ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

17/12/2016

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΡΓΩΤΗ…

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 7:49 μμ
Tags:

Αντωνιος Εμμ. Βασιλακης, γεννηθεις το 1921, λίγοι επιζώντες θυμούνται τη μητριά του την Τσιριγώταινα και τον λεβεντόγερο πατέρα του τον Μανώλη τον Τσιριγώτη

Εγώ και η γενιά του 1945-1950, έχουμε να θυμούμαστε την πρώτη πευματική ηλιαχτίδα σε ένα θολο αλληλομισούμενο κόσμο, που μόλις είχε διαδεχθεί, εναν άλλο… αλληλοσπαρασόμενο, εμφυλιοπολεμικό ….

Οι πατεράδες μας ημιαγράμματοι οι πιό πολλοί, μόλις που κατάφερναν να μας κρατήσουν ζωντανούς έστω και πεινασμένους, και να μας παραδόσουν στα χέρια της κυρα Ειρήνης,  Μιχελινάκη, της κυρα Μαρίκας Μπορνόβα, και του Κυρ Αντώνη Βασιλάκη, όλοι χωριανοί μας δάσκαλοι,  υπόλογοι και υπεύθυνοι για την πνευματική καθοδήγηση στα Πετροκεφαλιανάκια του 1955…

Με τη ζωή τους, ζωντανή διδασκαλία για τους γονιούς μας,   μα και με την καθημερινή τους διδασκαλία-καθοδηγηση σε εμάς σαν μαθητούδια, μπορέσαμε να κρατήσουμε ένα μπούσουλα σε ένα τρικυμισμένο ακόμα κόσμο, παραλοϊσμένο από τα δυτικά …καλούδια των Γερμανών του του δευτέρου παγκοσμιου  πολέμου, μα και την …κομμουνιστική ευτυχία  που ντε και καλά μας ερωτεύτηκε, αλληλοσπαράσοντας μας, χωρίς ευτυχώς να τα καταφέρει να μας …ευτυχήσει τότε… συμμοριτοπολεμος…..

Κυρ Αντώνη τίμησες το χωριο σου, την οικογένεια σου, μα και την πατρίδα που σε  αναγόρευσε ΔΑΣΚΑΛΟ στη συνείδηση όσων καθοδήγησες στη μακρόχρονη εκπαιδευτική σου προσφορά

Την Τρίτη 20 Δεκέμβρη, χρόνια περασμένα και δύσκολα (1955-56), είχες συνθέσει μα και συνδέσει το Χριστιανικό με το Ελληνικο:

Αρχημηνιά κι΄αρχηχρονιά

η Κυπρος θέλει ελευθεριά,

κι΄αρχή καλος μας χρόνος

σβυνει της σκλαβιάς ο πονος.

Κρατα εικονα και χαρτί

η Κυπρος είν΄ Ελληνικη….

Τα Πετροκεφαλιανάκια , σούρουπο στα σκοτεινα σοκάκια και λασπόνερα, μα χαμογελαστά ΕΔΙΔΑΝ το χαμόγελο στους γονιούς τους, μα και ΕΠΑΙΡΝΑΝ ζωντανα μαθήματα ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ παιδειας  τραγουδώντα τα τροποποιημένα απο το δασκαλό μας, μα και επικαιρα κάλαντα με την καθοδήγηση του δασκάλου μας…

20 Δεκεμβρη 2016 στις 11 πμ στο Νεκροταφείο Ζωγραφου, οι λίγοι που μείναμε, θα σε χαιρετήσουμε  στο τελευταίο  ταξείδι. Και μην ξεχνας, πως θα ζεις όσο οι μαθητες σου ζουν,  μιας και σημαδεψες ανεξίτηλα με το περασμά σου τη ζωή τους.

https://wpababion.files.wordpress.com/2012/01/scan0004-copy.jpg?w=1056&h=771

23/10/2015

ΕΠΛΗΜΜΥΡΙΣΑΜΕΝΕ…..

Filed under: ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 8:10 μμ
Tags: , , ,

          Έριξε κατα που φαίνεται σήμερο όσο νερό ήπρεπε να ρίξει ούλος ο Οκτώβρης και εζοριστικανε μιαολά, οι Μεσσαρίτες, καθισμένοι στα σπιθα ντως, στσοι καφετέριες, άντε και καμπόσοι στα ΙΧ ντωνε… Γροικάς: επλημμύρισε ταδε που, εκόπηκενε ο δρόμος στα Καπαργιανα, εγέμωσε λασπουργια από κάτω απο τον Αι Γιωργη, εξεχείλισε ο ποταμος κοντά στο Βοργιανό χάνι, τα ίδια και χειρότερα στη Φαλάντρα

          Μούρχουναι στο νου τά νιάτα μου, 18 Οκτώβρη 1961, απού 2 με 3 η ώρα το μεσημέρι ετρέχανε οι κακομοίριδες οι Κατωμεσαρίτες να προκάμουνε τον κατακλυσμό απου εψυχαμεμιζουντονε, από τη μέσα Μεσσαρά. Ίσα ίσα που εποκάμανε να βγουνε νοτικα από το Μεσοστράτι του Καλαμιάρη και να φθάσουνε στην ασφάλεια του Πετροκεφαλιανού αμαξωτού νοτικά … Εγώ τρέχοντας ανάποδα-βορεινα από το Γυμνασιο τση Πομπιας επήγα στο σπιτάκι του κυρού μου 300 μετρα μέσα στην πεδιάδα, λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα… Εθώρουνα τσ΄αθρώπους να ξωλαλούνε τα ματράρικά ντωνε, ναχουνε φοτρωμένα τα τελευταία τσιμπράγκαλα από τσοι απλωτούς και τσοι οψιγιάδες, τσοι τελευταίες σταφίδες, τα τσιγκάκια τα σκαφάκια και τσοι αλουσουδιάστρες στσοι γαιδάρους τωνε και ίσα απου προκάνανε να φθάσουνε καμπόσοι στο σπιτάκι μας… Αρχίνιξε ο ουρανός να ξερνα με το τουλούμι το νερό, και τ΄αστραπόβροντα εκλουθούσανε τονα ταλλου, με τέτο ζορε, απου επήρα την απόφαση, 14 χρονω κοπέλι, και εφυγα τρέχοντας με μια ομπρέλα να παω στο πατρικό του κυρού μου στο Πετροκεφάλι, γιατί εκινδύνευε ναμπει το νερό στο υπόγειο και να βγάλει το λάδι από τα πιθαργια…. Στα πενήντα πρώτα μέτρα μέσα στου Μανώλη του Τσαγκάρη το λιόφυτο εγκαντάλειψα την ομπέλα, μιάς και είχενε τοσονα ζόρε η βροχή, απου … εψιλόβρεχε κατω από την ομπρέλα…. ¨Ενας ακόμη λόγος απού επαράτησα την ομπρέλα είτονε οι κεραυνοί, απού πέφτανε πότε δεξα πότε ξερβά Δεν είχα μαθές την ευτυχία των σημερινών  να έχω δει τσοι καταδιωκόμενους που τσοι πυροβολούνε από παντού και αυτοι τρέχουνε να προφυλαχτούνε και να ξεφύγουνε από τα μπαλοτοκοπήματα… Μούμεινε , που στου Ματράχαλου τη στέρνα, επήδηξα μέσα στην πλευρική και γεμάτη με νερά βάγγα, καθώς έσκασε παραπέρα ενας κεραυνός που τον είδα και σχεδόν ταυτόχρονα ήκουσα τη βροντή που τονε συνόδευε… Αλλού που γράφω ούλη την περιπέτεια εκείνισάς τση πλημμύρας….

             Το νερό ήφταξε πενήντα πόντους ύψος στο σπιτάκι  μας στα καμαράκια, μιάς και κατω από το Περι με τσοι μεγάλες νεροποντές, στη θέση Λυσματα, ήσπα ο Γεροποταμός ενα τοπικο φράγμα, και αντί να πηγαίνει αθο ντη Μπομπιανή καμάρα, επήγενε από την Μπομπιανή γεώτρηση κηφτανε να πλημμυρίζει τό νοτικό κομμάτι τση πεδιάδας κάτω από το Πετροκεφάλι… Εγροίκας το λοιπός τσοι χωργιανούς και ελέγανε: επλημμύρισε η πεδιαδα και εφθάσανε τα νερά μέχρι το πλάκακι, το βορεινότερο σημείο του Πετροκεφαλιού….

             Δυο τρις μερες μετά εκατενβήκανε οι Πετροκεφαλιανοί να καθαρίσουνε όπως μπορούσανε τα καλάμια και τα ξύλα απου εκατέβαζε ο ποραμός στη σημερινή καμάρα προς Πετροκεφάλι Τοτεσας βέβαια το γιοφύρι είτονε απλά απλά καμπόσες τράβες και μπολικα κλαδια με χώμα από πάνω, και επερνούσαμενε με τσοι γαιδάρους και κρατούσαμενε την αναπνιά μας να τα καταφέρει ο κακομοίρης ο γάιδαρος να περάσει Ας μην ξεχνούμενε, πως εκείνα τα χρόνια το Πετροκεφάλι είτονε ο αντίποδας στο απέναντι χωριό το τουρκοχώρι Καλύβια, και κάλυπτε την έκταση μέχρι τα μπαίργια τον αι Γώργη, που γι αυτό ανήκει στην ενορία του πετροκεφαλιού, του Καρασουμάντη χάνι κλπ  Δε θυμούμαι κειανένα ατύχημα μηδέ με αθρωπους μηδε με γαΙδάρους σε αυτό το δύσκολο πέρασμα…. Όμως για να μην αλλάζομε την κουβέντα, καθώς εκαθαρίζανε οι χωργιανοί τα ξύλα και τα γκαγκαρα που κατέβαζε ο ποταμός οντενήσερνε, εβρίκανε λέει ένα τελώνι…(= τέκνο θανόν πριχου βαπτιστει, εκ τούτου πεσκέσι στο σατανά, αποβλητέο, απο τους …καθως πρεπει , τους ….χριστιανούς, τρομαρα τους ,  της εποχής μου)

            Τελώνι λοιπόν…. Μιά δυστυχισμένη ανύπαντρη μάνα, μη αντέχοντας την κατακραυγή των …ηθικών γέννησε το εξώγαμο και το πέταξε στο ποτάμι, για να ζευγαρώσει η δυστυχία δυό ψυχών…. Και εμείς οι αποδέλοιποι , τρέμοντας την ρομφαία του …Θεού μας το ονομάσαμε τελώνι, προιόν και κτήμα του σατανά, που δεν επιτρεπόταν ούτε καν να το θάψουμε κατα το χριστιανικό πρότυπο…. Σκέφτομαι αλήθεια, πόσο απέχει η τότε χριστιανική εκκλησία,  όχι η θρησκεία ας μην τα μπερδεύουμε,  από τη σημερινή εκκλησια των τζιχαντιστών ιμάμιδων…. Ο Θεός (μου) ας τους συγχωρέσει, μιάς και ο δικος τους Θεός αποκλέιεται να συγχωρέσει εμένα (πολύ που χεσ….κα για το συγχωρεμό τους, μετα συγχωρήσεως κιόλας) …

04/02/2012

ΧΟΡΟΣ «ΞΩΠΑΤΕΡΑ» 2012…

Filed under: ΑΤΤΙΚΗ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 9:47 πμ

Ας θυμηθούμε τη συνάντηση των Πετροκεφαλιανών και των Φίλων τους, στις 4 Φλεβαρη στο Κέντρο ΟΜΑΛΟΣ (Σάββατο 9 μμ), όπως το βλέπετε τον χάρτη παρακάτω:

02/01/2012

55 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ…

Filed under: ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 10:08 πμ

Πετροκεφάλι, Κουσές 1957. Πολλά πράγματα ήταν διαφορετικά από τα σημερινά. Η μετακίνηση των ανθρώπων ασήμαντη, οι ξενομπασάρηδες μετρημένοι, οι γνωριμίες με ξενοχωριανούς και μετακινήσεις πολύ δύσκολες, μιάς και τα ελάχιστα αυτοκίνητα της περιοχής (Ρουτζερης, Βιδαλής, Αλμπατοηλίας, Σπιθάκης, Μηνάς) με δυσκολία μεταφέρανε τα απαραίτητα αγαθά και μόλις επαρκούσαν για τις αναγκαίες μετακινήσεις των ανθρώπων. Φυσικά και υπήρχαν και τότε οι μετακινήσεις των ανθρώπων, η μεταναστευση κλπ, αλλα ήσαν λιγοστές και συνήθως μόνιμες ή τουλάχιστον μακρόχρονες.

Ας προσπαθήσουμε όμως παρακάτω να αναζητήσουμε τόσο την ταυτότητα, όσο και την πορεία  των 80 τόσων νεαρών μαθητών, με τη βοήθεια όλων όσοι θα μπορούσαν να τους αναγνωρίσουν, αλλά και να μας δόσουν την μετέπειτα πορεία τους

ΜΑΘΗΤΕΣ ΔΗΜ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΟΥ 1954-55. ΤΑ ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΑΝΑΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΦΩΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΛΙΣΤΑ… ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ φίλους, αδέλφια, γονεις, παππούδες, διπαππούδες…

ΕΠΙΘΕΤΟ ΟΝΟΜΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΣΤΟ  ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ ΕΚΤΟΣ: ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟ ΟΝΟΜΑ ΠΑΡΑΣΤΟΥΚΛΙ ΠΑΤΕΡΑ (ΠΑΙΔΙΟΥ)
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΑΤΕΡΑ
Αλεξανδράκη Γεωργία 1943 Νικόλαος Τρικέφαλος ΓΕΩΡΓΟΣ
Αλεξανδράκης + Ιωάννης 1944 Νικόλαος
Αλεξανδράκης Ανδρέας 1948 Μιχαήλ Κουτσοχέρης ΓΕΩΡΓΟΣ
Αλμπατακη Αικατερίνη 1947 Ηλίας Αλματοηλίας ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΉΣ
Βιτωράκης(+) Μιχαήλ 1946 ΑΓ ΙΩΑΝΝΗΣ Αλέξανδρος (Φουρναράκι) ΑΡΤΟΠΟΙΟΣ
Βασιλάκη Ελένη 1947 Αντώνιος Δάσκαλος ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Βασιλάκη Σοφία 1948 Αντώνιος
Βλατακης Νικόλαος 1944 Παναγιώτης Βλατάς ΓΕΩΡΓΟΣ
Γεωργιλαδάκης Ζαχαρίας 1941 Κωνσταντίνος Πιτσούνης (ΝΤΑΦΩΤΗΣ, ΚΟΛΥΡΙ)
ΚΤΙΣΤΗΣ/ΓΕΩΡΓΟΣ
Γεωργιλαδάκης Νικόλαος 1944 Κωνσταντίνος
Γεωργιλαδάκη Φωτεινή 1947 Κωνσταντίνος
Δαμιανάκης Ματθαίος 1942 Μιχαήλ Γκιαούρης ΕΡΓΑΤΗΣ-ΑΓΡΟΤΗΣ
Δαμιανάκη Μαρία 1948 Μιχαήλ
Καλοχριστιανάκης Δημήτριος 1944 Ιωάννης Καραγιάννης ΕΜΠΟΡΟΣ
Καλοχριστιανακη Μαρία 1946 Ιωάννης
Καλοχριστιανάκη Ειρήνη 1948 Ιωάννης
Κανακαράκη Αναστασία 1943 Γεώργιος Κανακαρογιώργης ΓΕΩΡΓΟΣ
Κανακαράκη Ευαγγελία 1945 Νικήτας Κανακαρονικήτας ΓΕΩΡΓΟΣ
Κανακαράκης Νικόλαος 1945 Στυλιανος Κοκκάκης ΓΕΩΡΓΟΣ
Κανακαράκη (+) Νικη 1947 Στυλιανός
Καραγιωργάκη Μαρία 1944 Ιωάννης Καραγιώργης ΜΑΡΑΓΚΟΣ
Καραγιωργάκης(+) Γεώργιος 1946 Ιωάννης
Καφάτος (+) Γεώργιος 1940 ΚΑΛΥΒΙΑ Μιχαηλ Καφάτος ΓΕΩΡΓΟΣ
Καφάτου Ελευθερία 1943 ΚΑΛΥΒΙΑ Μιχαήλ  
Κουτεντάκη Ευσταθία 1945 ΚΑΛΑΜΑΤΑ Κωνσταντίνος Ρυζάς ΡΥΖΑΣ
Κωστάκη Ευγενία 1946 Κωνσταντίνος Τσκαλίκος ΓΕΩΡΓΟΣ
Κωστάκη Ελευθερία 1948 Κωνσταντίνος
Λεμονάκη Αναστασία 1944 Εμμανουήλ Λεμόνης ΓΕΩΡΓΟΣ
Μαλλιαράκη Ελένη 1946 Εμμανουήλ Μαλλιαρός ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΟΣ
Μανασσάκης Νικόλαος 1947 Γεώργιος Γιώργης του Δράκου ΓΕΩΡΓΟΣ
Μαρή Μαρία 1943 Κωνσταντίνος Μαρής ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΊΑΣ
Μαρκάκη Μαρία 1943 Στυλιανός Λουκάς ΓΕΩΡΓΟΣ-ΚΑΠΝΟΠΩΛΗΣ
Μαρκάκη Σταυρούλα 1948 Στυλιανός
Μαρκάκη Ελένη 1944 ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ Αντώνιος ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Μαρκάκης Σωκράτης 1947 Αντώνιος  
Μαρκάκης Νικόλαος 1943 Δράκος Δράκος ΓΕΩΡΓΟΣ
Μαρκάκη Ευφροσύνη 1945 Δράκος
Μαρκάκης Ιωάννης 1945 Γεώργιος Πεταλωτής (ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ) ΠΛΕΤΑΛΩΤΗΣ
Μιχελακάκης Γεώργιος 1942 Αλεξάνδρος  (Ρωσάκι) ΕΡΓΑΤΗΣ
Μιχελακάκη Χαρίκλεια 1945 Αλέξανδρος
Μιχελινάκη Μαρία 1943 Ιωάννης Ιωάννης ΚΑΦΕΤΖΗΣ
Μιχελινάκης Μίνως 1946 Ιωάννης
Μιχελινάκη Αικατερίνη 1943 Ευτύχιος Μιχελοευτύχιος ΚΤΙΣΤΗΣ
Μιχελινάκης Ιωάννης 1946 Ευτύχιος
Μιχελινάκης Νικόλαος 1948 Ευτύχιος
Μιχελινάκη Σταματίνα 1943 Γεώργιος Καραϊσκος ΜΠΑΚΑΛΗΣ
Μιχελινάκη Ειρήνη 1945 Γεώργιος
Μιχελινάκης (+) Μιχαήλ 1948 Γεώργιος
Μιχελινάκης (+) Βύρων 1945 Γεώργιος Βασιλιάς (ΒΥΡΩΝΙΟ) ΓΕΩΡΓΟΣ
Μπαμπιωνιτάκη Θεοδοσία 1943 Γεώργιος Καλόγερος ΓΕΩΡΓΟΣ
Μπαμπιωνιτάκη Ελένη 1946 Γεώργιος
Μαμπιωνιτάκη Μαρία 1945 Κωνσταντίνος Μπαμπιονίτης ΓΕΩΡΓΟΣ
Μπαμπιωνιτάκης Ανδρέας 1947 Κωνσταντίνος
Μπιτσακάκης (+) Γεώργιος 1943 Ηλίας Μπιτσακοηλίας (ΑΓΡΙΟΛΙΔΙ)
ΛΙΘΕΦΑΡΜΟΣΤΗΣ
Μπιτσακάκη Αικατερίνη 1946 Ηλίας
Μπιτσακάκης Ιωάννης 1942 Δημήτριος Αμερικάνος ΓΕΩΡΓΟΣ
Μπιτσακάκη Χρυσή 1946 Δημήτριος
Μπιτσακάκης Κωνσταντίνος 1948 Δημήτριος
Μπιτσακάκη Αικατερίνη 1943 Γεώργιος Μπουρμάς ΚΑΦΕΤΖΗΣ-ΚΤΙΣΤΗΣ
Μπιτσακάκη (+) Φωτεινή 1948 Γεώργιος
Μπιτσακάκη Αικατερίνη 1947 Νικόλαος Βιδαλής ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΗΣ
Μπιτσακάκη Ευαγγελία 1944 Εμμανουήλ Μπιτσακομανώλης ΚΤΙΣΤΗΣ
Μπιτσακάκης Αντώνιος 1845 Εμμανουήλ
Μπιτσακάκη Ελένη 1947 Εμμανουήλ
Μυρτάκης Εμμανουήλ 1942 Μιχαήλ Μυρτομιχάλης ΓΕΩΡΓΟΣ
Μυρτάκη Κυριακή 1944 Μιχαήλ
Μυρτάκη Γεωργία 1945 Μιχαήλ
Μυρτάκης Γεώργιος 1947 Μιχαήλ
Παπουτσάκης Αντώνιος 1946 Νικόλαος Παπουτσονικολής ΓΕΩΡΓΟΣ
Παπουτσάκης Εμμανουήλ 1948 Νικόλαος
Παπουτσάκης Ιωάννης 1945 Φϊλιππος Παπουτσοφιλίππος (ΦΙΛΙΠΑΚΙ)
ΓΕΩΡΓΟΣ
Παπουτσάκη Αγγελική 1947 Φίλιππος
Πετράκης Γεώργιος 1944 Εμμανουήλ Πούλακας ΓΕΩΡΓΟΣ
Πετράκης Εμμανουήλ 1944 Ιωάννης ΓΕΩΡΓΟΣ
Πετράκη Μαρία 1945 Εμμανουήλ Γιατρίκας ΓΕΩΡΓΟΣ
Πετράκη Στέλλα 1945 Χαραλάμπης Πετροχαραλάμπης ΓΕΩΡΓΟΣ
Πετράκη Ελένη 1948 Νικόλαος Μαντράχαλος ΓΕΩΡΓΟΣ
Πρωϊμάκη Ολυμπία 1946 Εμμανουήλ Πρωιμος Μανώλης ΓΕΩΡΓΟΣ
Πρωϊμάκης Ζαχαρίας 1948 Εμμανουήλ
Πρωϊμάκη Νίκη 1947 Γεώργιος Πρωϊμογιώργης ΓΕΩΡΓΟΣ
Σαββάκης Γεώργιος 1947 Κωνσταντίνος Αραπόκωστας ΑΓΡΟΦΥΚΑΚΑΣ
Σανταρμάκης Νικόλαος 1948 Γεώργιος Σανταρμογιώργης     (Πλαστήρας) ΓΕΩΡΓΟΣ
Σαριδάκη Στεφανία 1946 Στυλιανός ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ
Σκαρπαθιωτάκης Μιχαήλ 1945 ΛΙΣΤΑΡΟΣ Γεώργιος Λισταριανός ΓΕΩΡΓΟΣ
Σπυριδάκης Εμμανουήλ 1945 Νικόλαος Μακρολαίμης ΓΕΩΡΓΟΣ
Σπυριδάκη Μαρία 1948 Νικόλαος
Σπυριδάκης Ιωάννης 1945 Στυλιανος Τσουροστελιανός ΓΕΩΡΓΟΣ
Σπυριδάκης Ιωαννης 1944 Εμμανουήλ Σούρος ΓΕΩΡΓΟΣ
Σπυριδάκη Αθηνα 1945 Εμμανουήλ
Σπυριδάκη Στυλιανή 1947 Εμμανουήλ
Σταματάκης Δημήτριος 1941 Μιχαήλ Καγκέλης ΓΕΩΡΓΟΣ
Σταματάκη Μαρία 1943 Αντώνιος Τσολιάς ΓΕΩΡΓΟΣ
Σταματάκης Μιχαήλ 1945 Αντώνιος
Σταματάκης Ιωάννης 1945 Στυλιανός Κανάκης ΓΡ ΑΓΡΟΝΟΜΕΙΟΥ
Σταματάκης Εμμανουήλ 1948 Ελευθεριος ΓΕΩΡΓΟΣ
Σταματάκη Ευαγγελία 1947 Μιχαήλ Μιχάλης Τσαγκάραινας ΓΕΩΡΓΟΣ
Σταυρουλάκης Μιχαήλ 1943 ΚΑΛΥΒΙΑ Εμμανουήλ Σταμπαριος ΓΕΩΡΓΟΣ
Σφυριδάκη Γεωργία 1946 Στυλιανός Παπαστελιανός ΓΕΩΡΓΟΣ
Σφυριδάκης Εμμανουήλ 1946 Γεώργιος (Μετοίκησαν οικγενειακά στη Θεσσαλονίκη  1958) ΓΕΩΡΓΟΣ
Σφυριδάκης Νικόλαος 1948 Γεώργιος
Τσαβολάκης Γεώργιος 1941 ΗΡΑΚΛΕΙΟ Γρηγορίου Τσαβόλας ΕΡΓΑΤΗΣ
Τσικνάκης Γεώργιος 1946 Μιχαήλ Μιχάλης Τσικναλέξη ΓΕΩΡΓΟΣ
Τσικνάκης Ιωάννης 1948 Μιχαήλ
Τσικνάκη Συρμαλένια 1943 Διονύσιος Διονύσιος ΚΤΙΣΤΗΣ
Τσικνάκη Στέλλα 1947 Διονύσιος
Φιτσάκης Γεώργιος 1947 ΚΑΜΗΛΑΡΙ Εμμανουήλ Καμηλαργιανός ΓΕΩΡΓΟΣ
Φραγκιουδάκη Χαρίκλεια 1945 Στυλιανός Βανίλης ΓΕΩΡΓΟΣ
Φραγκιουδάκη Καλλιρρόη 1948 Στυλιανός
Χαλκιαδάκης Σωτήριος 1946 Φανούριος Φανούργιος ΕΡΓΑΤΗΣ
Χατζή Μαρία 1948 Νικόλαος Νίκος Χαμψή ΓΕΩΡΓΟΣ-ΚΤΙΣΤΗΣ

(28/1/2012: Ο Γιώργος Δαμιανάκης έβαλε ένα χεράκι για μιά πρώτη αναγνώριση…)

ΚΩΔ ΕΠΩΝ/ΟΝΟΜΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΔΙΑΜΟΝΗ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 1921-  Αντώνιος Εμμ Βασιλάκης  Διδάσκαλος Αττική Γηροκομείο  Παιδιά: Ελένη Σοφια
2  1915-2003 Μαρίκα Μιχ. Μπορνόβα  Δασκάλα  Παιδια: Ελένη Σοφια
3 Ευαγγελία Γεωρ. Τσικνάκη  Οικιακά
4  Κατίνα Κων. Κονταξάκη
5  Κουτσάκη Ελένη
6  Βασιλάκη Αντ. Σοφία  Καθηγήτρια ΜΕ -Ζωγράφος  Αττική Γηροκομείο
7  Βασιλάκη Αντ Ελένη  Δημ/γράφος  Αττικκή Γηροκομείο
8
9
10  Ζαχαριουδάκη  Κουσέ
11  1945-Μαρκακης Γεωρ. Ιωαννης  Αστυνόμος Αττική Καλιθεα  Παιδιά:
12  Κανακαράκης Στυλ Νίκος  Μετεωρολόγος  Πετροκεφάλι  Στυλιανός Χαράλαμπος
13  Μαρκάκη Δρακ Ευφροσύνη
14
15  Μιχελινάκη Γεωρ Ειρήνη (Καραϊσκου)  Οικιακά  Πετροκεφάλι
16  Ευαγγελία Νικητ. Κανακαράκη
17  1945- Μαρίκα Κων. Μπαμπιονιτάκη  Οικιακά  Πετροκεφάλι
18  Καφάτου Μιχ. Ελευθερία  Οικιακά
19 1946- Σπυριδάκης Νικ Εμμανουήλ  Τεχνικος ΟΤΕ  Πετροκεφάλι Παιδια: Νίκος, Αναστασία
20 1947- Ανδρέας Κων. Μπαμπιονιτάκης  Ιατρός Μικροβιολόγος  Αττική Γλ Νερα  Παιδια Κώστας Σταυρούλα, Επικ Καθηγητης Ιατρ Παν Αθηνων
21
22  1946- – Μιχαήλ Αλεξ. Βιτωράκης  Στρατιωτικός πέθανε νέος
23  Πετράκης Ιωαν Εμμανουήλ  γεωργία- τουριστικά  Πετροκεφάλι Ιωαννης, παιδιά: Γιαννης, …….
24  1946- Ιωάννης Φιλ. Παπουτσάκης  γεωργία Κουρείο  Πετροκεφάλι  Παιδιά: Φίλιππος,
25  1946- Νικόλαος Κων Γεωργιλαδάκης  Γεωργία  Πετροκεφάλι
26  Μανασσάκης Γεωρ, Νικος  Δάσκαλος  Κουφαλια Θεσαλονικής
27  1946- Ιωάννης Ευτ Μιχαλινάκης  Γεωργία  Πετροκεφάλι  Παιδιά: Ευτύχιος,
28  1946-Ελένη Εμμ Μαλιαράκη
29  1945- Αθηνά Εμμ. Σπυριδάκη  Πειραιάς
30  1946- Ολυμπία Εμμ. Πρωϊμάκη
31
32
33  1946- Γεωργιος Μιχ. Τσικνάκης  Γεωργία  Πετροκεφάλι   παιδιά: Σοφία, Μιχάλης
34  1946- Αντώνιος Εμμ Μπιτσακάκης  Αγρότης  Πετροκεφάλι
35  Γεωργιλαδάκης Κων Νίκος  Αγρότης  Πετροκεφάλι  Μαρία,
36
37
38
39
40  1947-Γεώργιος Μιχ Μυρτάκης
41  Κλεονίκη Στυλ Κανακαράκη  Υπαλληλος ΕΡΤ  Πετροκεφάλι  Παιδια Μανώλης Φανή,
42 1947-  Γεωργία Στυλ Σφυριδάκη
43  1947-Ανδρονίκη Γεωρ. Πρωϊμάκη
44  1948- Στέλλα Εμμ. Σπυριδάκη  Αττική
45
46  1947- Ευγενία Κων. Κωστάκη  Οικιακά  Πετροκεφάλι
47  1947- Ευαγγελία Μιχ. Σταματάκη
48
49
50
51
52
53
54  Χαλκιαδάκης  Φαν.  Σωτήριος  ΣΥνχος Δ Υ
55
56
57  1948- Ειρήνη Ιωαν. Καλοχριστιανάκη  Οικιακά  Πετροκεφάλι
58
59
60  Μαρκακη Λουκα Σταυρούλα  Οικιακά
61
62
63
64
65
66
67  Σπυριδάκη Εμμ Στέλλα  Αθηνα
68  1948- Ζαχαρίας Εμμ. Πρωϊμακης  Τεχικος ΔΕΗ  Πετροκεφαλι
69  Μαραγκάκης Ιωαν Γεώργιος
70
71  Μπιτσακάκης Δημ Κων/νος (Του Αμερικάνου)
72
73
74
75
76
77
78
79
80  1948- Φωτεινή Γεωρ Μπιτσακάκη
81  Παπουτσάλη Φιλ Αγγελική  οικιακά  Κηφισιά Αττική

27/12/2011

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2012

ΑΓΡΙΑ ΜΑΝΟΥΣΑΚΙΑ ...

Είναι μπάρεμ μιαολιά αταίργιαστο να σκέφτομαι την ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ 1950-60 και να τηνε συγκρίνω με την πρωτοχρονιά του 2012  Και ‘νας μπουνταλάς που  θελα συγκρίνει τσοι  πρωτοχρονιές κειανενούς,  στα νιάτα ντου και στα γεράματά ντου,  θε λα βγάλει σάικα πρωταθλητή την πρωτοχρονιά των νιάτων…..

Θέλω να πω με το παραπάνω, πως,  όσο καλά κάνομε εμείς οι παππούδες του 2012  ν΄ανεστορούμαστανε την τέλεια πρωτοχρονιά του 1960, (τα νιάτα μας μ΄ άλλα λόγια!),  άλλο τόσο τα σημερινά νιάτα καλά κάνουν και χτίζουν τις χαρές και τα όνειρά τους στον σημερινό κόσμο, στη δική τους σημερινή πραγματικότητα, και δε ζηλεύουνε την εδική μας πρωτοχρονιά…  Μιάς όμως και ξεκινήσαμε το σουλάτσο τση σκέψης στα παραπαντισμένα τση ζήσης μας, ας κάμομενε,  ένεκα τση μέρας, μιά περατζάδα εκεια ποθές κατά το 1950-60  στα Χριστουγενιάτικα σοκάκια του Πετροκεφαλιού, να δούμενε τσοι χωργιανούς να παλεύουνε να βρούνε το δρόμο που θελατραβήξει η γενιά ντωνε… Θα μου πεις βέβαια, πως:  » κοντό Θέ μου άλλα κάνουνε οι σημερινοί Πετροκεφαλιανοί; Μπορεί βέβαια να κάθουντε μιαολιά απαραπάνω από τσοι παπούδες τως, μα φαίνεται  μου όμως πως κάθουνται σε αναμένα κάρβουνα, και πως κάθε γενιά έχει να μεταξεσύρει στοι ελπίδες τση στα όρια τση δικής τση ζήσης….

Μέρες γιορτινές αναμεσός Χριστόγενα και  Αι Βασιλιού, αντε και μέχρι τα Φώτα και τ΄Αι Γιαννιού. Οι ξωτάρικες δουλειές είτονε καλά λίγες… Η γης είτονε στακωμένη από τσοι βροχές, και μουδε στ΄ ελιές δεν εμπορούσαμε να μαζώξωμε…

Μιας και στο Πετροκεφάλι δεν είχαμενε χιόνια, οι γιαθώποι δεν εκλειδαμπαρώνουντανε στα σπίθια ντως μουδε τσοι κακοκαιρίες, Επαίρνανε το λοιπός τα ματράρικα, και τα δένανε σε κοντινά χωραφάκια, να βόσκουνε μέχρι να βραδυάσει, και ύστερα εμαζώνανε κειανα χορταρικό,  να σάξει η νοικοκερά τσιγαριστό: Χατζίκοι, κουρνοπόδια, λάμπαθα, σταφυλινάκοι, είτονε ότι καλύτερο για τσιγαριστά, που είτανε εκλεκτό   μαγερικό τσ΄εποχής, μιας και είτονε μπόλικο και το χοιρινό. Άλλοι πάλι επελεκούσανε κειανα σπασμένο κλάδο από τσοι χοντρολιές, γι εβγάνανε από το παπούρι κειανα μιγώμι θύμους, γιανα ανάβουμε τη φωθιά, ούλες τσοι μέρες των εορτών. Εϊτονε μαθές τα απάκια και τα λουκάνικα κρεμασμένα στην καμινάδα και θέλανε καλή φωθιά για να γενούνε και να μη χαλάσουνε.

Ως ετσαλαβούτα ο κύρης μας να μαζώξει τη ψημαθιά τα τσιγαριστά, τα κοπέλια  εγυρίζαμε βαθιά στην πεδιάδα να μαζώξωμενε μανουσάκια. Ητανε η χαρά μας να μαζώξωμε ένα δυό ματσάκια και να τα στολίσομενε σε ότι ποτήρι θελαβρούμε το σπίτι, μιάς και τα ανθοδοχεία είτονε όξω από τα συνηθσμένα χρειαζούμενα του σπιθιού εκειανα τα χρόνια….

Θωρώ σας και με στραβοξανοίγετε, και σάικα θα λέτε συντουνούς σας: -Γιάντα δε μασε λες πόσοι επογέρνανε καθε χρόνο από τη «διπλή περιπνευμονία», απου εγροίκουνα και ελέγανε όντεν είμουνε κοπέλι… Εγώ μιά βολά ψόματα δε σασε λέω, μα δε θυμούμαι κειανένα να πόθανε οντενείμουνε μικρός από πνευμονία… Βέβαια, οι μανάδες μας εγούζουντανε οντε μασε θωρούσανε ολόγρους:

-Που εγύριζες μωρέ Αντρουλιό και δεν έχεις μουδε μιά στεγμή κλωστή απάνω σου;  Σάλευε να βγάλεις τη μπλούζα σου, και να κάτσεις στον πυρόμαχο να στεγνώσει το πατελόνι σου γιατί δεν έχεις άλλο… Αυριο κακομοίρη θα σε τινάσσει και δε θα πανα πεις τα κάλαντα,   μονο ξάσου…  Δε θα πας μουδε στου σαντόλου σου να σου κάμει την καλή σου χέρα και να κάνεις το κολάι σου… Όι λέω και δε σολαγάσαι, είντα πως γκανίζω σαν το γάιδαρο ολη μέρα, εσύ μουδε γροικάς,   μουδε δε μου φρουκάσαι.  Εϊντα θα πεις μωρε του παππά ανε σε τινάσσει και δε πας ταχυτέρου στην εκκλησά να μεταλάβεις; Να πα θες κακομοίρη στην πίσσα και θα βράζεις ουλημέρα στα καζάνια, με τα τελώνια…)

(Θωρώ τα κοπέλια μας και μασε στραβοξανοίγουνε με τουτανα απου τωσε λέμε, σαν πυροβολημένοι πρέπει να τωσε φαίνομαιστανε… Αλήθεια είναι πως απόσα έχομενε παθωμένα και ακουσμένα από τα μικρά μας, το πως μασε θεωρούνε τα κοπέλια μας και μιαολιά …κουνημένους, ας μην τα αδικούμενε…. μπορεί ναχουνε και λίγο δίκιο…)

Αντε,  και του χρόνου  !

07/12/2011

ΚΡΗΤΙΚΟΙ…ακριτοι

Κρίση, κριση, κριση… Πολλοί έχουν ήδη πάθει παράκρουση, χάνοντας τη δουλειά τους, τον ύπνο τους, τους στόχους τους… Οι παλιότεροι και συντηρητικότεροι (ακόμα και αυτοί που επαίρονται για το …δημοκρατικό τους …φέσι), εύχονται να φωτίσει ο θεός το …. Γιωργάκη (Παπανδρέου) να τους ξαναφέρει την οικονομική ευτυχία (!), άλλοι ελπίζουν τα αυτά,   αλλά από τον Κωστάκη-Αντωνάκη και πάει λέοντας…

Υπάρχει μια αναμφισβήτητη αλήθεια: Καθένας πουλά,ότι βγάζει  ο τόπος του, όσο μπορεί και όπου μπορεί. Πάνε χρόνια πολλά, που οι Μεσσαρίτες πούλαγαν κηπευτικά, μα και ήλιο αέρα αξιοθέατα κλπ. Τα τελευταία όμως χρόνια φαίνεται πως κάποιοι άλλοι πουλάνε τα αντίστοιχα δικά τους πράγματα σε καλύτερες τιμές, άρα ανταγωνιστικότερα… Μούθρε ταμπλάς, όταν είδα, στο τοπικό Lidle Μοιρών το 2010,  να πουλιούνται ντομάτες Βελγίου !!! Τομάτες Βελγίου λοιπόν στο Θερμοκήπιο της Ευρώπης , τη Μεσσαρά !

Αναγκάστηκα να το ψάξω λιγάκι και απλά ανακάλυψα πως οι ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ πιά γεωργοί της Ελλάδας μοιάζουν με τους αντίστοιχους υδραυλικούς: Θυμάστε πως γινόταν κάποιος υδραυλικός πριν μερικά χρόνια; Ας σας το θυμίσω: Αν κάποιος τα πήγαινε καλά με τα κλειδιά, τη σέγα και το κατσαβίδι, όταν ξέμενε από επάγγελμα-δουλειά,  έβαζε την πένσα και το κατσαβίδι στην κολότσεπη και γινόταν υδραυλικός! Δυστυχώς κάπως έτσι έμειναν στην πλειοψηφία τους και οι έλαχιστοι Ελληνες γεωργοί  Όσοι Έλληνες δεν κατάφεραν τον Κωστάκη και το Γιωργάκη να τους ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙ (και μην ξεχνάτε πως Κωστα και Γεωργιο η Ελλάδα είχε από το 1946-1955) στράφηκαν  στα αζήτητα της Ελληνικής γεωργίας. Ευτυχώς δεν είχαμε αραμπάδες στη Μεσσαρά, γιατί η … παραδοσιακή γεωργία μας θα τους χρησιμοποιούσε ακόμα…

Κάποτε, περί το 1959-55 θυμάμαι να βρωμάνε τα χωράφια από τα σάπια λαχανικά στην πεδιάδα. Κάθε Σάββατο που τέλειωνε το παζάρι των Μοιρών,  κύρια παζάρι λαχανικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, και όχι κινέζικες κιλότες και βιετμανέζικα παπούτσια, όπως σήμερα, βρώμαγαν οι Μοίρες από τις στακωμένες ντομάτες που εγκαταλείπανε οι γεωργοί στις Μοιρες χωρίς ναχουν πουληθεί. Τί κάνει η σημερινή σύγχρονη Γεωργία στην Ευρώπη; Έχει κάνει μια προσπάθεια, θάλεγε κανείς Πανεπιστημιακού επιπέδου, με έρευνα ανάπτυξη νέων μεθόδων, υδροπονικές καλλιέργειες και λοιπά. Το αποτέλεσμα είναι, παρά την κατανάλωση ενέργειας για τον έλεγχο των συνθηκών καλιέργειας στα σύγχρονα θερμοκήπια, οι στρεμματικές αποδόσεις να δεκαπλασιάζονται και βάλε ! Οπότε μπορεί οι ποικιλίες των παραδοσιακών προϊόντων νάνε γευστικότερες, αλλά οι επιβαλλόμενες απο τη συνεχή προπαγάνδα γευστικές προτιμήσεις, αλλά και το φάσμα της πείνας που ολοένα και πλησιάζει τις μάζες, δεν αφήνουν και πολλές ελπίδες για το ποιοτικό…Η δραματική μείωση των τιμών δεν έχει να κάνει μόνο με την εκμετάλλευση εκ μέρους των εμπόρων ( χωρίς αυτό να σημαίνει πως ξεχνάμε πως οι συγχρονοι έμποροι της γειτονιάς είναι το Γερμανικό Lidle, ο Βέλγος Βασσιλοπουλος, και τα επισης πολυεθνικα Βεροπουλος, Μαρινόπουλος κλπ), αλλά και με τον πολλαπλασιασμό της παραγωγικότητας (πχ διάβαζα σε μια ανάλυση η παραγωγή ντομάτας σε τρεις σαιζόν θερμοκηπίου ετήσια,  με υδροπικικό σύστημα, περί τους 100 τόνους ! , σε θερμοκήπιο 268 μέτρων !)

Καταλαβαίνω την απορία σας: Γιατί τόσο μένος, και κατηγορίες για τους πατριώτες σου βρε πατριώτη;  Θα σας απαντήσω ευθύς αμέσως:

Ζούμε σε ένα κόσμο που τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, που κυνηγά μέρα-νύκτα το συμφέρον του, όπως έχει δικαίωμα να το κάνει, Γιατί λοιπόν να μην βγάλει ο Αιγύπτιος πατάτες, πιο φτηνές από τον Κρητικό, ο Βέλγος ντομάτες περισσότερες  και φτηνότερες, γιατί να μην προσφέρει ο Αφρικανός  τις παραλίες του τόπου του σε καλύτερες τιμές από ότι εμείς τις δικές μας κλπ;

Εδώ λοιπόν πρέπει ο Κρητικός να αρχίσει να γίνεται λιγότερο Ανατολίτης και περισσότερο Δυτικός, αν θέλει να συναγωνίζεται-ανταγωνίζεται τους Δυτικούς μα και να πουλά σε αυτούς… Δεν μπορείς ας πούμε, να διαλέγεις ηγέτες που σου δείχουν χρονια τωρα λάθος δρόμο… Δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι πιά ηγέτες που αντί να σου ανοίγουν δρόμους προόδου, απλά υποθηκευσαν το σπίτι σου…

ΟΤΑΝ ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΝΑ ΓΡΑΦΩ ΟΜΩΣ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ, ΑΛΛΑ ΕΊΧΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ… ΣΧΕΤΙΚΑ ΠΑΝΤΩΣ….  ΑΣ ΓΙΝΩ ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ:

– Κάποτε πατριώτη κάποιοι σου πρότειναν αθλητικό Σχολείο στην Πόμπια. Αλήθεια, πόσους πιά παγκοσμιους πρωταθλητές θα μπορούσε να βγάλει η Μεσσαρά; Που με τη σειρά τους θα μπορούσαν να φέρουν χρήμα  για τις οικογένειές τους; Αλήθεια γιατί δεν προώθησαν ένα ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ωστε να αναβαθμιστεί-εξυγχρονισθεί  η γεωργική ανάπτυξη στη Μεσσαρά (Μου έλεγε γνωστός μου, πως η περιλάλητη Γεωργική σχολή μας στους Αγ Δεκα ενοικιάζεται, ΕΝ ΕΤΕΙ 2010, έναντι του ποσού των 4 ευρώ! σε κάποιον κτηνοτρόφο !!!) Χάζευα προ ημερών κάποιους Γεωπόνους με υδροπονικές καλλιέργειες  στη Βορεια Ελλάδα και εσεις εκεί στην Κρήτη αγωνίζεστε να βγάλετε τον προσοντούχο υποψήφιο Δημοτικό Υπάλληλο (!) ή τον μεγάλο αθλητή, λύνοντας το πρόβλημα της περιοχής…

-Διάβαζα πως ένα αρχαίο νόμισμα από τη Γόρτυνα, που απεικόνιζει την αρπαγή της Ευρώπης από το Δία,  πουλήθηκε στο Λονδίνο 500.000 δολάρια. Διάφοροι εκ Νεαπόλεως Λασηθίου, προτειναν και τοποθέτησαν στις Βρυξέλες ένα γλυπτό που απεικονιζε την αρπαγή της Ευρώπης… Κοντεύουν δε να πείσουν τους Ευρωπαίους (ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ κλπ) πως πράγματι ο μύθος, ο  αειθαλής πλάτανος κλπ είναι συμβάματα της Νεάπολης Λασηθίου… (Και μετά μιλάμε για το αν η ΦΥΡΟΜ  ονομασθει κάποτε  ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ… Βλέπετε με το πές-πες θα το πιστεύουμε και οι ίδιοι σε λίγα χρόνια).

-Συνεχίζοντας με τα παραπάνω, πρότεινα χρόνια τώρα,  πως ο Μαραθώνιος του Κουδουμά  υπολείπεται πολύ του Μαραθώνιου στο Μαραθώνα Αττικής… ¨Ομως ο ΑΓΩΝΑΣ ΔΡΟΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΠΑΓΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ (Μιά υπεροχη διαδρομή, θα ταρακουνούσε-ενθουσίαζε όλο το Δυτικό κοσμο (ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΥ, ΚΑΙ ΑΣ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ  ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ Ο ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ, ΟΣΟ Η ΦΑΙΣΤΟΣ, ΜΑΤΑΛΑ, ΓΟΡΤΥΣ), αν οι ντόπιοι αγωνιζόντουσαν τα την επιβάλουν σαν αθλητική διαδρομή…. Θα μπορούσε να αυξήσει τον τοπικό τουρισμό κλπ. Βέβαια μια κοματικοδίαιτη Δήμαρχος εκ μεταγραφής, δεν μπορεί να πιάσει αυτές τις …υψηλές έννοιες αναπτυξης του τόπου μας… ) Μιά διαδρομή που συνδέει Μάταλα Φαιστό Γόρτυνα και την ιστορία τους…. Και οι ντόποι ταγοί τι κάνουν; Προσπαθούν να μάθουν τα παιδιά μας να γίνουν ΟΛΑ πρωταθλητές στο αθλητικό σχολείο Πόμπιας… Αλήθεια, υποστηρίζεται σωστά ο αθλητισμός στην περιοχή; Αναδεικνύονται οι μοναδικότητες της περιοχής μας;

Γράφω τα παραπάνω τονίζοντας πως επιθυμώ διακαώς να καταργηθεί το Αθλητικο Γυμνάσιο ΠΟΜΠΙΑΣ, αλλά και  επιθυμώ το ίδιο διακαώς να διατηρηθεί το Γυμνάσιο Πόμπιας. Αλήθεια:

-Ένα σχολειο ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ (με τεράστιο όγκο αντικειμένων, στη διαχειριση,  διοικηση,  αναπτυξη,  εστιαση, ξεναγηση κλπ)   δεν θα έδιδε επαγγελματικό προσανατολισμό και εφόδια σε χιλιάδες αυτοδίδακτους (αρα κακούς επαγγελματίες)  στην περιοχή μας; Αλήθεια οι αθλητικοί μας φωστήρες γιατί αποκοίμησσαν και έβγαλαν χωρις εφόδια τα παιδάκια του κόσμου που πηγαίνουν στο συγκεκριμένο Γυμνάσιο;

-Ενα ΓΕΩΡΓΙΚΟ σχολείο, όπως ήδη ανάφερα προηγούμένως, θαταν πολλαπλά χρήσιμο στην περιοχή.

Βλέπετε λοιπόν, πως ένα Αθλητικό σχολείο όχι μόνο δεν είναι πανάκεια, έτσι κι΄αλλοιώς ο σύγχρονος αθλητισμός είναι απλά διαφθορείο και όπιο του λαού,  ενώ ενα Γεωργικό ή τουριστικό σχολείο θάταν μιά ελκυστική λύση για τα προβλήματα της περιοχής-εποχής μας.

ΞΥΠΝΗΣΤΕ  πατριώτες μου! Χρειάζεστε Ηγέτες για να λυνουν τα δικά σας και όχι τα δικά τους προβλήματα, να σας οδηγούν στην προοδο και την ανάπτυξη, και οχι ηγέτες να σας οδηγούν στην αποχαύνωση και την οπισθοδρομηση… Που την είδατε την πρόοδο, εκτός από τα μεγάλα λόγια και τις νταμπέλες των προοδευτικών;

27/08/2011

ΓΗΡΙΑΤΡΙΚΗ

(Έχουνε το κακό χούι οι γιαθρώποι όντε  παραμεγαλώνουνε, άμα δούνε γιατρό στην παρέα να νοίγουνε εύκολα τη συζήτηση για τα προβλήματα της προσωπικής τους υγείας. Είναι βέβαια και φυσικό και κατανοητό, ν΄ασχολουνται οι μεγάλοι άνθρωποι με αυτό το θέμα. Από κει και πέρα όμως, η συζήτηση μπορεί νάναι βαρετή, ενοχλητική σπάνιότερα όμως και διασκεδαστική, σαρκαστική, ακόμα και «φιλοσοφική» για την πορεία και τις αξίες της ζωής… 

Καθόμουνα που λέτε αλλότες, Αύγουστο μήνα στο χωργιό αρκετά βραδυασμένα και εβεγγερίσαμενε,  με μια παρέα σιτεμένων Κρητικών, και είλεγε ο καθένας τα βάσανά ντου, μέχρις που επήρε το λόγο και ο μακρινός μου μπάρμπας, να βγάλει κιαυτός τα σώψυχάντου, όι για να του σάξω τον προστάτη, τη φυρομυαλιά, τη στραβομάρα, γι το γάβρωμα απούχενε και εβγόρισε από ένα μίλι μακριά, μα πιο πολύ να μασε σάξει αυτός ο ίδιος  τη διαθεση,  από την κατάθλιψη και τη μιζέργια, για την κακοποδωμένη μας υγειά, μα και  για τα χαμένα μας νιάτα. Κάτσετε το λοιπός και γροικάτετονε: )

Είναι φορές μωρέ ανίψο εδά τελευταία, απού ταραχούμαι, και πάω πέρα-πόδε, πάνω-κάτω, δεξά-ζερβά και καρακτουλεύω, μουρμουρίζω, και ανεγκεύομαι, σαν τη μάνα μου,  απού έστενε ολόκληρο καυγά με τσ΄όρνθιες τση, όντε τση ανεχουμίζανε την αυλή και ορνιθοσκαλίζανε τσοι βιόλες τση, μπας και θελαξεπετρώσουνε κειανέναν αβρομάταρο… Και η κερά Δεσποινιά, που ως κιανεκακοπώδοκα,  με νοιάζεται και δε θέλει να με χάσει, γυρίζει και μου κάνει:

-Ειντάχεις μπρε και γυρίσεις σαν τον ανέραϊδο και καρακατουλεύεις και ανεσηκώνεις ότι σου παντήχνει;  Έχεις πράμα; Πονείς ποθές; Γι΄ πράμα είχασες;

 -Όι , τα κοντινά γυαλιά μου επαραπάντησα ποθές,  μα δεν γκατέω κιαολιάς που…Ήβαλα τα μακρινά να θωρώ την τηλεόραση, και εδά απού χρειγιάζομαι τα αλλα, δεν κατέχω που κιαολιάς είναι….

-Εμά κακονίζικο δε θωρείς πως τάχεις κρεμασμένα στο λαιμό σου; 

-!!!!  

 Και να πεις εδά πως δεν τόχα και τουτονά διαβασμένο, μιας και οι προγόνοι μας,  μας το διπλαπαραγέλνανε: – Το γήρας γαρ, ουκ έρχεται μόνον… Φαίνεται μου όμως, πως αυτοί το λέγανε, αυτοί το γροικούσανε. Εσείς θαρρείτε πως θελανείμαστε  μια ζωή ντελικανίδες. Θυμάστε το πάθημα του μπάρμπα μου του Βανίλη, έχετέντονε πούρι ακουστά, κάτσετε να σασε πω ειντάπαθε μια βολά: 

Είτονε που λέτε, ο μπάρμπας μου ο Βανίλης, ένας καλός αθρωπάκος, μα σε έκδοση …τσέπης. Έλειπέ ντου και μπόι και λεβεντιά, τάχενε και τα χρονάκια του, και ως εχρειγιάστηκε μια βολά να περάσει από το ένα χωράφι στο άλλο στα Κάτω Καμαράκια, παίρνει ένα σβούρο, και   …πέφτει στη μεση-μέση τση βάγγας απού χώριζε τα χωράφια  και απούτονε γεμάτη νερό. Ανεσύρθηκε καλά-κακά από τη άλλη μπαντα τση σαϊτας και εμονολόγα, για να δικαιολογηθεί στον κύρη μου και την γυναίκα ντου τη Βαγγελιά, απου τον έκάνανε σεϊρι:  -Εεεε παντέρμα νιάτα… Και ντελόγο, μα από μέσα από τ΄ αντόδια ντου:  –Τα ίδια σκατά είμουνε εγώ και στα νιάτα μου, μονό εμπίτισε εδά, και την άλλη βόλιτα θα νέχω αμέντες να μην τηνε ξαναπάθω…

Εκάθουμνε τσοι προάλλες και εσκαλιζα καμπόσες παλιές φωτογραφίες.  Θωρώ μια, κακοποδομένη, μα δεν έχω κιάλλη,  από ένα σπιτάκι στα καμαράκια, που έζησα τα πλειά μου χρόνια οντενείμουνε κοπέλι, προπαντός τα καλοκαίρια… Η φωτογραγία του 1970, με το σπιτάκι του παππού μου του Αλεξάκη ερειπωμένο, χορταρτιασμένο, μισογκρεμισμένο, ανήμενε να του κάμει το κολάι ντου ο καινούργιος ιδιοκτήτης, μετά τον αναδασμό τση Κάτω Μεσσαράς….

Θάτανε 1963 ή 1964. Αυγουστος, και εγώ εξετέλευα το Λύκειο, και το γεμάτο φεγγάρι έκανε τη νύκτα μέρα…. Κόντευε μεσάνυκτα, και το φεγγάρι ολοστρόγγυλο, λευκοκίτρινο, ίδιο παραγινωμένο μοσκαίικο πεπόνι, που σάματις και είχενε σηκωθεί από κανένα Μπομπιανό μποστάνι από τα ανατολικά, μπορεί και από τα Περαλίθινα, και αγκομάχε κι΄ανέβαινε τον Αυγουστιάτικο ουρανό, με δρομολόγιο να φωτίσει τα θολά και ανερμάτιστα ζάλα όσων χίπιδων ανεμαζώνουντανε από τότες τέρμα δυσικά,  στα Μάταλλα, ψάχνωντας-αναζητώντας, αυτό που ακόμα και σήμερα δεν κατάφερανε να βρούνε…. Και εγώ ξαπλωμένος στη δροσεράδα της πεδιάδας, στο σπιτάκι του παππού μου, με ένα ανοιχτό βιβλίο, να διαβάζω στο φεγγαρόφωτο, χωρίς την ανάγκη, όχι της ΔΕΗ, μα μηδέ του Προμηθέα….  Πάνε,   περάσανε 50 τόσα χρόνια από τότες…    Δεν εκάτεχα μαθες τοτεσάς  πως πενήντα χρόνια μετά θα πρέπει νάχω κολαϊνα τα γυαλιά μου, μιάς και αλλοιώς δεν θα μπορώ να ξεχωρίσω μουδε «το νεφρό από την καβαλίνα», κατά πούλεγε η μάνα μου… Όμως, το διάβασμα με το Αυγουστιάτικο φεγγάρι μούκανε τόση εντύπωση, που το θυμούμαι ακόμη…. 

Πιάνω καμμιά φορά κανα Κρητικό σταθμό, για να σπάσω τη μονοτονία, άμα δουλεύω ή διαβάζω χαλαρά. Αλλότες ανίψο, επέτυχα ένα  Κρητικό ριμαδόρο, που σαν να μου φαίνεται πως εχει πάρει ντοκτορά στην … γηριατρική, και είτονε φαίνεται ο τσιφτελής πιο σαθρακασμένος από την πατούλια μας…. Μόνο πως αυτός είκαμε τα παραπονά ντου μαντινάδες,  κείλεγε τραγουδιστά ούλο ντου το παράπονο:

Σα θα γεράσει ο άθρωπος, ποσώνεται το φώς του // θαρρεί πως την τσιρά μακρυά, μα κατουρεί ομπρός του…

 Και σκέφτηκα: μα για καλό τον είβαλα, ετουτανά το σταθμό, γι΄ για  να με ταραχήσει; Άστονε όμως μιαολιά, μα μπορεί να πει και πράμα πιο σοϊλίδικο, μπας και μου σάξει το κέφι… Ηπεσα όμως φαίνεται σε κειανα παρασιτεμένο ριμαδόρο, απούλεγε με μαντινάδες τον πόνο του, και πριχού προκάμω να το καλοσκεφτώ ξεφουρνίζει και τα χειρότερα:

Αμα γεράσει ο άθρωπος ο κόλος του φαρδαίνει // και αν ντου ξεφύγει και κειαμιά, δε ντήνε προλαβαίνει

 Είντα μωρέ κοπέλια να μασε κάνουνε και οι γιατροί, από την άρχη του καιρού το κατέχαμενε πως: ο γέρος και ανε τζοπατεί, κρυγόρεμα τονε κρατεί, μονό λίγη τη σβούρα σας.

 Θυμάσαι το Μανωλάκη που δεν εσολαγούσουνε από τοτεσας απούβγαλες τα μούρη σου από τον άθο,  μεχρι που σέζεψε η κερά σου,  η κερά Μαργιόρα; Θυμάσαι απου εμπίκιζες τον παππού σου, απούχενε μιαολιά νταντουλιάσει το μυαλό ντου στα τελευταία ντου, και άμα θελα δει κειανα κονταφούστανο  κειαμιάς τουρίστριας απουχενε ξεστρατίσει αθο ντη γειτονιά μας δεν εγίνουντανε μάϊνα; Και συ χορτάτος, να του λες όλο κακία:

 Ως και το γεροντοβουιδο στην πρασινάδα ράσει // μα δεν μπορεί να τη μασεί και την ανεχαράσει…

 Και σύ Γιωργή, θυμάσαι είντα σούπενε ο γιατρός οντον είσουνε συνορόγαμπρος, απου σε κακοπόδωκε τον πρώτο καιρό η κυρα Γιώργιαινα, και σε πήγαινε νύχτα ο κύρης σου στου γιατρού;  Είλεγέ σου, καλά θυμάσαι το,  να κάνεις μια ολιά …οικονομία, γιατί το εργαλείο είναι χρειαζούμενο και για άλλες δουλειές…. Και άμα κακοπέσει, δεν το σηκώνει κεινένα βίντσι. Για ρώτησε και το Μανωλάκη, απου την εγροίκα την ιστορία οντε την έλεγε ο Ζαχαρίας για τη μαλαπέρδα.  Είντα τονε φορτώνεσαι εδά τον γιατρό, πως δεν τα καταφέρνει μπλιό η παντέρμη μηδε στο κατούρημα, και μπας και έχει κειανα γιατρικό να σου δόσει, μπας και σάξει μια ολιά…  Εεεε καημέχαρε Γιωργή, μα μουδε στο …γηροκομείο δεν σου τηνε κρατίζουνε εδά μπλιό… Στα νιάτα τζη σήβγαλε παλικάρι… Καιρός να τηνε γεροντοκομήσεις καισύ… Και, σαν δε μπιτίζει, είντα γούζεσαι; Έχω τζη τοχω ακουστώντας τση κερά Γιώργαινας, απου σούχει φαίνεται η κακομοίρα μεγάλη αμπούνια τελευταία, να σε μοτσαίρνει,  και να τη γροικά η γειτονιά  να σου λέει:

Θυμάσαι οντεσούλεγα οικονομία καμε // και δα σου λέω: εντοέ και σύ ξανοίγεις χάμε;

 

Άστα Μανωλάκη, εξέχασές τονε φαίνεται το μερακλή τον πατριώτη μας, απου μασε τραγούδιε οντενείναστε κοπέλια το:

άθρωπος αμα γεράσει //πράμα δεν μπορεί να πιάσει.

κι΄οσα θέλει η ψυχή του //δεν τα θέλει το κορμί του…

Εσείς θαρρείτε πως το τραγουδάκι είτονε μόνο για τσοι δικούς μας παππούδες τοτεσάς. Επαέ δα σε θέλω γω,  απού εδά εγενίκαμε και μεις παππούδες…  

Πάρωρας είναι και ήθελα μωρέ κοπέλια να σασε καληνυχτίσω με μια μαντινάδα, από τα νιάτα μας και να πάω να πιώ το φάρμακό μου γα την πίεση και να πλακώσω τον καφά μου:

Καλήταν η παρέα μας και νάτανε άλλη τόση // να τρώμε και να πίνομε μέχρι να ξημερώσει

Έλα δα όμως απού όσα δεν εκοπήκανε αποδικού ντως με τα χρόνια, μούτακοψε τα παντέρμα ο γιατρός: Μην τρως ετουτονέ, μην πίνεις εκειονέ, μη, μη, μη… Δε μασε ταιργιάζει το λοιπός η μαντινάδα  με το φαγοπότι… Σαν δεν μπιτίζει όμως,  γροικάτε από τσοι Πέρα Βαθιάδες τον γδυμνολαίμη πετεινό του Λεμονακιού, απού φωνιάζει; Σύντεκνός μου είναι !!!, και:

 Αντέστε να μισέψωμενε, κι΄γιώρα το φωνιάζει // και  ο σύντεκνός μ΄ο πετεινός, από ντανώρας κράζει… 

21/08/2011

ΠΟΣΕΣ ΜΕΙΝΑΝΕ;

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 8:09 μμ

Δεν κατέχω κιαλολιάς αν έχουνε τα κοπέλια και σήμερο  ζόρε να ξεμπλέξουνε από το στρατό,  50 χρόνια πίσω όμως, μπορεί νάτονε δύσκολα τα χρόνια του Έλληνα πολίτη,  μα είτονε δέκα φορές χειρότερα τα χρόνια του ‘Ελληνα φαντάρου.  Είλεγέ μου τσοι προάλλες ο συμπέθερος μου:  «Παρουσιαστήκαμε να πάρομε το απολυτήριο, κατά το 1965-70 , και ο Ελληναράς αξιωματικός μας το έδωσε, αφού όμως πρώτα, και αναίτια, μας κούρεψε με την ψιλή μηχανή της εποχής… Το κλάμα από την τροπή και την προσβολή  μούμεινε από αυτό το γεγονός…»

Φαίνεται μου πως εδά τα πράγματα στο στρατό δεν είναι σαν αλλότες… Εμείς όμως  εμετρούσαμνενε οι κακομοίρηδες τσοι μέρες και η καλύτερη συζήτηση είτανε: Πόσες μείνανε; και ο καλύτερος είτονε αυτός που στα ελληνικά κολαστήρια-στρατό  θα καθόταν λιγότερες μέρες. Η τσατσάρα με τα κοκάλινα δόντια έπιανε τη δουλειά τση …παρηγορήτρας: Απίτις θελα πομείνουνε κειαμιάν εκατοστή μέρες, όσα και τά αντόντια τση τσατσάρας, αγοράζαμενε μιά και αρχινούσαμε να την ξαντοντιάζομενε μέρα-μέρα, με ανείπωτη χαρά, μιάς και η Μαμα-Ελλάδα μας παράδινε στους στρατιωτικούς, και είχενε μεριμνήσει να τους φορτώσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ, με κομπλεξ για τα παιδιά των Ελλήνων. Εϊτονε μεγάλο προσόν μαθές να αισθάνεται κανείς   …διάσημος, διαφεντεύοντας παιδιά… Παιδιά  απούπρεπενε να κάμει Έλληνες και όχι ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ, απούπρεπε να τα κάμει υπερασπιστές της Ελληνικής ιδέας όχι μόνο στον πόλεμο, μα και ΚΥΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ.

Τώρα λοιπόν ο Νεοέλληνας και :

-φεύγει τρέχοντας από το σχολειό του, το σχολειό που τούμαθε τα πρώτα γράμματα,

-φεύγει τρέχοντας από τη μονάδα του στο στρατό,  χωρίς να έχει μάθει γρί από το «Είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περι πάτρης» ( όχι φυσικά με τα όπλα μόνον αλλά και στην καθημερινότητά μας),

-πετά μαύρη πέτρα μόλις αρπάξει τη  σύνταξη από τη δουλειά του, ( γιατί τον πείσαμε πως η δουλειά, ο δημιουργός της, εκείνος που έφτιαξε μιά θέση εργασίας, είναι οπωσδήποτε ο κακός εργοδότης, ακόμα και όταν αυτός είναι το ίδιο το κράτος….) και πάει λέοντας….

Πάνε δεκαπέντε χρόνια, που φίλη μου σοσιαλίζουσα έπεσε από τα σύννεφα, σαν επληροφορήθκε από τον αδελφό της πως οι Ελβετοί κάνανε δημοψήφισμα, για να παίρνουνε σύνταξη στα εβδομήντα…  (και όχι στα 65, που παίρνανε μέχρι τότε). Προ μηνών το ίδιο θέμα είχανε και συζητούσανε οι Αυστριακοί. Και έρχομαι στα δικά μας… Δουλεύω 39 χρόνια στο Πανεπιστήμιο στα 64 μου χρόνια. Και το Κράτος δεν μου είπε Μπράβο! Τα «Κράτος» θέλει να πάρω σύνταξη, μπας και στη θέση μου διορίσει κάποιον, κάνοντας καμπόσων το ρουσφέτι… Ακούσατε μήπως πως δεν θα μειωθεί το εφάπαξ εκείνων που έχουν ήδη συμπληρώσει τα 35 χρόνια και εξακολουθούν να δουλεύουν;  Σϊγουρα όχι !, Οι κομματάρχες θέλουν να πάρομε δάνειο για τη σύνταξή μου και άλλο δάνειο για να διορίσουν και να πληρώνουν ένα δικό τους στη θέση μου….  Ακούσατε κανένα μέτρο ή κίνητρο να μην φεύγουν οι υπάλληλοι στα 15 στα 20 στα 25, στα 30;  Όλο για πλασματικά χρόνια ακούτε, όλο για εξαγορά κλπ. Και ελπίζετε να μην βουλιάξωμενε; Μωρέ στα άπατα θα πάμε, είτε σαν εργαζόμενοι είτε σαν συνταξιούχοι….

Η συντεταγμένη, η κυβερνητική Ελλάδα μας θωρεί πατριώτες μου σαν τα κουνούπια, και καθημερινά βάζει το …εντομοαπωθητικό της !!!  Μας διώχνει, μας απωθεί μακρυά από τους τόπους που θάπρεπε να ναι ο ακατάλυτος τροφοδότης της Ελληνικότητας μας…  Όχι φυσικά καμιάς υπερεθνικιστικής ιδέας, απλά και μόνον, όσων θα έφταναν να μας ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΝ και μόνον από τα αρπακτικά που λυμαίνονται τον κόσμο μας επιτρέποντάς τη  λάθος δική μας καθοδήγηση,  μέχρι να πέσουμε στη δική τους παγίδα…

Μας έπεισαν πως πρέπει να δουλεύουμε μόνο  3, 4, 5,  6 ώρες την ημέρα; Τότε γιατί  μας έβαλαν να συναγωνιζόμαστε τους Κινέζους  και τους Γιαπωνέζους που δουλεύουν 18 ώρες; (έτσι καταλαβαίνω εγώ την παγκοσμιοποίηση). Νομίζουμε πως είμαστε οι μάγκες αυτού του κόσμου;

Μας λένε οι ξένοι, και έχουν δίκιο, πως καταναλώνουμε διπλά από όσα  παράγουμε.   Τότε γιατί δεν προσπαθούν να πείσουν εκατοντάδες χιλιάδες παροχείς υπηρεσιών, να αλλάξουν επάγγελμα και να κλείσουν τα μαγαζάκια τους,  μιάς και οι μισές από τις υπηρεσίες -αγαθά  που καταναλώνουμε θα περικοπούν;  Αντίθετα μάλιστα, παίρνοντας δανεικά χρηματοδοτούν θέσεις παροχής υπηρεσιών και θέσεις διασκέδασης. Εϊναι σαν να μας βροντοφωνάζουν: διασκεδάστε ζωντόβολα τρώγοντας δανεικά, σε λίγο θα αναστενάζετε, όπως ήδη αναστενάζουν  τα παιδιά σας…

Ακούστε λίγο σας παρακαλώ την ιστορία μου: Είτανε Ιούλιος 1965. Εϊχα έρθει κατευθεία από το χωριό μου μετά από εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Στο χωριό μου ζούσε ένας γιατρός, τρεις υπάλληλοι και δυό δάσκαλοι… και άλλοι 500 χωριανοί όλοι τους γεωργοί στην ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ παραγωγή. Μου έκανε λοιπόν μεγάλη εντύπωση η εκρηκτική  δόμηση της Αθηνας  Μιά πολυκατοικία με πέντε ορόφους, από τους οποίους το ισόγειο ήταν μαγαζιά. Θυμάμαι λοιπόν τι σκεφτόμουν τότε:  «-Μα είναι δυνατόν δε μιά πολυκατοικία, οι τρείς ή τεσσαρες όροφοι, οι απο πάνω, με ας πούμε 20 οικογένειες, να θρέφουν τά μαγαζάκια του ισογείου,  άλλες 5-10 οικογένειες;  «.  Έτσι σκεφτόμουν λοιπόν τότε, θεωρώντας ΠΑΡΑΣΙΤΙΚΗ, την παροχή υπηρεσιών σε τέτοιο βαθμό.  Είχα βέβαια την παράσταση της επαρχίας που ένας μπακάλης, και ένας δυο καφετζήδες με εργασία ημιαπασχόλησης (το άλλο σκέλος ήταν η γεωργία) ΟΛΟΙ συμμετέίχαν στην ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ παραγωγή.

Ερχόμαστε λοιπόν τώρα και ψάχνουμε να βρούμε κάποιον που να δουλεύει στην πρωτογενή παραγωγή, να φτιάχνει πράγματα, να φτιάχνει προϊόντα και αγαθά που θα τα έχουν ανάγκη κάποιοι Τελικά, και τα ελάχιστα που βρίσκουμε, ελληνικής κατασκεύής τα παίρνει ο πρώτος ο δευτερος ο τρίτος  κλπ μεσάζων τους ανεβάζουν την τιμή πώλησης και συμπιέζουν την τιμή αγοράς, έτσι ώστε και οι τελευταίοιι παραγωγοί προτιμούν να μπουν στην αλυσίδα των μεσαζόντων (παρόχους υπηρεσιών τους λένε ευγενικά), προσπαθώντας να φάμε ο ένας τον άλλο, απλά ανεβάζοντας το κόστος μιάς και το κέρδος όλο και μικραίνει. Και σε όλη την αλυσσίδα έρχεταιι και το κράτος και αυξάνει και αυτό το μερίδιό του με τον γνωστό ΦΠΑ,

Επειδή λοιπόν δεν υπάρχουν Ελληνες παραγωγοί ζητάμε δανεικά από τις αγορες και τα δίδουμε:  μεριά για να εισάγουμε ξένα προϊόντα, μεριά για να τα δώσουμε στους μισθοδίαιτους και κρατικοδίαιτους, σύμφωνα με τα κρατικά συνδικαλιστικά κλπ κριτήρια, για να  «αγοράσουν»  τα προϊόντα.

Λυπάμαι πατριώτες μα αυτό όλο μου φαίνεται σαν κακόγουστο παιδικό παιχνίδι…. Εγραφα, στο ΧΩΡΓΙΟ ΜΕ ΓΕΛΙΟ στη διπλανή στήλη, για το ίδιο παιδικό παιχνίδι για τα ΚΟΥΒΑΚΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΧΑΡΑΛΑΜΠΗ… Το ίδιο παιγνίδι παίζουμε πατριώτες, και ας μεγαλώσαμε. Κάποιοι μας έκαναν αργόσχολους, κλέφτες μικροαπαταιώνες, ακαμάτες, ντεμπέληδες, πείθοντάς μας όμως, ΠΩΣ ΤΑΧΑΤΕΣ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΣΚΛΗΡΑ !

Στο σχολειό, στο στρατό, στη δουλειά μαθαίναμε πως να ΜΙΣΟΥΜΕ, αυτό που θα κάναμε, πως να ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΟΥΜΕ, από την καθημερινή μας ζωή. Και όλο λέγαμε:

ΠΟΣΕΣ ΜΕΙΝΑΝΕ; Πόσες μείνανε για να τελειώσουμε το σχολειό, πόσες μείνανε για να φύγουμε από το στρατό,  πόσες μείνανε για να φύγουμε από τη δουλειά….

Πολύ φοβάμαι πως ήδη οι πιο προνοητικοί  έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε και να σιγανομουρμουρίζουμε:

Πόσες άραγε μας μένουνε; (μέχρι να βουλιάξουμε…)

Αυτή η ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΕΜΜΟΝΗ,  με το: πόσες μας μείνανε και ξανά: πόσες μας μείνανε,  δεν βλέπω να μας βγαίνει τελικά σε καλό…

22/05/2011

ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ…

Μεγάλα λόγια θα μου πεις… Μα μήπως οι …ιστορικές «αλήθειες» με την πένα του ιστοριογράφου στα χέρια κάποιων, που μεθοδικά χτίζουν τον ανδριάντα του του σογιού τους  σε ένα τόπο, είναι η  ιστορία του τόπου;  Γροικάς λοιπό να λέει ο γεις κειάλλος: «Το Πετροκεφάλι προπολεμικά (ήγουν στη διάρκεια του μεσοπολέμου, Α-Β παγκόσμιος πόλεμος) είτονε έτσι,  η Οδηγήτρια ήτονε στοι δόξες τση»  κλπ…

Μιά φωτο όμως,  ένα ιστορικό απολίθωμα, με τη βουβαμάρα του από τη μιά, μα και τις «εκκωφαντικές» φωνές του από την άλλη,  μαρτυρά, πως οι κοινωνικές επισκέψεις και  οι αρκετοί μοναχοί στην Οδηγήτρια εκείνη την περίοδο, δείχνουν πως οι Μονές αποτελούσαν ακόμα πόλο έλξης και  σημείο ζωής στην μόλις ελευθερωμένη Κρήτη.

Ακόμα, μπορεί να δει κανείς πως μιά ισχυρή κοινωνική συνιστώσα του χωριού τις αρχές του 20ού  αιώνα, ήταν αναμφίβολα ο δάσκαλος του χωριού  από τη μιά και το παπάς με το συμβούλιο της ενορίας από την άλλη…

Και γιά τους νεώτερους: Μπορεί να υποθέσει κανείς πως ώφειλε να υπάρχει το θρησκευτικό συναίσθημα σε κάποιον ώστε να «ασχοληθεί» άς πούμε …»επαγγελματικά» με το τελετουργικό της θρησκείας, ψαλτική, επίτροπος,  ιερωσύνη κλπ, όμως στην περίπτωση του Πετροκεφαλιού, αυτό έχει και τις …αποχρώσες ενδείξεις του, κατά που θάλεγενε και το γραμματιζούμενο συμπεθεράκι μου: Από το σόι λοιπόν των Τσίκνιδων όλοι: ο Παπά Νικολής, καθώς και ο Ιερομόναχος Διονύσιος Τσικνάκης στις αρχές του 20ου αιώνα, τους διαδέχτηκε ο Παπά Κωστής Τσικνάκης στη μέση του 20ου αιώνα, με αμυδρή σημερινή συνέχεια τον Παπά Σωκράτη Τσικνάκη. Από κοντά ο Χαρίλαος Τσικνάκης αδελφός του Παπά Κωστή μιά ζωή αριστερός ψάλτης στο Αγιο Πνεύμα. «Αυτός είναι από παπαδόσογο» , εγροίκας τον αφορισμό των παλαιοτέρων, εννονώντας το σόι που βγάζει παπάδες…. και δεν είχαν άδικο φυσικά…

Και όλα αυτά από την παρακάτω φωτο:

ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ 1930 ΚΑΝΑΒΟΣ, ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ, ΑΛΜΠΑΤΟΓΙΩΡΓΗΣ, ΧΑΡΙΛΑΟΣ

01/05/2011

ΕΚΔΡΟΜΗ ΕΥΒΟΙΑΣ ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ 2011

Filed under: ΑΤΤΙΚΗ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 12:21 μμ
Tags: , ,

Όπως μπορείτε να διαβάσετε στην ανακοίνωση του Συλλόγου Ξωπατέρας, μιά πατούλια Πετροκεφαλιανοί και οι φίλοιντως, ετοιμάζονται να περάσουνε καλά την Κυριακή 8 Μάη 2011, στον Αι Γιάννη το Ρώσσο στην Αγία Αννα, κλπ. Πάρετε λοιπόν τους φίλους σας, όσοι μπορείτε, ενημερώσετε βέβαια και τους υπεύθυνους και: 

ΚΑΛΗ ΠΑΡΕΑ ΧΩΡΓΙΑΝΟΙ!

ΕΚΔΡΟΜΗ ΞΩΠΑΤΕΡΑ ΕΥΒΟΙΑ 2011

Ο ΑΡΑΠΑΛΕΞΗΣ

Ο Αλέξανδρος Εμμ. Σαββάκης (1893-1960) ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά του Αραπομανώλη. Έμενε με τη γυναίκα του την Αραπαλέξενα Ευαγγελία (1895-1965) πίσω από το ιερό της εκκλησίας του Αγ Πνεύματος στο Πετροκεφάλι, στο σημερινό κοινοτικό κατάστημα Πετροκεφαλίου.

Αλέξανδρος Εμμ Σαββάκης 1893-1960

Μούρχεται στη μνήμη πάντοτε λεβέντης και αξιοπρεπής, χωρίς να σκύψει στις, συμφορές ή «συμφορές» που του επεφύλαξε η ζωή. Τιμώντας τη μνήμη του, θάθελα, με την ευκαιρία της ανάρτησης αυτής της φωτο που ευγενικά μούστειλε ο ανηψιός του Ματθαίος Αντ Σαββάκης, να αναφερθώ σε δυό ή τρία περιστατικά που έχω στη μνήμη μου,  μα και, ας μου επιτραπεί,  να θυμίσω στους νεώτερους ναναι υποψιασμένοι για τα είδωλα που στήνονται πλέρια και αφειδώς μπροστά τους, για να τα προσκυνάνε, πως απλά μας κάνουν ειδωλολάτρες.  Η ιστορία του τόπου μας δεν είναι αναγκαστικά ότι μας σερβίρουν κάποιοι, προς δόξα της φάρας τους, αλλά και πολλά  άλλα που οι «γιαλαντζί ιστορικοί¨ θάθελαν αιδημόνως να ξεχνούν.

-Ο Αραπαλέξης είχε ένα μονάκριβο γιό,  το Νικολή, 21 χρόνων τη Γερμανική κατοχή. Συμμετείχε σε κάποια αντιστασιακή οργάνωση κατά των κατακτητών Γερμανών,  και κάποιοι δοσίλογοι τον πρόδωσαν στους Γερμανούς. Οδηγώντας τον  οι Γερμανοί να τους παραδώσει τα όπλα που είχε κρυμμένα στην οροφή της Αγίας Παρασκευής, τον εκτέλεσαν (1941) στο ρυγιάκι, όπου υπάρχει μιά μικρή προτομή με την αναφορά του γεγονότος… Εμφανέστερες θέσεις βλέπετε δεν έχει το Πετροκεφάλι… Ίσως θεωρήθηκε ήσσονος σημασίας το γεγονός, μπροστά σε πιό ….πιασάρικα  είδωλα, που έχουν και διάφορο…  (Αλήθεια πόσοι νέοι Πετροκεφαλιανοί γνωρίζουν για τον Γιαννη Κανακαράκη που πέθανε στο Αουσβιτς  το 1941, γένημα -θρέμα και αυτός του Πετροκεφαλιού;) Σε μιά φωτο αναρτημένη σε αυτό το ιστολόγιο μπορείτε να δείτε επίσης τον Εμμανουήλ Αντ. Σαββακη, νεαρό τότε, μαζί το Μιχάλη του Γκιαούρη (Μιχαήλ Δαμιανάκη)  σε μιά αντιστασιακή ομάδα της κατοχής….

– Πέρασαν λίγα χρόνια και περί το 1946 ο Αραπαλέξης εκλέχθηκε κοινοτικός Σύμβουλος της πιθανώς πρώτης μετακατοχικής κοινοτικής διοίκησης του Πετροκεφαλιού. Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες, μα το 1953 μιά ομάδα κατηγορουμένων ανάμεσά τους  ο Μπιτσακοδημήτρης (Αμερικάνος), ο κύρης μου (Μπαμπιονιτάκης Κωνσταντίνος) και ο Αραπαλέξης πήγαν κατηγορούμενοι στο Ηράκλειο, για ….ατασθαλίες στην πρώτη μετακατοχική κοινότητα του χωριού. Εϊναι απορίας άξιο τι ακριβώς διαχειρίσθηκε η μετακατοχική κοινότητα που θα μπορούσε να διασπαθιστεί ή να κακοδιαχειρισθεί. Από όλη αυτή την ιστορία, θυμάμαι ότι έγινε κατάσχεση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του Αραπαλέξη: του σπιτιού του ! Και μιάς και δεν μπορούσαν να τον πετάξουν στο δρόμο, μετά και το θάνατο και της συζύγου του, το σπίτι του περιήλθε στην Κοινότητα,  όπου και έγινε το σημερινό Κοινοτικό κατάστημα.

– Παρόλα αυτά, ο Αραπαλέξης ήταν όρθιος, σεβαστός στους πλείστους Πετροκεφαλιανούς, ευθυτενής και αγέρωχος, κάθε Κυριακή στο πρώτο στασίδι της βόρειας πλευράς της εκκλησίας του Αγ Πνεύματος… Ακόμη δε η περίεργη εκείνη «καταδίκη» του δεν του αποστέρησε κύρος ή πολιτικά δικαιώματα, χωρίς δε να επαίρεται για βασιλική ή δεξιά  προσήλωση (ιδεολογία που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα, αλλά όχι και στην Κρήτη) , ήταν μέλος των Ταγμάτων Εθνικής Ασφάλειας,  ΤΕΑ. Με αυτή του την ιδιότητα τον θυμάμαι να κρατά ένα ταχυβόλο και να φυλάσσει τον μόλις ανακαλυφθέντα αρχαιολογικό χώρο στην νοτιοανατολική γωνία του «Μοναστηρικού», του γνωστού μεγάλου κοινοτικού χώρου  στο πλακάκι όπου σχεδιάζεται ένας αθλητικός πολυχώρος. Όταν άρχισε να λιγοστεύει το νερό της γριάς αμάτας, νερό που ερχόταν απ΄την Γριά αμάτα και περνώντας από τη Γυροποταμιά, δούλευε το Σπυριδιανό Νερόμυλο, ενώ πότιζε όλα τα νότια-παράπλευρα περιβόλια, με τελευταίο στη σειρά το «μοναστηρικό» με μια μεγάλη είσοδο νερού στο κέντρο της νότιας πλευράς του. Τελειώνοντας όμως το νερό αυτό ανοιξαν ένα πηγάδι στην νοτιοανατολική γωνία περί το 1955, όπου και ευρέθηκαν διάφορα αρχαία και κρίθηκε σκόπιμο (για φόβους αρχαιοκαπηλίας) να αναλάβει το ΤΕΑ, τη φύλαξη του χώρου μέχρι την έλευση των αρχαιολόγων…

26/04/2011

ΚΥΝΗΓΙ το 1950

Σε  κάποια μέρη το κυνήγι πιθανόν νάναι μέχρι και επάγγελμα. Στα μέρη μας την εποχή του 1950-60, το κυνήγι ήταν απλά ένα χρήσιμο χόμπυ, μιάς και μπορούσε να εξασφαλίσει πολύτιμες πρωτεϊνες στο πιάτο του φαμελιάρη κυνηγού και της οικογένειάς του, σε μιά δύσκολη μετακατοχική περίοδο. Φυσικά υπήρχε αρκετό κυνήγι, λαγοί, στα βουνά τους γήλοφους και τις πεδιάδες. Αλλο είδος ζώων, δεν είχαμε γιά κυνήγι. Πολλές φορές κυνηγούαμε τσ΄αρκάλους και τσοι ζουρίδες, όχι για να τα βάλομε στο πιάτο μας, αλλά γιατί έκαναν ζημιές είτε στα κηπευτικά οι αρκαλοι, είτε στα πουλερικά οι ζουρίδες.

Έτυχε να περάσω πριν καμπόσα χρόνια από την απάνω ρίζα, ξεκινώντας από τα Ρεθεμνιώτικα, από τ΄Αποδούλου μέχρι τη Γέργερη. Η διαδρομή μου είτανε γνωστή, μιάς και την έκανα από παιδάκι με τά πόδια και το γαιδουρι… Αυτή τη φορά είχα ειδική αποστολή: να βρω μιά γνήσια κατσούνα, από αγριελιά, για την Αθήνα, δώρο στον κουνιάδο μου. Και μιάς και η καταγωγή μου είναι από τα Βορίζα, είπα να σταματήσω και να ψάξω εκεί. Ρωτώντας βρήκα έναν, που είχενε καμμιά τριανταριά για πούλημα σε ένα σταύλο-αποθήκη. Περπατώντας και συζητώντας, τούπα για την καταγωγή μου και το επώνυμό μου. Στη συνέχεια αυτός μούδειξε την τοποθεσία Μπαμπιόνι,  που ήταν το σπίτι των προπαπούδων μου, από όπου πήραν και το επώνυμο Μπαμπιονιτάκης. Το ενδιαφέρον στην όλη ιστορία είναι πως και ό άλλος μου παππούς, από τη μάνα μου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στα Βορίζα, όπως και η μάνα μου.  Αυτός λοιπόν ο δεύτερος παππούς μου , που εγώ δεν γνώρισα μιάς και πέθανε σχετικά νέος, ήταν συγγενής του παππού εκείνου που μου πούλαγε την κατσούνα, και πάνω στη συζήτηση μου είπε: Ο παππούς σου με τον παππού μου πηγαίνανε στ΄ αόρη να κυνηγήσουνε ΑΓΡΙΜΙΑ. Αυτή η μαρτυρία από μόνη της, από ένα άνθρωπο μη φυσιοδίφη-οικολόγο ή ερευνητή, αποτελεί και την καλύτερη δήλωση-μαρτυρία, πως πριν το 1900 οι ΑΙΓΑΓΡΟΙ, αυτά είναι τα αγρίμια, ευρίσκονταν και στον Ψηλορείτη. Φυσικά με το κυνήγι και χωρίς προστασία εξαλείφθηκαν, έμειναν δε λίγα λόγω προστασίας στη Σαμαριά και στη νήσο Δία, το νησάκι μπροστά στο Ηράκλειο. Και μιάς και μιλούμενε για την πανίδα της Κρήτης, και στόχους κυνηγιού, γιά αλλους  λόγους αυτή τη φορά  στόχος ήταν οι … αγριόγατοι. Θυμάμαι,  από τη μάνα μου αυτή τη φορά,  διηγήσεις-αναφορές για αγριόγατους «απου ετρώγανε ολόκληρα αρνιά»  Προφανώς πρόκειται για τους αναφερόμενους ως ΦΟΥΡΟΓΑΤΟΥΣ. (υποείδος αγριόγατου στην Κρήτη με σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος του οικιακού γάτου). Και μιάς και κάνουμε αναφορές για τα διάφορα … θηρία της Κρήτης, μιά ακόμα αναφορά από διηγήσεις της μάνας μου (στην πραγματικότητα διηγήσεις των βοσκών στα Βορίζα) για τεράστιους όφιδες, που μαγνήτιζαν με το βλέμμα τους, που τους ονόμαζαν ΤΑΥΚΙΤΕΣ (Ταύκοι, αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ονομάζονταν απρόσιτες χαράδρες-βάραθρα, στον Ψηλορείτη).

Λαγοί λοιπόν σίγουρα υπήρχαν αρκετοί, μάλιστα οι φωλιές τους ή κοιμηθιές, όπως τις ονομάζαμε, ήταν στους γήλοφους και όχι μέσα στην πεδιάδα, όπου κατέβαιναν όμως καθε βράδυ  τα καλοκαίρια για να βοσκήσουν και να πιούν νερό. Σε ορισμένα σημεία στις πλαγιές των λόφων έβλεπα μέσα από την πεδιάδα το δρομάκι που ακολουθούσαν οι λαγοί κάθε βράδυ, κατεβαίνοντας στην πεδιάδα από τους γυμνούς και ακαλλιέργητους τότε λόφους.  Πλησιάζοντας οι λαγοί στην πεδιάδα, ακολουθούσαν τα δρομάκια των γεωργών και έμπαιναν στην πεδιάδα. Αυτό βόλευε τους κυνηγούς της εποχής να στήνουν καρτέρι με τα όπλα τους, αναμένοντας την κάθοδο του ανυποψίαστου λαγού τη νύκτα. Τό καρτέρι αυτό ήταν γνωστό σαν  τόπωμα. Εγροίκας το λοιπός τσοι κυνηγούς απο νωρίς:  -Είδα μπρέ Γιώργη μιά κοιμηθιά πάνω από το λιόφυτό μου, και ο λαγός κατεβαίνει κάθε βράδυ από του Παυλοευτύχιου τη στέρνα… Το βράδυ θα πάω στο τόπωμα  και ανέ τονε πετύχω θα κάνομε ενα στιφάδο πρώτο πράμα…  Ας το δούμενε όμως το κυνήγι του λαγού, λίγο πιό αναλυτικά -διαχρονικά-λαογραφικά. Μιάς και ο ίδιος δεν ήμουν κυνηγός,  όσα σας λέω παρακάτω, μπορεί  νάναι από τα συνήθη ψέματα των κυνηγών, δεν είναι όμως σάϊκα δικά μου ψέματα…

         -Αλλού που, στο χωργιό με γέλιο, σας γράφω για την ιστορία του κυρού μου και τση γιαγιάς μου, απού οντονε θερίζανε επέτυχε ένα λαγό στη κοιμηθιά ντου, του δοσε μιά με το δραπάνι κλπ. Για τη συνέχεια: Ο κάτης και ο Λαγός..  Ένας λοιπόν πρωτόγονος τρόπος ήταν να πιάσεις το λαγό στον   …ύπνο.

           -Στον Υμηττό εγνώρισα κάποιους που μου λέγανε για ένα Κρητικό,  (Ηλίας Πιταροκοίλης (1915) από το Καρουζανό Ηρακλείου) απού εξέμεινε από την Αλβανική υποχώρηση του 1941 στο Υμηττό . Ανέπιασε ένα κουράδι πρόβατα, επορπάθιε ξυπόλυτος και ήπιανε λέει τσοι λαγούς στ΄αγλάκι….. (κατά που μου λέγανε οι παλιοί Γλυκονεριώτες….). Εγνώρισα την κόρη του, πάντως εγώ δεν έφαγα από εκειουσάς τσοι λαγούς, κι αν θέτε με πιστεύγετε…

              -Είχαμενε διαφόρων είδών σύρματα για να  κάνομε τσοι διάφορες δουλειές στο χωργιό. Πάντως τα πιό παλιά σύρματα,  (γι΄πιό καλά τα πιό παλιά  ΤΕΛΙΑ, όπως τα λέγαμε εμείς),  είτανε τα τσουγκρότελα (τα γνωστά αγκαθωτά σύρματα περιφράξεων), και τα ΛΑΓΟΥΔΟΤΕΛΑ. (Ας τελεύουμε όμως με τα τέλια, νεώτερα σύρματα στην περιοχή ήταν τα ΜΠΑΛΟΤΕΛΑ, σύρματα για την αυτόματη περίδεση (μπάλιασμα) των άχυρων σε μπάλες μεταφοράς- αποθήκευσης). Τα λαγουδότελα λοιπόν δεν τα βάφτισε σάϊκα έτσι ….ο παπάς στην εκκλησία, μα οι  …χρήστες: Με τα συγκεκριμένα φτιάχναμε θηλιές, (όπως της φωτογραφίας), που τις στερεώναμε στα μονοπάτια  του λαγού. Όταν τη νύκτα ο λαγός περνώντας μπερδευόταν από τη θηλειά, αυτή έσφιγγε και τον έπνιγε…  (Τέτοιου τύπου παγίδες χρησιμοποίησα μόνο για αρκάλους, μόνο μιά φορά, που μου κατέστρεφαν τις πατάτες. Και βέβαια ο καημένος ο άρκαλος κτυπηθηκε τόσο που έσπασε το σύρμα της παγίδας και έφυγε σε κακή κατάσταση…).

            -Ας πάμε όμως και στη σύγχρονη αντίληψη του κυνηγιού με όπλο:  Τα συνηθισμένα όπλα της εποχής, οι τσιφτέδες, ήταν εμποσθογεμή μονόκανα ή δίκανα. Είχανε ακόμα ένα ξύλινο ραβδί, το χαρμπιστήρι* σαν απαραίτητο εξάρτημα, στην πραγματικότητα ένα λεπτό ραβδί που χρησίμευε για να ταπώνει το μπαρούτι στό βάθος της κάνης του όπλου με ένα κομμάτι στρασούδι*.   Μετά πρόσθεταν μιά δόση σκάγια και εκ νέου ένα κομμάτι στρασούδι και ξανά χάρμπισμα με το χαρμπιστήρι. Μέχρις εδώ ήταν η διαδικασία εκείνη,  από την οποία προέκυψε και η παροιμία : στάσου αγά να γεμώσω., φράση που έδειχνε την προσεκτική και χρονοβόρα διαδικασία της προετοιμασίας του όπλου. Από κει και μετά, βλέποντας στη φωτο, βλέπετε τσοι πετεινούς ή κοκορες του όπλου, ένας για κάθε κάνη. Σηκωνόταν ο πετεινός και ετοποθετείτο από κάτω ένα καψούλι. Τώρα το όπλο ήταν έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει: σηκώνανε τον πετεινό σημάδευαν τό λαγό και με τη σκανδάλη ελευθερονόταν ο πετεινός κτυπώντας το καψούλι που με τη φωτιά του μέσω μιάς οπής που επικοινωνούσε με το μπαρούτι της κάνης έκανε την έκρηξη και εκτίνασε τα σκάγια προς το θύμα. (το καψούλι περιέχει ένα εκκρηκτικό μίγμα από Βροντώδη Υδράργυρο,  που αναφλέγεται μέ το βίαιο κτύπημα)

Φυσικά τα ίδια αυτά τα όπλα χρησίμευαν και για το κυνήγι των διαφόρων πουλιών, είτε πέρδικες είτε ορτύκια, τριγόνια, μπεκάτσες, είτε και των αποδημητικών, όπως οι παπίτσες και οι φόλεγες που γράφω στα  ΖΩΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ.

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΠΙΤΣΙΡΙΚΑΔΩΝ

Γιά μένα προσωπικά, που έτσι κι΄αλλοιώς απεχθάνομαι το κυνήγι μα και τους κυνηγούς (κι΄ας μη με συγχωρέσουν ποτέ τους) γράφοντας τα παραπάνω δεν είχα κίνητρο αυτό καθαυτό το κυνήγι, μα τις περιπέτειες των παιδικών μου χρόνων,αναφορικά με το  «κυνήγι….» Πώς αλλοιώς αλήθεια να μιλήσει κανείς για τσοι ασφεντόνες (έστω σφεντόνες) των παιδικών μας χρόνων χωρίς να μιλεί για κυνήγι;  Φεύγοντας λοιπόν από τους …σοβαρούς κυνηγούς περνάμε στους πιτσιρικάδες και τα  …όπλα τους. Εμεις δεν στήναμε ξόβεργες για τα διάφορα πουλιά γενικά, δεν θάλεγα δε πως είμασταν και φανατικοί κυνηγοί γενικότερα. Όμως σίγουρα έχει ενδιαφέρον η ασχολία μας αυτή ειδικά στην παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς και οι επιδόσεις μας στο κυνήγι των σπουργιτιών, που αφθονούσαν στην περιοχή.

Ας τα δούμε λοιπόν:

Η ΑΣΦΕΝΤΟΝΕΣ

Είτονε περισσότερο παιγνίδι σκοποβολής, παρά πραγματικό όπλο κυνηγιού.   Ένα ξύλο σε σχήμα Υ και συνήθως αγορασμένο λάστιχο για ασφεντόνες από το μπακάλικο και ένα κομμάτι δέρμα. Όλα αυτά προσεκτικά συναρμολογημένα έφτιαχναν μιά ασφεντόνα. Ένα πετραδάκι 1-2 εκατοστά διάμετρος ήταν το βόλι, και από κει και μετά ο … χειριστής μπορούσε να σημαδέψει: από τον … πισινό ενός άλλου  πιτσιρίκου,  μέχρι διάφορα πουλιά, … με μέτρια επιτυχία… Ευτυχώς λόγω του ζεστού κλίματος δεν είχαμε τη συνήθεια των τζαμιών εκείνα τα χρόνια στα σπίθια μας , δεν είχαμε δε ούτε ηλεκτρικούς γλόμπους να τους βάζουμε σημάδι,   και έτσι οι βολικοί αυτοί κατοπινοί στόχοι  δεν …έτρεμαν  την κυνηγετική μας δεινότητα….

                 -Στόχος μας κυνηγετικός, και μάλιστα με καλύτερα αποτελέσματα ήταν οι ΠΟΥΛΙΤΣΕΣ, τουτέστιν οι φωλιές των πουλιών. Τις εντοπίζαμε συνήθως πάνω στα δένδρα, τις παρακολουθούσαμε και όταν τα μικρά σπουργιτάκια,  οι ατσέλεγοι, ήταν έτοιμα να πετάξουν, τα μαζεύαμε ΞΕΣΚΟΝΙΖΟΝΤΑΣ την πουλιτσά δηλαδή παίρνοντας τα πουλάκια. Φτιάχναμε κυριολεκτικά ομάδες και προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε φωλιές με νεοσσούς,   και από κει και μετά ό στόχος μας ήταν να ξεσκονίσουμε τις πουλιτσές. Κάπου στα ανεστορήματα γράφω για το ΡΩΣΣΑΚΙ που για να ξεσκονίσει μιά πουλιτσά κρεμάστηκε με ένα μπαλότελο στο γείσο ενός διόροφου αρχοντικού, 10 μέτρα ψηλά…

           -Όταν η τεχνολογία μας εφοδίασε με ηλεκτρικούς φακούς, τους κρύους μήνες του χειμώνα κυνηγούσαμε και πάλι τα σπουργίτια σε χαμηλές συστάδες φύλων δένδρων, μιάς και σε αυτές μαζεύονταν τα σπουργίτια, διότι η θερμοκρασία ήταν σχετικά καλύτερη, σε σχέση με τα ψηλότερα κλαδιά. Πηγαίναμε λοιπόν και τυφλώναμε τα σπουργίτια με τους φακούς και πιάναμε αρκετά από δαύτα που λόγω του έντονου φωτισμού δεν μπορούσαν να δουν και να αντιδράσουν. Μιά άλλη παραλαγή του κυνηγιού σε αυτή τη θέση, ήταν, αν θυμάμαι καλά, να φτιάχνουμε καπνό, που μεταφέραμε κάτω από τα κλαδιά που είχαν κουρνιάσει τα πουλιά. Αυτά ζαλιζόταν από τον καπνό και έπεφταν μισοαναίσθητα από τα κλαδιά και τα πιάναμε…

           -Τελευταία και  λίαν ενδιαφέρουσα περίπτωση ήταν το κυνήγι των σπουργιτιών στα πηγάδια το χειμώνα. Το Πετροκεφάλι ήταν γεμάτο πηγάδια στον κάμπο. Τα σπουργίτια λοιπόν είχαν διαπιστώσει την πολύ καλή σταθερότητα της θερμοκρασίας δυό-τρια μέτρα κάτω από τη γη, μέσα στα πηγάδια και φυσικά πάνω από την επιφάνεια του νερού. Έτσι λοιπόν, κατά το σούρουπο τα σπουργίτια φώλιαζαν κατά δεκάδες στις εσοχές του πηγαδιού. Εμείς με κουβέρτες σκεπάζαμε το άνοιγμα του πηγαδιού, και σε ωρισμένο σημείο αφήναμε άνοιγμα από όπου ρίχναμε τη δέσμη φωτός με το φακό, όποτε τα σπουργίτια τυφλωμένα έτρεχαν πάνω στο φως όπου και τα συλλέγαμε κατά δεκάδες….

Πέρασαν κάποιες δεκαετίες και η χρήση φυτοφαρμάκων κατέστρεψε τόσο τα …φαγώσιμα σπουργίτια, όσο και τα μη φαγώσιμα κοράκια από όλη την περιοχή, άλλαξε δε το οικοσύστημα τόσο που οι δεκαοχτούρες, άγνωστες  προ 50 ετών έχουν γίνει κυρίαρχα πτηνά στην περιοχή.

09/01/2011

ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ 2011

ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ 2011.

Ένας χρόνος δύσκολος, το 2010, έφυγε φορτωμένο με την αντισοπόνοια, των περισσοτέρων…  Εμείς, οι λίγοι μεγάλοι, μα πολύ περισσότερο οι νεότεροι, μαζευτήκαμε κατά το έθιμο, να δόσουμε τις ευχές μας για το 2011.  Κόσμος πολύς, νέος, γελαστός και αισιόδοξος, μαζεύτηκε να δόσει ένα μάθημα αισιοδοξίας για το χρόνο που έρχεται. Το κέντρο Ζορμπάς, στη Λεωφόρο Συγγρού γέμισε από τους Πετροκεφαλιανούς και τους φίλους τους. Τι και αν έλειπαν πολλοί…,  όμως ήρθαν περισσότεροι… Ο Σύλλογος χωρίς σκοπιμότητες, αντεκδικήσεις,  διεκδικήσεις, προσωπικές προβολές και ότι γενικά δρομολογεί αντικοινωνικές και ιδιοτελείς σχέσεις, αλλά με αίσθημα του χρέους απέναντι στο φίλο,  το χωριανό, το γείτονα, μαζεύτηκε κόσμος πολύς, κόσμος χαρούμενος, που με κέφι και ζωντάνια,  έβαλε μιά χαρούμενη πινελιά στο ξεκίνημα του καινούργιου χρόνου.

Από τους παλιούς, ο Μάνος Παπαδάκης και η παρέα του, ο Γιώργος ο Τσικνάκης (του Αντώνη του Χατζή), η Νιτσα του Μαντράχαλου η Στέλλα του Διονύσιου με τι ς παρέες τους έδοσαν το παρόν. Πλήθος νεότεροι γέμισαν το Κέντρο, αμείβοντας ηθικά το Συμβούλιο του Ξωπατέρα, που για άλλη μιά φορά  και δούλεψε, μα και κατάφερε να δικαιωθεί στα μάτια των Πετροκεφαλιανών,  όπου γής.

Ο Κωστής του Καδιάνη, τιμώντας και συνεχίζοντας την παράδοση του χωριού, ήρθε και πάλι να μας μεταφέρει τις ευχές των χωργιανών, σαν Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου του Πετροκεφαλιού.

Ο Πρόεδρος της Παγκρήτιας Ένωσης κ Μαριδάκης, όπως και ο Αντιπρόεδρος  κ Καλογερόπουλος, μας τίμησαν με την παρουσία τους δίδοντας τις ευχές τους

Μιά ακόμα ευχάριστη στιγμή, σημαντική για τα παιδιά μα και την κοινωνία μας, ήταν  ήταν  ο έπαινος του Ξωπατέρα στα παιδιά που πέτυχαν φέτος σε ανώτατα Εκπαιδευτικά  Ιδρύματα και μπόρεσαν να παρευρεθούν  στην εκδήλωση: η Ιωάννα Εμμανουήλ Μπιτσακάκη (εγγονή του Μπιτσακοηλία και της Αννας (του Πετροκεφαλιού του 1960)), καθώς και του: Γιώργου Τρουλινάκη,  (εγγονού του Θωμά Μαραγκάκη και της Γιαννούλας του Βάτση).

ΚΕΝΤΡΟ ΖΟΡΜΠΑΣ 8/1/2011

 

Ο Πρόεδρος Ευθύμης Τσικνάκης καλωσορίζει...

Γ Σαββάκης, Δ Μπιτσακάκης, Ε Τσικνάκης, Κ Σταυρουλιδάκης, Γ Τσικνάκης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

01/12/2010

ΜΙΧΕΛΙΝΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΟΣ

Πάνε χρονια πολλά… Ο Χαρίδημος του μακαρίτη του Νικολή του Τρακοσάρη είχενε ξεπεράσει το φόβο της λευχαιμίας που καραδοκούσε να εκδηλωθεί, φόβος που τον οδήγησε στο γραφείο μου μετα από 40 χρόνια διαφορετικών πορειών…

-Πάμε να δούμε το χωριανό μας το Μανώλη το Μιχελινάκη; μου πρότεινε μιά μέρα, καθώς περνούσαμε έξω από το νοσοκαμείο ΝΙΜΙΤΣ

-Και γιατί όχι;  του απάντησα, μιάς και όντας χρόνια στη Ιατρική στο Πανεπιστήμιο , μα σε διαφορετική ειδικότητα, δεν έτυχε να σμίξουμε κάπου με το χωριανό μου το Μανώλη Μιχελινάκη. Παρ΄όλα αυτά κάπου σπάνια μα εκεί που δεν το περίμενα άκουγα για ένα «καλό ορθοπεδικό  Μιχελινάκη στο ΝΙΜΙΤΣ», από ανθρώπους που δεν ήξεραν την κοινή καταγωγή μας… Ήμουν βλέπεις παιδάκι, όταν σπάνια τα παιδιά του Μαθαίου του Μιχελινάκη ερχόντουσαν από το Ηράκλειο στο Πετροκεφάλι,  να δουν τις θειάδες τους, την κερά Ειρήνη τη δασκάλα μας,  και την κυρά Δέσποινα την Μουντράκη…

Ο Χαρίδημος, συνήλικος του Μιχελινάκη, είχαν τη φιλία και τη γνωριμία τους. Με εγνώριζε ο Μανώλης εξ ακοής, προσφέρθηκε να με βοηθήσει σε τυχόν πρόβλημά μου, και αμοιβαία   τον ευχαρίστησα, λέγοντάς του πως είμαι διαθέσιμος και εγώ από τη θέση μου σε ότι τυχόν χρειασθεί. Πέρασαν χρόνια και χάρηκα όταν ένας καλός του συνεργάτης στο ΝΙΜΙΤΣ μου ζήτησε εκ μέρους του να μεριμνήσω για ένα πρόβλημα του φοιτητή στην Ιατρική γιού του…

Πέρασαν τα χρόνια μέχρι την κακή την είδηση… Ένα από τα στηρίγματα του Πετροκεφαλιού χάθηκε ξαφνικά… Εϊναι ανθρώπινο, να αποζητάς την ελπίδα στον «γιατρό» του χωριού σου, που τον εμπιστεύεσαι, που κάτι κοινό σας δένει και δίδει ζωή στην ελπίδα, κόντρα  στον πόνο,  την αρρώστεια, την απελπισία… Μόνο όσοι έτρεξαν να βρουν μία τέτοια βοήθεια, μπορούν και να καταλάβουν εκείνους που πέρα από την όποια συγγενική σχέση, λυπούνται που έφυγε από τη ζωή τους ένα,  σας πούμε αποκούμπι, της δύσκολης ώρας…

Ο Μαρκάκης ο Νίκος, γνήσιος ευπατρίδης, πλήρης σοφίας  γνώσης μα και επίγνωσης των ανθρώπων και της αξίας τους, αφιέρωσε στον Μιχελινάκη Μανώλη την παρακάτω δημοσίευση στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Ηρακλείου, της 29/11/2010. Το αναδημοσιεύουμε ευχαρίστως, σύμφωνα και με την επιθυμία των απανταχού φίλων του:

29/11/2010 ΠΑΤΡΙΣ

Μανώλης Ματθ. Μιχελινάκης (1939-2010)

Στυλοβάτης της ιατρικής επιστήμης
Του δημοσιογράφου Νίκου Ε. Μαρκάκη

Ενας από τους παλιούς συνεργάτες της εφημερίδας μας, ο φημισμένος συμπολίτης μας ορθοπεδικός-χειρούργος Μανώλης Ματθ. Μιχελινάκης “έφυγε” ξαφνικά, προ ημερών, αφήνοντας ανεξίτηλα τα ίχνη της μεγάλης προσφοράς του στο νοσηλευτικό χώρο.

Η “Π” είχε φιλοξενήσει κατά καιρούς αρκετά άρθρά του, μεταξύ των οποίων εκείνα τον Μάρτη και τον Ιούνη του 1979 γύρω από το “συγγενές εξάρθρημα στην Κρήτη” που προκάλεσαν για την πρωτοτυπία και αποκαλυπτικότητά τους μεγάλη εντύπωση στον ιατρικό κόσμο.

Ενα αφιέρωμα στον ευπατρίδη αυτό της ιατρικής επιστήμης, δημοσιεύεται σήμερα. Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά του.

Στις προσωπικότητες που με την έντονη δράση και προσφορά τους-στη διάρκεια της επίγειας πορείας τους-αφήνουν ανεξίτηλα τα ίχνη και τη σφραγίδα της ατομικής συμβολής τους στην ανέλιξη του κοινωνικού τομέα στον οποίον ανάλωσαν το βίο τους, περιλαμβάνεται και ο συντοπίτης μας, Μανώλης Ματθ. Μιχελινάκης.

Ο στυλοβάτης της ιατρικής επιστήμης, πασίγνωστος και καταξιωμένος χειρούργος-ορθοπεδικός, ο οποίος απροσδόκητα ανεχώρησε τον περασμένο Σεπτέμβρη για το υπερπέραν, αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στο χώρο της νοσηλείας και μέριμνας των ασθενών με μυοσκελετικά προβλήματα.

Κενό δυσαναπλήρωτο, απουσία μόνιμα αισθητή με το άκρως “βεβαρημένο” ενεργητικό του, με αποκορύφωμα τις πάνω από 10.000 εγχειρήσεις που πραγματοποίησε και την ανάδειξη σε πρωτοπόρο με τις καινοτομίες στη χειρουργική τεχνική, του Ν.Ι.Μ.Τ.Σ. (Νοσηλευτικού Ιδρύματος Μετοχικού Ταμείου Στρατού), στο οποίο ξεκίνησε και τερμάτισε τη σταδιοδρομία του, αρχικά σαν επιμελητής και τελικά σαν διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του.

Παράλληλα με τον ιατρικό κόσμο και την κατηγορία των θυμάτων του κινητικού συστήματος, βαρύτατο πένθος επεσίκασε και το Πετροκεφάλι-το πρωτοπόρο χωριό της Μεσαράς-όπου ο αείμνηστος είχε τις πατρογονικές ρίζες του. Η είδηση ότι “ο γιός του Μαθιού και της Μαρίας του Χατζή” δεν θα ξανάρθει στο χωριό, συγκλόνισε τη μικρή κοινωνία μας και αυθημερόν μια ομάδα Πετροκεφαλιανών ανεχώρησε με “καράβια και αεροπλάνα” για Αθήνα, όπου με το άλλο πλήθος των πενθούντων, τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο κοιμητήριο Παπάγου.

Μεγάλη η αδυναμία που έτρεφε ο αείμνηστος στο Πετροκεφάλι, όπου διασώζεται και σήμερα η κατοικία του πατέρα του Μαθιού. Οι χωριανοί-μεταξύ των οποίων και ο γράφων-θα θυμούνται πάντοτε το: “δεν επιτρέπεται” με το οποίο ο φημισμένος χειρούργος-ορθοπεδικός ανταποκρινόταν στην πρότασή τους για πληρωμή-ανταμοιβή της μέριμνάς του. Φιλανθρωπική όντως η στάση που τήρησε στους Πετροκεφαλιανούς και σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις κατέβαλε εξ ιδίων, στους αδύναμους οικονομικώς, τα ναύλα για να επιστρέψουν στο χωριό τους.

Το αγκωνάρι αυτό της Ιατρικής επιστήμης, ξεκίνησε την ανοδική πορεία του από τον αθλητικό χώρο με τη συμμετοχή του σε ομάδες του Ηρακλείου αρχικά και αργότερα των Αθηνών. Γεννήθηκε το 1939 στο Ηράκλειο. Με την αφοσιωμένη σύζυγό του κ. Πίτσα Παραβάντη απέκτησαν δυο άριστα αποκατεστημένους σήμερα γιούς: τον οικονομολόγο Ματθαίο 32 ετών και τον προγραμματιστή υπολογιστών Δημήτρη, 31 ετών.

Για την ιστορία και για μια ιδέα της σε βάθος και πλάτος εξελικτικής διαδρομής του, παραθέτω τα κυριότερα δείγματα από το επίσημο βιογραφικό του, το οποίο είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει η οικογένειά του:

Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1958 και απεφοίτησε επιτυχώς με βαθμό “Λίαν Καλώς”, το 1964. Ως φοιτητής ακόμα, μέσω του συστήματος ανταλλαγών, εργάστηκε στην Κλινική Νοσημάτων Θώρακος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Εμπειρία που του έδωσε το έναυσμα για να μεταβεί τον Ιούνιο του 1967 στην Αγγλία, να ειδικευτεί στην Ορθοπεδική και να παραμείνει έως τον Ιούνιο του 1972 εργαζόμενος σε γνωστά κέντρα Ορθοπεδικής στο Bristol, Sheffield, Liverpool και Suffolk.

Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1972, προσελήφθη ως επιμελητής στην νεοσυσταθείσα Ορθοπεδική Κλινική του Ν.Ι.Μ.Τ.Σ. όπου λόγω της εμπειρίας του από την Αγγλία, ανέπτυξε την χειρουργική τεχνική της Ολικής Αρθροπλαστικής Ισχίου με τη χρήση του ειδικού σετ εργαλείων του Charnley. Η κίνηση αυτή κατέστησε το Ν.Ι.Μ.Τ.Σ. ένα από τα τρία νοσοκομεία που πραγματοποιούσαν τέτοιες επεμβάσεις στην Ελλάδα εκείνη την εποχή. Τα καθήκοντά του στο εν λόγω νοσοκομείω περιλάμβαναν μεταξύ άλλων την αποκλειστική λειτουργία του εξωτερικού ιατρείου με περίπου 3.600 ασθενείς να εξετάζονται κάθε χρόνο, την εκτέλεση και την συμμετοχή σε όλες τις ορθοπεδικές επεμβάσεις και την κλινική παρακολούθηση των εσωτερικών ασθενών. Το 1984, έγινε διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Ν.Ι.Μ.Τ.Σ. όπου και παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 2007.

Το 1978, συνέγραψε διατριβή για τη χρήση του ακρυλικού τσιμένου στις ορθοπεδικές επεμβάσεις όπου εκτός από το θεωρητικό πλαίσιο, υπήρξε και πειραματική παρακολούθηση.

Συμμετείχε σε πολλά σεμινάρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως για την αρθροσκόπηση του γόνατος τον Μάιο του 1979 στο Nigmegen της Ολλανδίας. Το σεμινάριο αυτό έδωσε το έναυσμα για να εισηγηθεί την προμήθεια ειδικού σετ εργαλείων για την αρθροσκόπηση του γόνατος στο Ν.Ι.Μ.Τ.Σ. Από τότε και μέχρι σήμερα εκτελούνται εκεί με επιτυχία αρθροσκοπήσεις.

Εχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε πάρα πολλά συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σίγουρα όμως ξεχωρίζει ο ίδιος την πρώτη του φορά, τον Ιανουάριο του 1980, όπου δέχτηκε επίσημη πρόσκληση για να συμμετάσχει με ομιλία στο συνέδριο για τον εορτασμό των 50 χρόνων του Winford Orthopaedic Hospital στο Bristol της Αγγλίας. Η ομιλία του αφορούσε στην μέθοδο Ender την οποία εφάρμοζε τότε στο Ν.Ι.Μ.Τ.Σ. και θεωρήθηκε ιδιαίτερα πρωτοποριακή.

Πίστευε ακράδαντα στην προληπτική ιατρική και για το λόγο αυτό προέβη στην δημοσίευση άρθρων διαφωτιστικού περιεχομένου για το κοινό σε πολλές εφημερίδες και ιατρικά περιοδικά. Μεταξύ άλλων, ξεχωρίσουν τα δύο άρθρα τον Μάρτιο και τον Ιούνιο του 1979 στην ημερήσια εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ” του Ηρακλείου σχετικά με το “Συγγενές εξάρθρημα” στην Κρήτη. Επίσης είχε δώσει και συνεντεύξεις στον ημερήσιο αθηναϊκό Τύπο όπως “ΤΑ ΝΕΑ”, έκαμε ραδιοφωνικές εκπομπές και ομιλίες στην τηλεόραση.

Στη ιερή μνήμη του και ανταποδοτικά της προσφοράς του στο Πετροκεφάλι άναψα ένα κεράκι στο πολυούχο μας Αγιο Πνεύμα.

Καλοστραθιά σου, γιατρέ.

02/11/2010

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ…

Τις 30 Ιουνιου 2010 έλαβα το παρακάτω γράμμα:

«Κοντοχωριανάκια, θερμά συγχαρητήρια για τον Ξωπατέρα (μας) σας. Είμαι από το Καστέλλι Καινουργίου, έχω πολλούς φίλους και συμμαθητές από το πετροκεφάλι, καθώς και ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις με την Βαγγελιώ Σχοιναράκη (κουμπάριά, η γιαγιά της βάφτισε την αδελφή μου) αυτό που θέλω να σας πω είναι πως τον Ξωπατέρα τον έχω κάνει άγαλμα και τον έχω στην είσοδο του Οικομουσείου μου στη Νέα Αλικαρνασσό Καρτερού 18-20. Σας καλώ όλους να επισκεφτείτε το Οικομουσείο μου να καμαρόσετε τον ήρωα. Επίσης αν έχετε χώρο να του στήσετε άγαλμα σας το φτιάχνω δωρεάν.Στέλιος Κωστή Σπυριδάκης.- 30 Ιουνίου 2010»

Μιά προσφορά τέχνης είναι μιά προσφορά ψυχής. Και όταν αυτή η προσφορά δεν εισπράττει ένα ευχαριστώ, τουλάχιστον,  σίγουρα κάπου δεν βαδίζουν καλά οι πολιτιστικοί μας Σύλλογοι.  Ο Αγαπητός κ Στέλιος, εντόπισε το Σϋλλογο Ξωπατέρα στο Διαδίκτυο, όσα εγώ έχω γράψει γι΄αυτόν κλπ Βέβαια, ο ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ είναι δημιούργημά μου εξ ολοκλήρου, με την αμέριστη όμως συμπαράσταση της γενιάς μου όπως ξεκάθαρα αναφέρω. Δεν παύει όμως ο Σϋλλογος νάναι και ένα νομικά ωρισμένο Σωματείο, του οποίου τώρα είμαι απλά μέλος, τη δε διοικητική και νομική ευθύνη έχουν άλλοι αξιόλογοι Πετροκεφαλιανοί. Εϊναι θέμα συντονισμού και επικοινωνίας, για  να ρυθμιστεί κατά τον καλίτερο τρόπο η αποδοχή της ευγενικής σας προσφοράς Όμως σε δεύτερο  γράμμα αναφέρονται και άλλα:

Στα λοιπά σας ερωτήματα,στο δεύτερο γράμμα, προς τον Πετροκεφαλιανό  Δημοσιογράφο Νίκο Μαρκάκη,

με βαζετε στον πειρασμό να σας απαντήσω εγώ, χρόνια μακριά από την Πατρίδα, μιάς και όλως τυχαίως βρέθηκα νάχω πιό πολλούς ζωντανοιύς δεσμούς με όλους που αναφέρετε στο γράμμα σας.

Αντώνης Μανδαλάκης: Ένας κατ΄εξοχήν ευπατρίδης δάσκαλος στις Μοίρες με καταγωγή από τη Βιάνο Γιός αξιωματικού της χωροφυλακής, θυμάμαι αμυδρά τη φωτογραφία του στο σπίτι της κυριας Πόπης,  Ιποκκράτους και Καλλιδρομίου το 1966.  Στην ίδια γειτονιά 100 μέτρα πιο πέρα ο Σταυρος του Ντάσκου, ο Αντωνακογιώργης (Σϊββα),  ίσως ο Βλατάκης (Κουσέ),  η Εύα η Στέλλα και η Χαρά (Σύζυγοι των Μανώλη Μπιτσακάκη, Γιώργη Λεκάκη και Καψάλη από τις Μοίρες) Ακόμα λίγο πιό πέρα ο Βαρδουλάκης Μιχάλης από τον Αι Κύριλο, ο Νίκος Μανιδάκης τραπεζιτικός από τη Μιαμού, Η κάτω Μεσσαρά είχε στήσει φοιτητική παροικία στα ρομαντικά τότε Εξάρχεια… Δραστηριότατος στα Κοινωνικά, Συλογικά, Πολιτιστικά,  Εθιμογραφικά δρώμενα της Μεσσαράς, ο Αντώνης Μανδαλάκης:  Πρώτος γιός μιάς αρχοντικής οικογένειας από τη Βιάνο με τη γιαγιά Βικτωρία, την Κυρία Πόπη και τα παιδιά της το Στέλιο με την εξαιρετη σύζυγο του Αγάπη , τη Βαγγελιώ και τη Βικτωρία με τον κοντοχωργιανό σου ( απο τον Αμπελούζο)  σύζυγό της , τον Αντώνη. Μου  ξέφυγε ο μεγάλος γιός της Κυρίας Πόπης, ο Αντώνης Μανδαλάκης, που έμελλε να γνωρίσω στις Μοίρες και κάθε καλοκαίρι ήταν και είναι μιά φιλική, προσηνής και ευπρόσδεκτη συνάντηση στα διάφορα δρώμενα των Μοιρών, μα και στις καφετέρειες των Μοιρών.

Μαστραχάς: Ο καπετάν Μαστραχάς από τη Γέργερη. Είχε μιά εγγονή στην Αθήνα. Παντρεύτηκε ένανε ρουμελιώτη, ονόματι Κορδόση.  Ο γιός της Μαστραχοπούλας Θεόδωρος Κορδόσης είναι ένας καλός φίλος και συνάδελφος καθηγητής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών στο διπλανό μου γραφείο

Κόρακας: Ένδοξος καπετάνιος από την Πόμπια. Εϊχα παρε-δόσε με τον ΟΤΕ  Κορωπίου κάποια περίοδο, περί το 1995. Με εξυπηρετούσε μιά κοπέλα ονόματι Αγγελική Κόρακα! Συζητώντας, μου είπε πως ο πατέρας της, Δάσκαλος στο Ναύπλιο είχε ψάξει και είχε βρει το γενεαλογικό της δένδρο από τον Καπετάν Μιχάλη Κόρακα που τον καιρό των επαναστάσεων, και γιά λόγους προστασίας είχε στείλει τις κόρες του στο Ναύπλιο της ελεύθερης Ελλάδας

Πέρασαν μερικά χρόνια και η κόρη μου παντεύτηκε από το Ναύπλιο. Σε συζήτηση με τον συμπέθερό μου,   μου εδήλωσε εκ του ασφαλούς » Και βέβαια είχαμε στο Ναύπλιο ένα δάσκαλο Κόρακα που μας έκανε μάθημα στο δημοτικό»

Βλέπεις Αγαπητέ κ Στέλιο πόσο μικρός είναι ο κόσμος μας;

Ας έλθω όμως και στο θέμα της δικής σας προσφοράς. Η καρδιά των Πετροκεφαλιανών δεν θα πάψει να είναι στο χωριό Πετροκεφάλι, σημείο αναφοράς όλων όσων αναφέρονται σε αυτό,  άνεξάρτητα αν ζουν στο Ηράκλειο Αθήνα εξωτερικό κλπ. Θάταν λοιπόν δύσκολο να γίνει οτιδήποτε μακράν του χωριού. Και από αυτή τη θέση θα παρακαλούσα τον εδρεύοντα στο Πετροκεφάλι Πολιτιστικό Σύλλογο  και προσωπικά τον κ Κωνσταντίνο  Καδιανάκη, Πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου,  να δρομολογήσει την αξιοποίηση της ευγενικής προσφοράς σας.

22/09/2010

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Ερωτόκριτος… Όνομα που, σαν άλλη Ιλιάδα και Οδύσσεια του Ομήρου, μονοπώλησσε την συγκίνηση, το συναίσθημα, μα πιό πολύ τον έρωτα, στις προηγούμενες γενιές της Κρήτης. Το πάντρεμα του θρύλου που άκουγε στο όνομα Ερωτόκριτος, με τα μουσικά ακούσματα της Κρητικής λύρας τη δεκαετία του 1960 από τους μεγάλους λυράρηδες  της εποχής Κώστα Μουντάκη και Ν. Ξυλούρη μαζύ με την τεχνολογική ανάπτυξη των δίσκων 33 στροφών, έκανε μιά σαρωτική επέλαση στις καρδιές των Κρητικών εκείνα τα χρόνια. Ήταν δε τόσο καταλυτική η επιδραση των 3-4  παραπάνω παραγόντων, δηλαδή α) το έμμετρο αριστούργημα ο Ερωτόκριτος β) οι μεγάλοι καλλιτέχνες  γ) το αγαπημένο όργανο της εποχής εκείνης στην Κρήτη,  η λύρα και δ) η τεχνολογία της διάδοσης της μουσικής ηλεκτρικά (ραδιόφωνο δίσκοι), που ακόμα και η αλλαγή των στοίχων στην καθομιλουμένη εκείνο τον καιρό διάλεκτο στην Κρήτη,  έγινε ταυτόσημη με το ίδιο το πρωτότυπο, πνευματικο δημιούργημα  αιώνων πριν.

Μούλεγε η μάνα μου, γεννημένη στ όρεινά της Κρήτης, πως οι ντελικανήδες (και μέσα σ΄αυτούς και ο μπάρμπας μου ο Μύρος, αδελφός της μάνας μου) και οι κοπελιές «εκατέχανε ούλο τον Ερωτόκριτο απόξω», πα, να πει, πως τραγουδούσανε μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα  και πίσω, ζωντανά τον Ερωτόκριτο στα πανυγήρια και στις συγκεντρώσεις, μιάς και δεν υπήρχε τρόπος αναπαραγωγής και αποθήκευσης των ακουσμάτων (μόλις το 1933 πρωτοεμφάνισε η RCA στην Αμερική τους δίσκους 33 στροφών).

Μπορεί ο Ερωτόκριτος να ξεκίνησε και να συγκίνησε σαν ποιητική έκφραση, όμως όπως είδαμε έγινε πολύ γρήγορα και λαϊκή μουσική έκφραση. Και μιάς και η τέχνη είναι ενιαία, ο «Ερωτόκριτος» σαν ερέθισμα, δεν άφησε ασυγκίνητους άλλους ευαίσθητους καλλιττέχνες,  σε διαφορετικές εικαστικές τέχνες…

Χωρίς να είμαι «παραγωγός» (συγχωρέστε μου την έκφραση) καλλιτεχνικών προϊόντων, δεν μπορώ παρά να συνταχθώ, και να χειροκροτήσω τους στυλοβάτες των καλών  τεχνών στην περιοχή μας, πολλώ δε μάλον, που μιά χωριανή μας η Σόνια Βασιλάκη, εκπροσωπεί δυναμικά και επάξια την περιοχή μας και πρώτα από όλα το Πετροκεφάλι στο χώρο των εικαστικών τεχνών.

Οφείλω λοιπόν  να αποτυπώσω τη δράση και τα δρώμενα των πολιτιστικών παραγόντων α) του Πολιτιστικού Συλλόγου Μεσσαράς, β) του Μουσείου Κρητικής Εθνολογίας Βώρρων, και βέβαια της γ) Σόνιας Βασιλάκη για την προσπάθεια-προσφορά στα πολιτιστικά δρώμενα της περιοχής μας το καλοκαίρι 2010. Είναι αναμφίβολα νάμα ψυχής κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εκδήλωση στον τόπο μας.

Ειδικά όταν, ο εικαστικός, ο γλύπτης, ο συγγραφέας, ο ζωγράφος, και τόσες άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, όταν λοιπόν έρχονται ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ 5000 ΧΡΟΝΩΝ ΜΟΝΑΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΑΡΑΣ, γιά να συνθέσουν και  να δημιουργήσουν, αξίζουν σίγουρα το χειροκρότημα μας… Δεν απαξιώνω, δεν μειώνω το λυράρη, δεν μειώνω τη λαϊκή παράδοση,  τα μαγειρέματα, τα υφαντά, την ψυχούλα του κρητικού που άντεξε και ΤΑΥΤΙΣΤΗΚΕ με το ΜΙΝΩΑ, με το ΡΑΔΑΜΑΝΘΗ, με το ΦΑΙΣΤΙΟ, με τον απροσκύνητο παππού μας…  Και τα λέω αυτά, σκεφτόμενος το μουσουλμάνο, Τούρκο, ανθέλληνα της Καισάρειας, της Τροίας,  της Εφέσσου, του Πόντου. μα ακόμα και τον Κρητικό που αλλαξοπίστισε.  Αλήθεια, δεν θάθελα,  ελεύθερα πνευματικά σκεπτόμενος, μάμαι στη θέση ενός υποτελή της «ευμάρειας» που του προσέφερε προσωρινά η  άλλαξοπιστία και η αρνησιπατρία , που τελικά κατάληξε να είναι άρνηση στις ρίζες του άρνηση στο είναι του….

Με ένα απλό λοιπόν «Μπράβο σας Συγχαρητήρια!» προχωρώ στην ανάρτηση των παρακάτω κατατοπιστικών στοιχείων των πολιτιστικών δρωμένων στους Βώρους το Σεπτέμβρη του 2010. Και το κάνω αυτό για να πληροφορηθούν  κύρια οι ανά τον κόσμο ξεκομμένοι Κρητικοί, πως και του χρόνου οι εξαιρετικοί  συντελεστές της παραπάνω προσπάθειας, από τον ανώνυμο Βωριανό, μέχρι τον επώνυμο καλλιτέχνη και και τον διοικητικό παράγοντα του Δήμου Φαιστού, είναι βέβαιο πως και πάλι το Σεπτέμβρη του 11, του 12,  θα προσπαθήσουν να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό, στην καλλιτεχνική έκφραση και συνεισφορά, με συνταγές,  έμπνευση και γεύση Μεσσαράς…


24/08/2010

ΔΙΑΚΟΠΕΣ 2010

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 10:00 πμ

Νάμαστε και πάλι στο χωργιό, να καρκατουλεύομε ανάμεσός σε αθρώπους και χαλάσματα, αναμεσός στα κοπελάκια που πήρανε τη θέση μας στα δρώμενα  του χωργιού, στην εκκλησά, στη βάφτιση, στο γάμο, να μασε θυμίζουνε τα δικά μας νιάτα τα δικά μας δρώμενα. Δε λέω, ζωή νάχουνε τα σημερινά κοπέλια, μα ανεβγάλεις τα νιάτα ντωνε, δεν τωσε ζήλεψα άλλο μπράμα… Θα μου πεις βέβαια πως ούλα τα σημερινά κοπέλια του χωργιού είτονε πιά καλοθρεμένα από τα σωκαιρίτικα μου,  πολλά γίνανε και παχύσαρκα, μα την νοστιμιά πούχανε τα φαγια τσ΄εποχής μου, απου είχανε πάντα σαν ορεχτικό την …πείνα,  δεν συγκρίνονται με τα σημερινά   Η  γιαγια και η μάνα δίνουνε μάχη να τα ταϊσουνε,  να τα παχύνουνε λες και είναι απαραίτητο στην υγεία  ντως…. Από κειά και πέρα, είντα κιαολιάς να τωσε λιμπιστείς;   Πως είλεγα να πάω στ μεγάλο χωργιό, στην Αθήνα, πριχού με μισερώσει  κειανα αυτόκίνητο;  Πως δεν εθώρουνα κοπέλια στσοι δρόμους γιατί δεν είχανε οι γονέοι ντως επμπιστοσύνη να τα αφίσουνε να ξεπροτίσουνε; Πως εκαταντίσανε τα κοπέλια να μην γνωρίζουνε το γειτονάκι τση διπλανής πόρτας;  Εμεις μαθές είμαστονε ελευθέρας βοσκής, ολοχρονίς, μα εδά δε θωρείς μουδε όρνιθες αλανιάρες…. Και σα δεν μπιτίζει, για τα κοπέλια το καταλαβαίνω, μα και οι μεγάλοι όσοιχουνε απομείνει, δε γειτονεύουνε μπλιό, δεν κάθουντε στην αυλή και στην αποσπερίδα, μονό γι΄θα κάθουνται στην τηλεόραση και το αιρ κοντίσιον, για θα τρέχουνε σε κειαμιά παραλία  Ευτυχώς από τσοι 5 το πρωί εγροίκουνα τα πετειναράκια, λιγατάργια, απου εκάνανε αγώνα να σηκώσουνε τον … ήλιο, να ξημερώσει τελος πάντων…

Και εσκέφτουμνε, πως τα φερνουνε οι καιροί και οι βουλισμένοι χρόνοι…. Να περιμένουνε οι χωργιανοί μου να σηκώσει τον ήλιο στο Πετροκεφάλι, το πετειναράκι του γειτόνου…. Εκεια που προ τριάντα χρόνων το 80-90% των χωργιανών, ΠΑΣΟΚΟΙ του κερατά, ετραγουδούσανε:  «Θα τον σηκώσουμε τον ήλιο σίγουρα ναι…» Και εσηκώνουντανε, από τσοι τρεις η ώρα και εγροίκας τα μηχανήματα  και τα μοτεράκια (JLO, Schacs, Brigs & Straton, Kochler. Μαλκοτση, Αποστολίδη) να  αγωνίζουνται να ποτίσουνε τα κηπικά,  μαζύ και την ελπίδα για μιά καλύτερη ζωή…  Να αλλάζει η μέρα από Παρασκή σε Σαββάτο και να γροικάς από τσοι 2 η ώρα τσοι αγρότες να τρέχουνε στσοι Μοίρες να πουλήσουνε την πραμάτεια ντωνε, κάθε λοής τζαρτζαβατικό, μα και κτηνοτροφικό προιόν. Και εδά εκατουμώσανε οι κάθε λοής αγωνιστές, και στσοι δουλειές μα και στσοι ιδεολογίες. Κάθεσαι στο ντουκιάνι και δε θωρείς κειανένα πιστό οπαδό κειανένα αγωνιστή κειανένα σωτήρα… Και οι λίγοι απου βγάνανε το ψωμίντωνε από την πολιτική στον τόπο μου,  δε φαίνεται να θένε να αποτελέσουνε στόχο αγανάκτησης των φουκαράδων….

Μισοί-μισοί λοιπόν ντόπιοι και επισκέπτες στο χωργιό και στσοι καφενέδες μοιραζόμαστε μνήμες, αναμνήσεις, απόψεις και κλέβουμε λίγες ώρες του χάρου, κατά που λένε στο χωργιό μου….  Στο μέτρημα λείπουνε όλο και καμπόσοι κάθε χρόνο. Πάει και ο τελευταίος ζωντανός γιός τση Σταματοδημήτραινας, ο Μανώλης ο Σταματάκης, πάει και ο Μιχάλης ο Μελέτης,  ζωντανός άθρωπος τση γενιάς του, παει και η κόρη του Σταυριανού και γυναίκα του Γιώργη του Μπελά, η Κατίνα Μανασάκη.  Δε μαθαίνω για το μισεμό ολωνώνε, μα κάνω μιά περατζάδα και από το νεκροταφείο του χωργιού καλού-κακού, και όλο και αναρωτιέμαι, μπροστά στα μνήματα: Πάει και τουτοσές, είντα να κάνει άραγες η γυναίκα ντου, να και το φίλο μου το Χρίστο, το Γιάννη, να και τα αδικοχαμένα τα χωργιανάκια από τα τροχαία….

Εψυχοπλάκωσά σας χωργιανοί είν΄αλήθεια, μα η ψυχή τ΄αθρώπου δε ζει  σάικα  μόνο με χαρές και πανηγύρια. Σαν φτάσεις στον τόπο σου, και σαν  φυλομετράς το τεφτέρι τση ζωής σου, είναι σαν νά κάθεσαι και θωρείς τη ζωή σου σε ταινία μακράς διαρκείας… Αλλοίμονό ντου του κακομοίρη, απου τη ζωή ντου την καταλαβαίνει  μόνο σαν χάχανα και διασκέδαση…  Μόνο μιά ζωή -ταινία- κωμωδία θα μπορούσα να φανταστώ μόνο με γέλιο και χαρές… Και ο παππούς, η γιαγιά, το φιλαράκι, ο κύρης του συμμαθητή,  που μισέψανε νωρίς, είναι ενα κομμάτι της ζωής, που ο πόνος και η λύπη ντως είναι το σκαλούνι για το άλλο ζάλο τση ζωής:  το γάμο του ξαδέρφου, τη βάφτιση του ανηψιού, τα γεννητούργια του φιλιότσου, το παναγύρι του Αγίου Πνεμάτου,  και ένα σωρό άλλα  απο αυτά απου αποζητά  και χαίρεται σαν ευπρόσδεκτα και ευχάριστα η ψυχή του αθρώπου….

20/08/2010

ΚΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ;

Κατά καιρούς έχω τοποθετηθεί αιρετικά και εριστικά στην χρήση της ιστορίας, αν όχι και στην ίδια την «ιστορία»,  όπως πολλάκις την διαμορφώνουν οι γράφοντες…. Σήμερο που τα πράγματα έχουν αρκετά χυδαία απομυθοποιηθεί, είναι σχετικά ευκολότερο να κατανοήσει κανείς μερικά πράγματα από όσα συνέβησαν και συμβαίνουν γύρο μας. Οι opinion makers (διαμορφωτές γνώμης) που στόχο έχουν να προάγουν το τάδε κούτσουρο στη διοίκηση, στη βουλή κλπ με το αζημίωτο, δεν είναι βέβαια καινούργιο φρούτο. Πάντοτε υπήρχαν εκμεταλλευτές των ιδεών και ιδεολογιών, όσο τουλάχιστον υπήρχαν και αυτές καθεαυτές οι ιδέες και οι ιδεολογίες. Κατά καιρούς έχω γράψει (Οκτ 2009: ΕΠΑΙΤΕΙΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΙΤΕΣ, καθώς και το ΧΡΕΟΣ, ακόμα και τον Φεβ 2009:  ΞΩΠΑΤΕΡΑ μνημοσυνο) και έχω τοποθετηθεί αρνητικά για διάφορες τελετές και παρελάσεις-παράτες κλπ, που μου μοιάζουν περισσότερο σαν πράξεις προβολής των κρατούντων και πολύ λιγότερο πράξεις σηματοδότησης της πορείας του ανθρώπου που αναζητά το δρόμο του και αποζητά υποτίθεται, οδηγά σημεία σε ηρωικές πράξεις των προγόνων του.

Άλλο ένα πικρό-κακό μήνυμα είχα προ ημερών που ήλθε να ενισχύσει την αρνητική άποψη που έχω για κάποια είδωλα του καιρού μας που δονούν νικηφόρα τους αιθέρες, επερχόμενοι να δρέψουν καρπούς ηρώων και ηρωικών προγόνων.  Καθόμουν με το Γιώργο το Δαμιανάκη δάσκαλο του Πετροκεφαλιού για πολλά χρόνια,  και γιό του Μιχάλη του Γκιαούρη, φίλο καλό του κυρού μου, μιάς και είτανε και οι δυο πανωριζίτες. Τον γνώριζα σαν ένα ήσυχο χωργιανό, που τάρεσε το κρασί  και η παρέα, και που ήταν ο μοναδικός που είχα δει να παίζει ασκομαντούρα, τον αρχαίο άσκαυλο.  Μου λέει λοιπόν ο Γιώργης,  φίλος αδελφικός μιά ζωή: Θα σου δείξω μιά φωτο, από την αντάρτικη ομάδα του Πετρακογιώργη, όπου στους αντάρτες φαίνονται ο πατέρας μου καθώς και ο πιτσιρικάς τότε ο Μανώλης τ΄Αραπαντώνη, κάπου στα όρη του Ψηλορείτη με τον Πετρακογιώργη και άλλους αγωνιστές.  Εγω τον Πετρακογιώργη τον έβλεπα μικρός, αρκετές φορές τσις Μοίρες, δούλεψα μάλιστα και μια μέρα στο σαπωνοποιείο-τουβλοποιείο  του στις Μοιρες,  περί το 1961-62. Από κει και μετά, ο θρύλος «Πετρακογιώργης» όλο και μεγάλωνε όλο και μεγαλώνει, όμως εγώ,  και μαζύ και άλλοι πολλοί, δεν αξιώθηκα να μάθω πως κάποιοι λίγοι από μας,  από τους Πετροκεφαλιανούς, είπαν με τον ίδιο τρόπο, στον ιδιο τόπο και καιρό, το ίδιο όχι σε παράνομες πράξεις και ανελεύθερες ιδέες, όπως και οι επώνυμοι.  Ο Γιώργης μούπε κι άλλα, περιμένω να γράψει και σε μένα και σε σας ότι άλλο θα έκρινε σκόπιμο να μάθουμε, επιτέλους. Δεν πρέπει να είναι η ιστορία εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης, πολιτικής ανάδειξης κλπ. Δυστυχώς είναι φανερό, πως το να εκμεταλλεύεσαι την ιστορία, ελάχιστα απέχει από το να εκμεταλλεύσεαι και τον ίδιο τον άνθρωπο….

ΑΝΤΑΡΤΕΣ 1943

13/07/2010

ΠΗΝΕΛΟΠΗ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ και το ΧΩΡΙΟ

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 7:37 μμ

 

 

Πάνε χιλιάδες χρόνια από τότε που  ο Οδυσσέας μασε δίδαξε για την ατιθάσευτη επιθυμία  του ανθρώπου για το Νόστιμον ήμαρ, για την ακατανίκητη επιθυμία της επιστροφής  στα πάτρια… Ο Όμηρος , χωρίς να προσδοκά τίποτε από την  εκδοτική …»επιτυχία» του δημιουργήματός του, όπως οι σύγχρονοι  «επαγγελματίες» του είδους (για τους συγγραφείς ντε λέω…), συνέλαβε μια καταπληκτική Πηνελόπη, κινητήριο μοχλό στην πλοκή της  Οδύσσειας, που άλλοτε μας περιμένει,  και άλλοτε απλά την αποζητούμε, στο σοκάκι,  στο καλτερίμι,  στη γειτονιά των παιδικών χρόνων, στην ξενοιασιά της κοινωνίας που μας μεγάλωνε και μας προστάτευε στη μεγάλη αγκαλιά του χωργιού, με πρωτεργάτες πάντα την οικογένεια και τους στενότερους συγγενείς.

Αυτή λοιπόν η ίδια Πηνελόπη, μαζεύει ακόμα για λίγα χρόνια τους χωργιάτες-αστούς, της Ελλάδας (έτσι  αντιλαμβάνομαι εγώ του επαρχιώτες της γενιάς μου του 1950-70, που αστικοποιηθήκανε εξ αιτίας της στρεβλής ελληνικής «ανάπτυξης») σπρώχνοντάς τους να πάνε να την αναζητήσουν στα πάτρια… Βέβαια, η σύγχρονη Πηνελόπη έχει αποκτήσει και νέους εραστές στη γενιά των παιδιών που γεννήθηκαν στην Αθήνα και στις μεγαλουπόλεις γενικά,  όμως δυστυχώς αυτού του είδους οι αγάπες δεν είναι παρά εφήμερες, όμοιες των μεγαλουπόλεων, που σε πολλά θυμίζουν  τον Κρητικό ριμαδόρο,  απούλεγε: «Εβγήκε τζαναμπέτισσα και τα χωργιά γυρίζει//κι’  όποιον κειαν’ βρεί τον αγαπά, κειας μήν τονε γνωρίζει» .  Σίγουρα τα παιδιά των μεγαλουπόλεων ενθουσιάζονται με τη διαφορετικότητα του χωργιού της καταγωγής τους, όμως συνήθως κάθε τρις και λίγο κυνηγούν και ερωτεύονται και μιά διαφορετική διαφορετικότητα… Κοντολοής, εύκολα παίρνουν διαζύγιο από τις εφήμερες αγάπες τους, κατά πως γίνεται τελευταία στις πόλεις και στην ίδια τους τη ζωή….

Οι αστοί-χωργιάτες αντίθετα, σαν και τουλόγου μου, δύσκολα ξεχνούν την Πηνελόπη τους… Όσο το σκέφτομαι και μολαίρνω* το νου μου να σεργιανίζει στα σοκάκια του χωργιού μου, ανασταίνω  στη σκέψη μου ενα μιλιούνι παππούδες, γιαγιάδες,  διπαππούδες, τριπαπούδες…

-Τσοι θωρώ να κάθουνται στην κάθε στροφή, στην αντιληαρίδα*, στην πεζούλα, στην καθέλκα*, με ανοιχτή την πόρτα και την αυλόπορτα του σπιθού ντωνε  από νωρίς, έτοιμοι να πούνε την καλημέρα του Θεού στσοι περαστικούς γειτόνους, να μετρηθούνε  και να σιγουρευτούνε πως είναι ούλοι καλά. Εγροίκας καμμιά φορά την περαστική γειτόνισσα:   «-Είντα έπαθε μπρε ο συμπέθερος σου και θωρώ την πόρτα ντου κάπα-καπί*; Και η απάντηση:  «-Εβάρυνε κακονίζικο, και ηρθανε και τονε πήρανε τα κοπέλια ντου νατονε γεροντοκομήσουνε, απο επαέ πιό πανω σ΄ένα χωργιό αθο ντ΄αμπαδιώτικα, απούχει παντρεμένα τα δυό ντου θηλυκά…»

-Θωρώ τα συνομήλικά μου, (παπούδες ούλοι ντως το 2010), να κάνουνε ζωή, χαρά και παιγνίδι τη φτώχεια, την πείνα πολλές φορές, την ανέχεια, την αμάθεια.  Η Πηνελόπη μου, γέννημα-θρέμμα του μυαλού μου, με βοηθά να θωρώ πίσω από την κάθε κλειστή και χορταργιασμένη πόρτα, ενα σωρό γειτόνους να δίνουνε ζωή και στο χωργιό τσ΄εποχής μου:

-Ετέλειωσενε ο Παπα Κωστής τη Λειτουργιά  και σα βγαίνω από την πίσω πόρτα τσ΄εκκλησάς τ΄Αγίου Πινεμάτου, λέω να πάω από τη μεσοχωργιά* τον πιό παλιο δρόμο του χωργιού απομεινάρι τση τουρκοκρατίας. Ο δρόμος τουτασές ήζωνε το παπούρι (ούλο χαράκια),  απούτανε χτισμένο αρχικά το χωργιό, με τα σπίθια κολλητά τόνα στάλλο, για το φόβο των Τούρκων. Κάπου στην κορφή   ήτανε και η θέση του βράχου που λέγανε:    «του Πέτρου το Κεφάλι» ,  απόπου πήρε και τόνομα του το Πετροκεφάλι… Είτονε σάικα το μοναδικό μέρος του χωργιού απού δεν είχενε το χειμώνα λάσπες, μιάς και ο δρόμος είχενε κούσκουρα*, που με δυσκολία είχανε σοστρώσει. Η Χαρίκλεια του Παπά (Νικολή) έτοιμη να προβάλει απο το πανωπόρτι , να μασε καλημερίσει καθώς εβγαίναμε νε από την αυλή τσ΄εκκλισάς.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΣΗ  ΜΕΣΟΧΩΡΓΙΑΣ

Μια καλή γειτονειά,  ο δρόμος τση μεσοχωργιάς , του 1920-1940:  ο Αραπαλέξης με το γιό του το Νικολή, απου εκτελέσανε οι Γερμανοί νοτικά του χωργιου το 1941, ο Καδιανογιώργης με την Καδιανογιώργαινα (με το Αντρεάκι, τον Κωστή, το Μηνά, την Ελπινίκη , το Γιάννη το Καϊρανιό,  την Μαρία, και την Κατίνα).  Ο Αντρέας ο Λιλής (Αλεξανδράκης) με τη γυναίκα ντου  και τα κοπέλια ντου, το  Μιχάλη, τον Αλέκο το Μανώλη, τον Κωσταντίνο, τον Νίκο και τον Αντώνη. Αμέσως μετά, το σπίτι του Φραγκιδομιχάλη επόμεινε κλερονομιά τση κόρης του Μαργιόρας, τση γιαγιάς μου,  σαν επαντεύτηκε τον Αλεξάκη (Μπαμπιονιτάκη) , σόγαμπρο από τη Γαλιά. Ο Μπαμπιονίτης  λοιπόν και η Μαργιόρα να τηγανίζει το λαγό της ιστορίας απου σας είλεγα αλλού που… ,  με τα κοπέλια ντου το Γιώργη (Καλόγερο) και τον Κωστή (τον κύρη μου) και ακόμη δυό κοπελιές την Αγγελική και την Παρασκευούλα,   Στο βάθος ο Γιώργης ο Μπουρμάς (Γεώργιος Μπιτσακάκης) και η Ρινάκι με τη μάνα ντου να ζει ακόμη .  Τα κοπέλια του Μπουρμά, ο Βαγγελης η Κατίνα η Φωφώ και ο Γιάννης, ενα αγαπητό τσούρμο, απούδινε ζωή στη γειτονιά του 1955-65, μιάς και οι άλλες οικογένειες είτονε γερασμένες, τση φουρνιάς του 20-40.     Ένα ζάλο αθο ντα δυτικά τση  μεσοχωργιάς ο Φανουρονικολής με την Αρτεμισία και το Μπολντοκάκι το Μανωλιό (τον άντρα της), που  καταφθάνοντας από τσοι Μοίρες, με την αθλητικη εφημερίδα παραμάσχαλα, φούσκωνε  σαν παγώνι,  που ο Ολυμπιακός νικησε 2-1 τη Σαντος του Πελέ… Πέντε ζάλα πιό  δυτικά και φτάνομεν στην αυλόπορτα-αρχοντικό του Μιχάλη του Σωμαρά,  απαράλακτο όπως τώρα…  Ο Μιχάλης ο Χοίρος (Μιχαλης Εμμ Κανακαράκης) και η Έλλη, και ο γείτονας του ο Πετρογιάννης (Πετράκης Ιωάννης του Εμμ)  και η Βαγγελία Ας είναι καλά ο Μιχάλης  ο Χοίρος που με τα κοπέλια ντου  το Μανώλη τη Ρηνιώ και την Συρμαλένια και τον γιό του Πετρογιάννη (τον Πετρομανώλη sunset) έδιδαν ζωή στη μεσοχωργιά τα χρόνια μου…   Αντικριστά νοτικά    τα  εγκαταλελειμένα λημέργια ενούς Πετροκεφαλιανού δασκάλου του προπερασμένου αιώνα  επι Τουρκοκρατίας: το σπίτι του Φραγκιδοδάσκαλου… (Φραγκιουδάκης Εμμανουήλ του Μιχαήλ, μετέπειτα σπίτι του μοναδικού του γιού: του Πρωτοδίκη, και μετά σπίτι του Αντώνη του Χατζή (απίτις εγιάγειρε από την Αθήνα στό χωργιό)). Κολητά είτανε και ο σταύλος του Κανακαρομανώλη (μετέπειτα σπίτι του Νικολή Κανακαράκη) που προφανώς στις αρχές του 1900  αποτέλεσε φυρώριο του σογιού των Κανακάρηδων) Επιάσαμε την κατηφόρα για το σπίτι του Χαψη ,  που με τα τρία ντου κοπέλια,  το Νικολή το Διαμάντη και το Μανώλη και βέβαια την κόρη του την Κατίνα εγεμίζανε το στενό τση μεσοχωργιάς, το 1940-50 μαζί με το Σαμιώτη και τη Σαμιώταινα και το Βασιλια το Γιώργη (Γρίβα) (Γεώργιος Μιχελινάκης)   και την καλογρια,   την αδελφή του. Παει και το Βυρωνιό, καλό του ταξίδι… Σαν ξεπορτίζω, δυτικά από το δρόμο τση μεσοχωριάς θωρώ μπροστά μου δυτικά ενα διώροφο αρχοντικό εγκαταλεμημένο: Σπίτι του Γιάννη Σπυριδάκη, γιου του  Μανωλάκη Καστανά, απούφυγε νέος για την Αμερική. Στά χρόνια μου ένας ανηψός του ο Γιώργος Σπυριδάκης (του Μιχαήλου του Λευτέρη) το ζωντάνεψε με την γυναίκα του και την πεθερά του γιά λίγα χρόνια, ανασταίνοντας το Μιχάλη Σπυριδάκη, αξιόλογο χωργιανό μηχανικό λιμενικών έργων…

Να στρίψω αθο τα Σπυρδιανά; Άντε να τελέψωμενε με τα Σπυριδιανά: Νασου ο Γιώργης ο Τσουρής   (Γεώργιος Σπυριδάκης)στο πρώτο ανεβόλεμα. Ήργησε μιαολιά να παντρευτεί ο Γιώργης, για να δόσει ζωή στη γειτονιά, πράγμα απούγινε λιγο αργά, μετά το 1960. Ο  Πετροχαραλάμπης  και τα κουβάκια ντου,  και ο γιός του ο Μιχάλης  με τη Στέλλα  και την Κωστούλα, Λίγο πιό πίσω ο Τίτος ο Σπυριδάκης , ενας ψιλόλιγνος παππούς με τον Κωστή και την Κατίνα.  Λίγο πιό πανω ψηλομπερδεύομαι…  Επαέ μέσα ήτονε μιά μεγάλη οικογένεια, του Παπαστελιανού, απου σιγά-σιγά εφύγανε ούλοι εκτός τση Γαρεφαλιάς (τση μεγάλης κόρης, απούχενε κλεφτεί με το Δημήτρη του Τσολιά από κείνα τα χρόνια)  Οι αποδέλοιποι, ο Μιχάλης, ο Μανώλης και η Γιωργία, από νωρίς είχανε μετακομίσει στην Αθήνα  Ο Μανώλης  ο Σταμπάριος, (Εμμανουήλ Σταυρουλάκης) με το Μιχάλη και τη Φρόσω,  ο Πρωιμογιώργης, ζωή νάχε σαν ήρθε από τον Αι Κύρλο γαμπρός,  εγέμωσε τα Κορακιανά με κοπέλια: η Νίκη, η Ολυμπία, η Ερήνη, ο Μανώλης, ο Ζαχαρίας, ο Στελιανός.  Δίπλα και ο Νικολής ο Μαντράχαλος  με τη Μαρίκα του Τζαμπράκου,  τα κοπέλια ντως,  η Νίτσα και ο Μανώλης και το Πετρογιωργιό (θεός συγχωρέσει το) γιός του Πούλακα του Μανώλη.  Αρχίζομενε να ξετσουρούμε αθο ντο πλακάκι Λίγο ακόμη από τη μεσοχωργιά και φτάνομε στο σπίτι τσ΄Αριστείδαινας (μάνας του Τίτου) και  του Μιχαήλου του Μανούσου. Είτονε ένα αρχοντικό διώροφο, απού εσκάμπαζε* από του παπά την καμάρα Επαέ πρέπει ο Μιχαήλος του Μανούσου και η Σωμαροβαγγελιά η γυναίκα ντου να καταστέσανε μιά μεγάλη οικογένεια το Νικολή το Μακρολαίμη, τον Κωστή τση Σωμαροβαγγελιάς, τη Δεσποινούλα, την Αλεξάνδρα….  όλοι τους την περίοδο του 1920-40. Στα χρόνια του 1950-60 μόνον ο Μιχαήλος ένας ψιλόκορμος γέρος  έβγαινε στην αντιληαρίδα, μπροστά στη Σπυριδιανή φάμπρικα, παρέα με τον Ντουρόμηνο και την Ντουρομήναινα, μάνα τσ΄Ευτυχίας και του Γιώργη, που νωρίς το 1960 αυτοεξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη με τα κουτσούβελα του, μιάς και είτονε λένε  …αριστερός… Σήμερο, στο ίδιο σημείο σκαμπάζει από την πεδιάδα η ΕΠΙΠΛΟΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ,  σηματοδοτώντας την πρόοδο και ανάπτυξη του χωριού, σύμφωνα με τα νέα μέτρα και τους κανόνες τσ΄εποχής…

ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΤΣ ΕΚΚΛΗΣΑΣ ΑΘΟ ΝΤΟ ΠΛΑΚΑΚΙ

Το στενό τσ΄εκκλησάς αθο ντη γυροποταμιά.    Πρέπει νάτονε ένα από τα πιό παλιά σοκκάκια του Πετροκεφαλιού  Ο Κωστής του Τσακαλίκου με τη Σοφία του Ληογιώργη, με τα κοπέλαια ντως την Ελευτερία, Ευγενία, Βασίλη και Ελένη, ο Ηρακλής ο Ρανκόκης (Ηλιάκης Νικόλαος) και ο γιός του ο Νικολής  ο Ληογιώργης,  με τον Πετρομιχάλη δυο εγκαταλελειμένοι παππούδες στην εποχή μου μιάς και τα κοπέλια ντως είχανε μεταξεσύρει στο χωργιό φτιάχνοντας δικάντως σπίθια  Λίγες ακόμη οικογένεις, του Ντάσκου του Γιώργη,  με την Άννα  και το Σταυρο και Μιχάλη,  του Σανταρμογιώργη, με το Νικολή τον Πλαστήρα, την Κατερίνα τον Αντώνη και τη Χρυσούλα,  τον Τρικέφαλο τον Νικολή (Νικος Αλεξανδράκης),  με το Γιάννη την Ερήνη και τη Γεωργία,  του Φανούργιου του Χαλκιαδάκη με τη Λευτερία την Ελένη το Σωτήρη το Μανώλη, το Βαγγέλη και του Αντρέα του Πατσούρη,  με τη γυναίκα ντου την Αθηνά, και την πεθερά του την Κατερίνα,μα και τα  κοπέλια ντου  το Γιώργη, την Αθηνά, το Σταύρο και τη Χρυσούλα είτανε στα χρόνια μου ακόμα να δίνουνε ζωή στο στενό τσ΄εκκλησάς.   Ακόμα θυμάμαι  το Καφενείο του Ληομανώλη και πιό πάνω το σπίτι του Θεού  (Μιχάλης του Μπιτσακοσταυρούλη) με την Κρουστάλη τη Μαρίνα,  το Μανώλη  και τη Μαρία και ο Καναναρογιώργης με την παπαδιά (την Στασούλα) και τη Στελλα  στη γωνιά τση πλατέας (μετέπειτα σπίτι του Αστρινού Τερζάκη), και κάποιες ίσως πικάντικες ιστορίες  της γειτονιάς, θυμίζουνε στους ελάχιστους εναπομείναντες μεγαλύτερους μου,  τις τελευταίες μνήμες της γειτονιάς αυτής….

ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΤΣ ΕΚΚΛΗΣΑΣ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΥΜΠΑ

Σα θελα πηγαίνομε στην εκκλησά, ο συνηθισμένος δρόμος, σ΄αυτούς που μένουνε δυτικά και  νοτιολδυτικά του χωργιού είναι το στενό απούβγαινε στη  βορειοανατολοκή γωνία τση κολύμπας Δεν είτονε μαθες πρεπούμενο εκειανά τα χρόνια να κυκλοφορούνε οι γυναίκες  από τη μέση-μέση τση πλατέας να στοι θωρεί ο γεις και ο άλλος, και να σκέφτεται  ο  ένας το κοντό του και ο άλλος το μακρύ ντου…  Σα θελα τελέψει το λοιπός η λειτουργιά, η ομαδοποίηση  στην αυλή τσ΄εκκλησάς και η παρέα εξεκίνα, να πει την καλημέρα στο Γιάννη τση Γαρεφαλιάς και μετά να θωρεί τα χαλάσματα του σταύλου του Μανωλάκη του Τσαγκάρη και λίγο πιό κάτω επμπαίναμενε σε μιά συνοικία Μπιτακάκηδων: στη γωνία αριστερά το σπίτι του Λυμεροσταυρούλη και τση Λυμπεροσταυρουλαινας Δεξιά εφίμανενε πίσω μας το Σπίτι του Μακάριου, αγροφύλακα του 1952 στο χωργιό. Όσο ξύνω την κεφαλή μου τόσο θυμούμαι:  Ο  Μακάριος (παρατσούκλι του Ν  Μπιτσακάκη) είχενε παντρευτεί τη Μακαρίαινα μια καλή γυναίκα που ποτέ δεν είχενε ακουστεί κάτι κακο γι΄αυτήν Όμως οι φαρμακόγλωσσες τσ΄εποχής τση καταλογίζανε πως ο Νικολής τηνε πήρε από το Γιαλομονόχωρο (από τουε τελευταίους κατοίκους του εγκαταλελειμένου χωργιού) και όντενεπαντρεύτηκε εφόργιε ένα καπέλο με φτερό… Και θα μου πεις εδά: Χαράς το πράμα! Έλα όμως που εγώ στη ζήση μου στο χωργιό δεν είδα κειμιά να φορεί καπέλο μέ φτερό παρ΄αμόνο μιά φορά την κερά Ειρήνη τη δασκάλα μου και γυναίκα του γιατρού του Μιχαήλ Μιχελινάκη…  Είχενε μιά μοναχοκόρη κι΄ακριβή ο Μακάριος,  τη Ζωούλα,   μετέπειτα σύζυγο του Βαγγέλη του Μπουρμά. Το άνοιγμα μπροστά μας εθύμιζε χάος: Αδιέξοδο, ερείπια από δόξες άλλων εποχών ίσως, μά τώρα μόνο  το σπίτι του Βατση (Γεώργιος Χαριτάκης) με τη Γιαννούλα και το Σωτήρη και η είδοδος  του σπιθιού του Μιχελινάκη του γιατρού και της κυρά Ερείνης τση δασκάλας μας  Τα υπολοιπα χαλάσματα κάποιοι σταύλοι και τίποτε περισσότερο…  Στρίβουμε νοτικά για την κολύμπα:  από την απέναντί μεργιά έμενε πάλι στα Μπιτσακιανά το Φροσυνιό, ανύπαντρη τότε και η πιό μικρή κόρη του Λυμπεροσταυρούλη  Γριά στα τελευταία τζη, το Ρινάκι (Μιχελινάκη) η μάνα του γιατρού του Μιχελινάκη σε ένα σπίτι με πετρόσκαλα αριστερα,  και δεξα εξεκίνα η επίσημη είσοδς  στο σπίτι του  γιατρου του Μιχελινάκη. Καθώς εβγαίναμε στον κεντρικό δρόμο, στη γωνία αριστερά, είτονε ο Σταυλος του Καλοτυχου, ενος Γεργιανού με αρκετή περιουσία στα μέρη μας, που είχενε δυο τρία γαιδουράκια και λάου-λάου, αν και αρκετα γέρος, κατέβαινε και επόπτευε τα κτήματά του και στη συνέχεια ανέβαινε στη Γέργερη, σαν νατανε η διπλανή πόρτα….  Απέναντι είτονε στη δυτικη γωνιά το καφενείο και το σπίτι τ΄Αραπαντώνη, που πρέπει σε παλιότερα του 1950 χρόνια νάτανε ένα από τα αγαπημένα στέκια των μερακλήδων… Σ αυτό το σπίτι γένησε τα παιδιά του  Μανώλη και Μαθιό  καθώς και ο Μανώλης με τη Βάσω τους Αντώνη,Αλέκο, Ελένη και  Μιχάλη .

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΣΗ ΦΑΜΠΡΙΚΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ

– Σαν βγούμενε από τη μεσοχωργιά και στρίψωμε νοτικα, βρίχνομενε μπροστά το σπίτι του Πετρομανώλη απου εκάθουνταν όλο στο δρόμο για το καλημέρα των μεραστικών Θυμούμαι απου φιλοξενούσε και τον εγγονό του το Νικήτα από τσοι Μοίρες σόι του Μανταλένιου με το σιδεράδικο στσοι Μοίρες… Μετά η φάμπρικα του γιατρού και απέναντι  το σπίτι του Σπυριδάκη του Γιαννη που είπαμε πως είχενε ξενιτευτεί στην Αμερική. Μετά ο  Μπελαδοδράκος (Μανασσάκης) από τη Γαλιά και η Αναστασία με τα κοπέλια ντως Γιώργη, Αντώνη, Μανώλη Στέλλα, Γιανούλα, Μαρία, Κωστής Γιάννης, Μιά αλάνα αριστερά απλά θυμίζει τη συνηθισμένη μοιρα-προέλευση  των ερειπίων: άλλοτε γιατί αυτοί που μένανε εδώ πέταξαν για πιό πάνω, και άλλοτε γιατί όσοι μένανε σβήστηκαν από τις μνήμες του χωργιού. Έδώ κάπου μένανε οι Βασιλάκηδες (μόνο η Ευτυχία κυκλοφορούσε καπου κάπου στα χρόνια μου στο χωργιό)  νυν δημιουργοί της Aegean Airlines. Δίπλα το σπίτι της Μιχελοδημητραινας, μια καλή μα εγκαταλεμεμένη γιαγιά στο χωργιό, μιάς και ο γιός της ο Μανωλάκης σπάνια κατέβαινε από τη Θεσσαλονίκη.  Ένα καλό στέκι με τρεις τεράστιους ευκάλυπτους και τα σπίθια του Στέλιο του Κανάκη  (Σταματάκης) αριστερά που με την Κυριακούλα έκανε το Γιώργο και το Γιάννη και του Μπορβόβα δεξια, για να φθάσομενε τελικά στον κεντρικό δρόμο με το Τσαγκάρικο του Νικόλαου του Σταμάτη και της αδελφής του Βαγγελίας. Λίγο πριν το τσαγκάρικο, είτονε ενα δωμάτιο ιδιοκτησιας Μπορνόβα και αυτό, που παλιότερα ήταν το Φαρμακείο του γιατρού του Μπορνόβα, ενώ γύρο στο 1950 πρέπει νάτνα το Σωμαράδικο του Σωτήρη από το Κουσέ. Αγρότερα, το Σωαμράδικο μεταφέρηκε στα νοτικά της Πλατέας του χωργιού και ήταν εκεί μέχρις που εξαφανληστικαν τα γαιδουργια από την περιοχή… Στο σπίτι του Μπορνόβα έλάχιστες μνήμες από την Λιλίκα και τα κορίτσια της (τους γνώρισα χρόνια μετά, τον Χαραλαμπάκη, τη Σοφία και τον Αλαβάνο με την γυναίκα του Κάτια) Η Ευθυμία (Χαλκιαδάκη) κόρη του Μανωλάκη του Χαλκιαδάκη, ήταν αναπόσπαστο συμπλήρωμα του σπιθιού του Μπορνόβα, υπηρετώνταας το σπίτι της κυρά Μαρίκας και του Αντώνη του Βασιλάκη εκείνα τα χρονια… Η Γυναίκα του Μιχαήλ Μπορβόβα, η Μπορνόβαινα, μόλις που αχνοφαινόταν στη μνήμη μου

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΣΗ ΓΥΡΟΠΟΤΑΜΙΑΣ

-Τόπαμε κιαλλότες,  δεν είτονε πρεπούμενο τα χρόνια μου, να περνάς καβάλα στο γάιδαρό σου και να σέρνεις και τα πρόβατα και τσ΄αίγες σου, από τη μέση-μέση τση πλατέας, είδικά το βραδάκι, απου πολλοί χωργιανοί είχανε γιαγείρει στα σπίθια ντως από τσοι γεωργικές δουλειές, είχανε φουντουλευτεί και εκάθουντανε στους καφενέδες για μιά πρέφα και κολτσίνα, μεχρι να καταστέσει η κερά το βραδυνό φαί.  Όσοι το λοιπός είχαμνε τα σπίθια μας  στα βορειοδυτικά και δυτικά του χωργιού επηγαίναμε από τη γυροποταμιά, σαν ερχόμασταν από την ανατολική πάντα του χωργιού, το ίδιο κάνανε και οι Σιββιανοί και  Πιτσιδιανοί,  σαν είρχουντανε από τσοι Μοίρες. Σαν μπαίνει κανείς στο Πετροκεφάλι από τσοι Μοίρες, ένα καλό σπίτι είτονε αυτό που θωρούμενε μπροστά μας: ο Σταύλος του Πειμενίδη.  Φαίνεται πως παρά την προνομιακή του θέση δεν  εβόλευε για κατοικία και ο Επιμενείδης Καλοχριστιανάκης το χρησιμοποιούσε σαν σταύλο, από εκείνα τα χρόνια…. Τα κοπέλια του Παπουτσομανώλη , ο Νικολής , ο Φιλίππος και ο Γιάννης ο Νταμπάκης εσυμπληρώνανε το μπροστινό, αθο τσοι Μοίρες μέρος τση γυροποαμιάς. Ο Παπουτσονικολής ενας λεβέντης άντρας στα νιάτα του, κατα πως διηγιόντουσαν οι παλιότεροι, με τα κοπέλια ντου, τον Αντώνη ,το Μανώλη και τον Κωστή στο πρωτο σπίτι τση γυροποταμιάς , και ο Παπουτσοφιλίπος με την Αγγελική τη Χαρουλα και το Γιάννη εζωντανεύανε το πρωτο κομμάτι τση γυροποταμιάς. Μετά εξεκίνα μιά μισοερειπωμένη γειτονιά η Φραγκιδιανή  Ενα κοματι από τη Φάρα του Φραγκιδομιχάλη, ο Φραγκιδογιώργης  είχενε το πρώτο κομάτι έμενε στο σπίτι του Σταυρου του Φραγκιουδάκη μιάς και ο άλλος γιός ο Στελιανός (Βανίλης) μετακινήθηκε προς τον κουσανό δρόμο, όπως και ο κύρης μου. Βέβαια, του μπάρμπα μου του Βανίλη τουμεινε απωθημένο η γυροποταμιά, μιάς και όταν είνουνα μικρός και εκάνανε κρασοδρομίες με την κύρη μου είλεγε τη μαντινάδα:  απο τη γυροποταμιά δε λείπει η πρασινάδα// και απο το αχειλάκι σου η ροδοκοκινάδα.  Δίπλα έμενε  η  δεύτερη γυναίκα του Φραγκιδογιώργη, η Φραγκιδογιώργαινα, και τέλος στη γωνια προς το στενό της εκκλησάς, ένας φραγκιδιανός σταύλος στα χρόνια μου, κληρονομιά του κυρού μου από την μάνα του. Αποτελούσε αυτός ο σταύλος μέρος της Φραγκιδιανής φάμπρικας. Κάπου κατα το 1955-60 μια μεγάλη πετρα ελαιοτριβείου χρειάστηκε να αφαιρεθεί από μιά μεσοτοιχία σου σταύλου για να μετακινηθεί στο σύγχρονο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο του Καραντινού στο Καμηλάρι, και έτσι καταγράφηκε και αυτο,  χωρίς σκληρό δίσκο είναι αλήθεια, στη μνήμη μου…

Το πλάτωμα μπροστά στη επιπλοδιακόσμηση είτονε ο χώρος απου κάθε χειμώνα έπαιρνε ζωή η Σπυρδιανή φάμπρικα. Κόσμος πολύς,  μεγάλο σόι οι Σπυριδάκηδες είχανε μερτικό στη Φάμπρικα και αλέθανε τσ΄ελιές τωνε στη δικήντως φάμπρικα… Μέχρι το τέλος τση γυροποταμιάς, στο σπυρδιανό πιγάδι, ενας μεγάλουρος ευκάλυπτος και μιά μεγάλη αλάνα-φυσικη στέρνα εστέρνιαζε το νερό για να πηγαίνει στο ζουργιό του μύλου και να γυρίζει τσοι μυλόπετρες. Εκεια ποθές θυμούμαι τον Σπυρδαντώνη να ξεκουκίζει το μπαμπακι με μιά περίεργη μηχανή… Δεν είχαμενε μαθές εμείς μπαμπακοκαλλιέργειες στην περιοχή, μιάς και τα λίγα σχετικά ποτιστικά χωράφια του Πετροκεφαλιού είπρεπε να δόσουνε λαχανικά και τζαρτζαβατικά ολοχρονίς σε μεγάλο μέρος τση Μεσαράς…  Τα Σπυρδιανά, με τη δική τους αλάνα- πλατεία Το πρώτο σπίτι,  του Μιχαήλου του Λευτέρη αριστερά και το απέναντί του του Σπυρδαντώνη δεξιά. Ο Μιχαήλος του Λευτέρη παντρεμένος με την θεία ενός εξαίρετου γιατρού, του Ζαχαρία Καψαλάκη απο τις Μέλαμπες ( μετέπειτα δημιουργού του κέντρου ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ στην Αθήνα) είχενε το Λευτέρη, το Ζαχαρία και το Γιώργη ενώ  ο Σπυρδαντώνης (Σπυριδάκης Αντώνιος) είχενε το Μανωλιό το Σούρο,   τη Γιωργία, τη Στέλλα και την Ευτυχία.  Ο Μανώλης ο Σούρος (λάτρης του Παλιού Πετροκεφαλιού και του κρασιού, εξ ού και το παρανόμι : Σούρος, μιάς και είτονε όλο ντο πλειά σουρωμένος), εγέμωσε τη Σπυρδιανή γειτονιά με κοπέλια: ο Γιάννης,  η Αθηνά, η Στέλλα και ο Αντώνης. Δεν επόμεινε κειανένα στο χωργιό να συνεχίσει τη γενιά, την παράδοση, τη συνέχεια. Ο Συρμαλής… (Πετρακάκης, που έγινε Πετράκης, από τις Μέλαμπες, ) παλιά στις δόξες του με ενα λεβέντη γιό το Γιώργο, και τις Ψευούλα και Φωφώ, Ένα ατύχημα, μόλις που το θυμάμαι περί το 1955 στο Γιώργο, είταν αρκετό να μαυροφορέσει την οικογένεια του Συρμαλογιάννη…  Ακόμα, μιά οικογένεια, του Σφακιανού, που η κόρη του Δεσποινούλα παντρεύτηκε τον Κωστή του Μυρτομανώλη, τα  δε παιδιά τους Δημήτρης και Μανωλης συμπληρώνανε τη γειτονιά των Σπυρδιανών. Εδώ τελειώνουνε οι οικογένειες και τα σόγια της γυροποταμιάς. Λίγο πιό πέρα μιά φάμπρικα, που δούλευε αστμάτητα τα χρονια μου, και που την μετάτρεψε σε κατοικία ο Πετρομανώλης περί το 1970 Είτονε η φάμπρικα του Βασιλάκη, μιά από τις τέσσερις τσ΄εποχής μου…. Βέβαια,από κείνα τα χρονια οι Βασιλάκιδες είχαν μετακινηθεί σπό το Πετροκεφάλι προς το Ηράκλειο. Πιθανόν ήταν ιδιοκτησίας του Ευτύχιου Βασιλάκη (προγόνου), δημιουργού της Aegean Airlines σήμερο,   που τα απομεινάρια της γενιάς στο Πετροκεφάλι είναι λίγες συγγγένειες  και ακόμα λιγότερες μνήμες…

Ο Χαμψής ο Κωστής ενας μερακλής από τη Κάρπαθο, είχενε σάξει ενα σπίτι για την Κόρη του την Κατίνα, απού παντεύτηκε στα χρόνια μου τον Παυλή του Χατζηδαντώνη από την Πόμπια, θεός συγχωρέει τονε, Είχενε ο Χαψήε ένα μερακλίδικο περβολάκι δίπλα στο σπίτι τση κόρης του, καθώς και μιά κατασκευή σπιθιού το 1955-60 για τσοι γιούς του Μανώλη και Διαμάντη. Η  ανεργία κασι  αστυγιλία τους εξώθησε να μετακομίσουνε στην Αθήνα, εγκαταλείποντας το σπίτι στα θεμέλια, καθώς και το Πετροκεφάλι. ενω η Κατίνα έφυγε για τη Γερμανία. (Χρόνια πολλά πριχού παντρευτεί ο Παυλής την Κατίνα, είμαστε γειτόνοι στα Μπομπιανά και στο Μεγάλο δέμα, μιάς και ο Χατζηδαντώνης είχενε ένα κτήμα, σύνορο με το Μιχελινάκη το Γιατρό και ίσως και το Μιχαήλο του Λευτέρη στα Πομπιανά, Εκαυγάδιζε ο κύρης μου με τον Παυλή για το νερό, ο ένας έσαγε το Μεγάλο δέμα και ο κύρης μου τόθελε δεμένο γιατί επότιζε ένα αμπέλι μας. Εφοβήθηκα πως θελαλύσουνε το πρόβλημα με τα   …στελιάρια των σκαπετιών που κρατούσανε, και δεν θυμάμαι πως, μα έσπρωξα τον Παυλή και τον έριξα μέσα στο μεγάλο δέμα…. Φαίνεται πως εκεί κάπου εξεφούσκωσε και η αλληλομαχιά* του κυρού μου με τον Παυλή… Θεός συγχωρέσει τους και τους δυό…)  Σαν εφτάναμενε στου Χαψή το περβόλι εστρίβαμε δυτικα και στα 30 μέτρα είχαμενε τη συγχορδία των μηχανηματων:  στο πηγάδι του Χαψη και από την άλλη μεργια του δρόμου το πηγάδι του Γιατρού (Μιχελινάκη), Τα γαιδουράκια έγραφαν ατλείωτους κύκλους αντλώντας νερό για να ποτίζει ο περβολάρης λίγα μέτρα πιό πέρα. Και δόστου καθε ντάι-ντάι* να μοτσαίρνει* το γάιδαρο, που δεν εγύριζε γρήγορα να τελειώνει το πότισμα…. ( Καμιά φορά από ελλατωματική κατασκευή, εμπλόκαρε η αλυσίδα και τα πιό φιλότιμα γαιδούργια εβαζαν μερισσότερη δύναμη μέχρι που την έσπαγαν… Γι αυτό εγροίκας καμιά φορά να φωνιάζει ο κύρης μου:  Τρέχα μωρέ Αντρέα να ξεμπερδέξεις την αλυσσίδα γιατί θα τηνε σπάσει γάιδαρος) Λιγο πιό δυτικά ο Πετρογιώργης με την Πετρογιώργαινα, αρκετά γέρος, είχενε τον μπαξέ του με τσοι καντιφέδες και την κρεβατίνα* του γύρο και πάνω από το πηγάδι του, ενώ εκατέσταινε και το φανάρι και την καβούλα* του…. Γιατί όλα κιόλα: Γερος ναι, μα όχι και τεμπέλης …  Κατά τα λιοβουτήματα τσοι ζεστές μέρες του καλοκαιργιού τα χέλια έβγαιναν από τη λάσπη και βοσκούσαν στο νερό στον καρβαβα και στην αμάτα  Ο Πετρογιώργης  τα περίμενε με την καβούλα του με δόλωμα τσ’ αβροματάρους* και σαν δε μπιτίζει, εκατέστνε το μαγερικό τση μέρας με καμπόσα αχελάκια… Περνώντας πίσω από το παλιό νεκροταφείο και το …πάρκιγκ χοίρων πιό βόρεια (τάπαμε αλλού αυτά), εστρίβαμενε νοτια και βγαίαμε στην Κουσανή διασταυρωση, συνεχιζοντας για Ματαλα…


Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΟΥ:

Μπορεί να παραξενεύει κατιτίς*  τσοι ξενομπασάρηδες σε τουτοδώ το ιστολόγιο, μα για εγώ τόγραψα απευθυνόμεος στην ψυχή των χωργιανών, πούτυχε νάναι Πετροκεφαλιανοί. Μα κι΄από το Γυαλομονόχωρο νάμουνε, πάλι με τον ίδο τρόπο θα τόγραγαφα: Θα ξεκινούσα  να πορπατώ τσοι μνήμες μου από τη μέση -μέση του χωργιού, από την εκκλησά ντου, μιάς και η κάθε λοής εξουσία σειραγά* τα ζωνανά κατά το δικό της το μαντρί: για την εκκλησά είμαστε «Ζωντανά του Θεού», για το Κράτος «Νομιμόφρονες φορολογούμενοι «Πολιτες!» «, για το ΠΑΣΟΚ  «δημοκράτες-προοδευτικοί» , για τους  Δεξιούς «μη βγείτε απο το μαντί,  σας τρώει ο λύκος!» , για τσ΄αλλους,  στοι αριστερούς: «δεν είσαι αριστερός; δεν είσαι πράμα!  Μονο οι ζερβοπαρούτηδες* έχουνε μυαλό! » κλπ. Έτυχε στην εποχή μου νάχει η εκκλησά το πάνω χέρι, καιτσά μούμεινε νάχω  στο νου μου το χωριό, την εκκλησά και τσ΄αθρώπους,  ένα ανακάτεμα χωρίς να ξεχωρίζει κανείς  σύνορο στη δικαιοδοσία-εξουσία  του εντολοδόχου παπά, του κρατικοδίαιτου δερβέναγα, ή του αγωνιζομενου-σκεπτόμενου ανθρώπου… Σ΄αυτό το τρίποδο, το μεγάλο χέρι τσ΄εκκλησάς είτονε κυρίαρχο στην εποχή μου, Υστερις είρθενε το μεγάλο χέρι του Κράτους: πότε δεξιό, πότε προοδευτικό, πότε αριστερό, μα σχεδόν πάντα αδέξιο, να τριγουνίζει* το φουκαρά ανθρωπο, που έψαχνε και ακόμα ψάχνει, να βρει το ρόλο του σε αυτό το τρουρλουμπούκι*…  Ας πάμε λοιπόν να περπατίσωμενε τον κεντρικό δρόμο του Πετροκεφαλιού, που ξεκίνησε σαν  ένας αξιοπρεπής χωματόδρομος για να καταλήξει ένας αξιοπρεπής δρόμος μέτριας κυκλοφορίας, έστω και άν αυτό δεν είναι το ζητούμενο μιάς τοπικής κοινωνίας: συλλέκτης καυσαερίων, θορύβου, νεκρών ζώων και κάπου-κάπου και τροχαίων θυμάτων  της σύγχρονης εξέλιξης. Την περίοδο της κατοχής, κατά που μου λέγανε, επηγαίνανε στου ζερβού το πέραμα οι νεαροί και κολάγανε το αυτί τους στο χώμα του οδοστρώματος, προσπαθώντας  νακούσουν το θόρυβο των επερχομένων οχημάτων των κατακτητών…. Κατά που γράφω και αλλού, η εξέλιξη επέβαλε την τροποποίηση της χάραξης στη θέση Μπιρμανη ο μύλος, ώστε να ισιώσει λίγο ο δρόμος . Ακόμα περι το 1955, οι αγγαρείες της κοινότητας επέβαλλαν τη χειρονακτική διαμορφωση των πρανών, προς την πλευρά των Αστερουσίων, του δρόμου, με τις σκαλίδες. Ο λόγος ήταν μα μην τσιλουνε* τα πρανή το χειμώνα και να πλημμυρίζει το οδόστρωμα από τα νερά της βροχής, κάνοντας αδιάβατο γα τα αυτοκίνητα το δρόμο…. Ακόμα, οι πλύστρες στον Αι Λευτέρη και στο καινούργιο Νεκροταφείο ήδη έχουν αναφερθεί αλλού. Μένει να αναφερθεί η αποχέτευση ομβρίων του Πετροκεφαλιού, έργο του 1970-80 με προέδρους τον Μπουρμά και τον Αλέκο του Τσίκνη. Άλλωστε, τα νερά των έντονων βροχοπτώσεων που κατέβαιναν από τους γύρο λόφους στη μέση του χωριού έπρεπε να πάνε είτε στον Αι Λευτέρη είτε στο παρκάκι της εισοδου  (απο Μοίρες) του χωριου, διασχίζοντας τον κεντρικο δρόμο του Πετροκεφαλιού και κάνοντάς τον αδιάβατο για αρκετές ώρες.

