρετη κατάσταση τους όλο το καλοκαίρι, περίοδο που η ελονοσία με τον τεταρταίο πυρετο έκανε συνεχή κυκλικά εμπυρετα επεισόδια, ενώ το χειμώνα που η ελονοσία βρισκόταν σε καταστολή, και οι Τυμπακιανοί ανακτούσαν τη ζωηράδα τους… Βέβαια με το εντομοκτόνο DDT (1947), εξάλείφθηκαν κουνούπια και ελονοσία, απομένει δεν ο χρόνος να εξαλείψει τα παραπάνω και από τις μνήμες των ολίγων παθόντων που ζούνε ακόμα στην περιοχή….

τραβαγια Καυγάς μεταξύ, δυο ή και περισσοτέρων συνήθως, χωρίς όμως τις σημερινές, πολλές φορές επικίνδυνες,  εξελιξεις, με μαχαίρια, όπλα κλπ. Συνήθως εκάμανε τραβάγιες –καυγάδες οι γειτόνοι για τα ζώα για τα κοπέλια, για τα σύνορα ντως, όπως και στα ντουκιάνια, που βοηθαγε το παραπάνω κρασί να λύσουνε τσοι προσωπικες ή τσοι …πολιτικες διαφορές, ειδικα κοντά στις εκλογές. (Είκουσα τηνε εγώ την τραβάγια, την ώρα πούμπαινα στου Συρμαλογιάννη το ντουκιάνι, και θωρώ τον αγροφύλακα και εκράθιενε τη κατσούνα κείτονε ετοιμος να τηνε σφεντουρίξει* κατακέφαλα του καφετζή γιατί λέει …επρόσβαλε τον φίλο ντου τον πολιτευτή …. Ταδε….)
τσαφουνώ
τσερονια δερματικές πληγές σε ύφεση, είτε από τραυματισμό ή και από μόλυνση-’εξανθηματική νόσο ( Μην ξεμπιμπικίζεις (=ξύνεις) μωρέ Νικολιό τα τσερόνια σου, γιατί θα σου κακοσυνέψουνε (=κακοφορμίζω, υποτροπιάζω, εξελίσσομαι προς το χειρότερο) και θα σου κόψουνε κακομοίρη τον πόδα, και ξά σου)
φανήσιμος = οτιδήποτε αξίζει να προβληθεί να ειδωθεί, σα αντίθεση με εκείνο που : δεν είναι για φανέρωμα. Συνήθης χρήση για κοπέλες καλής εμφάνισης, που όμως δεν ήθελαν να τους προσδόσουν τον τίτλο όμορφη, κούκλα κλπ , σαν μοναδικό κριτήριο επιλογής (Ηπεψε ο συμπεθερος μια προξενιά για το γιό ντου, στην απάνω ρίζα… Λένε πως είναι φανήσιμη η κοπελιά, και πως την έχουνε γυρέψει κιάλλοι, μα ο κύρης τση δεν ήθελε να τηνε μικροπαντρέψει.) Όμως το ίδιο επίθετο προσδίδεται και σε τρόφιμα, φρούτα κλπ. (Έχουνε οφέτος οι προρτακαλιές σκειας πεντε τόνους πορτακάλια… Φανήσιμα είναι, νόστιμα είναι, να δούμενε ανε τα παίρνουνε οι εμπόροι, αλλοιώς θα σαπίσουνε σαν και περσι…) και η μαντινάδα του καιρού μου:  Καλή ναι και φανήσιμη, μα κοπελίζ΄ακόμη / τη μια μου λέει σ΄αγαπώ , την άλλη αλλάζει γνώμη…)
Φαφουλιά η Χούφτα, χουφτιά, χαχαλιά. Πρόχειρη μα και πάντα διαθέσιμη μονάδα μέτρησης όγκου μικρόκοκων ή θρυματισμένων στερεών. (Ρίξε μωρή Μαργιώ μια φαφουλιά κριθάρι τση κλωσσούς, αμα ποδιαφωτίσει, εγώ θα μισέψω αξημέρωτα, να πα να βρω ένα γομάρι αστοιβίδες και θύμους εδα απου κατούμωσε μια ολιά ο καιρός ).
χουμάς ο Μετά από την οικιακή τυροκόμιση και το μάζεμα του τυριού από το ζεσταμένο γάλα, που του βάζανε και λίγη πυτιά-μαγιά και το ανακατευαν συνεχώς, το υγρό υπόλειμα ήταν ο χουμάς, υγρό πλούσιο ακόμα σε πρωτείνες, που όμως δεν τις αξιοποιούσαν. Τα γουρούνια έπιναν με μεγάλη ευχαρίστηση το χουμά, εξ ού και η παροιμιώδης φράση για τον λαίμαργο: “ τρώει το, σαν το χοίρο το χουμά= το τρώει , όπως- με την ίδια βουλιμία, που το γουρούνι τρωει-πίνει το χουμά”
ψακωντούρι Ασκοτιζάρα, ή ασκελετούρα, ή σκυλοκρεμύδα. Φυτό με καταπράσινα φύλα και μεγάλο υπόγειο βολβό, που όμως ανεπεξέργαστο σαν τροφή ζώων, προκαλούσε δηλητηρίαση, σε ζωα και ανθρώπους, εξ ου και το όνομα ψακωντούρι.
ψακώνω δηλητηριάζω (Οντενείχα το σκύλο δεν επάθιε ζουρίδα στο σπίτι, μα μου τονε ψάκωσε  ο γείτονας μου ο κακόσκωτος…)
ψιμίδα η = η γλυστρίδα. Την  ψιμίδα τη γνωρίζουμε  σαν  αυτοφυές χορταρικό, ωραίο δροσιστικο  σαλατικό, που φυτρώνει κάτω από τις κουρμούλες, και δίπλα πατατιές, ντοματιές, κολοκυθιές και ότι άλλο καλλιεργούσαμε και συχνοποτίζουμε. Ποροφανώς ωψιμίζει η ανάπτυξη της  και τση κολίσανε το όνομα ψιμίδα οι ντόπιοι….Επειδή είναι υδροχαρές γέμιζε ο τόπος γύρο από τα πηγάδια ποτίσματος, που κάθε μέρα βγάζαμε νερό για το πότισμα των κηπευτικών. Εδά τηνε λένε αλλού αντράκλα, αλλού γλυστρίδα, ακόμη και οι κοντυλοφόροι τση παράδοσης (τρομάρα τους) στις τοπικές εφημερίδες της Μεσσαράς δεν καταφέρανε να μάθουνε  και να πούνε την ψιμίδα ψιμίδα.
ψυκό το =συκώτι. Όσες χρήσεις θυμούμαι είναι όλες με αρνητική έννοια:( Βρισιά (Νάνε οι …διαόλοι στο ψυκό του. –Επήραντονε αξογύρου και νάχαντονε προκάμω θελα τονε ψυκοπατήσω)( τε θα τον πάταγα στο σικώτι). (Ίσως αυτή η ονομασία του σικωτιού αντανακλούσε την σπουδαιότητα του οργάνου στη συνείδηση του ανθρώπου, που το θεωρούσε σαν την ψυχή του σώματος ψυχή-ψυκό)
ώφου επιρ. άχ, άχι, αλίμονο, ωιμέ.

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: