ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

06/02/2011

Γυμνάσιο Πόμπιας πιτα 2011

Filed under: ΑΤΤΙΚΗ,ΓΥΜΑΝΣΙΟ ΠΟΜΠΙΑΣ,ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΠΟΜΠΙΑΣ — Λεοντάριον @ 6:35 μμ

6/11/2011

Οι βετεράνοι των Κρητικών αγώνων της μετακατοχικής  Κρήτης, νικητές κόντρα στην στη μιζέρεια,   την πείνα, πνευματική στέρηση και την την αμάθεια  της μετακατοχικής Κρήτης, νεαροί Νικητές τότε, άπλωσαν τα φτερά τους να κατακτήσουν τη γνώση, μα και τον κόσμο που αντιμετώπισαν στα ίσια σε δύσκολους καιρούς,  και βγήκαν νικητές…

2011 και το προσσκλητήριο το συλλόγου φοιτησάντων Πόμπιας σάλπισε άλλη μιά φορά… Οι παλιοί συμμαθητές, πρίν το 1965,  έδωσαν,  όσοι έμειναν και μπόρεσαν, και πάλι το παρόν.  Στο Ταβερνάκι του Σαμψών,  μιά συμπαθητική Κυπριακού τύπου Ταβερνίτσα στην Παλλήνη,  εφιλοξένησε φέτος τους φίλους μας, ενώ οι Μποέμισες,   ένα εξίσου φιλικό γυναικείο συγκρότημα, φρόντισε να μας τέρψει μουσικά…

Οι εκλεκτοί μας συνδαιτημόνες-Συμμαθητές, δια χειρός της Ουρανίας Ρουζεράκη, (παραλείποντας τους φίλους των Κρητικικών Συμμαθητών) φαίνονται στην παρακάτω πρόχειρη λίστα:

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΦΟΙΤΗΣΑΝΤΩΝ Γ ΠΟΜΠΙΑΣ 2011 ΠΙΤΑ ΣΤΟ ΤΑΒΕΡΝΑΚΙ ΣΑΜΨΩΝ ΠΑΛΛΗΝΗΣ

*

Τόχαμενε έθιμο στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο στα σχολειά του τόπου μας γύρο στο 1960, να μοιράζονται στους μαθητές μικρά αρτίδια με λευκό αλεύρι. Ονομαζότανε αρτουλάκια, και εμείς, όντας οι πρώτοι απόγονοι της μετακατοχικής γενιάς, είχαμε το έτσι κι΄άλλοιώς υπαρκτό σύνδρομο της πείνας και ανέχειας. Αδημονούσαμε για την όλη τελετή των Τριών Ιεραρχών της 30 Ιανουαρίου, είδικά στο Δημοτικό Σχολειό.

Μιά αμάμνηση λοιπόν εκείνης της εποχής: Η Ουρανία Ρουτζεράκη και οι συμμαθήτριες της με τα αρτουλάκια στο χέρι ποζάρουν:

06/07/2009

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 1965 …

Πάνε 40 χρόνια και…

Ξεκινήσαμενε 213 συμμαθητές στην Α! Γυμνασίου 1959-60 στην Πόμπια. Στην περιοχή μας  άλλα  Γυμνάσια ήταν στο Χάρακα και στο Σπήλι. Η ετήσια εισφορά (δίδακτρα) ανα μαθητή ήταν 300 δραχμές το χρόνο, ποσό τεράστιο και ανασταλτικό για εκείνα τα χρόνια. Ευτυχώς καταργήθηκε το 1963, δίδοντας κίνητρα για μόρφωση. (Συγκριτικά, σε χθεσινή συζήτηση παλιός Λιοπεσιώτης μου έλεγε πως εκείνα τα χρόνια όλη η Ανατολική Αττική είχε ένα μόνο Γυμνάσιο στο Κορωπί ! )

Από τους 213 συμμαθητές,  40 φθάσαμε να τελειώνουμε το 1965 την ΣΤ τάξη. Η  ανασφάλεια και κακοδαιμονία του 40-50 σημάδεψε όλη τη δεκαετία 1950-60, βάζοντας όμως σιγά-σιγά και το θεμέλιο ηρεμίας και σταθεροποίησης. Η προσωρινή μετανάστευση σε Βέλγιο και Γερμανία και επίσης η δουλειά στα καράβια, αρχισαν να δίδουν οικονομική ανάσα και αισιοδοξία στην επαρχία.

Οι «καλοί» είπρεπε, καληώρα σαν και δα, να πετύχουνε, να μπούνε στα Πανεπιστήμια κατόπιν εξετάσεων κλπ. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, θριαμβευτής των εκλογών του Φεβρουαρίου 1964, έφτιαξε ένα  ενιαίο γενικό σύστημα εξετάσεων, το Ακαδημαϊκό απολυτήριο. Έτσι μπορέσαμε να δώσουμε εξετάσεις σε όλες τις σχολές τις Ελλάδας, μεταβαίνοντας στις πρωτεύουσες των Νομών και όχι σε στην Έδρα κάθε Σχολής χωριστά, όπως γινόταν μέχρι το 1963.

Τα φροντιστήρια ήταν προνόμιο μόνον στις πρωτεύουσες των Νομών και την Αθήνα. Όμως, το σκληρό επαιδευτικο-εξεταστικο σύστημα της Μέσης εκπαίδευσης, έκανε σκληρή προεπιλογή, και όσοι έφθαναν στο τέλος του Λυκείου, είτε με την πρώτη προσπάθεια είτε και χάνοντας στο ανελέητο εξεταστικό σύστημα ένα ή δυό χρόνια, ήταν ικανοί για όλα…

Οι περισσότεροι συμμαθητές μου της τρίτης Λυκείου του 1965, έβαλαν τους στόχους τους, και καθώς μπορείτε να δείτε και στη Σελίδα   «ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΠΟΜΠΙΑΣ» σ΄αυτό το ιστολόγιο, σοβαρά και μετρημένα παιδιά το πάλεψαν και πέτυχαν την αρχή του ονείρου…

Πρώτος λοιπόν στους 40 της τάξης μου, είχα και γω τα όνειρά μου… Μα στο μέτρημα δε μου βγαίνανε… Ξεφύλλιζα αλλότες το προσωπικό μου λεύκωμα, και είδα πως νεαροί 18ρηδες τότε αποτυπώναμε τα όνειρά μας αβίαστα,, χωρίς όμως να μπορούμε και να τα πραγματοποιήσουμε… Έγραφα λοιπόν, πως «θάθελα να γίνω γιατρός, για να βοηθήσω τους ανθρώπους …κλπ». Όμως, όντεν εσυζήτουνα με τον κύρη μου, ένα δουλευταρά αγρότη που τα έχει ντου ίσα που τούφταναν να μας θρέψει, αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ώστε ν΄αποφύγω την επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα, που λέει και ο Κρητικός ριμαδόρος, και βρέθηκα στην Αθήνα Ιούλιο μήνα 1965… Το ονομαστό φροντιστήριο Μανωλκίδης, μετέπειτα Ηράκλειτος, προσπάθησε σε εντατικά καλοκαιρινά τμήματα να με προετοιμάσει για τις εξετάσεις στις στρατιωτικές Σχολές. Τα «Ιουλιανά» γεγονότα του 1965 οι ιντριγκες κλπ είχανε ρίξει την Ένωση Κέντρου από την κυβέρνηση και καθημερινά οι δρόμοι του Κέντρου της Αθήνας πλημμύριζαν από δεκάδες-εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές… Πηγαίνοντας στο φροντιστήριο, έπεσα μια μέρα σε μια τεράστια διαδήλωση της εποχής. Πέτυχα στην Πατησίων μια ομάδα τουριστών να χαζεύουν τη λαοθάλασσα των διαμαρτυρομένων. Μούκανε εντύπωση η ευρηματικότητα μιάς ομάδας που είχε πάρει μερικές χορταρένιες παρασύρες* με κοντάρι (δεν υπήρχαν ακόμα πλαστικές) και σε κάθε παρασύρα είχε κολλήσει ένα από τα γράμματα της λέξης ΛΑΟ΄Σ (όχι βέβαια το ΛΑΌΣ του 2009). Με ρωτούσανε λοιπόν οι τουρίστες τι γράφανε οι παρασύρες…και έτσι μούμεινε η εικόνα. Η αφόρητη ζέστη  του τσιμέντου και της ασφάλτου, δεν είχε καμιά σχέση με την …απολαυστική ζέστη της Κρητικής υπαίθρου. Πολλές φορές κοιμόμουνα διαβάζοντας και δροσιζόμενος καβάλα στο πεζούλι του παραθυριού της παλιάς Αθηναϊκής μονοκατοικίας που έμεινα εκείνο το καλοκαίρι στον Κολωνό. Ακόμα μια αξέχαση εμπειρία εκείνου του καιρού: είχα ακουστά για κοριούς, μα τέτοια ζωντανά εμείς δεν είχαμε στην Κρήτη, στο Πετροκεφάλι τουλάχιστον. Κάθε πρωί λοιπόν που ξύπναγα έβρισκα στο άσπρο φανελάκι μου πιτσιλιές από αίμα, χωρίς όμως να έχω κάποιο τραύμα. Την απορία μούλυσε η γειτόνισα-συγκατοικος στην μονοκατοικία, για τις συνήθειες και τις φωλιές των κοριών… Απλά χρειάστηκε να κάψω το στρώμα του κρεβατιού, να αλείψω τα πάντα με πετρέλαιο και με σπρέυ και να βγάλω όλα τα σκεπάσματα στον καυτό καλοκαιρινό ήλιο στην ταράτσα,  μα το πιο σημαντικό ήταν να φύγω από την Αθήνα και να ησυχάσω….

Ξεκίνησα τις εισαγωγικές στις Στρατιωτικές Σχολές, χωρίς προβλήματα: Στα τεστ νοημοσύνης τα πήγα καλά (άλλωστε σας τόπα κι΄αλλού ήμουν ταξινομημένος …λαϊκός κατά τους ταξινομητές των φρονημάτων μας),  ενώ στα αγωνίσματα δεν είχα πρόβλημα. ΄Ετσι και αλλιώς, σε σχέση με τους βουτυρομπεμπέδες  των πόλεων  ήμουν αρκετά γυμνασμένος. Τρέχοντας λοιπόν τα χίλια μέτρα αποφάσισα να μην τρέξω περισσότερο όταν τους πέρασα περίπου 50 μέτρα αλλά να διατηρήσω αυτή την απόσταση ασφαλείας από το δεύτερο…

Ζώντας όμως από κοντά το στρατιωτικό σύστημα, προτίμησα να αλλάξω κατεύθυνση έγκαιρα, μιάς και διαπίστωσα πως ενώ είμουνα αυτοπειθαρχημένο άτομο, η επιβαλλόμενη από άλλους πειθαρχία δεν μου ταίργιαζε και πολύ, γνήσιος Έλληνας γαρ…  Για να αλλάξω κατεύθυνση ενημέρωσα τον πατέρα μου στο χωργιό τηλεφωνικά, και η έγκριση όμως ήρθε μετά από 10 μέρες δια επιστολής.

‘Ετσι έληξε άδοξα η περιπέτεια της Αθήνας, χωρίς να δώσω τις γραπτές εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Επέστρεψα περιχαρής στο χωριό μου και την άραξα κάτω από τις ελιές και τις ποροκαλιές στην πεδιάδα, διαβάζοντας και ετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις του Ακαδημαϊκού το Σεπτέμβριο στο Ηράκλειο… Αρχές Σεπτεμβρίου 1965 δώσαμε εξετάσεις στο Ηράκλειο και περιμέναμε τα αποτελέσαματα. Βέβαια η πληροφορική και οι υπολογιστές εκείνα τα χρόνια ήταν ανύπαρκτα… Αθροίσματα, αποτελέσματα κλπ ήταν ένας Γολγοθάς… (Κάπου 6 χρόνια μετά, και έχοντας τελειώσει πανεπιστήμιο και στρατό, χρειάστηκα μια αθροιστική μηχανή για μια μέρα για το Αγροτικό Συνεταιρισμό στο Πετροκεφάλι (εκείνη με την μανιβέλα για όσους τη θυμούνται) από την αγροτικη τράπεζα Μοιρών. Όσο και αν με εκτιμούσε ο Διευθυντής, δεν που έκανε το χατίρι, φοβούμενος μην πάθει κάτι η μονάκριβη Αθροιστική μηχανή της Μεσσαράς).

Κάπου κατά τις αρχές Νοεμβρίου βγήκαν τα αποτελέσματα, όπως ανακοιώθηκε από το ραδιόφωνο. Και πάλι όμως, ουδεμία πληροφορία ήταν δυνατό να να έρθει στο χωργιό για τα αποτελέσματα. Έπρεπε να περιμένουμε να περαστούν την επομένη στις εφημερίδες, και την Τρίτη πλέον ημέρα που οι εφημερίδες έφθασαν στις Μοίρες, έφυγα από το χωργιό και πήγα στις Μοίρες με τά πόδια φυσικά. Το βιβλιοπωλείο του Αβραάμ είχε τις εφημερίδες,  καλη ώρα όπως και εδά…Πήρα μια που είχε τα αποτελέσματα και διάβαζα δρόμο-δρόμο περπατώντας για το χωργιό… Κάπου φθάνοντας στον Τυπακιανό όρχο (Δίπλα στο σημερινό Αγ Νεκτάριο) εντόπισα το όνομα μου στους Χημικούς των Αθηνών.  Δεν είχα τολμήσει να δηλώσω Ιατρική, μιάς και ήταν εξ χρόνια σπουδών και δεν ήθελα να επιβαδύνω και άλλο το σπίτι του πατέρα μου…

Με το πολυώρι έφθασα στα Καμαράκια, 1000 μέτρα ανατολικά του Πετροκεφαλιού.  Ο χειμώνας στο φόρτε του και οι ελιές στρώμα. Η αμπλά μου και η μάνα μου μαζεύανε από το πρωί ελιές και απλά τους ανακοίνωσα το γεγονός της επιτυχίας, ενώ συνεχίσαμε μέχρις αργά το λιομάζωμα… Σε καμπόσες ώρες είχαμε μαζώξει δυό μιγώμια* ελιές, τσοι φορτώσαμε στο γάιδαρο και εγείραμε αθο ντο χωγιό. Μια μέρα μετά ένας φίλος της οικογένειας. ο Κουκουριτάκης ο Περικλής χωργιανός μας γιατρός πούχενε μετακομίσει στην Αθήνα, τηλεγράφησε του κυρού μου το καλό μαντάτο, απόυ είχενε τυχαία μάθει από τις εφημερίδες…

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1965 ήρθα στην Αθήνα (12 Δεκέμβρη θαρρώ) για την εγγραφή, αρχίζοντας τη φοιτητική ζωή…

05/09/2008

Ηλίας Κατσούλης

(Ο Ηλίας Κατσούλης, φιλόλογος, ήρθε νεοδιόριστος περί το 1966 στο Γυμνάσιο Πόμπιας Ηρακλείου και νυμφεύθηκε την Κατίνα Γερωνυμάκη από το Τυμπάκι. Έγινε γνωστός στο πανελλήνιο για τους στίχους του, μελοποιημένους από αξιόλογους συνθέτες. Πέθανε σχετικά νέος (69 ετών), τον Αύγουστο 2008).

«Εισιτήριο στη τσέπη σου», «Καράβια χιώτικα», «Του Παραδείσου λεμονιά»,
«Τα Σμυρναίικα τραγούδια», «Κράτα για το τέλος». Μερικοί τίτλοι από τα τραγούδια που συνέθεσε ο Ηλίας Κατσούλης

Πολλοί γνώρισαν τον Ηλία Κατσούλη, όταν ο ίδος με το τάλαντο του κτύπησε ευαίσθηστες χορδές του καλλιτεχνικού είναι των Συνελλήνων, Κρητικών ή μη. Εγώ είχα την τύχη να τον γνωρίσω σαν ένα συναισθηματικό νέο φιλόλογο, που ναι μεν ήταν ελάχιστα μεγαλύτερός μου, όμως στα 18 χρόνια τα 25 φαντάζουν σαν σημαντική διαφορά.

Δεν θα μπορούσα να κρίνω ούτε καν να συζητήσω την λογοτεχνική-καλιτεχνική συνεισφορά του Ηλία Κατσούλη και τα δρώμενα της συνολικής πορείας του. Έχω όμως κάθε λόγο να αναφέρω όλη την οικογένεια του κύρ Χαράλαμπου του Γερωνυμάκη, που ο ίδιος ο Ηλίας διάλεξε για αποθέσει τον έρωτα της ζωής του, τον έρωτα του καλιτέχνη, του ποιητή. Ο λόγος είναι απλός: Μιά ζωή φίλοι καλοί που η όλη τους πορεία με άγγιζε συναισθηματικά από εκείνα τα χρόνια.