Σαν εμπαίναμε στην Πετροκεφαλιανή περιφέρεια, και περνώντας του Κατσιρντή το σπιτάκι, εφτάναμε νε στου Μπιτσακογιάννη το παπούρι,  αριστερά, με το σπιτάκι ντου και με το χωρίς νερό πιγάδι του. Στη Δεξά μπάντα του δρόμου είτονε του κυρούμου (Μπαμπιονίτης) το περβόλι περίπου στο όριο τση Πομπιανής περιφέρειας.  Πεντακοσα μέτρα περπάτημα στον «αμαξωτό» κατα πώς ελέγαμε τον δρόμο που μπορούσαν να περπατήσουν τα αμάξια.  και συνατούσαμε το πρώτο περιποιημένο περβόλι στα δεξά του δρόμου το περβόλι του Παυλοευτύχιου και του Παυλοευτύχιου τη στέρνα με ένα μεγάλο σακκιέ. Ηταν ενας ατυχήσας στην υγεία του Πετροκεφαλιανός, που πότε ήταν στο περιοιημένο περβολάκι του πότε στο Δημόσιο ψυχιατρείο Χανίων Μετά το 1955 το περβόλι περιποιόταν ο Διογένης (Ηλιάκης) πριχού παει στη Γερμανία… Η Βαγγελιώ Σχοιναράκη μάλον έκανε τα πρώτα τζη ζάλα στου Παυλοευτύχιου τη στέρνα…  Λίγο πιό πέρα ένα σπιτάκι ακόμα, του Τσουροστελιανού με ένα σακιέ,  και πάνω από το δρόμο ο σακκιές του Μπιτσακογιάννη (σημερινό σπίτ του Δημήτρη Μαρκάκη).  Η πρώτη σοβαρή διασταύρωση εκείνων των χρόνων: του ζερβού το πέραμα, δεξια, ενα πέρασμα από όπου μπορούσε κάποιος να μπει στην πεδιάδα διασχίζονας το πάντα γεμάτο κανάλι του νερού για τη γυροποταμιά… Μετά η στροφή για το Κουσέ (νυν Κέντρο Αυγερινός) και στη συνέχεια του Μαντράχαλου η στέρνα. Αλλα 300 μέρα και φτάνουνε στου Νικήτα το περβόλι (Κανακαρονικήτας) και στη συνέχεια σε μιά άλλη ιστορική στέρνα : του Στρατή (Μπιτσακοστρατή) τη στέρνα… Επιτέλους μπηκαμε στο χωριό:

ΠΡΩΤΗ αριστερή διασταύρωση: αθο ντου Ζωγράφου, του Λαέρτη, του Γιώργη του Χατζή. Μα ας προχωρήσουμε στον κεντρικό δρόμο αφίνοντας πίσω μας στα δεξά μας του Πετροχαραλάμπη το Περβόλι (τωρινό σπίτι του Χαρίδημου Στ Τσικνάκη) για να μπούμε στο παραδοσιακό παλιό Πετροκεφάλι:  Δε λέω είτονε καλογυναικάδες οι Πετροκεφαλιανοί, μα όι να δίνουνε οι γυναίκες τ΄όνομα στσοι γαμπρούς!  Μούκανε λοιπόν εντύπωση πως ο Ληογιώργης (Φραγκιουδάκης Γεώργιος του Θεοδώρου) κυκλοφορούσε με το όνομα του πεθερού του του Ληογιάννη (Ηλιάκη Γιάννη):  ¨Ηλιογιώργης» Ληογιώργης. Ο λόγος είταν απλός: Ο πρωτοξάδελφος του (αδελφός της γιαγιάς μου ) Φραγκιουδιάκης  Γεώργιος του Μιχαήλ  είχε καπαρώσει το Φραγκιδογιώργης-φραγκιδογιώργαινα και για να αποφύγουν τα μπερδέματα ο άλλος Φραγκιδογιώργης κυκλοφόρησε, αυτός και τα παιδιά του,  με το ονομα Ληογιώργης και το Γιός του Δημητρης σαν Δημητρός του Ληογιώργη. Ως μπαινουμε το λοιπός στο Πετροκεγάλι εδά και 60 χρόνια το πρωτο σπίτι στο έμπα του χωριού είναι το σπίτι του Δημητρού του Ληογιώργη και τση Μαρίας του Δράκου Κολητάντως είχενε το σπίτι ντου ο Βιδαλής και ο Μπιτσακοστρατής ο κύρης  του. Μετά το θάνατο τση Μπιτσακοστρατίνας ο Μιχάλης ο Μελέτης εμεινε στο σπίτι τση Μπισακοστρατίνας., γιαγιάς τση γυναίκας του,  Μεταξεσέρνομενε πιό μέσα και φτάνομε στο σπίτι του Κωστή του Πιτσουνη. Ο Κωστής, από τσοι λίγους απού πήγανε μέχρι το Σαγκάριο το 1922  από τσοι χωριανούς με τον ελληνικό στρατό, και  επιστρέφοντας έφτιαξε το δικό του στρατό στο Πετροκεφάλι: Είκαμε με την πρώτη του γυναίκα την Ντουροερήνη,  αν δεν απατώμαι από το Κουσέ, την Πολυνίκη απου παντρεύτηκε το Γιάννη τον Καρεκλά από την Πόμπια, και με τη δεύτερη  γυναίκα, τη Λευτερία,  ήκανε το Δημήτρη, τη Μαρία απού παντρεύτηκε στο Πέρι, και το Μιχάλη,  Ζαχαρία , Νικολή, Μανώλη Γιώργη,  Φωφώ και Δέσποινα

(Εδά απου το θυμήθηκα θα σας το πω και ξα σας… Κολά δεν κολά δεν με νοιάζει… Ο κουμπάρος μου ο Γιώργης τ΄Αραπόκωστα είτανε Σφυριδάκης από το σόι τση μάνας του από το Κουσέ… Σαν εχώρισε ο σάντολός μου ο Κωστής του Πιτσαούνη την Ντουροερήνη,  συγγενιά του κουμπαρου μου από τη μάνα του, τηνε θυμάται, οταν είρχουνανε στο σπίτι ντωνς στο Πετροκεφάλι, να …γυτεύει τσοι μποντικούς (δεν είχανε μαθές και πολλούς τρόπους να  ξεβγάλουνε στοι μποντικούς) και είλεγε ανάμεσα στά άλλα στη γυθειά: «Βρε ποντίκια, βρε σοντίκια, φυγετε και να πατε σου Πιτσούνη του κερατά το σπίτι…» ) Συνεχίζομε όμως και φτάνομε στην:

ΔΕΥΤΕΡΗ διασταυρωση, αριστερά. Στη γωνιά είτονε μιά οικογένεια,  που εγκατέλειψε το χωργιό γύρο στο 1953: Ο Αντώνης του Καλλιτέρη με τσοι τρεις κοπελιές του τη Μαρίνα  την Αικατερίνη και την Ελπινίκη.   Έτυχε χρόνια πολλά μετά να τις γνωρίσω στην Αθήνα Στο χώρο του σούπερμάρκετ και του Βεζινάδικου το μονο απούχα να θυμούμαι είταν μιά μεγάλη κλειστή αυλόπορτα, του Σηφάκη  Πρέπει νάφυγαν και αυτοί για την Αθήνα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1950 Φάτσα από το  βεζινάδικο   μιά πολυμελής οικογένεια του Μιχελινάκη του Ευτύχιου  Ο Γιάννης (ο Ψάλτης) η Ελένη, η Κατίνα ο Νικολής και ο Γιώργης  είτανε το ζωντανο κομμάτι τση γειτονιάς Στο βάθος είτονε η οικογένεια του Δασκαλάκη Ευτύχιο. Στα χρόνια μου δεν έφθασα τον Ευτύχιο  Δασκαλάκη  και τσ΄αποδέλοιπους ο Παπαμανώλης είτανε χρόνια παπάς στσοι Μοίρες, ο Αδάμης ερχότανε κάπου κάπου στο χωριό Ο Δασκαλάκης Ιωάννης  ένας από τους γιούς του Ευτύχιου   και ευπατρίδης Πετροκεφαλιανός κράτησε για πολλά χρόνια το Γραφείο της Κοινότητας Πετροκεφαλίου, με περισσή αξιοπρέπεια, μεριμνώντας για την καλή φήμη του χωριού, μα και την εξυπηρέτηση των χωριανών στις επαφές τους με τις αρχές  Μιά ανάσα πριχού την πλατέα, ένας από τους γιούς του Καδιανογιώργη, ο πιό μεγάλος,  ο Αντρέας, είχενε ένα τσαγκάρικο.  Καμιά φορά πρέπει να έπαιζε και λίγο μαντολίνο ή κάποιο άλλο όργανο  ο Αντρέας. Η γυναίκα του Αντρέα,   Αντρεακιού, όπως τον λέγαμε λόγω χαμηλού αναστήματος,  είτονε συγγενής του Γιώργη του Γρρίβα και βέβαια ο Βύρων Μιχελινάκης (γιός του Γρίβα)  είτοε ανηψιός του. Θυμούμαι λοιπόν το Βύρωνα να πειράζει κάθε ντάι- ντάι τον μπάρμπα ντου στο τσαγκαράδικο, λέγοντάς του: Εεεε καυμένε μπάρμπα,  μα κακό γέρο θα κάμεις…. (Ο θεός να τσοι συγχωρέσει και τσοι δυό…). Στο έμπα τση πλατέας δεξιά είτονε το σπίτι του Γέρο Καρασουμάνη και του γιού ντου του Μήνου. Δύσκολα χρόνια και ο Μήνως εσπούδαζε ιατρική. Εϊχενε ο Γιάννης του Τσολιά καλές σχέσεις με τον Γέρο Καρασουμάνη είτονε και σάντολός του και κατά τα ξετελέματα, παντήχνει* ο Γιάννης του Τσολιά το Γέρο Καρασουμάνη στο αυλιδάκι του σπιθιούντου: Γειά σου σάντολε, είντα κάνει ο Μήνως; λέει ο Γιάννης του σαντόλου ντου… Και αυτός, φουρκισμένος  για την προσφώνηση «Μήνως» του …εκολαπτόμενου ιατρού, γυρίζει και του κάνει*: «-‘Οχι ο Μήνως, μα  ο γιατρός, φιλιότσο, μιά σειρά βαρέλια λάδι από τη μιά μπάτνα τση πλατέας μέχρι την άλλη εξόδεψα για να τονε βγάλω γιατρό!» Ό σο μπορώ να θυμάμαι όμως ο Μήνως πρέπει νάταν και καλός γιατρός μα πολύ περισσότερο πολύ καλός χωριανός.  Θυμάμαι πως τα πρώτα εμβόλια για την πολυομυελίτιδα, μας τα έκανε ο Καρασουμάνης δωρεά στο Ιατρείο του στις Μοίρες σε ένα παλιό διόροφο,   περίπου στις σημερινές καφερέρειες, περί το 1955..  Τελειώνοντας το πρώτο μέρος το πριν την πλατεία, έχομε αριστερά το σπίτι μιάς άλλης Μιχελιανής οικογένειας του Ιωάννη τση Ψεβίας  Ο Ηρακλής, η Μαρία,η Καλλιρόη και ο Μηνάς είτονε φίλοι καλοί και με το Μηνά, σχεδόν συνομίληκο μου,  κάποτε σε γαιδουροδρομίες εκ του προχείρου, παραλίγο να με σβολώσει* ο γάιδαρός μου στου Στρατή τη στέρνα,  ρίχνοντάς με κάτω. Εϊχενε όμως ο Ιωάννης μιά τρομερή μουρνιά, λίγο πριν μπούμε στο Πετροκεφάλι, που είτονε κέντρο συγκέντρωσης των πιτσιρικάδων περίπου κατα τον Ιούνιο -Ιούλιο, που σκαρφαλώναμε να κόψομε μούρνα. Στην εποχή του κυρούμου (1920) είχανε τση Λυμπιάδας τη μουρνιά, ενώ στα χρόνια μας είχαμενε ακόμη την Μουρνιά τυ Γιατρού με μουρα βυσινί χρώματος, που τα χρησιμοποιούσαμε για να …βαφτούμε από κορφής κόκκινοι, μισόγυμνοι φυσικά. Μπαίνοντας στην πλατεία αριστερά  προς νότο,  ξεκίναγε ένας δρόμος -ρέμμα η

ΤΡΙΤΗ διασταυρωση, που έφερνε τα νερά από την Κουρνιανή. Ο δρόμος διαμορφώθηκε σιγά-σιγά και έγινε ένας από τους κύριους δρόμους του χωργιού. Το εσωτερικό τση πλατέας είχε λίγες κατοικίες, περισσότερο χρησιμοποιούνταν για λόγους συνάθροισης Όμως εκτός από το πρώτο σπίτι του Γιάννη τση Ψεβίας, το δεύτερο νοτικά σπίτι ήταν επίσης κατοικία του σαντόλου μου του Κωστή του Μαρή Εκεί γεννήθκσαν και μεγάλωσαν ο Αντρέας ο Μιχάλης η Στέλα και ή Μαρία Πολύ αργά το σπίτι έγινε ο σημερινός φούρνος.  Το διπλανό σπίτι των Καλοχριστιανήδων, ήταν το πρώτο μέρος μπακάλικο, ένώ το δεύτερο ήταν το σπίτι του Κωστή του Παζούρη (Καλοχριστιανάκη ) και της Χρυσούλας της αδελφής  του Την αρχή του δρομου προς τα νότια,  της τρίτης διασταυρωσης ,  ολοκλήρωνε δυτικά το σπίτι του Κανακαρονικήτα (μετέπειτα φούρνος του Μελέτη και καφενείο του Μενέλαου)  Ήταν ο Κανακαρονικήτας ένας εξαιρετικός  μιλείχιος παππούς , που πολλές φορές συζητούσαμε στο καφενείο του γαμπρού του Μενέλαου.  Μούμεινε κάποτε,  που με αυτοπεποίθηση και πλήρη διαύγεια γύρισε και μου είπε : εγώ δα κυριε Αντρέα είμαι ο πιό μεγάλος του χωργιού:  εκλεισα τα 93 !   Διαγώνια στην πλατεία (βορειανατολική γωνία ) ήταν το σπίτι του άλλου Κανακαράκη του Κανακαρογιώργη, αλλά γι΄αυτό είπαμε στο στενό του πλακακιού.  Ένα ακόμα σπίτι, είτονε το σπίτι του Σταυριανού (Σταύρος Μιχελινάκης) , μετέπειτα καφενείο του Βεϊση (Γεωργίου Μανασσάκη) Βέβαι πέθανε νωρίς ο Σταυριανός περί το 1955 αλλά τον θυμάμαι να κάθεται στην αυλή του σπιθιού ντου  αρκετά γέρος. Ο γαμπρός του  Γεώργιος Μανασσάκης το μετέτρεψε σε καφενείο (Ήτανε  φαίνεται ψαγμένος και σαρκαστικός ο γέρο Σταυριανός , και οι αθρώποι του χωργιού είτονε μετρημένοι, μα και κάπως εξοικειωμένοι με το θάνατο και την μοίραν τως. Πάγια ταχτική είτονε, οντενεποθενε κειανείς και επερνούσανε το φέρετρο  μροστά από την μπόρτα του γέρο Σταυριανού, οι φίλοι του τον επμπικίζανε: Σταυριανέ πάει και φίλος σου ο Νικολης, πάει και ο φίλος σου ο Μανώλης … Και ο Σταυριανός  ψύχραιμος  γρησιμοποιούσε για να τους απαντήσει μιά αγρεοίκια φράση: – Δαυλός στον κώλο του που φεύγει ! (Είχε την έννοια : τούπε κανείς να φύγει; επιλογή του είτονε!, ας κάνει του κεφαλιού του…)  Πέρασε καιρός και έφθασε και η ώρα του Σταυριανού… Εκειανά τα χρόνια μαθές όταν επλησίαζε τό τέλος κανενός πέθαινε ψυχομαχώντας στο σπίτι του με τη συμπαράσταση των δικών του συγγενών και φίλων. Πήγαιναν λοιπον οι φίλοι του και τον πείραζαν: Εεε Σταυριανέ είντα λές εδά; Δαυλός στον κώλο ντου απου φεύγει; και ο Σταυριανός σαρκαστικός μέχρι το τέλος  του, απλά τους απάντησε αποστομώνοντάς τους: -Δαυλός στον κώλο ντου που θα απομείνει ! (εννοώντας πως όλοι μιά μέρα θα πεθάνουμε…). Πριχού βγούμε από την πλατέα  η τέταρτη διασταύρωση νοτικά είτονε στο τέλος τση πλατέας και εκειανά τα χρόνια ο γέρο Χαλκιαδογιώργης  είτονε φρουρός της εξόδου από την πλατέα έχοντας το σπίτι  ντου στο δρόμο που εξεκίνα νοτια από τη ντιοδυτική γωνιά της πλατέας.

ΤΕΤΑΡΤΗ διασταύρωση νότια. Αυτή προχωρά 200 μέτρα και μετά σταματά.  Ας συνεχίσουμε όμως εμείς να διασχίσομε τον κεντρικό δρόμο Εϊκοσι μέτρα από την έξοδο της πλατέας και ο παπα Κωστής είχενε το σπίτι ντου, όπου γενήθηκε η Μαρία και ο Γιώργης. Δίπλα ντου είτονε ένα μακρυνάρι, το σπίτι του Ψεβιακού (μητέρα του Ιωαννη τση Ψεβίας, Μιχελινάκη) Στα χρόνια μου είτανε αρκετά γριά, και η μόνη παράσταση που έχω είτονε, το ότι το Ρωσσάκι, κατα που γράφουμε αλλου, την επείραζε με τη μαντινάδα: Ψεβία μου τη βράκα σου μην τηνε δένεις κόμπο// μονο τη δένε συρταριά, να τηνε λυώ ντελόγο ! Βγαίνοντας στην κολύμπα, φθάναμε σε ένα άλλο σπίτι με πολλή ζωή και παιδομάνι : το σπίτι του αγροφυλάκου τ΄Αραπόκωστα. Η Κατίνα, η Χαρίκλεια, ο Μανώλης,  ο Γιώργης και ή Ηλέκτρα,  όλοι γενηθήκανε και ξεπταχτήκανε εδώ. Μπαίνοντας στην κολύμπα, μιά μεγάλη διασταύρωση προς τα νοτικά είναι αριστερά μας  η:

ΠΕΜΠΤΗ διασταυρωση που πηγαίνει στο δημοτικό σχολείο  Συνεχίζουμε όμως εμείς προς τα Μάταλα Λίγα μέτρα πιό πέρα νασου το αλμπάτικο του Αλμπατογιώργη, να φροντίζει το πετάλωμα των αλόγων μουλαργιών και γαιδουργιών από τα γύρο χωργιά Λίγο πιό πέρα μιά κλειστή αυλόπορτα δείχνει την ύπαρξη ενός παλιού εγκαλελειμένου αρχοντικού: Τ σπίτι του Καναβού ενός Μαγαρικαριανού δασκάλου που δίδαξεστο Πετροκεφάλι την πρώτη μεταπαελευερωτική περιόδο 1920 μεχρι τον πόλεμο του 1940. Εκειανά τα χρόνια, στα νοτικά του δρόμου το σημερινό Παρκο είτονε απλά μιά αλάνα απούχενε στα Ανατολικά τσης ένα πηγάδι και μιά πιπεριά. Το πηγάδι έδιδε νερό σε όλη τη γειτονιά, το πηγάδι τση κολύμπας. Εκείνα τα χρόνια το νερό το βγάζανε με το μαγγάνι και με τη ζβίγα, ενω αργότερα βάλανε μια ντουλούμπα* Πιό κάτω, μπροστά από την πιπεριά είχαμενε στημένο το ανατολικό γκολπόστ του γηπέδου τση κολύμπας,  ένω στη δυτική πλευρά είτονε το άλλο τέρμα…. Αυτό είτονε και το πρωτο βίωμα της γενιάς μου για τον Ξωπατέρα: ο Τοπικός ήρωας έδοσε το όνομά του στην πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα του Πετροκεφαλιού: Από τους πρώτους ποδοσφαριστές ο Μανώλης τ Αραπαντώνη, ο Μανώλης και ο Αλέκος του Λιλή, ο Μιχαλης τση Φιλιώς και ο Γιώργος ο αδελφός του και αρκετοί άλλοι….  Ακόμη, ένας τεράστιος ευκάλυπτος ακριβώς στην πόρτα του σημερινού πάρκου ήταν το ντεκόρ της κολύμπας Όπως συνεχίζαμενε δυσικά  αρχιζαν τα  Μαρκακιανά, ο Μανώλης του Τσαγκάρη, ο αδελφός του ο Μαρκοδημήτρης  και ο Μαρκογιώργης με τη Μαρκογιώργαινα και ανάμεσά τους ο Μιχάλης ο Γκιακούρης και ο Τσικναλέξης,  απούχανε συμπεθερια με τσοι Μαρκακιανούς….. Μιάς και είτονε μιαολιά πλατύς ο δρόμος στην κολύμπα,  εβόλευε για στέκι και βεγγέρα τσοι γειτόνισες  μα και τσοι γέρους πολλες φορες να γειτονεύουνε και να τα λένε κάθε λιοβασίλεμα  Ο Μαρκοδημήτρης και ο Μανώλης ο Τσαγκάρης είτονε από τσοι τελευταίους Πετροκεφαλιανούς με τις παραδοσιακές Κρητικές βράκες. Κάθε αργαντινή εβγάζε η Κλεάνθη του Μανωλάκη του Τσαγκάρη  η Ρινάκι του Μπιτσακογιάννη, η Κοκκάκαινα,  η Μαρκογιώργαινα,  η Δεσποινιά η Γκιαούραινα,  τσοι καθέκλες και εμονιταρίζανε άλλες 5-10 γειτόνισες και εβεγγερίζανε. Και εφθάσαμε στην

ΕΚΤΗ νότια διασταυρωση οτυ Πετροκεφαλιούσυτικά του σημερινού πάρκου Ας συνεχίσομενε κατά τα δυσικά…. Είτονε ο δρόμος που σούφερνε ρομαντισμό, λίγη μελαγχολία, λίγη κατάθλιψη, όλα τα συναισθήματα ανακατωμένα. Είναι περίεργο, μα εκείνα τα χρόνια ο έστω λίγος ρομαντισμός που εκδηλωνότανε, είτανε ένας περίπατος χαλαρός και αμέριμνος στον καταπράσινο κάμπο του Πετροκεφαλιού, από τον κεντρικό δρόμο… Δεν είτονε σαϊκα το νυφοπάζαρο του Τυμπακιανού δρόμου της ίδιας περιόδου. Εκεί, ο στόχος αν και είχε το ρομαντισμό του, είτονε και λίγο πονηρός: να δεις τσοι κοπελιές και τους νεαρούς και ότι ήθελε προκύψει… Στο Πετροκεφάλι αντίθετα, αρκετά πιό μικρό, η βόλτα ήταν ανάμεσα σε φίλους που απλά δεν ήθελαν να καθονται συνεχώς σε κάποιο καφενέ του χωργιού. Αξιοσημείωτο είναι, πως σχεδόν ποτέ δεν είχα συναντήσει έστω και ένα ζευγάρι ή παρέα να περπατά ρομαντικά και αμέριμνα προς τα ανατολικά του Πετροκεφαλιού. ‘Ισως το λιοβασίλεμα έδιδε μιά ρομαντική νότα στη δύση, που συνδυαζόμενη με το καταθλιπτικό στοιχείο του περιποιημένου νεκροταφείου στα δυτικά συνέθεταν ένα σκηνικό που δεν ήταν καθόλου αποτρεπτικό για μιά ρομαντική βόλτα. Μιά εικόνα που μούμεινε: Περί το 1960 το Μαθιό του Γκιαούρη (Ματθαίος Μιχ Δαμιανάκης), πιθανώς με το Αγριολίδι, (Γεώργιος Ηλία Μπιτσακάκης) και κάποιο άλλο συνήλικό τους,  κατά το λιοβασίλεμα να κρατούν το γραμμόφωνο με το μαγγανάκι, που κάθε τρις και λίγο έπρεπε να το κουρντίζεις για να γυρίζει και να παίζει,  χωρίς ρευμα φυσικά,  το δίσκο των 78 στροφών. Χωρίς  ηλεκτρικό ενισχυτή και άλλα καλούδια, χρειαζότανε ένα τεράστιο χωνί, ο γνωστός φωνόγραφος, που οι ερωτοχτυπημένοι νεαροί κρατούσαν σε απόλυτη ισορροπία στο ένα χέρι στο ύψος του κεφαλιού, και με βήμα σταθερό περνούσαν λιοβασίλεμα κάτω από το σπίτι του Μανώλη  του Καμηλαργιανού, συνοδεύοντας τον Καζαντζίδη του δίσκου στα πρώτα τραγούδια του…

Θάτανε το 1972… Εγώ είχα ξεσκολίσει  και από τα σκολιά και από το Πανεπιστήμιο. Πρέπει νάμουνε στρατιώτης στον Ξερόκαμπο και εβρέθηκα στις 25 του Μάρτη στο χωργιό. Εκείνα τα χρόνια είχενε ακόμη αρκετή αίγλη και η Εθνική μα και η Θρησκευτική γιορτή. Είτονε κανόνας  εκειανά τα χρόνια να διακόπτουμε τη Νηστεία της μεγάλης σαρακοστής, που είχε πάνα μέσα της την 25 Μαρτίου, (απο κει και το γνωστό Δεν  λείπει ο Μάρτης  από τη Σαρακοστή)  Μετά τα διάφορα γνωστά παρέλαση κλπ η πορεία είτονε ο καφενές μέχρι να μεσημεριάσει και να πάμε στο σπίτι για φαγητό. Το έθιμο ήθελε να αγοράσουμε όσοι έβρισκαν, λίγες φρέσκες βούπες* από τους ψαράδες από τα Μάταλα, που από την παραμονή ή και ανήμερα περνούσαν και πουλούσαν τα λίγα φρέσκα ψάρια που έπιαναν.  Είχενε φέρει λίγες φρέσκες γόπες ο Μαθιός του Γκιαούρη τσης Δεσποινιάς τση μάνας του,  μιάς και έμενε απίτις επαντρεύτηκε στα Πιτσίδια. Μετά την εκκλησα η Δεσποινια ετηγάνισε τη βούπα* και σαν εγύριζα από την πλατέα για το σπίτι, μου μίλησε η Δεσποινιά και εσυζητούσαμενε τα νέα ειδικά των παιδιών της τση Μαρίας και του Γιώργη που μάλλον είτονε στρατιώτης. Μιά στιγμή μου λέει η Δεσποινιά Κατσε Αντρέα να σε κεράσω. Πετιέται  στην κουζίνα και μου φέρνει δυο βούπες*  φρεσκοτηγανισμένες και ενα κρασοπότητρο κρασί, σαν κονιάκ, και μου λεει: πιες το μονο προσεχτικά γιατί είναι δυνατό… Πραγμαστικά λές και έπινα κονιάκ, και μου συνέχισε μετά: Πριν καμποσες μέρες ηθρε ο Μανωλάκης τση Μιχελοδημητραινας από τη Θεσαλονίκη, γιατί επούλησε το σπίτι τση μάνας του, απούτανε συγγενιά μου, και αδειάσαμενε το σπίτι της Αυτό τοχαμενε κλεισει από το 1958 απου πέθανε και απίτις τη θαψαμενε εμαζώξανεμε τα μπράτη στο σπίτι τζη, το κλείσαμε και ξανάφυγε ο γιός τση στη Θεσσαλονικη πάνε 15 χρόνια. Προχθές εβρήκαμενε ετουτονέ το κρασί 15 χρονών και άλλη μιά ντραμτζάνα απού την επήρε ο Μιχελοηλίας…

Καλή γειτονιά μπόλικες μνήμες, μα είναι ώρα να μεταξεσύρομενε και πιό πέρα… Πρώτο σπίτι σαν τελειώσει η Κολύμπα αριστερά είτονα του Στελιανού του Κοκκάκη και τση θειάς μου τσ΄ Ελένης του Σπετρέρη.  Θυμούμαι τον Κανακαρομανώλη και τη γυναίκα ντου κατά το 1950 να ρχονται στου Στελιανού του γιούντως, εμένανε κάπου στα Σπυρδιανά, και μετά μιά δεκαετία ο Μιχάλης ο Γκιαούρης έστεσε ενα ρακοκάζανο στο αδειανό τοτες διπλανο οικόπεδο για να καζανιάζει τα τσίκουδα των γειτόνων… Λίγο πιό δυτικά είτονε η γειτονιά του Γιώργη του Καραϊσκου και του σογιού ντως του Αλμπατοηλία και του Νικόλαου του Σταμάτη.  Ο άλλος γιός του Σταμάτη, ο Σταύρος είχε μετακατοχικά φύγει για τη Θεσσαλονίκη, όπως αλλού έχουμε πωμένα. Ο Τσικναλέξης είχενε καταστέσει τη Φαμελιά ντου στο τελευταιο σπίτι  πριν το δρόμο τση φάμπρικας του γιατρού, σε ένα σπίτι που πιθανόν παλιά νάτανε το καφενείο του Σωμαρά. Εφθάσμε και στην

ΕΒΔΟΜΗ διασταυρωση προς τα νότια και σαν επερνούσαμνενε το σπίτι του Καραϊσκου εβρίχναμε το σταύλο του γέρο Καρασουμάνη  (τωρινό σπίτι ττης Γιαννούλας) Σαριδάκη και Νικου Μιχελινάκη)  αριστερα και μετά ένα άδειο οικόπεδο  (νυν σπίθια των Πρωϊμάκιδων και των κληρονόμων)  και μετά  η:

ΟΓΔΟΗ διασταυρωση και ο Αι Λευτέρης. Επαέ, στον Αι Λευτέρη,  πρέπει να ληλερίσομενε, και πάλι δε θα θυμηθούμε μηδε τα μισά… Είτονε μαθές η έξοδος του χωργιού δυσικά, είτονε το εκκλησάκι με τις μνήμες και τις θρησκευτικές τελετές, είτονε και  το παλιό νεκροταφείο ακριβώς απέναντι, στο μισό οικόπεδο που είναι σημερο το γήπεδο μπάσκετ. Όλα αυτά, μαζύ με την αμορφωσιά του κόσμου και η θρησκευτική καταπίεση, που έδιδαν τροφή σε προλήψεις,  σε τελώνια, σε σατανάδες,  σε τιμωρίες κλπ, μας φορτίζανε ψυχικά. Ακόμα η έλλειψη φωτισμού  στους δρόμους έδιδε περιθώριο στα παντός είδους φαντάσματα της παιδικής μας φαντασίας να κυκλοφορούνε οληνυχτίς γύρο από τις εκκλησές, τα νεφροταφεία, τα ερειπωμένα σπίθια κλπ. Είχενε που λέτε πεθάνει ο πατέρας του Μιχάλη του Σωμαρά κάποτε, δεν ξέρω ακριβώς πότε, μα σίγουρα πριν από το 1936,  που λόγω μιάς επιδημίας -θανατικού έφτιαξαν το καινούργιο νεκροταφείο.  Ο άνθρωπος για διάφορους λόγους δεν έλυωσε, πράγμα που συμβαίνει λόγω υγρασίας , κακού αερισμού,  ωρισμένων φαρμάκων κλπ. Όταν τον ξέθαψαν, τον τοποθέτησαν όρθιο μέσα στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου που ήταν στη νοτιοδυτική πλευρά του παλιου νεκροταφείου ακριβώς στο γύρο του δρόμου. Από την άλλη  μεριά του δρόμου ήταν το παλιό εκκλησάκι του Αι Λευτέρη σχεδόν στη μέση του δρόμου… Κάθε βράδυ ετρεμόφεγγε ένα καντηλάκι μέσα στο εκκλησάκι αναμμένο από τους πιστούς και θρησκόληπτους της εποχής… Και εγώ κοπέλι, 4-5 χρονώ,  να πρέπει να περάσω από τα κακά στενά: Από αριστερά νάνε έτοιμος ο πατέρας του Μιχάλη του Σωμαρά να με αρπάξει, και απο δεξά να προβάλει κειανείς βερζεβούλης από το πορτάκι του Αι Λευτέρη να με μισερώσει. Η χειρότερη μου είτονε οντεθελα σκοτεινιάσει, να με πέψει η μάνα μου στη μεσοχωργιά αθο ντη πλατέα, γι στου Ευθύμη ή του Καραϊσκου (τα κοντινα μπακάλικα) , γή να πάω να φωνιάξω του κυρού μου από το μαγαζί…. Έκανα πέτρα την καρδιά μου και επήγαινα κάνοντας το σταυρό μου χαχαλιές* και χωρίς να ξανοίγω*  μουδε δεξά, μουδε ζερβά….

Η εκκλησά τ΄Αι Λευτέρη είχενε την τιμητική τζη, την ημέρα τσ΄Ανάστασης. Η Κρανάσταση (τε Ανάσταση των Νεκρών) γινότανε γύρο στις πέντε η ώρα το απόγευμα. Μιά ώρα πριν είχενε σταματήσει να χτυπά η διπλοκάμπανη καμπάνα της Ανάστασης, για να καταλάβει ο κόσμος με τη νέα κωδονοκρουσία πως ξεκινούσε η τελευταία θρησκευτική υποχρέωση τση Λαμπράς: Η τελετή τση Κρανάστασης. Οι χωργιανοί χριστιανοί και μη είχανε ξετσουτσουλέψει και είχανε χορτάσει φαί μετά 50 μερες νηστεία, και χαρούμενοι επήγαιναν στο Αγ Πνεύμα, έβγαζαν, ανα δύο, μιά από τις μεγάλες είκονες του τέλμπλου και ξεκινούσαν την περιφορά προς τον Αι Λευτέρη Φυσικά μπροστά είτονε ο Παπα Κωστής και οι Ψαλτάδες, ο Σπετσέρης, ο Μιχαήλος του Λευτέρη  παλιότερα, ο Ζωγράφος με τον Μπάρμπα μου τον Καλόγερο και ο Χαρίλαος με το Σαριδάκη το Στελιανό μετά. Από κοντά τα εξαπτέρυγα και πίσω οι χωργιανοί Η μαρίδα είχενε εφοριαστεί με τα πυρομαχικά τζη, μακαρούνια, σκλαπατζίκια, γουρούνες  και έστηνε και από τις δυό παντες του δρόμου όλόκληρο πολεμο στη διαδρομή προς τον Αι Λευτέρη. Αν τύχαινε κανείς …απιστος , να περνα με τα σπάνια αυτοκίνητα τσ΄εποχής,  είπρεπε να περιμένει αρκετή ώρα να τελειώσει η τελετή για να συνεχίσει το δρόμο του

Θάτανε το 1957-60 και το Πετροκεφάλι είτονε ο παράδεισος των πρώιμων αγγουριών. Από το Μαρτη οι Χωργιανοί εφύτευαν τσοι πώιμες αγγουριές, και με καπελάκια από αθανάτους  προσπαθούσαν να τις προφυλάξουν από του παγετούς,  το κράι. Το οικόπεδο μετα το νεκροταφείο είτονε μοναστηρικό και είχενε περάσει στα χέρια της κοινότητας Τοδοσαν λοιπόν του Κωστή του Πιτσούνη (παππού του Αυγερινού Live) να το καλλιεργήσει φυτεύοντας πρώιμα αγγουράκια. Τα κοπέλια του Κωστή εκτός από τα αγγούρια που καλλιεργούσαν, εκαναν και ένα αυτοσχέδιο …μπαρ στη νοτιοδυτική γωνιά του κήπου: Έφτιαξαν μιά καλύβα πήραν και ένα ηλεκτρικό πικαπ,  ίσως το πρωτο του χωργιού (επαιρνε 4 μπαταρίες Α4 και δίσκους 33 στροφών) και τόριχναν στο γλέντι με τους περαστικούς μερακλήδες… Αλλωστε το μόνο άλλο που χρειαζόταν η καλυβα-μπαρ για να δουλέψει είτανε λίγο καρσί και ρακή και αντε και κανας ντάγκος ελιές και σαρδέλλες, τα αγγουράκια,  εκλεκτός μεζές για την περίσταση,  ήταν επιτόπιας παραγωγής . Αν αναρωτιέστε γιατί μούμεινε η σκηνή είναι απλό: Εκείνα τα χρόνια, τόχουμε πει και αλλού,  τα ακούσματα ήταν μόνο φυσικά: Αν τραγουδούσε κάποιος έχει καλώς, δεν είχες όμως την άνεση να ακούσεις ούτε ραδιόφωνο καλά-καλα,  μιάς και είτονε αρκετα ακριβό και πρωτοφανίστικο είδος… Και το πιό σημαντικο: η αποστολή του τοτε ραδιοφωνου ήταν, να προστατεύει απροκαλυπτα την εξουσία. Τα λαικά τραγούδια  ακουγονταν για μισή ώρα 6-6,30 κάθε απόγευμα από το κρατικο ραδιόφωνο. Όντας το πατρικό μου σπίτι λοιπόν μόλις 70 -80 μέτρα πιό πάνω από το υπαίθριο μπάρ,  συμμετείχα ακουστικά τουλάχιστον στο απογευματινό ξεφάντωμα. Έτσι φτάσαμε  στον

ΚΟΥΣΑΝΟ δρόμο, που σηματοδοτούσε το τέλος του Πετροκεφαλιού της εποχής μου. Ο Μανώλης ο Καμηλαργιανός  (Εμμ Φιτσάκης)  ήταν ο τελευταίος μετά τον Κουσανό δρόμο και προς το Νέο Νεκροταφείο κάτοικος της περιόδου του 1940-50.

 

Καλά-κακά επεράσαμενε ούλο το παλιό Πετροκεφάλι σχεδόν από πόρτα. Είπαμε πως λιγατάρια είτονε τα σπίθια αθο ντα νοτικά του δρόμου πριχού το 1900. Όμως μετά που σιγουρευτήκανε οι αθρώποι μιάς και οι Τούρκοι εγκαταλείπανε τις επαρχίες, και το πράγμα επήγαινε για απελευθέρωση, αρχίσανε σιγά σιγά να πιάνουνε τ΄ανάπλαγα και τα παπούργια…  Στην αρχή βέβαια γύρο από την πλατέα και νοτικά  στην τριτη και τέταρτη διασταύρωση, και από το 1920-30 και ύστερα όπου εβόλευε τον καθένα. Μετά  την απελευθέρωση το πιό μεγάλο πρόβλημα είτονε το νερό. Εϊτονε μαθές δύσκολο για τσοι νοικοκεράδες να κουβαλούνε με τον κουβά και το σταμνί νερό  στο Πετροκεφάλι, από μακρυά,μιάς και στις περισσότερες περιοχές κάθε σπίτι μπορούσε νάχει το πηγάδι του. Ας περπατήσομε και μεις τα σοκάκια  του Πετροκεφαλιού του 1950-60 από τη νοτική πλευρά του χωργιού:

ΠΡΩΤΗ ΝΟΤΙΑ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ

Ένα ωραί κομματι του Πετροκεφαλιού είναι σίγουρα το νοτιο τμήμα της εισοδου του Όμως για άγνωστους λόγους το χωριό δεν επεκτάθηκε καθόλου προς τα εκεί Σαν ανεβαίναμε το ανεβόλεμα προς το λόφο το πρώτο σπίτι είτονε του Ζωγράφου (Κων Παπαδάκη) ενός εξυπνου δραστήριου υπερκινητικού ανθρώπου από την Ελαία Μάνης που από μικρός βρέθηκε στα μέρη μας σαν αγιογράφος, φωτογτράφος, ιεροψάλτης κλπ Παντεύτηκε στο Πετροκεφάλι, όπου γενησε τον Τηλέμαχο το Δημήτρη και το Μανώλη πιό  γνωστό Σαν Μανο Παπαδάκη λαικό τραγουδιστή . Δίπλα του έστησε το σπιτικό του ο Νικολής ο Λαέρτης (Νίκος Μπιτσακάκης) γιός του Λυμπεροσταυρούλη. Τέλος  νέος σχετικά έστησε το σπιτικό του και ο Γιώργης του Χατζή με την Αλεξάνδρα του Νικολάκη του Μπαμιέ.  Αυτή είτονε όλη κι΄όλη η γειτονιά που τα τελευταία χρόνια άρχισε να παίρνει΄τα πάνω της…

ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΟΤΙΑ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ

Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ και σαν να μου φαίνεται πως  η μόνη οικογένεια που στα χρόνια μου έμενε  στο δετνο πρίνι το σουπερμαρκετ Αριάδνη ήταν τα σπίτια των Χαλκιαδάκηδων του Μανώλη του Τρουλίτη και του Μανωλάκη του Χαλκιαδάκη  Ο Μανωλης ο Τρουλίτης

 


λέω να τονε περπατήσω μεχρι απάνω, είτανε εξ ολοκλήρου καινούργια γειτονια, που απελευθερώθηκε για κατοικίες, απίτις ετοιμάζουντανε να μετακινήσουνε πιό δυτικά το νεκροταφείο του χωργιού Γύρω στο 1930 λοιπόν, καμπόσοι νεαροί  τότε του χωργιού  , Κύρης μου ο Κωστής ο Μπαμπιονίτης, Ο Στελιανός ο Βανίλης,  ο Διονυσιος ο Τσικνάκης και ο Λισταργιανός  (Σκαρπαθιωτάκης Γεώργιος )  με τον Καμηλαργιανό (Εμμανουήλ Φιτσάκης ) εφτιάξανε τα σπίθια τση γειτονιάς , ενώ  λίγο μετά ξεκίνησε να χτίζει και ο μακαρίτης ο Στέφανος ο Αλμπατάκης χωρίς να ξετλέψει το σπίτι του,  καθώς και η Ευτυχία του Ντουρόμηνου και ο γιός του Πετραντρέα, ο Επιλοχίας .  Σταματώ στσοι διπαπούδες, μιάς και τα κοπέλια των παραπάνω είναι σημερινοί παπούδες στο Πετροκεφάλι

Ενας δρόμος  γεμάτος ζωή στα νιάτα μου είτονε ο δρόμος απoύ εξεκίνα πίσω απο του Καραϊσκου  και είχενε πρώτο σπίτι αριστερα το σπίτι τση Σανταρμομαργώς και του Σανταρμομανώλη Και η μεν Σανταργμομαργώ δεν επρόφταινε να βοηθά τσοι νυκοκεράδες να μιτοχρενιάζουνε στο Μπορνόβα τη Μαντρα, είτονε μαθές δεξιοτέχνισα στον αν στιμονιάζει και να καταστένει το φασίδι, πριχού μπεί στο αργασήρι. Ο Σασνταρμομανώλης είτονε έξω καρδιά, αρκετά μεγάλος οντενείμουνε κοπέλι δεν επολυασχολιότανε με τα κηπουρικά, πολλές φορές όμως επήγαινε μέχρι το Κεφάλι, «στα χοντρα ξύλα»  εκοβε δηλαδή σκίνους πρίνους και ξερές αγριολιές τις φόρτωνε  στο γαιδούρι και δρόμο γα τις Μοίρες. Εκείνα τα χρόνια, ανεξαρτητα από την οικονομική τους κατάσταση οι αστικοποιημένοι  Μοιργιανοί δεν χρησιμοποιούσαν το ελάχιστο ηλεκτρικό ρευμα για μαγείρεμα αλλά έπεπε να αγοράζουν ξύλα για τη φωτιά όπως και στα χωριά. Επέρνα λοιπόν ο Σανταρμομαλώλης κάθε ντάι – ντάι από τα κάτω καμαράκια πουτανε τα λημέργια μου και  σαν εγιάγερνε από τσοι Μοίρες είχενε ενα βουργιάλι στα σκαρβέλια του γαιδάρου και μέσα ένα μισοκαδιάρικο μπουκάλι, το «γυαλάκι» όπως το έλεγεγε με αγάπη. Εϊτονε το αγαπημένο του μπουκαλι που το γέμωσε κρασί από τσοι Μοίρες μιάς και είτονε η μεγάλη του αδυναμία… Λιγο πιό πανω ο Καφάτος ο Μιχάλης με την Ευτυχία του Πετρογιώργη και φάτσα ο Μανώλης του Πρώιμου με τη Γιωργία του Κουρτικάκη από το Κουσε.  Είτονε και οι δυό τους σώγαμπροι στο Πετροκεφάλι, ο Μιχαλης από τα Καλύβια και ο Μανώλης από τον Αι Κύρλο. Τη γειτονιά εσυμπλήρωνε ο Χαρίλαος και από τη μεργια του σχολιού ο Παυλοευτύχιος με τις Αδελφές του την Βαγγελία και την Ειρήνη Βέβαια.  στα 1955 ο Παυλοευτύχιος είτονε άρρωστος και έτσι οι μνήμες και εμένα μα και των γειτόνων του είταν αρκετα δυσάρεστες. Πολλές φορές έφερνε σε δύσκολη θέση τους δασκάλους που εκαναν μάθημα στο παλιό σχολειο, αλλά δεν θυμάμαι να πειραξε ποτέ κανένα παιδί, αν και είναι αλήθεια πως πολλά κοπελια έμπαιναν στο πειρασμό να του πετάξουν καμμιά πέτρα μιάς και από αγνοια αμάθεια και κακή ανατροφή, θεωρουσανε παιγχνίδι τον «τροζό του χωργιού»…  Πριχού μεταξεσύρομενε σε άλλες γειτονιές ας θυμηθούμενε και το πρώτο κοπέλι του Μιχαλη του Καφάτου το μακαρίτη το Γιώργη. Εϊτανε από τους οριακά ατυχους τσ΄εποχής΄,  μιάς και είχενε δρεπανοκυτταρική αναιμία  που μπορούσε να βοηθηθεί και να ζήσει με τη βοήθεια της ιατρικής.  Ομως τα δύσκολα χρόνια του 1950-55 δεν είτονε μπορετό στα χωργιά να γίνει το πρεπούμενο και έτσι πέθανε με τους γνωστούς  πονους κλπ,  στα 15-16 του χρόνια…. Τελευταίο αν και νεότερο αντρόγυνο, ο Γιώργης του Παπά εδινε ζωή με τα κοπέλια ντου στο τέλος τση γειτονιάς, που τέλεινω με το Μανώλη του Μαραγκού.

Άμα θελα συνεχίσομε το στενό εβρίχναμε αλλη μιά γειτονιά,  Μαρκακιανή κυρίως,   το Δράκο με την θειά μου τη Βαγγελία, το Στυλιανό Μαρκάκη γνωστό  σαν Λουκά , και τον Αδελφό τους τον επιθεωρητή δημοτικης εκπαίδευσης (Κώστα Μαρκάκη), που ήδη είχε εγκαταλείψει το χωργιό από τα παιδικά μου χρόνια. Στην ιδια γειτονια ήταν ακόμη και ο Γιώργης του Μπελαδοδράκου σαν μπατζανάκης των Μαρκακιανών και ο Μιχάλης τση Τσαγκάραινας. Ψιλά, η γειτονιά ετέλεινωνε με ένα ακόμη Μαρκακιανό σπίτι: του Αντώνη Μαρκακη δασκάλου  και της Μαρίκας Μαυραντωνάκη, πριχού φύγουν πριν το 1960 από το χωργιό….

Τα πρωτα χρόνια μετά την απελευθέρωση τση Κρήτης, πρέπει να χτίζανε τα σπίθια απούτανε προς το δρόμο του σχολειού νοτικα από το πάρκο. Ανεβγάλεις το σπίτι του Μιχελοηλία και τσ΄αμπλάς  του απούτανε ανύπαντρη , αρκετά ψηλά είτονε το σπίτι του Νικολή του Τρακοσάρη  και λίγο πιό πάνω το σπίτι τση Δέσποινας τση Μουντράκη. Ο άντρας της ήταν φαρμακοποιός και εκτελέσθηκε απο τους  Γερμανούς το 1942  Τη θυμάμαι 20 χρόνια μετά,  μια ζωή στα μαύρα αξιοπρεπής η «κυρά Δέσποινα» …. Λιγο πιό μετά εγακαταλελειμένο το σπίτι μιάς άλλης ιστορικής οικογένειας του χωργιού των κουκουρήτιδων, μετέπειτα σπίτι του Ανάπειρου (Νικος Παπουτσάκης) . ο Μυρτομανώλης έστησε το σπιτικό του στην ιδια περιοχή στις αρχές του 1900, μα ο μεγάλος του γιος ο Μυρτομιχάλης εγέμισε κουτσούβελα τη γειτονιά απου συμπληρώθηκε με το Νικολή το Μακρολαίμη και το Μανώλη το Λεμόνη.  Λίγο πιό πάνω έχτισε ο μεγάλος γιός του Σταματοδημήτρη ο Αντώνης του Τσολιά. Μούλεγε ο κύρης μου πως σαν εξεκίνησε να χτίζει είχενε βάλει στη μέση του δρομου το σπίτι και επήγε ο παππούς μου ο Αλεξάκης και καμπόσοι άλλοι στάμενοι αθρώποι, και τούπανε να μεταξεσύρει το σπίτι λίγο πιό ανατολικά, πράγμα που έκανε. Εϊτονε μαθές εκείνα τα χρόνια οι αθρώποι υπεύθυνοι, μιάς και αν επερίμενες πολεοδομίες στην τουρκοκρατία, όλα θατανε μπάχαλο…  Ετέλειωνε το χωργιό κατά το δρόμο για το Χριστό με το σπίτι του Μπιτσακομανώλη  και τση Μπιτσακαντρονικης δεξια ενώ δυτικότερα είτονε η γειτονιά των καλοχριστιανήδων: Ο Καραγιάννης πέθανε γύρο στο 1955 αρκετά νέος , όπως και ο αδελφός του ο Νικολής το 1953 στην Αθηνα από καρκίνο. Όμως είχανε προλάβει και είχανε αρκετα κουτσούβελα τσοι σημερινούς παπουδες Καλοχρηστιανάκηδες…

Πηγαίνοντας για Μάταλα, πριχού καλά-καλα βγούμενε από την πλατέα ισα νοτικά εξεκίνα ένας δρόμος: Μαζύ με τη μεσοχωργιά μου θύμιζε  το Μεταξουργείο και την παλιά εγακταλελειμένη Αθηνα.  Σε αυτή τη γειτονια μόνο ερείπιια σταύλοι και χαλάσματα   θυμούμαι νατανε. Βέβαια στη γωνια ακριβώς είτονε το σπίτι του Χαλκιαδογιώργη που εμενε μέχρι το 1960 μαζί με τη συζυγό του Ειρήνη και λίγο πιό πάνω τα κοπέλια του Ηρακλή του Σταματάκη. Μετά ο δρόμος ετέλειωνε με τη Φαμπρικα των Κουκουρήτδων δεξα,  και το Πατρικό των κουκουρήτηδων (Γιάννης Κουκουριτάκης) αριστερά,  όλα εγακταλελειμένα στα παιδικά μου χρόνια Ο Σαμιώτης, ο Μιχαλης ο Τσίκνης σαν επαντρεύτηκε, ο Αλέκος ο Μιχελακάκης ( ο πατέρας του Ρωσακιού) και ο Σαριδάκης ο Χαράλαμπος έμειναν για λίγο σε αυτή τη γειτονια, που όμως δεν άλλαξε την εικόνα της εγκατάλειψης.  Η τελευταία φάμπρικα του χωργιού που δούλευε, απότι θυμάμαι ήταν η φάμπρικα των Κουκουρήτηδων που την είχε αγοράσει και ανακαινίσει περί το 1960 ο Νικολής ο Λαέρτης (Μπιτσακάκης)  ο πιό μικρός γιος του Λυμπεροσταυρούλη

Σαν εμπαίναμε στην πλατέα του Πετροκεφαλιού ερχομενοι από τσοι Μοίρες, το πρώτο σπίτι αριστερά είτονε του Ιωάννη τση Ψεβίας, και δίπλαντου νοτικά το σπίτι του σαντόλου μου το Μαρή του Κωστή  Μπροστα από την πόρτα του Μαρή, είτονε μια αμπεργια* αν θυμάμαι καλά, απου εκάθουντανε δυο μέρες ο αυτοσχέδιος  παγωτατζης, καθε Αγίου Πνεμάτου, κατά που σας είλεγα αλλού που…. Δίπλα είχενε ο Μανώλης, η Χρυσούλα και ο Κωστής του Καλοχριστιανού το μπακάλικο  και το σπίτι ντως, και πιό πάνω είχενε ο Πιμενίδης ο Καλοχριστιανάκης το δικό ντου σπίτι  Απο τα δυσικά του δρόμου εξεκίνα με το σπίτι του Κανακαρονικήτα, και το σπιτάκι τση Κλεάνθης μιά γιαγια στα τελευταία ντζη, πεθερα του Μιχελινάκη του γιατρού. Ενα σπίτι πιθανά του Σταματοδημήτρη, μόνο τη Σταματοδημήτραινα θυμούμαι στη γειτονιά, και μετά ενα αρχοντικό σπίτι, εγκαταλελειμένο, ιδιοκτησίας των Σπυριδάκηδων, που αποτέλεσε και το πρώτο σχολαρχείο της περιοχής στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν μεταφερθεί στην Πόμπια Προχωρωντας συναντούμε το σπίτι του Μανώλη του Χατζή και τση Χατζίνας, που το κληρονόμησαν στον τελευταίο τους γιό το Στελιανό του Χατζή ή Στέλιο το Μυλωνά, μιάς και στο σπίτι αυτό εσταθηκε ο πρώτος μηχανοκίνητος μύλος της περιοχής, που αντικατέστησε το νερόμυλο τση Φαλάντρας γύρο στο 1960. Απέναντι από το Μύλο είτονε οι ιδιοκτησίες του Κωστογιώργη μάλον και το πιό ενδιαφέρον στην γειτονιά  είτονε ο πρώτος επαγγελματικός φούρνος του Πετροκεφαλιού: Ο Αλέκος ο Βιτωράκης γαμπρός από τον Αι Γιάννη επήρενε μιά απί τσοι κοπελιές του Κωστογιώργη τη Βαγγελία , και έσαξε ένα φούρνο απου έφτιαχνε και επούλιε ψωμί στην περιοχή καθώς και τα τριβίδια* για τα κοπελάκια της σχολικής ηλικίας. Η Νούλα και η Ελένη είτανε ωραίες κοπελιτσες, και ο αδελφός τους ο Μιχάλης που πέθανε πρόωρα, έφυγαν νωρίς από το χωργιό, μετά το κλείσιμο του φούρνου. Στη νοτική μεσοτοιχία ήταν το απείραχτο μεχρι σήμερα σωμαράδικο του Σωτήρη από το Κουσέ. Φυσικά μπροστά από το σωμαράδικο κάθε μέρα γινότανε παρέλαση  μιας και ο ένας ήθελε να επιδιωρθώσει το σαμαρι του γαϊδάρου , ό άλλος να το «γεμώσει¨, μιάς και έν είδει στρώματος έπρεπε να προστεθεί το σωστό γέμισμα για μνα μην πληγιάζονται τα καημένα τα γαϊδούργια.

Ολος ο»δρόμος» που περιγράψαμε  προηγούμενα, δεν ήταν παρα το τέλος ένός ρέμματος, που ξεκίναγε από τους βαθιάδες και τα νερά του διέσχιζαν την πλατεία του χωργιού με διέξοδο προς το πάρκο της ανατολικής εισόδου του Πετροκεφαλιού. Η σημερινή ελλάτωση των βροχοπτώσεων του αφαίρεσε τη σημασία του ρέμματος, όμως αν κάποτε ,κουφια η ώρα, πνιγεί κανείς σε αυτό το δρόμα μην σας φανεί παράξενο…. Αλλωστε ο Αδελφός μου Ν Μπαμπιονιτάκης στις 18 Οκτ 1961 έσπασε το πόδι του προσπαθώντας να διασχίσει αυτό το ρέμα σε μιά νεροποντή, μπροστά στο σπίτ των Εμ Σπυριδάκη και Γεωργίου Καδιανάκη

Είχαμε λοιπόν δυό επιλογές για να συνεχίσομε την έξοδό μας από το Πετροκεφάλι. Η μιά ήταν ν’ακολουθήσωμε το ρέμα και η άλλη να στρίψωμε ανατολικά για τα Μπιτσακακιανά ξεκινώντας από το πηγάιδι του Μπιτσακογιάννη, και το Παπούρι του Τσικνομανώλη Ας τελειώσουμε όμως με το ρυγιάκι: Λίγο πιό πάνω ήταν μερικά σπίθια Φραγξιδιανά, και μάλιστα των απογόνων του Φραγκιδομιχάλη Το πρώτο είταν του Φραγκιδογιωργη που επήρε ο γιός του Σταυρής και εμεινε με χρι σήμενρο εγκαταλελειμε΄νο σαν ο στάυρος του Σταυρή του Φραγκιδογιώργη. Αμέσως μετά  ο Νικόλαος ο Μπαμιές (Φραγκιουδάκης,  του Μιχαήλ)  πήρε το σημερινό σπίτι του Καδιανάκη Γεωργίου κληρονόμου του, και ετελείωνε με ένα ακόμα φραγκιδιανό σπίτι, κληρονομιά από τη γιαγιά μου τη Μαργιόρα (Φραγκιουδάκη, του Μιχαήλ) που εχτίστικε το 1930  και είναι το σημερινό ανακαινισμένο σπίτ των παιδιών του Μανώλη του Καρπουζάκη,  κληρονόμων της γιαγιάς μου.

Από τα δεξά λοιπός του δρόμου για του Τσικνομανώλη το Παπουρι τα κοπέλια του Μπιτσακομιχάλη, Η Ελένη (η παυλίνα η Κουκούλαινα0, ο Μπιτσακογιάννης, ο Μπιτσακογιώργης και ο γιός του ο Μπιτσακοηλίας η Λεωνίδαινα γυναίκα του Λεωνίδα, και ο Δημήτρης ο αλλοιώς γνωστός σαν Αμερικάνος, είχανε πίασει σχεδόν όλη την πλαγιά του λόφου. Ανάμεσά του εξεφύτρωσε ένα σπιτι του Κοσμά του Γκιαούρη δεν γκατέχω πώς κιαολιάς, διακόπτοντας του μπιτσακάκηδες της σειράς. Αμαμεσός στσοι μπιτσακάκηδες είτανεε λίγοι ακόμι Σταματάκηδες, ο Λευτέρης και ο Μανώλης, ενώ στην κορφή ητονε ο Τσικνομανώλης και αθο ντη βορεινή πλευρά ο Κωσταράς (Καδιανάκης )

Ετσά,  κουτσά-στραβά, εχτυπήσαμενε σχεδόν ούλες τσοι πρόρτες του χωργιού. Λίγες δεν είτονε σάικα, μα το πιό σπουδαίο είναι,  πως   οι αθρώποι εκειανά τα χρόνια επερπατούσαμενε, ετρώγαμε αρκετή ώρα στσοι δρόμους, εθώργιε ο γεις τον άλλο και ελέγανε θέλοντας και μη την καλημέρα του Θεού.  Εδά μπαίνεις στο αυτοκίνητο και κλεις τα τζάμια, και θές μιλείς του γειτόνου, θες δεν του μιλείς…

Στις αρχές του 1900 περίπου, απού εξεφοβηθήκανε οι αθρώποι από τσοι Τούρκους αρχινίσανε σιγά σιγά να πιάνουνε* τα παπουργια και να χτίζουνε τα σπίθια ντως.   Στρίβοντας για το παπούρι του Τσικνομανώλη, απούχτισε στην κορφή, εσυναντούσαμενε τον Μπιτσακογιάννη  και  τον Κουκούλιο, (τον είχανε σκοτώσει το 1941 και μονο η Κουκούλαινα και η κόρητζη Λευτερία εκυκλοφόρα στα νιά τα μου).  Ακόμη η Μπιτσακοκαλιόπη, ο Μπιτσακογιώργης και ο γιός του ο Μπιτσακοηλιας και πιό πάνω ο Κοσμάς και ο Μπιτσακοδημήτρης, σαν εγύρισε από την Αμερική.  Στη Βορεινή μπάντα του παπουργιού του Τσικνομανώλη σε ένα στενό πέρασμα είτονε το σπίτι και το στέκι του Κωσταρά με ενα πηγάδι, μιάς και εκειανά τα χρόνια τα νερά είτονε άφθονα και με ένα μαγγάνι εβολευανε τις ανάγκες του σπιθιού.

Πάνε χρόνια πολλά απου οντεθε λα κατέβω στο χωργιό είπρεπε να πω σε τριάντα-πενήντα αθρωπους όι μονο το χαίρετε, μα να πούμε και κειμιά κουβέντα παραπάνω για τα νέα μας μα και τα νέα των κοπελιών τους, απου αναθραφήκαμενε μαζύ…  Ηθελα το λοιπός μία ώρα να φτάξω ίσαμε την πλατέα, τόπο συνάντησης ντόπιων, περαστικών, ξενομπασάρηδων και ξενιτεμένων….

Και φτάξαμενε και στο 2010.  Και κάθομαι και το  ξαναμετρώ το πράμα και θωρώ πως αμα πάω  εδά στο χωργιό, σε πέντε λεπτά το περνώ άπό τη μιά μπάντα στην άλλη. Εμισέψαμενε μαθες οι πιά πολλοί χωργιανοί τσ΄εποχής μου: οι πιό παλιοι ποθάνανε, και οι νεότεροι μεταναστεύσανε σούλο τον κόσμο. Θα μου πεις βέβαια, πως νάχα καθουνται ούλοι στον τόπο που γενηθήκανε, τα περισσσότερα χωργια θελαγενούνε πολιτείες σε 100 χρόνια…

Θωρώ τα συμπεθεργιά, τα γκόνια  και τσοι μετανάστες, μιά χαρά αθρώποι ούλοι ντως,  μα άγνωστοι σε μένα…. Είναι μαθές  τα νέα ήθη και οι ευκολίες να διαλέξει κανεις  σύζυγο από αλλού. Στα χρόνια τα παλιά, προπαντός πριχού το 1950, η έλλειψη συγκοινωνιών και μετακινήσεων έκανε τσοι ξενομπασάρηδες, άντρες και γυναίκες, δυσκολόβρωτους*. Θυμούμαι τη μάνα μου την Μπαμπιονίταινα, απου μούλεγε πως η Σοφία του Χρονογιώργη, η Φυλαχτή του Σταυρή του Φραγκιδιγιώργη  και η  Κατερίνα η Πατσούραινα είτανε, μαζύ με τη μάνα μου,  οι μοναδικές Γαλιανές νυφάδες στο Πετροκεφάλι. Αντίστοιχα λίγες είτανε και από τάλλα χωργιά. Σήμερο οι πιά πολλοι παντρεύονται από τα ξενοχώργια, και είναι μιαολιά δύσκολο να γνωρίζεις  τσοι πιά καινούργιες οικογένειες, χώργια και τις μπόλικες   οικογένειες μεταναστών…

Σα δεν μπιτίζει, εγώ το πήρα απόφαση: Θα κατεβώ στο χωργιό:

-Όσοι παλιότεροι  γνωστοί μου δε με περιμένουνε στσοι καντούνες, στοι ανοιχτές αυλόπορτες, έστω και στα σύγχρονα καθιστικά ντωνε, δε θα μου κακοφανεί ανε τσοι συναντήσω, απρόσκλητος,  στο νεκροταφείο του χωργιού…

-Για τσοι πιό νέους απου μεγαλώσανε στο Πετροκεφάλι , όποιοι μπορέσουνε σίγουρα θάναι στο χωργιό. Οι άλλοι,  θάναι με το στανιό εκειά που τους καλούνε καλοκαιριάτικα οι ανάγκες τους. Κι΄αυτοί όμως,   ξαποσταίνοντας έστω για λίγο θ΄αφίνουνε το μυαλό τους ν΄ανεμογυρίζει στα Καμαράκια, στα Βρυσίδια,  στου Παπά την καμάρα, στου Καρασουμάνη τη Βαγκα, στο Βερβελιό, στον Καρνέρη,  στην Κουρνιανή, στο Χριστό, στσοι Βαθιάδες, στο Καμαράκι του Τίτο, στοι Μύλους, στ ΄Ααλυσσαντράκια, στσοι Πνιγάρηδες, στο  , στου Παπά το δέμα, και καπου κάπου μιά βόλτα στα Ματαλα τσ΄εποχής μου, μα πιό πολύ στο Μαρτσαλο και τ΄Αγιοφάραγγο  και  στους Λιμιώνες…

Καλό καλοκαίρι….

*καπα-καπί= διπλοκλειδωμένα, κλειδαμπαρωμένα.   αντηλιαρίδα*= η επιθυμητή το χειμώνα ζεστασιά από την άμεση ακτινοβολία του ήλιου.  χτήματα*=ζώα μεταφοράς (γαϊδούργια, μουλάργια, άλογα). μεσοχωργιά*=η μέση του χωργιού.  κούσκουρας*= είδος εύθρυπτου πετρώματος.    πιάνω (μιά περιοχή)= κινούμαι προς την περιοχή αυτή (έφυγε καιπιασε τ΄ανάπλαγα*).    ανάπλαγα=ήπιες πλαγιές.   δυσκολόβρωτοι= οι δύσκολα ευρισκόμενοι, οι σπάνιοι.  καθέκλα=καρέκλα.  σκαμπάζω=(Κρητική έννοια) προξενώ αίσθηση, κάνω εντύπωση  (Είδα μπρε την καινούργια νύφη τση Κασίδαινας, μα δε σκαμπάζει πράμα…Είντα κοντό θέμου τσήβρικε ο μούσακρος* ο γιός τση και την ανεμάζωξε…) μούσκαρος= μεγάλο μοσχάρι αλληλομαχιά= έριδα διένεξη, καυγάς

08/03/2010

Ο ΑΛΜΠΑΤΟΓΙΩΡΓΗΣ (του καιρού μου…)

Filed under: ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 10:21 μμ
Tags: , , ,

ΙΕΚ= Ιδρυμα Επαγγελματικής Κατάρτισης…  Στην εποχή μου τα διάφορα ΙΕΚ ήταν αυτοχρηματοδοτούμενα, αυτοδημιούργητα,  οι ανθρώποι έτρεχαν να βρουν εκπαιδευτές να μάθουν ε στα κοπέλια ντως την τέχνη που θα τως εξασφάλιζε τα  προς το ζην…

-Εκόντευα να τελειώσω το δημοτικό, και  ο κύρης μου το χενε αμέντες είντα δουλειά θελα κάμω…  Καλά-κακά είχαμενε ξεπεινάσει μετακατοχικά, μα εγροίκας τσ΄αθρώπους (τσοι πιά γέρους είν΄  αλήθεια), απούχανε οι κακομοίρηδες με ένα όπλο και τρύπια άρβυλα σπρώξει την Ελλάδα από τη Λάρισα μέχρι το Σαγκάριο,  από το 1912 μέχρι το 1922:   «ανε γυρίσει κεινένας πόλεμος»… ή «ανεγυρίσει κειαμιά κατοχή»…  Συντηρητικός το λοιπός ο κύρης μου και μετρημένος, ελογάργιαζε να μου παρει μιαν αελιά, να συζέψωμενε με κεινα νάλλονε χωργιανό, να κάνωμε ζευγάρι και να οργώνομε  τα χωράφια, δικά μας και ξένα… Επαράπε ντο ο κύσης μου, και σαν τάκουσε η θειά μου η Ελένη η Κοκάκαινα (Φραγκιουδάκη Ελένη, συζ Στυλ Κανακαράκη) , θεός συχωρέσει τηνε, γυρίζει και κάνει ντου: Είντα λογάται μπρε ξάδερφε απου θα ξεκόψεις το κοπέλι από τα γράμματα… Αφού καλά τα πάει, πέψε το και στο Γυμνάσιο…  Ετσά,  τα  ΙΕΚ τσ΄εποχής μου έχασαν ένα μαθητή… Θα με ρωτήσετε  βέβαια , ποιός έχασε τελικά:  η επιστήμη,  η αγροτιά,  ή η κοινωνία, θα σας γελάσω…

-Είχαμενε πιάσει  την κουβέντα αλλότες με ένα καλό κατωμεσαρίτη από το Κουσέ, και Πετροκεφαλιανό γαμπρό: το Θωμά το Μαραγκάκη. Μου διηγιότανε το λοιπός  τσοι πρώτες επαγγελματικές του ανησυχίες: Ο κύρης του,  φιλότιμος έμπορος, εφαλίρισε την κατοχή, κατά πως έπρεπε, μιάς και οι άλλοι  (.. . οι πετυχημένοι) ,εκμεταλευόμενοι την πείνα των ανθρώπων επλούτιζαν… Είπρεπε το λοιπός ο Θωμάς, πιτσιρικάς τότε,  να μάθει μιά τέχνη στα ΙΕΚ τσ’ εποχής: Αποφάσισε το λοιπός να θητεύσει δίπλα στο Σωτήρη το Σωμαρά απ΄από το Κουσέ, είτανε και χωργιανός του…. Πραγματικά ο Σωτήρης είχενε κάνει σωμαράδικο το Φαρμακείο του Μπορνόβα, δίπλα από  τσαγκάρικο του Νικόλαου του Σταμάτη…. στο Πετροκεφάλι  Ήμαθε το λοιπός ο Θωμάς την τέχνη, και όχι μόνο αυτό, μα επήγε  και για … μάστερ τσ΄εποχής εκείνης σε ένα Μοιριανό σωμαρά,  μαθαίνοντας να φτιάχνει και σέλες αλόγων. Έλα όμως που μαζύ με τάλλα απούμαθε στο Πετροκεφάλι είτανε,   λόγω και της ηλικίας, ερωτικά και τα συναφή, οπότε η Γιαννούλα του Βάτση, (γυναίκα του στη συνέχεια) του έδωσε τον τελικό επαγγελματικό προσανατολισμό….

-Θα μου πεις εδά πώς μούρθε και θυμούμαι τα παλιά… Άμα ξανοίξετε τη φωτογραφία παρακάτω , με την αυλόπορτα του Καναβού, και τη διπλανή πόρτα, λίγο πιό δεξά,  θα καταλάβετε, τουλάχιστον οι πιό παλιοί…  Τη φωτοφραφία μου την έπεψε ο εγγονός του Καναβού του δασκάλου  ο κ.  Κωστας Κουγιουμτζόγλου.  Την είχενε τραβήξει ο Γιώργος ο Σπυριδάκης περί το 1965-70, λίγο πριν το αγοράσει ο Σωτήρης του Βατση (Σωτήρης Γεωργίου Χαριτάκης)  και το κάνει καφενείο και σπιτι, (όπως ήταν μέχρι το 2010)…  Χαζεύοντας λοιπόν τη φωτο από την είσοδο ακριβώς του πάρκου και κοιτάζοντας προς βορά, βλέπουμε μια παραδοσιακή αυλόπορτα του 1930-40, αλλά ανθρώπων πούχανε τον τρόπο τους, με ωραία πελέκια, καμάρες ψηλούς μαντρότοιχους κλπ. Στη φωτο φαίνεται  εγκαταλελειμένη είσοδος, και με ξυλωμένη την πόρτα… Ακριβώς δεξια στη μικρή πορτούλα στεγαζόταν το αλμπάτικο του Σαββογιώργη, ή του Αλμπατογιώργη, ή  του πεταλωτή,  (του Γεωργίου Μαρκάκη). Βέβαια, ο δρόμος με τα χρόνια μπαζώθηκε και υπερυψώθηκε, στα παιδικά μου χρόνια ήταν 30-50 εκατοστά πιό χαμηλός… Από την πόρτα του πεταλωτηρίου έλβεπε κανείς, κοιτάζοντας προς τον νοτιά , το σημερινό πάρκο, που όμως στα χρόνια του 1950-60 το ονόμαζαν κολύμπα…. Και βέβαια στα χρόνια αυτά δεν είταν κολύμπα, είταν απλά μια αλάνα-γήπεδο, από όπου πρωτομάθαμε για τον Ξωπατέρα,  μιάς και η ποδοσφαιρική ομάδα του ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΟΥ   ΕΙΧΕΝΕ ΤΟ ΟΜΟΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΚΟΥ ΗΡΩΑ.   Παίχτες της , από όσο θυμάμαι,  ήταν ο Γιώργος και ο Μιχάλης της Φιλιώς, ο Μανώλης και ο Αλέκος του Λιλή, ο Μανώλης τ΄Αραπαντώνη και άλλοι… Προφανώς κάποτε πρέπει το πάρκο νάτανε πιό βαθύ και λιμινιάζανε τα νερά, από όπου και το όνομα κολύμπα….

Αλλό ένα λοιπόν σημείο επαγγελματικής  κατάρτισης= ΙΕΚ, στο Πετροκεφάλι, όπου έμελλε να εκλείψει … Όμως τα χρόνια του 1950-1955, η παντός είδους μηχανές εσωτερικής καύσης δεν υπήρχαν… Μόνο μιά πετρελαιοκίνητη μηχανή άντλησης νερού του Μιχελινάκη του γιατρού, μας έδιδε την ιδέα της επονομαζόμενης και με δέος επικαλούμενης «ξένης δύναμης», κατά πως έλεγε ο κύρης μου, με δέος και θαυμασμό, για το άγνωστο και ακατανόητο, πλην αποτελεσματικό και τελέσφορο στα φυσικά εμπόδια που οι απλοί άνθρωποι προσπαθούσαν καθημερινά να ξεπεράσουν…

Παρέλαυναν λοιπόν καθημερινά από το πεταλωτήριο του Αλμπατογιώργη  οι διάφοροι από τα γύρο χωργιά, απούπρεπε να πεταλώσουνε τα άλογα, μουλάργια ή και γαιδούργια τους, ώστε να αντέχουν στις κακοτράχαλες διαδρομές, χωρίς να πληγιάζουν οι οπλές τους.  Στη δεκαετία του 1970, μιά ραγδαία αλλαλγή συνηθειών και μέσων μετακίνησης και μεταφοράς άλλαξε το τοπίο, αφίνοντας μόνο  πινελιές  ανάμνησης στα βιώματα των πιό παλιών,  μιάς εποχής που έφυγε, και που η μόνη ευτυχία στην αναπόληση της είναι, πως τη βλέπαμε με τα μάτια ενός παιδιού, την ζούσαμε με την ανεμελιά ενός παιδιού, και που όλη της η δυσκολία και η όποια συμπόνοια για τις αντικειμενικά δυσκολες καταστάσεις που βιώναμε, τις ωραιοποιεί στα μάτια μας η ύπαρξη ενός πατέρα και μάνας -προστάτη, που σίγουρα   έκανε και κάνει πάντα την υπέρβαση της κάθε δυσκολίας…

ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ ΤΟ ΚΑΝΑΒΟΥ 1960 ΠΕΤΑΛΩΤΗΡΙΟ ΔΕΞΙΑ

07/03/2010

Ο ΚΑΝΑΒΟΣ

Ο Φραγκιδοδάσκαλος…. Ο Καναβός… Η κερά Ειρήνη… Ο Βασιλάκης ο Αντώνης….

Σε ένα χωριό όπως το Πετροκεφάλι,  ούτε η ερήμωση της αστυφιλίας , μα και ούτε η υπερανάπτυξη της σύχρονης εποχής λόγω τουρισμού-εμπορίου κλπ,  (που μετέτρεψε πολλά χωργιά σε πληθυσμιακούς γίγαντες από παρθενογένεση, χωρίς παρελθόν αλλά με μάλλον αβέβαιο,  κοινωνικό , μέλλον), στάθηκε ικανή να σβήσει κάποια λαογραφικά και κοινωνικά στοιχεία στη διάβα του χρόνου.  Υπάρχει λοιπόν μιά,  έστω αμυδρή, συνέχεια μνήμης στους ανθρώπους του χωργιού, τόσο από πλευράς σογιών και κατοίκων, όσο και βιωμάτων σχετικών με την παιδεία  και την κοινωνική εξέλιξη.

Ο Φραγκιδοδάσκαλος, αν και δεύτερος παππούς μου, δεν είχα άμεσες αφηγηματικές εμπειρίες, από τη θητεία του σαν δάσκαλος στο Πετροκεφάλι, σίγουρα στην πρό της απελευθέρωσης της Κρήτης περίοδο.  Οι μετακατοχικοί δάσκαλοι Ειρήνη Μιχελινάκη και Αντώνιος Βασιλάκης, είναι οι δάσκαλοι των παππούδων του 2000 Όμως ο Καναβός ήταν ένας ζωντανός θρύλος ανάμεσα στους πατεράδες μας το 1950-70, μιάς και υπήρξε ο μοναδικός καθοδηγητής της προπολεμικής γενιάς στη στοιχειώδη γνώση και μόρφωση…

Ο Καναβός… Μιά ιστορική μορφή, μη Πετροκεφαλιανός, που όμως υπηρέτησε στο Πετροκεφάλι επί 20 συναπτά έτη… (1921-1941) Από  το Μαγαρικάρι, παντρεύτηκε την Κλεονίκη Σκουντάκη μάλον από το Σϊββα και έφτιαξε ένα σπίτι στο κέντρο του Πετροκεφαλιού, που διατηρήθηκε μέχρι το 1965 περίπου, απέναντι από την είσοδο του σημερινού πάρκου. Περιμαντρωμένο με ένα ψηλό μαντρότοιχο και μιά αυλόπορτα μονοκόμματη δεν μπορούσαμε να δουμε τιποτε από την αυλή. Βέβαια το σπίτι είχε από πολλά χρόνια εγκαταλειφθεί μετα τη διακοπή της θητείας του Καναβού από την εκπαίδευση και τη μετοίκησή του από το Πετροκεφάλι.

Δεν θα κάνω καμμιά κριτική για το πόσο καλός δάσκαλος ήταν, δεν έχω άλλωστε και στοιχεία γι΄αυτό…  Αν όμως πιστέψουμε το ρητό : «μ΄  όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα μαθαίνεις», και μιάς και το Πετροκεφάλι είχε μια καλή φήμη στα χρόνια περί την Κατοχή, πρέπει να συμπεράνει κανείς πως στο χωργιό μας θήτευσαν σε εκείνα τα δύσκολα μαθησιακά χρόνια, καλοί δάσκαλοι… Αυτό σαν απόδοση τιμής και μνήμης στον Καναβό, το δάσκαλο του κυρού μου….  Λίγα περισσότερα, από τον εγγονό του Καναβού τον κ.  Κουγιουμουτζόγλου κάτοικο Ηρακλείου, που είχε την καλοσύνη να μας θυμίσει τον παππού του, στη διπλανή σελίδα: ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΝΕ…

15/01/2010

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ

ΡΟΥΒΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με αφορμή μια ΣΩΣΤΗ, παρα τη δυσκολία της   πολυπαραμετρικότητας, σύναξη ή εκδήλωση ή μάζωξη, πέστε την όπως θέλετε, που έγινε στο Δήμο Ρούβα, θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες σκέψεις μου για τον τόπο μας και την άγνωστη στις περισσότερεςς πτυχές της,  μικροϊστορία του.

Το 2007 λοιπόν έγινε μιά πολιτιστική εκδήλωση στη Γέργερη, από τη δημοτική ηγεσία του. Μεταξύ των ομιλητών-συντελεστών τηε εκδήλωσης ήταν και οι εκ Πετροκεφαλίου Κωστας Τσικνάκης (εγγονός του παπά Κωστή),  ιστορικός ερευνητής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών,  και ο Νίκος Ψιλάκης,  γνωστός δημοσιογράφος  και γαμπρός του Μιχάλη του Μελέτη (Μιχαήλ Δημ Μπιτσακάκης).

Σημαντικό μέρος της παραπάνω εκδήλωσης κατέλαβε η αναζήτηση και αναφορά ιστορικών στοιχείων της Γέργερης και της γύρο περιοχής, σε μιά περίοδο αρκετών αιώνων και αλλεπάληλων καταστροφών, πολέμων και συγκρούσεων. Άνθρωποι, γενιές,  γεγονότα, διατήρησαν εξ αιτίας του ορεινού όγκου της περιοχής, που αποτελούσε καταφύγιο και ταμπούρι σε δυσκολους καιρούς, μιά μικρή συνέχεια τόσο με τους σημερινούς απογόνους, όσο και μιά ιστορική συνέχεια για την αποτύπωση των γεγονότων.

Θα πει κανείς και θα αναρωτηθεί,  γιατί κάνω αυτή τη σκέψη-αναφορά. Μα είναι πολύ απλό: αναλογιζόμενος  την καλή φήμη και την υπόληψη, σαν τόπος,  του Πετροκεφαλιού από τους νεότερους Κρητικούς της κάτω Μεσσαράς του 20 αιώνα, ακόμα αναφερόμενος στα στοιχεία του Καστορφύλακα που περιγράφει το Πετροκεφάλι σαν ένα χωριό με 103 κατοίκους ήδη από το 1583, πρεπει να υποθέσει κανείς πως εξ αιτία ς των άφθονων νερών και του γόνιμου εδάφους, ακόμα από την αρχαιότητα η περιοχή του Πετροκεφαλιού θα ώφειλε να είναι προτιμώμενος τόπος κατοικίας-ανάπυτξης, όπως ακριβώς συνέβαινε με τη γειτονική Φαιστό.  Παρά ταύτα, εξ αιτίας του πεδινού και ανοχύρωτου  της περιοχής, είναι προφανές πως το Πετροκεφάλι πρέπει  να καταστρεφόταν ολοκληρωτικά σε κάθε αναταραχή και να φτιαχνόταν από νέους κατοίκους από την αρχή,  μετα από κάποιες περιόδους ηρεμίας. Σε μιά πρόχειρη αναζήτηση  σογιών και γενεών διαπίστωσα πως: Πετράκηδες ήταν από τις Μέλαμπες, Μπιτσακάκηδες από τα Σφακιά, όπως και οι Μυρτάκηδες, Αλεξανδράκηδες  από το Λίσταρο,  Μιχελινάκηδες από τα Πηγαϊδάκια και την απάνω ρίζα,  Κουκουριτάκηδες από την Κουκουριθιά, Βασιλάκηδες από το Τυμπάκι., Μπαμπιονιτακηδες από τα Βορίζα, Φραγκουδάκηδες από τον Αγιο Θωμά, Μανασάκηδες από ττη Γαλιά   Δεν βρήκα προέλευση των Σταματάκηδων,  Σπυριδάκηδων, Μαρκάκηδων και Τσικνάκηδων, παρότι και αυτών  οι πρόγονοι δεν ήταν περισότεροι από 3-4 οικογένειες την περίοδο του 1830-50.  Εύκολα λοιπόν μπορεί να συμπεράνει κανείς, πως μετά από κάθε εισβολή από τον κόλπο της Μεσσαράς, ή και μετά από κάθε ξεσηκωμό εσωτερικό των κατοίκων, τα χωργιά της πεδιάδας αποτελούσαν εύκολο αλλά και απροστάτευτο στόχο, με αποτέλεσμα τον αφανισμό ή/και  ξεριζωμό των κατοίκων τους.

Φυσικά και δεν κάνω καμμιά ιστορκή έρευνα, περισσότερο εκφράζω βιώματα και συναισθήματα των ανθρώπων της γενιάς μου, της γενιάς του 1950-70. Δάσκαλοί μας δια ζώσης ήσαν οι παππούδες και η πατεράδες μας. Ανθρωποι που καλά καλά δεν ήξεραν από που κρατά η σκούφια τους, ειδικά όσων είχαν κατέβει στην πεδιάδα, στο Πετροκεφάλι από τα γύρο ορεινά.  Ας μην ξεχνούμε, πως με τα μέτρα εκείνης της εποχής, όσοι κατέβαιναν τότε στα πεδινά μοιάζανε με τους μετανάστες του 20 αιώνα προς Αμερική, Αυστραλία και Γερμανία. Έφευγαν από τη σιγουριά  των ορεινών όγκων μα και της δύσκολης επιβίωσης, προς την πεδιάδα, προσδοκώντας καλύτερη ζωή, με συχνό τίμημα τον αφανισμό τους από τους Τούρκους τους Σαρακηνούς τους Αιγύπτιους…

Τελικό αποτέλεσμα της παραπάνω πραγματικότητας  ήταν το ότι οι  επιτέλους ελεύθεροι πρόγονοί μας του 1920-1930,  νάναι ξεκομμένοι από τις ρίζες της γενιάς τους  και να μην αποτελούν φανερή συνέχεια της ιστορίας του τόπου τους.  Έτσι, ιστορίες για γεγονότα που συνέβησαν στο Πετροκεφάλι σε δύσκολους καιρούς, ελάχιστα μας είναι γνωστά δια ζώσης μιάς και δεν έμενε σχεδόν κανείς ντόπιος για να μεταφέρει τα γεγονότα και τις ιστορίες.  Αντίθετα, η λαϊκή μούσα έμεινε να να τροφοδοτεί ένα άσβεστο μένος για  τους Τούρκους, είτε μέσα από τα Δημοτικά τραγούδια που εξιστορούσαν τους αγώνες και  τις καταστροφές των διαφόρων περιοχών. Ακόμα, είχαμε τις διηγήσες  των ίδιων των πρωταγωνιστών στους βαλκανικούς πολέμους και τη Μικρά Ασία. Υπήρχε σίγουρα ένας χαοτικός διαχωρισμός και έλλειψη οποιασδήποτε συμπάθειας προς οτιδήποτε τούρκικο  έμεινε στα μέρη μας.  Σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ελλάδας που η έστω αναγκαστική συμβίωση τούρκων και Ελλήνων άφινε κάποιο συναισθηματικό δίαυλο επικοινωνίας, εμείς στα μέρη μας ανατραφήκαμε με την απόλυτη απόρριψη οιουδήποτε τούρκικου. Η χειρότερη ύβρις στα νιάτα  μου ήταν να πει κανείς κάποιον «Τουρκόσπορο».

Αξιο μνείας είναι και ένα άλλο γεγονός, πάντα σε τοπικά μέτρα, η απόλυτη απέχθεια για τους Βούλγαρους. Αν και ομόθρησκοι,  εξ αιτίας των  αγώνων των  Βουλγάρων να εκβουλγαρίσουν  τη Μακεδονία, πράγμα που σχεδόν είχαν καταφέρει στις αρχές του 20 αιώνα, εμείς οι Κρητικοί, έχοντας ένα εντελώς διαφορετικό αίσθημα πατριωτισμού από τους ίδιους τους Μακεδόνες, εθεωρήσαμε ιερά υποχρέωση, παρά τα ελάχιστα κολυβογράμματα που γνωρίζαμε για την ιστορία μας, να μη δεχθούμε τα τετελεσμένα όσων Μακεδόνων με ελαφρά συνείδηση δήλωσαν υποταγή στους Βούλγαρους…. Αν οι Κρητικοί είχαν το λειψό αίσθημα πατριωτισμού των Μακεδόνων, είναι σίγουρο, πως ήδη από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας (μετά το 1000  μχ )   η Κρήτη θάχε απωλέσει την Ελληνικότητά της, όπως συνέβη με τόσες και τόσες άλλοτε ελληνικές περιοχές…. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, που ο Βενιζέλος επέλεξε επίλεκτα σώματα Κρητών για τον Εξελληνισμό της Μακεδονίας καθώς και τον αφανισμό των Βουλγάρων που είχαν κατέβει σε όλη τη Μακεδονία. Είναι άλλωστε γνωστό με τι κοσμητικά μας στολίζουν ειδικά εμάς τους Κρητικούς οι Βούλγαροι, σε διάφορα ιστολόγια  τους, χωρίς βέβαια νάχουν άδικο από την πλευρά τους… Ας μην ξεχνάμε πως η Μακεδονία στις αρχές του 1900 είχε παραδοθεί  σχεδόν αμαχητί στους Βουλγαρους, και μόνον η βιαιότητα  των Κρητικών ξεκαθάρισε το τοπίο. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω  ήταν ένα επίσης άσβεστο μίσος για τους Βουλγάρους στα παιδικά μου χρόνια… Αλλωστε ζωντανές ήταν και μνήμες των Βουλγάρων αιχμαλώτων των Βαλκανικών πολέμων, καθώς και οι αγώνες των ίδιων των παππούδων μας στην Μακεδονία, που  τροφοδότησαν αυτά τα συναισθήματα. Σε κάθε σπίτι άλλωστε εκείνα τα χρόνια ακόμα, έβλεπες τις φωτογραφίες των αγωνιστών του Ελληνικού στρατού από την υπόδουλη ακόμα Κρήτη (!) για την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδας…

Μεγαλώσαμε λοιπόν αποκομμένοι από την ιστορία μας και τη συνέχειά μας, μιάς και ελάχιστα μας ένοιαζε ο καλοζωισμός, η διατήρηση των κεκτημένων και ο συμβιβασμός… Ένας ανηλεής αγώνας για ελευθερία και ανεξαρτησία ήταν η ιστορία του κάθε Κρητικού… Μοναδικές αποθήκες πληροφοριών για τόπους, ανθρώπους και γεγονότα ήσαν όσα για φορολογικούς ή και στρατιωτικούς λόγους αποτύπωναν είτε οι Ενετοί κατακτητές είτε οι Τούρκοι στα αρχεία τους στην Κωνσταντινούπολη. Φυσικά ήταν δύσκολο να βρει κανείς τα λίγα αυτά στοιχεία σε δύσκολους χρόνους της ανασυγκρότησης  και δόμησης του Ελληνικού Κράτους. Η ιστορία ώς συνήθως γράφτηκε με τη μεγιστοποίηση και ωραιοποίηση εκείνων που ήσαν έτοιμοι να πουλήσουν ακόμα και ιστορικά εύσημα στους εαυτούς τους και τα τζακια τους στην περίοδο ανασυγκρότησης του Ελληνικού Κράτους.

Γράφω όλα τα παραπάνω, θέλοντας να τονίσω να παινέσω, αν μου επιτρέπεται, και να συγχαρώ τους συντελεστές της παραπάνω προσπάθειας, με πρωτο φυσικά το Δήμαρχο της περιοχής κ Οικονομακη Φανούριο, που δεν γνωρίζω προσωπικά. Και ο μεν Νίκος Ψιλάκης έχει δόσει πολλά στον τόπο του ασχολούμενος δημοσιογραφικά και λαογραφικά με την Κρήτη, όντας γνωστός για αυτή του τη συνεισφορά παγκρήτια. Ο Κώστας Τσικνάκης από την πλευρά του, σαν ιστορικός μελετητής του σκοτεινού μεσαίωνα της πατρίδας μας, αρχίζει να ανασύρει αρκετά στοιχεία από τη λήθη για τον τόπο μας.

Φυσικά δεν θάταν σκόπιμο να αποζητά κανείς ανταλάγματα δόξας και υστεροφημίας για τον τόπο μας… Άλλωστε και αυτοί που στήριξαν την ανάπτυξη τους σε τετοιου είδους πρακτικές σε άλλα μέρη της Ελλάδας, απλά πέτυχαν προσωρινά ωφέλη και στρεβλή  ανάπτυξη.  Είναι όμως ανάγκη να μην ξεχνούμε τα ιστορικά  στοιχεία του τόπου μας, και να στεκόμαστε κριτικά τόσο στις δράσεις των προγόνων μας, όσο και  με περίσκεψη και σοβαρότητα για την εφεξής δική μας ρότα…  Βλέποντάς το έτσι, και σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο,  η μόνη εναλλακτική για μας λύση θάταν νάμαστε τώρα, (με υποθετική την απουσία των ηρωικών εκείνων προγόνων) είτε: α) Αιγύπτιοι, είτε β) Τούρκοι, είτε γ) Βούλγαροι. Χωρίς να έχει κανείς το δικαίωμα να αναθεματίζει τους παραπάνω λαούς, θεωρώ  πως ουδείς σύγχρονος Έλληνας πολίτης, παρά την γκρίνια μας, θάθελε νάναι πολίτης των παραπάνω χωρών και μέλος των παραπάνω λαών.  Οφείλουμε λοιπόν ευγνωμοσύνη στους   προγόνους μας, μα πολύ περισσότερο, οφείλουμε να σταθούμε με περίσκεψη στις αρετές, τις προσπάθειες και τους αγώνες τους. Και όχι φυσικά να πάρουμε και εμείς τα κουμπούρια να κυνηγούμε εχθρούς, που έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν πια. Πρέπει όμως να κρίνουμε  ποιά πορεία πρέπει να ακολουθούμε στην καθημερινότητά μας, ώστε να διατηρήσουμε τα πολυσυζητημένα «κεκτημένα» μας. Όχι όμως τα κακώς νοούμενα κεκτημένα που πολλές κοινωνικές και συνδικαλιστικές ομάδες άρπαξαν, μα τα κεκτημένα και κληρονομημένα σε ένα παγκόσμιο γίγνεσθαι, μιάς και η ραστώνη, η οκνηρία και κυρίως ο κακός προσανατολισμός των στόχων και των επιδιώξεών μας, μπορεί να  μας κάνει ουραγούς παντοιοτρόπως,  στο σύγχρονο κόσμο μας…

10/01/2010

ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ 2010

Filed under: ΑΤΤΙΚΗ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 6:53 μμ

9 Ιανουαρίου 2010, και οι Πετροκεφαλιανοί στην Αττική τρέχουν να προλάβουν τους Γιάννιδες, μα να μη λείψουν από τη μάξωξη των χωργιανών στο Κέντρο Κρήτη.  Είναι παράδοση, είναι συνήθεια πιά,  να βρισκόμαστε, να τα λέμε και να ανανεώνομε μνήμες και παραδόσεις. Να τιμούμε τους παλιούς, μα και να συγχαίρουμε και να χαιρόμαστε τους νέους τους χωργιού και τους φίλους τους, που σε κάθε μάζωξη δίδουν τον παλμό και τη ζωντάνια  στην εκδήλωση του Ξωπατέρα.

Και φέτος, ο ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ δεν παράλειψε να απονείμει τους επαίνους του σε όσα παιδιά έγινε γνωστό πως τα κατάφεραν καλά, και εισήλθαν στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Συγχαρητήρια λοιπόν στην ΙΩΑΝΝΑ- ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  ΤΣΙΚΝΑΚΗ ( εγγονή του Γιώργη του παππά  και δισεγγονή του Παπά Κωστή), στο ΓΕΩΡΓΙΟ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΑΝΑΣΣΑΚΗ (εγγονό του Γιώργη του Δράκου), και ακόμα στο  ΣΤΥΛΙΑΝΟ  ΕΥΘΥΜΙΟΥ  ΤΣΙΚΝΑΚΗ (εγγονό του Στελιανού του Μυλωνά). Ακόμα θερμά συγχαρητήρια στους γονείς των παραπάνω παιδιών,  για την επιτυχία των παιδιών τους.

Παρακάτω, σε λίγα φωτογραφικά στιγμιότυπα, οι Πετροκεφαλιανοί πότε με τη λύρα του Σταυρουλιδάκη, και πότε με τη φωνή του Μάνου Παπαδάκη, κρατούν το κέφι και τη διασκέδαση μέχρι το ξημέρωμα.


Ο Μάνος Παπαδάκης στο μικρόφωνο και ο Γιάννης Φραγκιουδάκης στην πίστα απογειώνουν το κέφι.

27/11/2009

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ…

-Ανάθεμα και καταλαβαίνω οι διαόλοι στη δροσά… Και δεν πειράζει απού δε νογώ πράμα, μονό την Κυριακή δεν θάχω στη γιορτή μου (τ΄Αγι΄ Αντρέα) κειανα διανοούμενο ΠΑΣΟΚΟ, να μου εξηγήσει, γιάντα μαθές εδά απού βουλιάζομενε εμείς στην Ελλάδα οικονομικά,   (ετσά δε λένε; ) ο εκλεκτός μας Γιώργος βουλιάζει στσοι βουτιές στο τρίγωνο των Βερμούδων προσπαθώντας να σώσει τη … σοσισαλιστική Διεθνή ( ετσα φαίνεται τούπανε οι Αμερικάνοι… ) Και εκεια απού θωρείς τον Παπακωσταντίνου να …δέρνεται  και να μαδιέται, ( για να μασε σώσει λέει…. ),  ο   Γιώργος (απου δεν   …εσαράντισε ακόμη πρωθυπουργός ) ανεμογυρίζει σαν του παπά το σκύλο, και απίτις γειαγείρει από τσοι Βερμούδες, πάει λέει να σώσει τσοι  γειτόνους μας στσοι Πρέσπες, τον  Μπεσίσα και Γρουεφσκι….