Τελειώνοντας (1965) εμείς και αποχαιρετώντας το Λύκειο της Πόμπιας, η καρδιά μας, οι πρώτοι έρωτες, οι καλοί φίλοι, πολλά χωριανάκια μα και συγγενείς, σαν μαθητές μικρότερων τάξεων, μας κρατούσαν αρκετά ακόμα χρόνια δεμένους με το γυμνάσιο μας. Φίλοι λοιπόν καρδιακοί με το Μιχάλη Γερωνυμάκη, που είναι αδελφός της Κατίνας και μετέπειτα συζύγου του Ηλία Κατσούλη, φίλοι ακόμα και με όλο το σπίτι του κυρ Χαράλαμπου.

Είναι μερικές γυναίκες που πραγματικά τις αγαπάς και νιώθεις αδελφικά, και ας μην έχεις καμιά συγγένεια μαζύ τους. Μια τέτοια αξιοπρόσεκτη και αξιαγάπητη κοπέλα ήταν η Κατίνα. Δεν της έλειπε τίποτε από ομορφιά, μα και σαν μαθήτρια ήταν σίγουρο πως θα προ όδευε, όντας άριστη στην τελευταία πια τάξη του Λυκείου…

Εδώ είναι που ό έρωτας ήρθε να κεραυνοβολήσει το νεαρό φιλόλογο από την Κορινθία, που βρέθηκε νέος διορισμένος στην άκρη της Ελλάδας. Είχε κάθε δικαίωμα να διαλέξει, δεν τούλειπε τίποτε από ομορφιά, δουλειά, ευγένεια, ήθος, το πιό σημαντικό όμως ήταν αυτός ο ίδιος ο έρωτας του για την Κατίνα. Αντρίκια και έντιμα ζήτησε την κοπελιά, που όμως δεν είχε το δικαίωμα να πει ούτε όχι, μα δεν ήταν και η ελαφρόμυαλη που θάλεγε ένα αβασάνιστο ναι… Κάθε συγκροτημένος άνθρωπος που βιώνει τον αγώνα των δικών του ανθρώπων για προκοπή, μα και τη μικρή καθημερινή του δικαίωση στο να σπουδάσει και να προκόψει και να σταθεί στα πόδια του με τις δικές του δυνάμεις, θα έβλεπε το γάμο στη συγκεκριμένη περίπτωση έξω από τις καθημερινές του σκέψεις. Θάταν δύσκολο να δει ένα γάμο σαν ευκαιρία υπεκφυγής από τις δυσκολίες της καθημερινότητας, μιάς και όλη της η οικογένεια ήξερε να τις αντιπαλεύει και να τις νικά. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η Κατίνα μα και οι δικοί της δυσκολεύτηκαν να πουν το ναι. Όμως και ο ποιητής δεν εγκατέλειψε τη μούσα του, γιατί ήταν αληθινή η αγάπη του, που στο τέλος νίκησε.

Πέρασαν από το 1966 τόσα χρόνια, συνάντησα τον Ηλία και την Κατίνα δυό–τρεις φορές όλες κι΄όλες, μα τίποτε δεν μπόρεσε να σβύσει από τη μνήμη μου αυτό το ζευγάρι.

Έμαθα πρόσφατα για το χωρισμο-θάνατο του Ηλία…. Ένας άκαιρος χωρισμός, δεν άφισε ο χρόνος το περιθώριο να ξεθωριάσει λίγο στη μνήμη μας, να πάμε στο περιθώριο της καθημερινότητας, των γηρατειών και της φθοράς…

Άφισε ο Ηλίας μιά πνευματική κληρονομιά μέσα από τη ποίηση και τους στίχους του για πολύ κόσμο. Όμως για μάς τους λίγους, θα τολμούσα να πω τους εκλεκτούς, που ζήσαμε το συναίσθημα, τον έρωτα του ποιητή, άφισε κάτι παραπάνω:

ένα μάθημα βαθιάς και ανυποχώρητης αγάπης στη μούσα του, στην φίλη μας την Κατίνα, Αυτό ίσως αποτελεί και το πιό μεγάλο μάθημα του ποιητή σε ένα κόσμο που πρέπει και να μάθει μα και να κάνει πολλά ακόμα, για νάναι αντάξιός του του ποιητή του…Αν αφεθεί κανείς να τον αγγίξουν οι στίχοι του Ηλία, θα νιώσει αυτό που ο ίδιος μετουσίωνε σε αράδες «….περπατώντας πάνω σε πακέτα τσιγάρα», όπως ο ίδιος έλεγε…

Καλό σου ταξίδι Ηλία, καλό κουράγιο Κατίνα.

Blog στο WordPress.com.