-Και εκεια απου περιμέμανε να πέψομενε τον Κωστάκη να κοιμάται στο σπίτι του,  παρά να κοιμάται στο τιμόνι τς΄ Ελλαδας (χωρίς να μπορούνε να του κόβουνε κλίσεις οι τροχονόμοι του Χρυσοχοϊδη για επικίνδυνο οδήγημα…. ) και να βάλουνε το Γιώργο να το  τιμόνι για να παει το πλεούμενο σε πελάγη ευτυχίας, αυτός  ο μπαγάσας μας είφηκε μεσοπέλαγα και αρμενίζει για πελάγη μακρυνά….

-Μωρή Ντορούλα άμα σε βάλουνε τιμονιέρισα οι γεδικοί σου, τα  ίδια θα μασε κάνεις και σύ;   Εγώ σαϊκα  δεν σε βγάνω, μα οι αγκρισμένοι απού επαραπάντισε απο τη ματζαδούρα ο αχεροχάφτης  Ελληνας, θένε οπωσδήποτε γιδοβοδκό.  Για τον Αντωνάκη σας (το …Σαγματοποιό ντέ…., (τον Σαμαρά στην καθομιλούμενη) ναι αυτό τον ανηψιό του ΣΙΑκωβου Αμερικής, τον ξεχάσατε;) ) δεν ρωτώ καθόλου…. Αυτός  έθεσε υποψηφιότητα για πλάκα, και αντί να ακριβύνουνε τα λεμόνια και οι λεμονόκουπες  (από την προσδοσία του στο κόμα του το 1993), κοντεύουνε να τον βγάλουνε … αρχηγό ντωνε οι ερίφιδες  οι Νουδιτες…

-….(Μωρή Ντορούλα δεν το ξανασυζητάς με τον Κύρη σου,  μπας κείτανε πιο καλά να ξαναγειαγείρεις στο Κέντρο (ΠΑΣΟΚ το λένε έδά) …. Στο κατω- κάτω,  οι ΠΑΟΚΟΙ διώξανε τον Αντιπαπανδρεϊκό Μητσοτάκη φωνάζοντας το 1965 το: ….. ¨Οξω οι Αμερικάνοι….!),  για να τους φέρουνε ένα Αμερικάνο….  το Αντρέα… και το γιό του, το Giorgos …. Όμως μπορεί, που ξέρεις,  να ξαναπούνε και κανένα  νέο mea culpa…(οι Ελληνες αυτή τη φορά) . Ίσως σε λίγα χρόνια σκεφθούνε πως είναι καλύτερα να παίρνανε  την κόρη του αποστάτη Μητσοτάκη για το Κέντρο,  στο ΠΑΣΟΚ,  παρά που φέρανε ένανε Αμερικάνο…..

– Όσο για τη ΝΔ και τα …. στελέχη της,  αυτά την προδοσία του Σαμαρά το 1989 την κάνανε γαργάρα…(τέτοια τομάρια  είναι  ….) (Μόνο το σαμάρι  τους έλειπε, πιστεύω όμως  πως με το Σαμαρά  στο τιμόνι θάρουθνε στον ίσιο δρόμο… Σε λίγο καιρό θα τους στρώσει (θα τους σαμαρώσει που λέγανε στιην εποχή μου για τα ξεσαμάρωτα γαϊδούργια… ). Για την τρέχουσα Νεα Δημοκρατία, μόνο ένας σαμαράς της χρειάζεται….

08/11/2009

ΔΙΑΔΟΧΗ

Έβλεπα  τα της διαδοχής του ΠΑΣΟΚ προ ετών και γέλαγα με τις «δημοκρατικές» διαδικασίες της εκ των υστέρων υπερψήφισης του δοτού προέδρου.

Ήρθε το 2009 και η ίδια διαδικασία εξελίσσεται στη Νέα Δημοκρατία Ένα κόμμα απαξιωμένο από ενα εκατομμύριο ψηφοφόρους του,  και η μόνη πρεμούρα των εκλεκτών του είναι να «τηρήσουμε το καταστατικό» που φτύνει τον κόσμο και υμνεί τους κρατούντεςσ στο κόμμα….  και αναπαράγει πιστά την αποτυχούσα ηγεσία, αγνοώντας επιδεικτικά τους ψηφοφόρους της…

Επειδή όλα αυτά ηταν πολύ πιθανά, ήδη στις 6 Οκτωβρίου 2009, έστειλα το παρακάτω e mail στον βουλευτή κ. Λευτέρη Αυγενάκη, απλά εκφράζοντας τις ανησυχίες μου. Βέβαια δεν περίμενα κατι διαφορετικό από αυτά που μέχρι τώρα έχουμε ακούσει: Ποιός είναι λιγότερο προδότης  του κόμματος της ΝΔ, και ποιός θα υπηρετήσει καλύτερα το Κόμα, Αλήθεια το κόμμα το έχουμε για τους κομματικούς ή γιά τον τόπο; Αλήθεια γιατί διδουν ορκους ενοτητας αυτοί που υπηρετώντας τα συμφέροντά τους διέσπασαν το κόμμα παλιότερα;  Εϊναι επιτέλους τόσο ανίκανοι που ούτε τον κομματικό μηχανισμό δεν μπορούν να στηρίξουν….

ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΤΕΡΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ (ΝΕΑΣ) ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΑΣ….

Θάθελα να θίξω δυό θέματα με την παρούσα μου επιστολή, που άπτονται όχι μόνο της βαρυπενθούσας ΝΔ, μα και της Ελληνικής Πολιτικής πραγματικότητας γενικότερα.. Το ένα είναι η ΑΠΟΧΗ και το δεύτερο είναι η ΔΙΑΔΟΧΗ.

Η ΑΠΟΧΗ

Πολλοί πολίτες και πολιτικοί δεν κατανοούν την άρνηση κάποιων ψηφοφόρων να ψηφίσουν, δεν τους αρέσει η διαφορετική εκτίμηση κάποιων,  από εκείνη που οι ίδιοι δίδουν στα πράγματα. Πολλοί επίσης  αν και αυτοαναγορεύονται «δημοκρατικοί», την ίδια στιγμή καταδυναστεύουν το ετσιθελικά «ανύπαρκτο» κατ΄αυτούς ποσοστό της αποχής, έστω και αν αυτό είναι το τρίτο αν όχι και δεύτερο κόμα του κοινοβουλίου μας.

Μια φασίζουσα-ιδιοτελής  επίσης αντίληψη των δημοσιογράφων δεν τους επιτρέπει να ταρακουνήσουν το σύστημα που τους ψωμίζει καθημερινά, αναδεικνύοντας το μέγα πρόβλημα των  ανθρώπων που αρνούνται να πουν τη γνώμη τους, επι ματαίω… Αλήθεια, γιατί οι περινούστατοι δημοσιογράφοι χύνουν ποταμούς μελάνης για τον …Οικολόγο 2,0 %, για τον Τσίπρα 4,0% , για τον Καρατζαφέρη έστω,  και αρνούνται να δουν εκείνους τους αρνητές ψήφου, που αρνούνται να θεωρήσουν … «Σωτήρες», εκείνους που δημοσιογράφοι και μη θεωρούσαν προ τετραετίας υπεύθυνους των Ελληνικών Δεινών; Ανεξάρτητα αν έχουν δίκιο οι ρίπτοντες το ανάθεμα στον Κωστάκη και τη Κυβέρνησή του, δεν είναι σίγουρα Σωτήρες οι κατ΄ανάγκην και δημοσιγραφικά και μόνον «δικαιωμένοι» κύριοι – κύριοι που μόλις προ πέντε χρόνια κατηγορήθηκαν για παρόμοια δεινά σε βάρος των Ελλήνων…

Η περιβόητη «δημοκρατία» μας, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των νταβατζήδων της,  θα πληρώσει αρκετά ακριβά το τίμημα της χυδαίας εκπόρνευσής της. Και όχι φυσικά πως είναι απαραίτητο να κλαψουρίζει κανείς για την όποια  αρετή,  μιάς και  για να δικαιώσει την υπραξή της (η αρετή),  οφείλει να δείχνει στην πράξη το κέρδος της κοινωνίας από τα εξ αυτής κελεύσματα. Αν όντως η δημοκρατία ευτελίζεται σύμφωνα με τα κελεύσματα του Καραμανλικού Κράτους, που επέτασσε πως ο μεσαίος χώρος είναι απλά κατά τον Αχιλλέα Καραμανλή (και όχι μόνον) μια Καραμανλική ιδιοκτησία, γιατί πρέπει να ομνύομε σε αυτή τη δημοκρατία και τους ταγούς της; Φυσικά το Δακτυλίδι του Γιωργάκη είναι ακόμα φασιστικότερη υλοποίηση του «Δημοκρατικού» μας οραμματος, που θα αναδειχθεί και εκείνη, μόνον όταν νομοτελιακά αποτύχει (για την Ελλάδα) και ο Γιωργάκης, σε εύθετο φυσικά χρόνο…

Η ΔΙΑΔΟΧΗ

Είναι αστεία η γελοία τοποθέτηση των διαδόχων του κρατικού …επανιδρυτή (Κωστάκη), που μετά από λίγο καιρό θα μαζευτούν να ρίξουν το ανάθεμα στους σιωπηλούς αρνητές ψήφου, που δεν στήριξαν αυτούς, και θα ασκήσουν κριτική στους πολίτες,  οι πολιτικοί της συμφοράς (της ΝΔ). Αλήθεια, δεν είναι τραγελαφικό, οι ανίκανοι και αποτυχόντες να πρωτοστατήσουν σε συνέδριο, με μοναδικό στόχο να πείσουν τους εξαπατηθέντες ψηφοφόρους πως δεν κακοδιοίκησαν αυτοί το κόμα τους μα και την Ελλάδα, καίτοι επί πενταετία κυβερνήτες της, και πως πρέπει να τους εμπιστευθούμε ξανά… Τα αξιοθρήνητα γελοία λαμόγια του συνητρητικού χώρου ετοιμάζονται να αντεπιτεθούν και να διατηρήσουν μέρος των κεκτημένων… Αιδώς Αργείοι….

Ετοιμάζονται οι ερίφηδες να μαζέψουν τους ΕΥΝΟΥΧΟΥΣ υμνητές-στηρικτές  της πυραμίδας, που απάνω καθόταν ο μεγαλος βεζύρης Κωστάκης. Ο Κωστάκης που,  ειρήσθω εν παρόδω, δεν έβλεπε (αυτός και μόνον) την κατρακύλα του Κράτους που για πέντε χρόνια καθοδηγούσε…

Αλήθεια, είναι η βάση της ΝΔ οι 4-5000 των τοπικών επιτροπών; Αυτοί αλήθεια θα ψηφίσουν στο συνέδριο; Γεγονός είναι πως αυτοί οι 4-5000 είναι εκείνοι που απόκόψανε τον κοσμο από τη ΝΔ, μιάς και είχανε το νου τους στις διάφορες λαμογιές και διαγκωνισμούς…. Δεν άκουσα ΠΟΤΕ για κάποια δραστηριότητα αυτών των τοπικών, παρά μόνον προσπάθεια ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΑ των εκλογών, για κατευθυνόμενη σταυροδοσία. Αλήθεια, τι θα περίμενε κανείς από αυτές τις τοπικές; Να εκλέξουν-στηρίξουν αρχηγό; Να προωθήσουν το πρόγραμμα και τον αρχηγό της ΝΔ στον πολίτη;

Είναι δεδομένο πως η ΝΔ επι αρκετά χρόνια δεν είχε φωτισμένη ηγεσία, πως διοικιότανε σαν μια οικογενειακή επιχείρηση και τίποτε περισσότερο.  Βρέθηκε μια ευκαιρία τώρα, που χωρίς πίεση χρόνου, ίσως θα μπορούσε να σκεφτεί τι θα κάνει,  τι θα πει εναλακτικά στο λαό σε μερικά χρόνια. Όμως, το διεφθαρμένο επιτελείο που διαχειριζότανε  ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΔ επί 5 χρόνια μόλις απέτυχε ! Αυτό λοιπόν το επιτελείο που μαύρισε ο Ελληνικός λαός, θα δεχθείτε να ξανακαθορίσει την μελοντική πορεία του κόματος;

Πιστεύω, πως η ΠΡΩΤΗ μοναδική ενέργεια εξωστρέφειας, δεν είναι να βγάλετε νέο αρχηγό. Ο λόγος είναι απλός: Ο νέος αρχηγός θα σας οδηγήσει σε μια πορεία, ΠΟΥ όμως ΘΑ ΟΡΙΣΕΙ Ο ΛΑΟΣ και όχι ο αργηγός!

Απευθυνθείτε στο λαό θεσπίζοντας ακριβείς κανόνες συμμετοχής στις τοπικες οργανώσεις της ΝΔ.  ΦΤΙΑΞΕΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΚΑΝΑΛΙΑ-ΑΥΤΙΑ,  που να φτάνει η φωνή του πολίτη στον κοματικό μηχανισμό! Είναι η  μοναδική ευκαιρία ! Οι νυν σφραγιδοκράτες των τοπικών λειτούργησαν και θα λειτουργούν σαν δεκανίκια των ήδη αποτυχημένων και τίποτε περισσότερο. Αυτοί λοιπόν οι σφραγιδοκράτες θα συγκληθούν για να ορίσουν την πορεία της ΝΔ;

Ζητήσετε ονομαστικούς καταλόγους των ανθρώπων που είναι ομοιδεάτες και υποστηρικτές του Κεντροδεξιού χώρου ανα διαμέρισμα, και πείσετέ τους να εκφράζουν τη γνώμη τους! Είναι η μόνη μάχη που οφείλει να δώσει τωρα η ΝΔ! Δώσετε το νέο στίγμα αλλαγής πλεύσης ! Αυτό θα αποτελέσει καταλύτη προσέλκυσης για τον περιθωριοποιημένο Νεοδημοκράτη, μα και λυδία λίθο διαχωρισμού-παραμερισμού για εκείνους που χρησημοποίησαν την ΝΔ μόνον προς ίδιον όφελος.

Ευχαριστώ

30/10/2009

ΕΠΕΤΕΙΟΣ-ΕΠΑΙΤΕΣ

Επαίτειος 28ης Οκτωβρίου… Είμαι από τη γενιά εκείνων που έζησαν τους ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ πρωτεργάτες εκείνων των γεγονότων. Δεν άκουσα ΚΑΝΕΝΑ από τους μαχητές των Αλβανικών βουνών (και γνώρισα δεκάδες από αυτούς) να κοκορεύεται, να απαιτεί, να στέκεται επαίτης χειροκροτημάτων και τιμών στις παρελάσεις,  να… να… να… Απλά, και ταπεινά (αλλά πραγματικά ταπεινά) ξαναγύρισαν στο σκαπέτι, στο βολόσυρο,  στο ζευγάρι του 1945-50, συνεχίζοντας να μάχονται για την Ελλάδα… Μιας όμως και ο απλός Έλληνας του 1940 δεν είχε κατά νου να γίνει ήρωας, ούτε και να δοξαστεί, όταν αυθόρμητα έφυγε για την πρώτη γραμμή, πρέπει να αναλογισθεί κανείς, τι ήτανε εκείνο που τον έσπρωξε να πάρει το δρόμο του ξεσηκωμού, της αντίστασης,  της ανυπακοής στα ανελεύθερα κελεύσματα των κατακτητών… Σίγουρα είναι κάτι που αν δεν το βιώσεις δεν μπορείς και να το περιγράψεις.  Σϊγουρα για τους Έλληνες δεν υπήρχε άλλος δρόμος, άλλη επιλογή.  Μούρχονται στο μυαλό κάποια πράγματα, σκέψεις ενέργειες,  που μηχανικά, σαν αυτόματο, έκανα το 1974:

Ήταν η χρονιά που κατάρρευσε η κυβέρνηση των ένστολων εθνοσωτήρων,  από το βάρος των λαθών της από τη μιά,   μα και των πολιτικών πιέσεων  από τους ….δημοκρατικούς εθνοσωτήρες από  την άλλη, που ήθελαν οπωσδήποτε να πάρουν την ….σωτηρία της πατρίδας εργολαβικά,  μέχρι σ ήμερο:  Έμπαινε λοιπόν το καλοκαίρι 1974 και, το καλοστημένο σκηνικό, που ήθελε τους Τούρκους στην Κύπρο  και τους πολιτικούς μας στην εξουσία της Ελλάδας,  εξελισσόταν άψογα. Την ανάγκη φιλοτιμία  ποιούμενος ο γέρο Καραμανλής, κήρυξε  γενική επιστράτευση, αδρανοποίησε και κάποιες δεσμεύσεις της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ,  και εμείς ο λαουτζίκος δεχθήκαμε την πρόσκληση, και ο καθένας φουκαράς Νεοέλληνας έτρεχε να πάρει θέση ενάντια  στον παραλογισμό των μεγάλων συμφερόντων των μεγάλων αφεντικών του κόσμου μας….  Νεοδιορισμένος τότε στο Πανεπιστήμιο, είχα κάποια λίγα χρήματα στην τσέπη… Μόλις πούχα γνωρίσει και την μέλλουσα γυναίκα μου…  είχα  την μάνα μου στο χωργιό, χήρα και χωρίς άλλη οικονομική βοήθεια, ο αδελφός μου ήταν ήδη στρατιώτης. Χωρίς άλλη σκέψη, έδοσα τα λεφτά στην τότε φίλη μου, έδοσα και τη διεύθυνση της μάνας μου, και έψαχνα να δω που θάπρεπε,  από ώρα σε ώρα, να καταταγώ, να αγωνιστώ, χωρίς να κρίνω αν οι πολίτες απλά πλήρωναν το τίμημα λανθασμένων πολιτικών και φιλοδοξιών κάποιων άλλων. Η όλη ιστορία κατάληξε  κάπως σαν φαρσοκωμωδία, ή καλύτερα μιά ακόμα πηγή χρημάτων για τα αφεντικά, για να μας πουλάνε όπλα… Εμάς τους πολίτες της Ελλάδας και της Τουρκίας μας προτίμησαν τότε  όχι αλληλοσκοτωμένους, μα ζωντανούς εργαζόμενους,  για να δίδουμε τα χρήματα της  δουλειάς μας,  και ν΄αγοράζουμε τα παληοσίδερα- όπλα τους…

Ας έλθουμε όμως και στις σημερινές …επαιτείους, πλαισιωμένες με τους γνωστούς και μη εξαιρετέους …επαίτες χειροκροτημάτων. Οι εκάστοτε περιστασιακοί διαχειριστές, μαζί με τους μόνιμους ιδιοκτήτες του Έθνους, πιστοί στο διαχειριστικό μοντέλο δεκαετιών, οργανώνουν και πλασάρουν   τους εαυτούς των στο φιλοθεάμον Ελληνικό κοινό σαν …συνεχιστές του έργου, εκείνων που δεν λογάριασαν τίποτε παρά μόνον ένα πράγμα: πως έπρεπε νάναι εκεί που το καθήκον τους πρόσταζε, δίπλα στους  Έλληνες των συνόρων, που κινδύνευαν να βρεθούν ανελεύθεροι από το να διατυπώνουν εκείνα,  που πίστευαν…

Κάθε επαίτειο λοιπόν,  πέρα από ένα συνήθως αξιόλογο ομιλητή, που αναφέρεται στα κελεύσματα και το νόημα της επαιτείου, αρχίζει η παρέλαση, η επίδειξη, η εξέδρα κλπ, φωνάζοντας όλοι: είμαστε και εμείς εδώ! Και καλούν όλους να ευφρανθούν με την παρουσία τους! Στα μαθητικά μας χρόνια στο σχολειό, οι εθνικές γιορτές ήταν ένα πανηγύρι. Παλιότερα, ήταν πράγματι ανάγκη, μιας και ο κόσμος έπασχε από έλλειψη και πανηγυριών, να περνά σήμερα όμως χαζεύοντας κανείς τα πανηγύρια των επετείων,  μοιάζουν σαν αγγαρεία..Οι εθνοπατέρες από ανέκαθεν  φρόντιζαν να περνά εξ απαλών ονύχων στους μικρούς μαθητές, η έννοια της φιλοπατρίας πλαισωμένη από την προσωπική τους μεγαλοπρέπεια… Φυσικά οι μανάδες μας μας φουντούλευαν από νωρίς, και βέβαια χωρίς νάχομενε τις σημερινές εθνικές φορεσιές, παρόλα αυτά καθαροί και περιποιημένοι και στη γραμμή όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία. Πάντα υπήρχαν οι σημαιοφόροι και οι παραστάτες. ήδη από το Δημοτικό όπως και τώρα … (Θυμούμαι μια φορά την Συρμαλένια Τσικνάκη (του Διονυσίου, που ψιλοαρνιόταν να σηκώσει τη σημαία. Όμως η δασκάλα μας η Κυρία Μαρίκα (Μπορνόβα) επέμεινε … Και σηκώνοντας βαριεστημένα η Συρμαλένια του Διονύσιου τη σημαία, που με το στανιό της φόρτωσε η δασκάλα, της ξέφυγε από τα χέργια και πέτυχε το κοντάρι τη δασκάλα στο κεφάλι… (χωρίς ευτυχώς σοβαρές συνέπειες…))

Σήμερα έρχονται  κάποιοι επαίτες δόξας και …αναγνώρισης (με ποιό δικαίωμα;), στυλώνονται σε μιά σειρά και και φωνάζουν και πάλι στο φουκαρά Έλληνα: δόξασε με! Εμείς είμαστε εδώ να εισπράξουμε τα επινίκια των αγώνων των παππούδων σου, την τιμή και το τίμημα, που είσαι έτοιμος σε κάθε περίσταση να πληρώσεις για τα ιδεώδη σου !  Βλέποντας τα παιδιά μας όλους αυτούς τους πατριδοκάπηλους να απαιτούν και να επαιτούν συνάμα, δόξα, τιμή και αναγνώριση, χωρίς να μπορούν να δουν το ΑΝΤΙΤΙΜΟ που οι λογής λογής επαίτες τους προσφέρουν, φθάνουν να απαρνούνται και το ίδιο το ΤΙΜΗΜΑ που ανιδιοτελώς πλήρωσαν οι παππούδες τους για την αξιοπρέπεια τους.   Λογής λογής «επίσημοι»  λορδώνονται και κορδώνονται, απαιτώντας το χειροκρότημα των παιδιών μας προξενώντας τους το γέλιο και την αποστροφή, συμπαρασύροντας όμως στην αποστροφή και απαξίωση και τη φιλοπατρία και αξιοπρέπεια, που αν και λοιδορούνται ύπουλα από ορισμένους, ο διεθνής σωβινισμός διάχυτος σε πλείστα έθνη, θάπρεπε να αποτελέσει μπούσουλα για τους στόχους και τις αρχές της παιδείας των παιδιών μας.

Πρέπει νομίζω να σκεφθούμε αρκετά, αν ένα τόσο σοβαρό γεγονός,  η εθνική μνήμη, οφείλει να αποτελεί το επίκεντρο ενός πανηγυριού.   Βλέπεις το παππού να περιμένει εναγωνίως να χειροκροτήσει το …εγγονάκι του,  τα κομματόσκυλα να περιμένουν πως και πώς να χειροκροτήσουν το  κομματάρχη  της περιοχής την ώρα που θα καταθέτει το στεφάνι,  τους συλλόγους και οργανώσεις- σφραγίδες που αντί να τσιμπηθούν και να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή τους, ζητούν θέση στην ατελείωτη λίστα των ανύπαρκτων κοινωνικά, πολιτικά, εθνικά, δημοτικά, σχολικά κλπ οργανώσεων, με στόχο την προβολή του καλαμοκαβαλάρη σφραγιδοκράτη της ….αρχής.  Σίγουρα  κάθε σφραγιδοκράτης ξέρει καλά πότε και πώς να εξαργυρώσει τη σφραγίδα που κρατά, όταν έρθει η ώρα…  Αρένα λοιπόν διαγκωνισμών, ανταγωνισμών, η …»εθνική» επαίτειος, με ένα μονότονα επαναλαμβανόμενο σκηνικό, μια τεράστια πλήξη και ανία για εκείνους που  οι διαπλοκές επιβάλλουν-υποχρεώνουν να δόσουν το παρόν.   Μούρχεται στο μυαλό η υποχρεωτική προσέλευση των χωργιανών μου στην εκκλησία προ 50-60 χρόνων… Ας ελπίσουμε, πως μετά από λίγα χρόνια θα δόσουμε κάποιο νόημα, όχι βέβαια στην εθνική μνήμη και την επαίτειό της (αυτή έτσι κι΄αλλοιώς έχει νόημα, τιμητές της περισεύουν και μιμητές σπανίζουν), μα στις όποιες παράτες οργανώνονται εν ονόματι της επετείου…

15/10/2009

Ο ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 2009

Μιά καλή παρέα, που είχε τη διάθεση, το χρόνο και την ευκαιρία, κατάφερε να ταρακουνήσει την καθημερινότητά της, αποχαιρετώντας το καλοκαίρι του 2009 με μιά μονοήμερη εκδορομή στα Καλάβρυτα.

Με σύμμαχο την ωραία μέρα, την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009 ο Πρόεδρος του Ξωπατέρα Ευθύμης Τσικνάκης, τα μέλη του συμβουλίου Δ Μπιτσακάκης Γ. Τσικνάκης Γ Σαββάκης,  Κλειώ Λούμου-Μαρκάκη Κ. Σταυρουλιδάκης, με αρκετούς φίλους και συγγενείς, αλλά και αρκετοί χωριανοί και κοντοχωριανοί ( Πρατικάκη (Σίββας), Μαραγκάκης (Κουσές), …αρματώσαμε ένα πούλμαν με κέφι και πήγαμε να κατακτήσομε το Μωριά… (Το δεύτερο αστείο είναι, πως στα Καλάβρυτα βρήκαμε τυχαία και άλλους …συμπολεμιστές :   τα ΚΑΠΗ των Γλυκών Νερών (που αποτελεί το νέο τόπο διαμονής τσ΄αφεντιάς μου…)

Η Τζενη Σαββάκη απολαμβάνει...

Η Τζενη Σαββάκη απολαμβάνει...

Στο σταθμό των Καλαβρύτων 2009

Στο σταθμό των Καλαβρύτων 2009

Πλατεία Καλαβρυτων 2009

Πλατεία Καλαβρυτων 2009

Καλάβρυτα 2009

Καλάβρυτα 2009

saron gamos 2009 265

ΟΚΤΩΒΡΗΣ 2009 ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ

Καλάβρυτα σημαίνουν 25 Μαρτη 1821 και οι απόγονοι του ΞΩΠΑΤΕΡΑ θεωρούν χρέος να τιμήσουν το σημαιοφόρο της Ελληνικής Επανάστασης

Οι Πετροκεφαλιανοί μπροστά στο ηρώο του Παλαιών Πατρών Γερνανού

Οι Πετροκεφαλιανοί μπροστά στο ηρώο του Παλαιών Πατρών Γερνανού

Η εκδρομή είχε την αναμενόμενη συνέχεια: Λίγο παραπάνω ανάβαση, μέσα στα έλατα προς το χιονοδρομικό κέντρο της περιοχής και η ταβέρνα Λαλέουσα μας περίμενε, όπως τη βλέπετε:

Λαλέουσα

Λαλέουσα

Ώρα γιά φωτογραφίες:

Α. Μπαμπιοιτακης 2009ΟΓ Σαββάκης και Τζένη ποζάρουν

Μπατρικάκου και Γ ΣαββάκηςΗ Μαίρη η Κατερίνα και ο Θωμάς

Τα τρεχούμενα νερά ντεκόρ για το Γ Τσικνάκη Ε ΤσικνάκηΆλλη μιά πόζα...Οι παρέες επί το έργον

saron gamos 2009 279

saron gamos 2009 280

Ονόματα; Και βέβαια θα βάλω μόλις τάχω σωστά και όλα λίγη υπομονή…

08/10/2009

ΕΚΛΟΓΕΣ 2009;

Εκλογές; Ναισ΄αλάι σου μα πράμα μνημόσυνο θα νέχουνε κειανενούς μεγάλου,  και επήγανε και του το κάμανε στο σκολειό….  Ε εε κειαμείντα, χωρίς σουχλιά, χωρίς καμπάνες, χωρίς να παίξουνε κειανενούς τη γκαζοντενέκα, είντα κειαολιάς εκλογές είναι ετουτεσές…    Λόπως εχάλασε ο κόσμος….

1950… Γροικώ τη μάνα μου τη Μπαμπιονίταινα , την θεια μου τη Βαγγελία του Βανίλη, τη Μαρία την Καμηλαργιανή (γειτόνισες του 1950) να γούζουνται και να γρυβίζουνε η μιά τσ΄αλλής για τα νιτερέσα του Κεφαλογιάννη,  Μεϊμαράκη, του Μαρή, του Μανασσάκη,  και τόσων άλλων, άνε βγει ο Βενιζέλος (Σοφοκλής), ο Μαρκεζίνης, ο Παπάγος, ο Παπανδρέου κ. ά.  Άμα τσοι γροίκας, εθάργιες πως ετρώγανε από την ίδια ματζαδούρα με τσοι πολιτικούς εκείνης τση εποχής, και εκάνανε αγώνα να βγει ο …δικός τως.

-Α αα !  Συμπαθάτε με, εξέχασα να σασε γράψω και να σασε θυμίσω ,  ένανε πρωθυπουργό τσ΄εποχής, μάλλον υπηρεσιακό, τον  Παναγιώτη Πιπινέλλη. Και θα μου πεις βέβαια: Τόσονά μεγάλουρος είτονε; Δεν είμαι κιαολιάς βέβαιος, μα εγώ τον εσύνδεσα με το ζόρε απου ετραβούσανε οι αμπελοκαλλιεργητές, με τα βάσανα και τσ΄αγωνίες τωνε, από τη μιά να πάει καλά η αμπελοκαλιέργεια της σουλτανίνας, να μη βρέξει και καταστραφεί η σταφίδα κλπ  Είχανε απού λέτε οι χωργιανοί στη μπούκα  ντως το βασιλιά, τσοι δεξιούς, και φυσικά τσοι διάφορους πρωθυπουργούς πριν τον Παπανδρέου.  Πρέπει νάτανε περίοδος 1960-62, απού δεν είχενε και πολλά καλή τιμή η σταφίδα, και κανα δυό φορές είχενε βρέξει το κατακαλόκαιρο, και είχε καταστρέψει τα σταφύλια ατρύγητα (Είχενε βρέξει στις 15 Αυγούστου, και θυμούμαι τσοι δεκαπενταριστάδες του Μαρτσάλου οντενεγυρίζανε  με τσοι γαιδάρους, και δεν είχανε μηδε μιά στεγνη κλωστή …).  Εκειά απου λέτε πουθενά είχενε μερακλώσει ο μακαρίτης ο Αστρινός (Τερζάκης) και ήλεγε τη μαντινάδα: Απούχει θηλυκό παιδί και σουλτανί αμπέλι// θα πυρπιρίζει ο κόλος του, ωσάν του Πιπιλνέλλη… Ετραγουδούσανε μαθές το καυμό ντως οι γιαθρώποι, από μιά τσ΄αρχής και ετσά εμείνανε ενα σωρό από τσοι «μεγάλους» των διαφόρων εποχών στην ιστορία…

Έχω σας γράψει κατά καιρούς τα … καλυκοσφύργια* τση γενιάς μου, και πιό πολύ των πατεράδων του 1950, απου θαρρούσανε οι κακομοίρηδες πως θελασώσουνε το ντόπο με τσ΄εκλογές….   Έτυχε νάναι ο κύρης μου από τη …δεξά μπάντα οντονεπιάσανε οι μεγάλουροι τα ζυγάλετρα και ανοίξανε μιά αυλακιά στη μέση τση Ελλάδας για να τσακώνουνται  οι μαύροι οι δεξιοί, με τσοι άλλους τση αριστερής πάντας, και να κάνουνε τ΄αφεντικά σεϊρι, μα και  τη δουλειά ντωνε…

Οντενείμουνε κοπέλι δεν είχαμενε μηδέ εφημερίδες, μηδέ ραδιόφωνα στο χωργιό.  Έτσά, λίγα πράματα εκατέχαμενε για Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό,  μα δεν εκακοπερούσαμενε δα και χωρίς την αφεντιά ντως.  Μιά μέρα, γύρο στο 1955 (από ότι μου λεγε ο Γιώργης ο Τσίκνης (Γεώργιος Μιχ Τσικνάκης 1946),   μας ήφερε ο δάσκαλος μας, ο   Αντώνης ο Βασιλάκης μιά μπάλα, μασε χώρισε δε δυό μπουλούκια και μας είπενε:  εσείς από παέ είσαστε Ολυμπιακοί, καί στοι άλλους μισούς: εσείς είσαστε Παναθηναϊκοί.

Ετσά εξεκίνησε ο καυγάς των ντόπιων για τσοι Πράσινους – Κοκκινους Ετσα φαίνεται εξεκίνησε και ο καυγάς στα πολιτικά και καλά κρατεί σαμε* έδά.

Θυμούμαι απού λέτε ένα πρωί, μπορεί νάτανε το Νοέμπρη του 1963, απου πρωτοκέρδισε τσ΄εκλογές ο Γεώργιος Παπανδρέου πως εσηκώθηκε πρωί-πωί η θειά μου η Βαγγελιά,  (Παπανδρεϊκιά μαθές) και ήβαλέ μιά γκαζοντενέκα ανάποδα σε ενα στύλο του φράχτη και την εκαταχτύπα διαολισμένα, για να μπει στ΄αρθούνια τση μάνας μου, απουχενε χάσει το κόματζη τσ΄εκλογές… Τόχανε φαίνεται συνήθιο,  «να παίζουνε τη ντενέκα» σε αυτούς απού χάνανε τσ΄εκλογές….

Και νάρχεται το 2009, να παίρνω και να ξαναπαίρνω στο χωργιό τηλέφωνο, να καταρωτώ από παδέ και απο κε, και να μη γροικώ ανεπαταχλί…. Είναι να μην το σκέφτομαι εδά; Θα μου πεις κακία είναι , μα αν δε ντηνε  πω θα ΄σκάσω:

-Ε ρε Γέρο Παπανδρέου (ο πιό Βασιλκός Γέρος τση …Δημοκρατίας) πως τσοι κατάντησες τσοι χωργιανούς μου, απού καθε βολά απού ενίκα το κόμα σου εστένανε γλέντια τρικούβερτα. μπαλωθιές, και διπλοκάμπανη  η καμπάνα… Και εδά;    Οι διαόλοι στη δροσά…. ανεπαταχλί…, μηδέ τη λήτη σου δε φέρνουνε….

Και θα μου πεις εδά βέβαια, σα ντο συμπεθεράκι μου το μεσομπούνταλο:

-Επαέ συμπέθερε εκατεβάσαμενε τσ΄Αγίους απότο κονοστάσι, και στσοι πολιτικούς θα μνώγομε ακόμη;  Δεν τσοι ντουχιουντίζω γω αυτούς, μονο ταν απατό μου…


02/10/2009

ΤΟ ΧΡΕΟΣ

Filed under: Η ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 4:47 μμ

Πάνε 70 χρόνια από Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, και κανένας δεν θέλησε να γράψει να καταγράψει, να υμνήσει ή να αναφέρει έστω, όσους δεν έσκυψαν το κεφάλι στη ναζιστική αντίληψη για τις αξίες της ελευθερίας  της αξιοπρέπειας και της ζωής στο χωριό μας. Είναι συνηθισμένο,  ο εγωκεντρικός άνθρωπος βάζει τον εαυτό του, το σόι του, το συνάφι του,  στο θεμέλιο του ανδριάντα που μια ζωή προσπαθεί να φτιάξει για την προσωπική του δικαίωση.  Κάποιοι όμως νεότεροι, είναι υπαρκτοί, έχουν συγγενείς ανάμεσά μας, και κανείς δεν έκανε τον κόπο να τους αναφέρει, να τους ανασύρει από τη λησμονιά, την ίδια στιγμή που άλλοι αλλού ποιούν είδωλα με ιδιοτέλεια πολλές φορές για ανύπαρκτες προσφορές στην κοινωνία….

Ας καταγράψουμε-θυμηθούμε μερικούς από τους ανθρώπους που ενώ δεν ήταν παρά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν και δεν δείλιασαν στιγμή… Ας μην είμαστε επιλήσμονες  του απλού χρέους να γνωρίζουμε, αν μη τι άλλο, αυτούς τους ανθρώπους:

ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞ. ΣΑΒΒΑΚΗΣ

Δεν είδα μια τελετή, μια δικαίωση,  για τον εικοσάχρονο Σαββάκη Νίκο, που όσο μπορούσε,  όσο του ζητήθηκε, όσο νόμιζε,  αρνήθηκε να συμφωνήσει με τις ανελεύθερες αντιλήψεις των Ναζιστών κατακτητών του 1940. Το πλήρωσε με τη ζωή του. Εκτός από τη λύπηση για τον Αραπαλέξη, πατέρα του παλικαριού, δεν θυμάμαι η τοπική κοινωνία να έκρινε σκόπιμη την αναφορά στους υπέρ του έθνους αγώνες του,    για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Με πολλές δυσκολίες, στον τόπο της εκτέλεσής του, μια απλή λιτή επιγραφή στήθηκε για να θυμίζει στους μεταγενέστερους πως κάποιοι δεν λογάριασαν τη ζωή τους για να υποστηρίξουν το κοινό καλό και τις κοινές αξίες.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΙΤΑΚΗΣ

Έζησα δυό δεκαετίες στο Πετροκεφάλι, και διατηρώ άριστες σχέσεις με τους χωργιανούς. Έζησα χρόνια πολλά με μεγαλύτερους, και ποτέ δεν μου ανάφερε κανείς την ιστορία-δράση ενός ακόμα χωργιανού μας  «απού ήβαλε την κεφαλήν του στον τορμπά*» κατά το κοινώς λεγόμενο τοπικά,  ή αν το θέλετε και πιο σύγχρονα: έπαιξε το κεφάλι του κορώνα-γράμματα, αρνούμενος να δεχθεί τα τετελεσμένα των κατακτητών… Πρόκειται  για το «Βάτση» το Γεώργιο Χαριτάκη, που αλλού αναφέρεται με την εύθυμη πλευρά της ζωής του. Σίγουρα  η Κρήτη μπορεί να περηφανεύεται πως πολλοί από τους κατοίκους της έχουνε μια δόση «τρέλας», είναι κουζουλοί  κατά πως λέμε, οι ωραίοι τρελοί αυτού του κόσμου. Σϊγουρα διαφορετικοί από τους σύγχρονους πολιτικάντηδες ντόπιους και ξένους, που πάντα το μυαλό τους είναι στο κέρδος της κάθε τους ενέργειας… Οπότε χρειάστηκε, ακροβατούν ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, χωρίς ο ηρωισμός τους ναναι  εργαλείο καταξίωσης δικής τους και των απογόνων τους….

Αντιγράφω λοιπόν από το αντίστοιχο γενεαλογικό δένδρο του Γεωργίου Χαριτάκη, στοιχεία και διηγήσεις  δοσμένα από την κόρη του Γιαννούλα:

Ο πατέρας μου είτανε Καμηλαριανός στην καταγωγή, αδελφός τσ΄ Αναστασίας του Μπελαδοδράκου (Δράκου Μανασσάκη). Από μικρός στο Πετροκεφάλι, αγάπησε μια Πομπιανή,  που όμως πέθανε πριν προλάβουν να παντρευτούν και απογοητευμένος έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, μετά γύρισε στην Αθήνα, και τέλος παντεύτηκε τη μάνα μου από τις Βουκολιές Χανίων, όπου και μείνανε δίπλα στην Κάντανο στην Ανώχελη, πριν τον Β παγκόσμιο πόλεμο. Φυσικά οι μάχες σε όλη την περιοχή μέχρι την πτώση της Κρήτης, (Μάλεμε Ταυρωνίτης), γινόντουσαν στον τόπο που ζούσε ο Βάτσης. Εϊχενε ένα εξοχικό σπιτάκι απομονωμένο ο Γιώργης, όπου έτυχε νάναι μοναχός του, και αρχές του 1941 πέρασε ένα απόσπασμα Γερμανών. Εϊχανε κακές διαθέσεις σε βάρος του Γιώργη, μα ο Γιώργης τους πρόσφερε φιλοξενία, φαγητό αυγά κλπ και μπόλικο κρασί. Σε λίγη ώρα όλοι οι Γερμανοί (πέντε ή εξ ) σκνίπα στο ποτό αποκοιμηθηκανε. Τότε ο Γιώργης τους έσφαξε όλους και τους πέταξε σε ένα πηγάδι σκεπάζοντάς το με κλαδιά. Κανείς απολύτως δεν ήξερε το μυστικό του. Οι Γερμανοί που πέρασαν και αναζητούσαν το εξαφανισμένο απόσπασμα δεν μπορούαν να φαντασθούν και να υποψιασθούν τον αγαθό γεωργό της αγροικίας σαν δράστη της εξαφάνισης. Φυσικά, ο κίνδυνος να εξαφανίσουν όλο το χωργιό αν  αποκαλυπτόταν (ότι έγινε λίγο αργότερα με τη γειτονική Κάντανο) ήταν μεγάλος. Εν τω μεταξύ ο Γιώργης κατέβηκε στη Μεσσαρά να εφοδιαστεί μερικά τρόφιμα, μιάς και στην περιοχή των Βουκολιών  η ζωή ήταν δύσκολη. Οι συγγενείς του Γιώργη στο Πετροκεφάλι τον καλοδέχτηκαν και του πρότειναν να  φέρει την οικογένειά του στο χωργιό, εκαταλείποντας τα Χανιά. Από την άλλη οι ντόπιοι κάτι είχαν υποψιασθεί, για το σαμποτάζ, και ο Γιώργης έκρινε σκόπιμο να πάρει την οικογένειά του και να κατέβει στη Μεσσαρά…  Με χίλιες δυσκολίες, με αμέτρητα αποσπάσματα και κινδύνους έφθασαν στο Ρέθυμνο, από όπου με το κάρο του Μπελαδοδράκου και με καραγωγέα το Γιώργη του Δράκου (Γεώργιος Δράκου Μανασσάκης) ανηψιό του Γεωργίου Χαριτάκη, κατέβηκαν στη Μεσσαρά…»

ΚΑΝΑΚΑΡΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Ακόμα ένας χωργιανός, ο Κανακαράκης …. θυσιάστηκε στους φούρνους του Αουσβιτς, (περιμένω περισσότερες λεπτομέρειες)

ΜΙΧΕΛΙΝΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Μελανό σημείο για την περιοχή σε όλα τα παραπάνω,  αποτελεί η δράση κάποιων, που δρώντας σαν δοσίλογοι, κατέδωσαν  κατα τη  διάρκεια της κατοχής  για αντιστασιακές ενέργειες το Σταύρο Μιχελινάκη, που την τελευταία στιγμή και μετά από σκληρή προσπάθεια του αδελφού του Καραϊσκου,  γλίτωσε την εκτέλεση και φυγαδεύτηκε στη Θεσσαλονίκη. Πάντα είχα την απορία γιατί ο συγκεκριμένος άνθρωπος, τόσο γνωστός στη γενιά του 1910-1930, εξαφανίστηκε από το χωργιό στη Θεσσαλονίκη. Γνωρίζοντας καλά όλα τα υπόλοιπα αδέλφια του, έμεινα με την απορία μέχρι που προ ολίγων ετών παράκουσα για τους πραγματικούς λόγους της ακούσιας μετανάστευσης. Θα μου πεις βέβαια πως κάποτε η κατοχή τέλειωσε. Εεε και; Οι ανδριάντες, τόπαμε και παραπάνω, στήνονται συνήθως για να υπηρετήσουν αυτούς που τους στήνουν, σπανια δε υπηρετούν τις θυσίες των αγωνιστών και των πεσόντων…

Άλλη μια ακούσια όπως φαίνεται μετανάστευση, εγίνε στο χωργιό μας, όπου όμως τα μόνα γνωστά μου είναι τα θύματα. Πρόκειται για τις συνέπειες του εμφυλίου πολέμου στις τοπικές κοινωνίες. Πιο συγκεκριμένα:

Όταν είμασταν μικροί, Πρώτη-Δευτέρα δημοτικού, θυμάμαι στο Πετροκεφάλι μια οικογένεια, τα γκονάκια του Ντουρόμηνου,  το Μανώλη,  το Νικολή, την Παγώνα και κάποια άλλα… (παιδιά του Γεωργίου Μηνά Σφυριδάκη). Κάπου στη Δευτέρα Δημοτικού εξαφανίσθηκαν… Μετά από αρκετά χρόνια έμαθα πως πήγαν και έμειναν στη Θεσσαλονίκη, το γιατί όμως το έμαθα αρκετά χρόνια μετά… Ο λόγος ήταν καθαρά πολιτικοί-ιδεολογικοί. Χωρίς να μπορεί μια αρκετά φωχή οικογένεια να επειρεάσει την τοπική κοινωνία ιδεολογικά, μπήκε στο στόχαστρο των αντικομμουνιστών και αναγκάστηκε πριν το 1960 να μετακινηθεί στη Θεσσαλονίκη!

29/09/2009

Ο ΔΙΑΛΕΓΩΝΑΣ ….


Διαλεγώνας= το δικαίωμα ή προνόμιο του να διαλέξει κάποιος μιάς ομάδας,  πρώτος, από τα προς διανομή δώρα-αγαθά)

Οντενείμαστανε κοπέλια, δεν είμαστανε σάικα και Παναγιάκια*, σαν τα σημερινά είμασταν, μπορεί και χειρότερα… Και μπορεί να μην είχαμενε φαί να φάμε πολλές φορές, μα και εμπουρουδιάζαμενε*, και εξυνίζαμενε τα μούτρα μας, και εκάναμε τον κύρη και τη μάνα μας άνω –κάτω.

Η λέξη ΔΙΑΛΕΩΝΑΣ αναφερότανε:  είτε στα ζωντανά (για το φαγητό), ή στα κοπελάκια απούτανε δύστροπα στις επιλογές και τις προτιμήσεις τωνε, σπάνια δε σε μεγάλους που εκφράζανε άκαιρα την επιθυμία να διαλέξουν (ώς μη ώφειλαν) άλλο από το προσφερόμενο δωρεάν αγαθό  Η έκφραση:  –Στο διαλεγώνα θα σε βάλω; ή: -Σιγά να μην τονε βάλω στο διαλεγώνα, ή ακόμα –Έ εε τον μπαντέρμο που θα σε βάλομε και στο διαλεγώνα ! Όλες οι παραπάνω φράσεις είχανε πλήρως απαξιωτικό χαρακτήρα για εκείνο που ήθελε ντε και καλά να διαλέξει κάτι άλλο από το προσφερόμενο  σε αυτόν χωρίς να καταβάλει το  όποιο αντίτιμο… Έτσι:

–          Άμα θελα δόσομε στο χοίρο που αναθρέφαμε κάνα κακοτερένιο φαί και δεν τότρωγε, ενώ το εκλεκτό το κατάπινε κυριλεκτικά,  εγροίκουνα την μάνα μου: -Ήδωκα του χοίρου καμπόσα χαλασμένα καρναμπίθια* μα δεν τα λήγωσε* ο παντέρμος, όι στο διαλεγώνα θα τονε βάλω !  Εκειά θα του τ΄αφίσω μέχρι να καϊναντήσει*,  και ανε τ΄αρέσουνε, αλλοιώς ξά του…

–         Όντε θελακάτσωμε στο τραπέζι για φαί, καμμιά φορά εστραβοξανοίγαμε το πιάτο του διπλανού μας και τα πιό μπροσάφορμα κοπέλια εμπουρουδιάζανε και δεν ετρώγανε το φαί ντωνε. Και η μάνα γι΄ο κύρης μας: – Ε εε τον παντέρμο, επολυδούλεψες σήμερο και θα σε βάλωμενε και στο διαλεγώνα !

–         Είτονε καμμιά φορά καμπόσοι που  ενώ τους προσφέρονταν κάποιο αγαθό, εκδήλωναν την άκαιρη επιθυμία να διαλέξουν κάποιο άλλο από εκείνο που τους προσέφερε ο δωρητής. Φυσικά ο προσφέρων με το δίκιο του κατέκρινε αυτή την συμπεριφορά, με τη φράση : -Σιγά να μην τόν βάλω και στο διαλεγώνα ! Ετουτονέ τούδωκα,  και αν τ΄αρέσει !

Θωρώ πολλούς και με στραβοξανοίγουνε και σκέφτουνται: -Αλλαμπλίρι*  είντα θέλει να μασε  ξεφουρνίσει πάλι, και το φέρνει γύρου – γύρου…  Έχετε δίκιο χωργιανοί, πολιτική ανάλυση κάνω! Θωρώ σας και βουρλίζεστε στσοι καφενέδες και ζορίζεστε εδά που σας εβάλανε στο …. ΔΙΑΛΕΓΩΝΑ !

Αλήθεια, είντα ζόρε τραβάτε κακομοίρηδες, για να βρείτε τον … καλύτερο (τον ..ακατούρητο απού λέει και η κερά μου) να τονε ψηφίσετε για να σασε βγάλει λεει από την …κρίση. Και όι μόνο να χειροκροτήσετε το νικητή,  μα και να τον ευγνωμονάτε απού θα σασε βγάλει από την κρίση… Θα μου πεις: ετσά βούγια που είμαστανε και επήγαμενε και επέσαμενε στην κρίση (αμοναχοί μας !) καλά να πάθωμενε !

(Οντενείμουνε κοπέλι, πολλές φορές, καλή ώρα σαν και εδά,  έπεφτε κειανένα χοντρό έχνος* σε κειαμιά ποταμίδα στσοι πνιγάρηδες* . Το ζωντανό δεν εμπόργιε να βγει μόνο του, μα μηδέ τ΄αφεντικό του δεν εμπόργιε να το βοηθήσει. Επήγαινε το λοιπός στην πλατέα του χωργιού και εφώνιαζε καμπόσω χωργιανών και εβοηθούσανε να βγάλουνε το βούι από τη βάγγα….).

Φαίνεταί μωρέ πατριώτες πως επέσαμενε και εμείς εδά στη σαϊτα, στην κρίση τελος πάντων, και:

Μα ς είπανε τα αφεντικά: -Ελάτε να σασε βάλομενε στο ΔΙΑΛΕΓΩΝΑ, μασε πείτε ποιός θετε να σασε βγάλει από την κρίση, ο Κωστάκης ή ο Γιωργάκης !

Και οι μεν πιό παλιοί το θυμούνται το σενάριο (από το 1960) που ο παππούς Γιωργάκης και Κωστάκης παίζανε το ίδιο παιχνίδι πενήντα χρόνια πίσω…  Είναι βέβαια  και οι νεότεροι, λίγο πιο ψαγμένοι,  και στρίβουνε γωνίες όντε γροικούνε για σωτήρες: Σκέφτουνται μαθές:

-Μα καλά η θειά μου η Χαχαλογιώργαινα τον εμπόδιζε τόσα χρόνια τον Κωστάκη να μας ανεσύρει από την κρίση απου επέσαμε σαν τα βούγια;

-Γιάντα μπρε ο Γιωργάκης θέλει την ψήφο της συμπεθέρας μου τση Βουιδομαρίας, για να τση κάμει ότι δεν τσήκαμε μέχρι το 2004, απού την είχενε του χεργιού του 20 χρόνια, και άντεχε η κακομοίρα και πιο καλά! (Και τάθελε και πιό πολύ, είτονε πιό νέα βλέπεις!)

Και έχεις και τσοι αγκρισμένους τσοι δημοσιογράφους και από τη μια λένε : -βάλε τώρα που γυρίζει, και τρίβουνε τα χέργια ντωνε μιάς και όσο βαστά η αναμπουμπούλα τόσο τζογάρουνε και τζιράρουνε !  Και από την άλλη,  (εν ονόματι τση αντικειμενικής ενημέρωσης λέει !) προβάλουνε χοντρά όσους τους τα ακουμπάνε χοντρά, απαιτώντας να γίνωμε ούλοι θιασώτες της κακοστημένης παράστασης: «εκλογές»!

Και λές : να πω τη γνώμη μου; Και αν η γνώμη μου είναι : -Αντε και απαυτωθείτε ούλοι σας, και δεν πάω να ψηφίσω κανένα, και η αποχή φθάσει να  πάρει το 51%, θα το λογαριάσει κανείς; Εδώ κάθεται και περιμένει τάχατες μου ούλη η Ευρωπαική Ένωση την απόφαση του 1/4 των Ιρλανδών,  που εδώ και δυο χρόνια απούπανε ΟΧΙ στο ευρωπαϊκό Σύνταγμα !  Γιάντα μωρέ αμπατάριστοι το ΟΧΙ το δικό μας στις εκλογές δεν το κάνετε νόμο μονό το κάνετε γαργάρα;

Εκειά πουθενά θωρώ το χωργιανό μου, τον ΞΩΠΑΤΕΡΑ, τον αφτιατσίδωτο ήρωα τση Τουρκοκρατούμενης Κρήτης, να στέκεται παράπαντας*  τση  πλατέας του ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΟΥ, στσοι σκάλες του Αγίου Πνεμάτου,  να μασε ξανοίγει ειρωνικά και να μασε φωνιάζει:

Όι  στο ΔΙΑΛΕΓΩΝΑ θα σασε βάλουνε,

μονό τη κοιλιά σας να βάλετε στο νερό !*

Σημ: Η φράση: τη κοιλιά σας να βάλετε στο νερό λοιδωρούσε την μάταια προσδοκία κάποιων για ανταμοιβή σε πλούσιο φαγητό, τόσο ώστε να μη το χωρεί η κοιλιά τους, όθεν η …προτροπή να βάλουν την κοιλιά τους στο νερό, να μαλακώσει,  ώστε να μπορεί να διαταθεί και να χωρέσει περισσότερο !

12/07/2009

ΤΟ ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ ΤΩΡΑ !

Μιά ευχάριστη και ενδιαφέρουσα έκπληξη-εξέλιξη πρόσφερε η σύγχρονη τεχνολογία στσοι Πετροκεφαλιανούς, και τσοι Κατωμεσαρίτες γενικότερα.  Ας το αναλύσουμε:  Τον Ιούνη 2009 το ΕΑΑ (Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών) εγκατέστησε (με την έγκριση-αρωγή του Δήμου Μοιρών) ένα σύγχρονο αυτόματο μετεωρολογικό κλωβό με μιά τηλεκάμερα,  στην πίσω πλευρά καινούγιου Δημοτικού Σχολείου του Πετροκεφαλιού, με θέα προς βορά. Σε πρώτο πλάνο φαίνεται το πάρκο του Πετροκεφαλιού, όπως το παρατηρούμε από τη νότια πλευρά του και  βλέποντας προς βορρά,  ενώ στο βάθος απεικονίζεται η οροσειρά του Ψηλορείτη.

Ο σταθμός αυτός, σε συνεχή σύνδεση με το ΙΝΤΕΡΝΕΤ μας επιτρέπει να ΕΧΟΥΜΕ τα στοιχεία βροχής, ανέμου, θερμοκρασίας, υγρασίας ανά 10 λεπτο, αλλά και να ΒΛΕΠΟΥΜΕ  (με ανα 1 λεπτο ανανεούμενες εικόνες) την εικόνα του πάρκου του χωργιού από το σχολειό,  κοιττάζοντας προς βορρά, αλλά και τον Ψηλορείτη πανοραμικά. Πολλές φορές  η κάμερα συλλαμβάνει κάποιους στο πάρκο,  κάποια αυτοκίνητα από και προς τα Μάταλα, και τα ανέφαλα του Ψηλορείτη…. . Και όλα αυτά, απλά αν πατήσετε το blogroll (Σύνδεσμο): Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΡΑ !. Ο σύνδεσμος είναι στη δεξιά στήλη της σελίδας που βλέπετε, στο τέλος. Αφού τελειώσετε με τον καιρό,  πατήσετε (στην ίδια σελίδα,  του καιρού) την ΑΝΩ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, να δείτε κανα χωργιανό, τον Ψηλορείτη, ή το σπιτι του Κοκκινομάλη (Στυλιανός Γ. Μαρκάκης) , την αυλόπορτα του Δέντρη (Νικήτας Μαρκάκης) , το σπίτι του Σωτήρη (Χαριτάκη) κλπ. Βέβαια  στο δεξιό μέρος το καμπαναργιό και η στέγη τσ΄εκκλησάς μας (του αγίου Πινεμάτου), δεν χρειάζεται συστάσεις… Άμα βραδυάσει για τα καλά  στην αριστερή μπάντα στη  μέση τση φωτογραφίας  φαίνονται τα φώτα στο περίπτερο στη Φαιστό, 1,5 χιλιόμετρο πέρα από το χωριό.

Πάνε χρόνια πολλά,  απού εγροίκας στ΄αθρώπους:

– Άνοιξε μπρε Κατίνα το πανωπόρτι να δεις είντα κάνει ο καιρός…  Και η κερά απίτις ήκαμε τον έλεγχο: -Καημέχαρε Μανωλάκη, μα δε θωρώ να κατουμώνει ο καιρός, η μιά ομπριά κλουθά τσ΄αλλής, μονό άμα ποδιαφωτίσει να πάς άθο ντη Κουρνιανή να μαζώξεις καμπόσους θύμους να τσουδίζωμενε τσ΄όρνιθες και ν΄ανάβωμενε την παρασθιά.. Ταχυτέρου απου θα κατουμώσει ο καιρός θα παρεις το ζευγάρι να πας να ξετελέψεις…. Μουδέ μιά σποριά δεν είναι ακάμωτο, χαράς το πράμα… Κάτσε ορνικός σου, γιατί θα σε τινάξει πάλι,  άμα  γενείς ολόγρος… )

Και δα εφτάξαμενε να λέει το Μαντραχαλάκι το Μανωλιό από την Αμερική του γιου ντου,  του  Νικολιού (του γκονακιού τση Τζαμπράκαινας): – Πέψε μωρέ κειανα μέλι του ξαδέρφου σου στο χωργιό να ποτίσει τα λουλούδια στο μνήμα τση γιαγιάς σου, γιατί κατά που θωρώ στο ιντερνέτι,  δεν ήβρεξε κάθόλου το Μάη…. Και ο κουμπάρος μου ο Γιώργης τ΄Αραπόκωστα (Γεώργιος Κων. Σαββάκης 1947) παίρνει κάθε ντάι-ντάι τον κουμπάρο ντου στο χωργιό (από την Αθήνα),  να του ποτίσει τα μουρέλα, αφού στο Ιντερνέτι γράφει:  Στο Πετροκεφάλι βροχόπτωση τον τελευταίο μήνα:  =0 χιλιοστά….

06/07/2009

Η ΣΦΑΓΗ του ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗ

Εβρέθηκα τσοι προάλλες σ΄ενα γάμο στα Μεσόγεια, και σαν έπιασα το τραπεζομάχαιρο μούρθενε στο μυαλό το τραπεζομάχαιρο του …Βαρδινογιάννη. Γυρίζω και λέω στο διπλανό μου για το τραπεζομάχαιρο, και μου λέει: Πιστεύγω σου το, έχω ένα γνωστό πάνω από 80 χρονώ, απού εφροντιζε μέχρι προ δυο τρία χρόνια καμιά 300 ριά πρόβατα απούχενε ο Βαρδινογιάννης κάπου στην Εκάλη… Κάτσετε λοιπόν να σασε πω την ιστορία:

Δεν είχα την τιμή να τσοι γνωρίσω τσ΄αθρώπους οντενε βόσκανε τα πρόβατά ντως αθο τσοι Λιμιώνες… Εθώρουνα  κειαμιά φορά να περνούνε τα κουράδια ντως οι πανωριζίτες ξωλαλητά (πα να πει καθοδηγώντας τα με τα πόδια) από την απάνωρίζα (Ψηλορέίτη) στην κάτω ρίζα (Αστερούσια). Αυτή η μετακίνηση γινότανε το φθινόπωρο, και ξεχειμωνιάζανε τα οζά ντως, χωρίς χιόνια, και την Άνοιξη τα ξαναβγάνανε βορεινά στα ορη.

Είλεγέ μου κειαμιά φορά ο κύρης μου γιά τσοι κλεψές των κουραδιών απού εγίνουντανε εκειανά τα χρόνια, απου βέβαια είτονε πρίν απο τη  …βιομηχανική μας εποχή. Έτσι και οι κλέφτες δεν εβάνανε τα οζά στα φορτηγά, μονο τα ξωλαλούσανε από τη μιά μπάντα τση ρίζας στην άλλη. Επειδή εκειανά τα χρόνια είσερνε ο Γεροποταμός και τα περάσματα τση κάτω Μεσσαράς είτονε γι από το πλακάκι και τον Κουσανό δρόμο (απούναι το σπίτι του κυρού μου) γι απο το πέρασαμα τση Καλυβιανής αθό ντα Πομπιανά (απούτανε το σπιτάκι τ΄Αλεξάκη του παππού μου).

Μιάς και είχενε συγγενολόγια με τσοι πανωριζίτες ο κύρης μου κειαμιά φορά επετύχενε νύχτα κειανα γνωστό του να ξωλαλεί νύχτα τα κλεμένα αθο τη κάτω ρίζα, αλλά φυσικά δεν τούπεφτε λόγος ν΄ανακατευτεί,  μιάς και οι κλεψά εκείνων των χρόνων δεν είτονε τοσονά βιοποριστικό επάγγελμα, όσο τρόπος επίλυσης προσωπικών διαφορών μεταξύ των «ζωοκλεφτών» Εβρίχνανε αυτοί τρόπους να τα ξελαγαρίσουνε… .

Σε κάποια  περίπτωση, στον Αι Λευτέρη εξελίχθηκε νυχτερινή μάχη μεταξύ των ζωοκλεφτών   και των ιδιοκτητών που τσοι μυριστίκανε και τσοι προκάμανε  και τσοι μπροσκαδιάσανε* στο πέρασμα για το Κουσε και το Κεφάλι και άρχισαν τα μπαλοτοκοπήματα για να ξεμπερδέξουνε τα κλεμένα…

Οι βοσκοί που εξεχειμωνιάζανε τα πρόβατα στα νότια έκαναν σχέσεις και φιλίες με κάποιους  καμπίτες. Είλεγέ μου ο Βιδαλής γύρο στο 1970 στο καφενείο του Μπουρμά,  για τσοι καλές του σχέσεις και αυτουνού και τση παρέας του ( Μαρής, Καραϊσκος) με τσοι Βαρδινογιάνηδες, καθώς και για την εκφρασμένη πρόθεση των Βαρδινογιάννηδων να προσφέρουν κάποιο έργο στο χωργιό. Μούλεγε δε χαρακτηριστικά, πως καμπόσοι στο χωργιό αντιδράσανε  στην αποδοχή μιάς τέτοιας δωρεάς, φοβούμενοι ίσως μιά δέσμευση-εξάρτηση από τους «λεφτάδες»….

Είκαμα τον παραπάνω πρόλογο, για να σασε διγηθώ τη …σφαγή του Σήφη του Βαρδινοιγιάννη (καλά ντε την παραλίγο σφαγή, μιάς και …δεν έγινε !).

Θάτονε το 1966 και οι Βαρδινογιάννηδες από τη μιά είχανε σάξει τα διάφορα έργα τους στα Καλά Λιμάνια, από την άλλη οι ντόπιοι αντιδρούσανε στο διαφαινόμενο εξωβελισμό τους από την περιοχή, διαμάχη  που εξελίσσεται  μέχρι σήμερο. Εγώ ήμουνα στην Αθήνα και δεν παρακολουθούσα καλά τα γεγονότα Βέβαια άλλο Παύλος-Νίκος Βαρδηνογιάνηδες με βουλευτηλίκια στο γέρο Παπνδρέου και  επιχειρήσεις  κλπ,  καί αλλο συνήθειες χρόνων με τα πρόβατα. Φαίνεται λοιπόν πως ακόμη και μετά το 1966 ο Σήφης Βαρδινογιάννης (μικρότερος από τα αδέλφια) εκατέβαζε τα πρόβατα της οικογένειας  των Βαρδινογιάννηδων και ξεχειμωνιάζανε στοι Λιμιώνες.

Εκατέβηκα το καλοκαίρι του 1966 στο χωργιό,  πρωτοετής φοιτητής για τσοι διακοπές…. Ήκατσα στο τραπέζι να φάω, δε θυμούμαι είντα κιαολιάς… Εχειάστηκα ένα μαχαίρι και έτυχε να στέκει η μάνα μου δίπλα στην κουταλοθήκη, προυκιό από το γαμο τζη…

-Δόσε μου μα (=μάνα) ένα μαχαίρι… Πιάνει η μάνα μου ένα παραδοσιακό τραπεζομάχαιρο και μου λέει

–Να  τουτονέ,  του Βαρδινογιάννη…

Εκάτεχε σάϊκα η μάνα μου  πως δεν είχαμε νιτερέσα με το Βαρδινογιάννη, και μουτόπε για να  βρει αφορμή να μου πει την ιστορία. Φυσικά η επόμενη κουβέντα μου είτονε:

–Είντα δουλειά έχει ο Βαρδινογιάννης με το τραπεζομάχαιρο;   Ετσά έβρικε η μάννα μου την ευκαιρία  και μου λέει:

– Με ετουτονά το μαχαίρι παραλίγο να σφάξει ο Νίκος μας το Βαρδινογιάννη…

-Είντα λογάται μπρε απού θελακάμει τέθοιο πράμα ο αδερφός μου…  Και η μάνα μου άλλο δεν ήθελε μόνο να μου πει την ιστορία για τον αδερφό μου  (16 χρονώ μαθητή της Β Λυκείου) και του φίλου ντου του Ψαρρά  (Γιάννη Ηλία Μιχελινάκη 15 χρόνων).    Γροικάτε την λοιπόν και σείς:

– Στσοι 25 του Μάρτη  (1966),  απίτις ετελείωσε ο παππάς τη λειτουργιά του Ευαγγελισμού και τη  δοξολογία,  και βέβαια και η παρέλαση των μαθητών στο χωργιό, επήρε ο Ψαράς το μηχανάκι ντου,  εβάλανε με τον αδελφό σου ένα τσούκο* κρασί, κανα δυό ραμόνες (κονσέρνες τσ΄εποχής) και αγκουροντομάτες σε μιά βούργια, και επήγανε να λημερίσουνε στοι Λιμιώνες…

Εκάτσανε τα κοπέλια στην ακροθαλασά, αμοναχοί είονε εκειανά τα χρόνια  στην παραλία, εφάγανε, ήπιανε και δυο τρία κρασά ο καθένας και ήρθανε στο κέφι. Αρχινίσανε να συζητούνε τα θέματα της τοπικής επικαιρότητας, με σπουδαιότερο βέβαια το θέμα της οικειοποίησης μέρους της παραλίας  στσοι Λιμιώνες από τους Βαρδινογιάννηδες… Κάνοντας λοιπόν καλαμπούρι τα κοπέλια μεταξύ ντως, είτανε και στο κέφι βέβαια με το κρασί, εφωνιάζανε, κρατώντας το τραπεζομάχαιρο απού καθαρίζανε τα πρωτοφανίστικα αγουράκια από τον κήπο του Μιχελοηλία:

-Πούνονε μωρέ ο Βαρδινογιάννης νατονε σφάξω με τουτονε το μαχαίρι!   Από τη μιά ήσφαζε ο Γιάννης, από την άλλη εσύντεμε ο Νικολής !

Είχενε παραιτήσει τα πρόβατα ο Σήφης και εβόσκανε στσοι πλαγούρες και λόγω και τση μέρας εκατέβηκε στο γυαλό, μπορεί και να πήγε στο ξενοδοχείο  των Βαρδινογιάννηδων που ίσως είχε χτιστεί. Θωρεί τα  κοπέλια μεσοσουρωμένα να φωνιάζουνε τ΄ονομά ντου, και τωσε σιμώνει από πίσω, γροικά την κουβέντα ντως,   και χτυπά τον αδερφό μου στον ώμο απου εκράθιενε το μαχαίρι και …ήσφαζε,  και του λέει:

-Έπαε με κουμπάρε,  μονό είντα κάθεσε…

Θωρούναι ντονε τα κοπέλια, και μάλον τονε γνωρίσανε, και εκατάπιανε τη γλώσσα ντως…

Εμεταδιγηθήκανε φαίνεται το πάθημά ντως  απίτις εγειαγείρανε στο χωργιό, και τόκουσε η μάνα μου,  και από τη μιά εβάφτισε το τραπεζομάχαιρο «του Βαρδινογιάννη», και από την άλλη μου πρόφταξε το κατόρθωμα του αδέρφουλά μου απου θελα  …σφάξει τον άθρωπο…

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 1965 …

Πάνε 40 χρόνια και…

Ξεκινήσαμενε 213 συμμαθητές στην Α! Γυμνασίου 1959-60 στην Πόμπια. Στην περιοχή μας  άλλα  Γυμνάσια ήταν στο Χάρακα και στο Σπήλι. Η ετήσια εισφορά (δίδακτρα) ανα μαθητή ήταν 300 δραχμές το χρόνο, ποσό τεράστιο και ανασταλτικό για εκείνα τα χρόνια. Ευτυχώς καταργήθηκε το 1963, δίδοντας κίνητρα για μόρφωση. (Συγκριτικά, σε χθεσινή συζήτηση παλιός Λιοπεσιώτης μου έλεγε πως εκείνα τα χρόνια όλη η Ανατολική Αττική είχε ένα μόνο Γυμνάσιο στο Κορωπί ! )

Από τους 213 συμμαθητές,  40 φθάσαμε να τελειώνουμε το 1965 την ΣΤ τάξη. Η  ανασφάλεια και κακοδαιμονία του 40-50 σημάδεψε όλη τη δεκαετία 1950-60, βάζοντας όμως σιγά-σιγά και το θεμέλιο ηρεμίας και σταθεροποίησης. Η προσωρινή μετανάστευση σε Βέλγιο και Γερμανία και επίσης η δουλειά στα καράβια, αρχισαν να δίδουν οικονομική ανάσα και αισιοδοξία στην επαρχία.

Οι «καλοί» είπρεπε, καληώρα σαν και δα, να πετύχουνε, να μπούνε στα Πανεπιστήμια κατόπιν εξετάσεων κλπ. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, θριαμβευτής των εκλογών του Φεβρουαρίου 1964, έφτιαξε ένα  ενιαίο γενικό σύστημα εξετάσεων, το Ακαδημαϊκό απολυτήριο. Έτσι μπορέσαμε να δώσουμε εξετάσεις σε όλες τις σχολές τις Ελλάδας, μεταβαίνοντας στις πρωτεύουσες των Νομών και όχι σε στην Έδρα κάθε Σχολής χωριστά, όπως γινόταν μέχρι το 1963.

Τα φροντιστήρια ήταν προνόμιο μόνον στις πρωτεύουσες των Νομών και την Αθήνα. Όμως, το σκληρό επαιδευτικο-εξεταστικο σύστημα της Μέσης εκπαίδευσης, έκανε σκληρή προεπιλογή, και όσοι έφθαναν στο τέλος του Λυκείου, είτε με την πρώτη προσπάθεια είτε και χάνοντας στο ανελέητο εξεταστικό σύστημα ένα ή δυό χρόνια, ήταν ικανοί για όλα…

Οι περισσότεροι συμμαθητές μου της τρίτης Λυκείου του 1965, έβαλαν τους στόχους τους, και καθώς μπορείτε να δείτε και στη Σελίδα   «ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΠΟΜΠΙΑΣ» σ΄αυτό το ιστολόγιο, σοβαρά και μετρημένα παιδιά το πάλεψαν και πέτυχαν την αρχή του ονείρου…

Πρώτος λοιπόν στους 40 της τάξης μου, είχα και γω τα όνειρά μου… Μα στο μέτρημα δε μου βγαίνανε… Ξεφύλλιζα αλλότες το προσωπικό μου λεύκωμα, και είδα πως νεαροί 18ρηδες τότε αποτυπώναμε τα όνειρά μας αβίαστα,, χωρίς όμως να μπορούμε και να τα πραγματοποιήσουμε… Έγραφα λοιπόν, πως «θάθελα να γίνω γιατρός, για να βοηθήσω τους ανθρώπους …κλπ». Όμως, όντεν εσυζήτουνα με τον κύρη μου, ένα δουλευταρά αγρότη που τα έχει ντου ίσα που τούφταναν να μας θρέψει, αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ώστε ν΄αποφύγω την επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Έτσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα, που λέει και ο Κρητικός ριμαδόρος, και βρέθηκα στην Αθήνα Ιούλιο μήνα 1965… Το ονομαστό φροντιστήριο Μανωλκίδης, μετέπειτα Ηράκλειτος, προσπάθησε σε εντατικά καλοκαιρινά τμήματα να με προετοιμάσει για τις εξετάσεις στις στρατιωτικές Σχολές. Τα «Ιουλιανά» γεγονότα του 1965 οι ιντριγκες κλπ είχανε ρίξει την Ένωση Κέντρου από την κυβέρνηση και καθημερινά οι δρόμοι του Κέντρου της Αθήνας πλημμύριζαν από δεκάδες-εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές… Πηγαίνοντας στο φροντιστήριο, έπεσα μια μέρα σε μια τεράστια διαδήλωση της εποχής. Πέτυχα στην Πατησίων μια ομάδα τουριστών να χαζεύουν τη λαοθάλασσα των διαμαρτυρομένων. Μούκανε εντύπωση η ευρηματικότητα μιάς ομάδας που είχε πάρει μερικές χορταρένιες παρασύρες* με κοντάρι (δεν υπήρχαν ακόμα πλαστικές) και σε κάθε παρασύρα είχε κολλήσει ένα από τα γράμματα της λέξης ΛΑΟ΄Σ (όχι βέβαια το ΛΑΌΣ του 2009). Με ρωτούσανε λοιπόν οι τουρίστες τι γράφανε οι παρασύρες…και έτσι μούμεινε η εικόνα. Η αφόρητη ζέστη  του τσιμέντου και της ασφάλτου, δεν είχε καμιά σχέση με την …απολαυστική ζέστη της Κρητικής υπαίθρου. Πολλές φορές κοιμόμουνα διαβάζοντας και δροσιζόμενος καβάλα στο πεζούλι του παραθυριού της παλιάς Αθηναϊκής μονοκατοικίας που έμεινα εκείνο το καλοκαίρι στον Κολωνό. Ακόμα μια αξέχαση εμπειρία εκείνου του καιρού: είχα ακουστά για κοριούς, μα τέτοια ζωντανά εμείς δεν είχαμε στην Κρήτη, στο Πετροκεφάλι τουλάχιστον. Κάθε πρωί λοιπόν που ξύπναγα έβρισκα στο άσπρο φανελάκι μου πιτσιλιές από αίμα, χωρίς όμως να έχω κάποιο τραύμα. Την απορία μούλυσε η γειτόνισα-συγκατοικος στην μονοκατοικία, για τις συνήθειες και τις φωλιές των κοριών… Απλά χρειάστηκε να κάψω το στρώμα του κρεβατιού, να αλείψω τα πάντα με πετρέλαιο και με σπρέυ και να βγάλω όλα τα σκεπάσματα στον καυτό καλοκαιρινό ήλιο στην ταράτσα,  μα το πιο σημαντικό ήταν να φύγω από την Αθήνα και να ησυχάσω….

Ξεκίνησα τις εισαγωγικές στις Στρατιωτικές Σχολές, χωρίς προβλήματα: Στα τεστ νοημοσύνης τα πήγα καλά (άλλωστε σας τόπα κι΄αλλού ήμουν ταξινομημένος …λαϊκός κατά τους ταξινομητές των φρονημάτων μας),  ενώ στα αγωνίσματα δεν είχα πρόβλημα. ΄Ετσι και αλλιώς, σε σχέση με τους βουτυρομπεμπέδες  των πόλεων  ήμουν αρκετά γυμνασμένος. Τρέχοντας λοιπόν τα χίλια μέτρα αποφάσισα να μην τρέξω περισσότερο όταν τους πέρασα περίπου 50 μέτρα αλλά να διατηρήσω αυτή την απόσταση ασφαλείας από το δεύτερο…

Ζώντας όμως από κοντά το στρατιωτικό σύστημα, προτίμησα να αλλάξω κατεύθυνση έγκαιρα, μιάς και διαπίστωσα πως ενώ είμουνα αυτοπειθαρχημένο άτομο, η επιβαλλόμενη από άλλους πειθαρχία δεν μου ταίργιαζε και πολύ, γνήσιος Έλληνας γαρ…  Για να αλλάξω κατεύθυνση ενημέρωσα τον πατέρα μου στο χωργιό τηλεφωνικά, και η έγκριση όμως ήρθε μετά από 10 μέρες δια επιστολής.

‘Ετσι έληξε άδοξα η περιπέτεια της Αθήνας, χωρίς να δώσω τις γραπτές εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Επέστρεψα περιχαρής στο χωριό μου και την άραξα κάτω από τις ελιές και τις ποροκαλιές στην πεδιάδα, διαβάζοντας και ετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις του Ακαδημαϊκού το Σεπτέμβριο στο Ηράκλειο… Αρχές Σεπτεμβρίου 1965 δώσαμε εξετάσεις στο Ηράκλειο και περιμέναμε τα αποτελέσαματα. Βέβαια η πληροφορική και οι υπολογιστές εκείνα τα χρόνια ήταν ανύπαρκτα… Αθροίσματα, αποτελέσματα κλπ ήταν ένας Γολγοθάς… (Κάπου 6 χρόνια μετά, και έχοντας τελειώσει πανεπιστήμιο και στρατό, χρειάστηκα μια αθροιστική μηχανή για μια μέρα για το Αγροτικό Συνεταιρισμό στο Πετροκεφάλι (εκείνη με την μανιβέλα για όσους τη θυμούνται) από την αγροτικη τράπεζα Μοιρών. Όσο και αν με εκτιμούσε ο Διευθυντής, δεν που έκανε το χατίρι, φοβούμενος μην πάθει κάτι η μονάκριβη Αθροιστική μηχανή της Μεσσαράς).

Κάπου κατά τις αρχές Νοεμβρίου βγήκαν τα αποτελέσματα, όπως ανακοιώθηκε από το ραδιόφωνο. Και πάλι όμως, ουδεμία πληροφορία ήταν δυνατό να να έρθει στο χωργιό για τα αποτελέσματα. Έπρεπε να περιμένουμε να περαστούν την επομένη στις εφημερίδες, και την Τρίτη πλέον ημέρα που οι εφημερίδες έφθασαν στις Μοίρες, έφυγα από το χωργιό και πήγα στις Μοίρες με τά πόδια φυσικά. Το βιβλιοπωλείο του Αβραάμ είχε τις εφημερίδες,  καλη ώρα όπως και εδά…Πήρα μια που είχε τα αποτελέσματα και διάβαζα δρόμο-δρόμο περπατώντας για το χωργιό… Κάπου φθάνοντας στον Τυπακιανό όρχο (Δίπλα στο σημερινό Αγ Νεκτάριο) εντόπισα το όνομα μου στους Χημικούς των Αθηνών.  Δεν είχα τολμήσει να δηλώσω Ιατρική, μιάς και ήταν εξ χρόνια σπουδών και δεν ήθελα να επιβαδύνω και άλλο το σπίτι του πατέρα μου…

Με το πολυώρι έφθασα στα Καμαράκια, 1000 μέτρα ανατολικά του Πετροκεφαλιού.  Ο χειμώνας στο φόρτε του και οι ελιές στρώμα. Η αμπλά μου και η μάνα μου μαζεύανε από το πρωί ελιές και απλά τους ανακοίνωσα το γεγονός της επιτυχίας, ενώ συνεχίσαμε μέχρις αργά το λιομάζωμα… Σε καμπόσες ώρες είχαμε μαζώξει δυό μιγώμια* ελιές, τσοι φορτώσαμε στο γάιδαρο και εγείραμε αθο ντο χωγιό. Μια μέρα μετά ένας φίλος της οικογένειας. ο Κουκουριτάκης ο Περικλής χωργιανός μας γιατρός πούχενε μετακομίσει στην Αθήνα, τηλεγράφησε του κυρού μου το καλό μαντάτο, απόυ είχενε τυχαία μάθει από τις εφημερίδες…

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1965 ήρθα στην Αθήνα (12 Δεκέμβρη θαρρώ) για την εγγραφή, αρχίζοντας τη φοιτητική ζωή…

27/05/2009

ΤΡΟΖΟΣ-ΓΝΩΣΤΙΚΟΣ

Filed under: ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 7:54 μμ
Tags: , ,

ΤΡΟΖΟΣ ΓΝΩΣΤΙΚΟΣ Ο απλοϊκός κόσμος είχε (και έχει) συνδυάσει την τρέλα με την άνοια. Όταν όμως διεπίστωνε πως αυτός ο κανόνας είχε και καραμπινάτες εξαιρέσεις, καθώς η ψυχική διαταραχή είναι πολυποίκιλη, και περιστασιακά μόνο ανοϊκή, στον τόπο μας αναφερόντουσαν με τον παραπάνω όρο σε ανθρώπους με ψυχικές μεν διαταραχές, που όμως  πολλές φορές έδειχναν σημαντική οξύνοια, που εντυπωσίαζε τους λοιπούς,  τους …γνωστικούς. Συνήθως κάθε χωργιό είχενε και τον κουζουλό* ντου, είτε πραγματικό είτε και μεσοκούζουλο, για να παρηγορούνται η αποδέλοιποι χωργιανοί, πως δεν του μοιάζανε και καλά !. Στην κοινωνία του Πετροκεφαλιού, μεταπολεμικά είχαμενε τον Παυλοευτύχιο,  ένα εμπορευόμενο του μεσοπολέμου στο Πετροκεφάλι, που όμως τούστριψε κάποια στιγμή.

Θάτανε το 1960-62. Ο κακομοίρης ο Παυλοευτύχιος, μόλις είχενε γιαγείρει από του Κονιού* γή από το Δημόσιο Ψυχιατρείο Χανίων, θα σας γελάσω…  Η χαρά του είτονε να λημερίζει* στο περβόλι του, στου Παυλοευτύχιου τη στέρνα ( περίπου 700 μέτρα δεξιά, πριν το Πετροκεφάλι, καθώς ερχόμασταν από τον αμαξωτό από τις Μοίρες…) Ανάλογα με την ψυχική του κατάσταση, που συνήθως όμως ήταν δυσθυμική, ο Παυλοευτύχιος μουρμούριζε μόνος του μεγαλόφωνα, μοτσάριζε* τους περαστικούς, έκανε ασυνάρτητους μονόλογους κλπ. Οι περαστικοί τον γνώριζαν και δεν έδιδαν σημασία, αντίθετα μάλιστα ήταν καλοί μαζύ του και τον καλοχαιρετούσαν, προσπαθώντας διαισθητικά να τον βοηθήσουν  δρώντας ψυχοθεραπευτικά.  Άλλωστε, όπως και αλλού έχουμε αναφέρει, η προτροπή της μάνας προς το γιό της σε ένα παλιό ριζίτικο τραγούδι:  « γιέ μου σαν πας στο καπειλιό…. το φρόνιμο να σέβεσαι, τον κουζουλό χαιρέτα…», δεν είναι παρά το καταστάλαγμα της λαϊκής σοφίας, όσον αφορά τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς…

-Μιά μέρα,  όπως επέρνα ο μπάρμπας μου ο Βανίλης ο Στελιανός,  θωρεί τον Παυλοευτύχιο να ποτίζει τσοι πορτακαλιές του: Ακριβοχαιρετά τονε:

-Γεια σου Ευτύχιε, είντα κάνεις, καλώς όρισες, καλά είσαι; Και  ο Ευτύχιος, ευγενής, ετοιμόλογος, μα και  κινούμενος μεταξύ λογικής και παράνοιας, τον αντιχαιρετά:

-Γειά σου Στελιανέ, καλά είμαι εγώ, εσύ καλά είσαι; Αρκετά αγαθός ο Βανίλης, εψιλοπαραξενεύτηκενε, μα εχόρευγε κατά που του παίζανε τη λύρα, και λέει του:

-Καλά είμαι και γω Ευτύχιε, και έκαμε να συνεχίσει το δρόμο του. Εκειά ποθές, τούρθε η κατακεφαλιά:

-Και πούναι τα χαρθιά σου Στελιανέ; γυρίζει και του κάνει ο Ευτύχιος. Εζορίστικενε ο μπάρμπας μου ο Βανίλης, δεν του καλόρθενε απού τούπιασε συζήτηση ο Ευτύχιος, μα είντα θελακάμει:

-Ποιά χαρθιά λές Ευτύχιε, δεν κατέχω είντα κιαολιάς μου λές…. Και ο Παυλοευτύχιος:

-Γιάε Στελιανέ, εγώ οντεσούπα πως είμαι καλά έχω και χαρθιά απούμουτάδωκενε ο γιατρός και το γράφουνε πως είμαι καλά, γιάε, επαέ τάχω, και τούδειξε την τσέπη ντου…  Εσύ είντα μουλές πως είσαι καλά, έχεις χαρθιά, γη έτσά το λές και με κοροϊδεύγεις; Επήρενε ο κακομοίρης ο μπάρμπας μου απολογητικό ύφος και επολέμησε να τα μπαλώσει, αφού δεν είχενε χαρτί από τον… ψυχίατρο πως είναι καλά και άντε να το καταλάβει ο Παυλοευτύχιος, μονό εθάριε πως τον ε κορόϊδευε…

Αλλη μιά βολά, λιοβασιλέματα, επέρνα από του Παυλοευτύχιου τη στέρνα ένας χωργιανός του Παυλοευτύχιου (Στελιανό τον λέγανε και αυτόνε)  και ελάλιε* το χτήμα ντου φορτωμένο σανό και τα έχνη* ντου,  αθό ντο  το χωργιό. Επορπάθιε πίσω από το γάιδαρο και κατά το συνήθιο τσ΄εποχής, εκράθιε τη χαχαλόβεργα*, εργαλείο πολλαπλών χρήσεων…  Σαν τον είδε ο Ευτύχιος, που φαίνεται δεν είτονε και τοσονά καλά εκείνο το καιρό, τον έβαλε στο παραλήρημα του και είπενε κειαμιά κουβέντα, απού πρόσβαλε το γνωστικό…  Σαν τον είκουσε ο χωργιανός του εσκέφτηκε να τονε μοτσάρει και να τονε φοβερίσει, και γυρίζει και κάνει ντου:

-Πάψε Ευτύχιε, γιατί θα σηκώσω τη χαχαλόβεργα και θα σου κάμω ένα σωμάρι, σαν του γαϊδάρου* Δεν έχασε και ο Παυλοευτύχιος καιρό, και του λέει:

-Ελα μωρε Στελιανέ, μα δυό άκρες έχει η χαχαλόβεργα, και ξάσου… (Υπονοώντας πως αν προλάβαινε να του αρπάξει τη χαχαλόβεργα από την άλλη άκρη, αυτός θάταν που θα τις έτρωγε…). Ετσά εκατούμωσενε ο γνωστικός, μιάς και εσκέφτηκε πως με ετσά τροζό δύσκολα τα βγάνεις πέρα, και εσυνέχισε το δρόμο του…

Σημ:

Κονιός. Ιδιωτική Ψυχιατρική κλινική στο Ηράκλειο του 1950.

11/05/2009

ΕΔΩ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Στη ζωη κάθε ανθρώπου υπάρχουν κάποιες χρονολογίες,  σημαντικές γι αυτόν,   (γέννηση βάφτιση, γάμος κλπ). Για κάθε τόπο συμβαίνει περίπου το ίδιο,  είναι εκείνο που χαρακτηρίζουμε σαν την «ιστορία» ενός τόπου.  Αν και πολλές φορές τα διάφορα γεγονότα  σε παραμέτρους ιστορίας δεν αποτελούνε πράγματι ιστορικούς σταθμούς ή δρόμους, που αλλάζουν την μορφή ενός τόπου ή την κατεύθυνση γεγονότων, εν τούτοις βλέποντας  κανείς στο μικρόκοσμο  ενός χωριού  κάποια πράγματα, αυτά μπορούν να  χαρακτηρίσουν έστω γιά κάποιες δεκαετίες ή ακόμα και αιώνες την περιοχή (πχ τα Δερβενάκια, το Αρκάδι κλπ). Έτσι, το χωριό μας το Πετροκεφάλι, χωρίς να προβεί σε κάποια «ηρωική» πράξη, έγινε έστω για λίγο επίκεντρο του Ελληνορθόδοξου κόσμου, και μάλιστα σαν ευχάριστη νότα της Ορθόδοξης χριστιανοσύνης.  Σίγουρα βέβαια, κάποιες δομές και υποδομές του χωριού, προϊόν της θετικής αντίληψης των κατοίκων του, επέτρεψαν το παραπάνω γεγονός. Η κολύμπα του 1950 διατηρήθηκε σαν χώρος κοινής χρήσης, χώρος αναψυχής και καλαισθησίας, κάτι που δομήθηκε-διαμορφώθηκε  σε ανύποπτο χρόνο σε ένα καλαίσθητο πάρκο, και απέδωσε  σε ανύποπτο επίσης χρόνο, στην κοινωνική συμμετοχή του χωριού. Ας γίνουμε όμως πιό συγκεκριμένοι:

Αναφέρομαι στο γεγονός της άφιξης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου το φθινόπωρο 2008 στην Κρήτη,  στην πορεία του στα αναφερόμενα ιστορικά -θρησκευτικά  μέρη όπου πέρασε ο Απόστολος Παύλος. Ένα μέρος, και δή το πρώτο επί Ευρωπαϊκού εδάφους, ήταν οι Καλοί Λιμένες .   Απότελέσανε λοιπόν οι Καλοί Λιμένες την Πύλη εισόδου του χριστιανισμού στην Ευρώπη.  Μετά την επίσκεψη  του Πατριάρχη και  της συνοδείας του στους Καλούς Λιμένες, οι πολυπληθείς συνοδοί, φιλοξενούντες και προσκεκλημένοι κάπου θάπρεπε να ξαποστάσουν και να γευματίσουν. Επιλέχθηκε το Πάρκο του Πετροκεφαλιού, δίπλα από τον φιλοξενούντα Δήμο Μοιρών, όπου Ανήκουν οι Καλοί Λιμένες.

Διαθέτοντας ένα αρκετά  «ζεστό» χώρο, παρά τα αρκετά καλαίσθητα Κέντρα διασκέδασης της περιοχής, στήθηκε το σκηνικό με τις απαραίτητες τέντες και το κέτεριγκ στο πάρκο του Πετροκεφαλιού.  Καθοριστική ήταν η συμβολή του οικοδεσπότη εν προκειμένω, που δεν ήταν άλλος από τη Νομάρχη Ηρακλείου τη Βαγγελιώ Ηλιάκη-Σχοιναράκη. Η Βαγγελιώ, γέννημα -θρέμμα του Πετροκεφαλιού, δεν παράλειψε,  χρόνια τώρα,  να ξεκλεβει λίγο χρόνο για μιά καλημέρα στο Πετροκεφάλι. Μία λοιπόν ακόμα καλή ευκαιρία, για μιά φιλόξενη στάση στο χωργιό της Βαγγελιώς, του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και της Συνοδείας του

Εδώ λοιπόν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, και τιμής ένεκεν και ο Ελληνορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Ελλάδας  Ιερώνυμος. Φυσικά, σύσσωμη και η ιεργαρχία της Αυτοκέφαλης εκκλησίας της Κρήτης με πρωτο τον Αρχιεπίσκοπο Ειρηναίο, καθώς και τον τοπικό Μητροπολίτη Μακάριο, που ειρήσθω εν παρόδω, κατέχει την Πρώτη συσταθείσα Μητρόπολη Κρήτης Ελλάδας- Ευρώπης- Δυτικού κόσμου:  εκείνη του Αποστόλου Τϊτου,  πρώτου Επισκόπου Γόρτυνος.

Και από αυτή τη Θέση θάθελα να ευχαριστήσω τον Μπαμπιονιτάκη Νίκο, που μου απέστειλε τις φωτογραφίες που μπορείτε να δείτε από το γεύμα στην διπλανή σελίδα «ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΝΕ», αποθανατίζοντας τα γεγονότα του γεύματος των Θρησκευτικών μα και πολιτικών αρχών της περιοχής στο Πετροκεφάλι. Ανάμεσα στους πολιτικούς μπορώ να διακρίνω του βουλευτές Λευτέρη Αυγενάκη και Κεγκέρογλου.

Ηχητικά μηνύματα δεν έχω από τις λοιπές κοσμικές και θρησκευτικές αρχές. Υπάρχει όμως βιντεοσκοπημένη η ομιλία της οικοδέσοινας- Νομάρχη, της Βαγγελιώς, που αξίζει να την ακούσετε. Το βίντεο αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του μπλόγκ ηλιαχτίνα ΚΡΗΤΗ TV, από όπου το δανείστηκα.

25/04/2009

ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ … ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

(Απρίλης  2009)

Είμουνε αλλότες με ένα πρόεδρο, και δεν του καλόθρε οντενεδιάβασε για τσοι σημερινούς αμπατάρισους και τσοι προέδρους τσ΄εποχής του 50. Ετρύγαμε* το λοιπός, να του πω ειντάχανε οι Πρόεδροι εκεινισάς τσ΄εποχής απου δεν τόχει αυτός, και πως αυτός κάνει λειτούργημα, θυσίες κλπ και δεν του το αναγνωρίζουνε οι δημότες και πάει σύνεφο….

Μιάς και κατά που λέει κι ή παροιμία, μην ντάξεις Αγιου κερί και κοπελιού κουλούρι, είχα έννοια να γράψω ότι θυμούμαι από τσοι προέδρους τσ΄εποχής εκείνης, μέχρι το 1970 στο Πετροκεφάλι.

Οντενείμουνε  κοπέλι, 5-6 χρονώ, ο κύρης μου έφυγε πρωϊ-πρωϊ να παει στη χώρα, πράμα καθόλου συνηθισμένο εκειανά τα χρόνια, πρέπει νάτανε 1953. Επήγαινε λέει γιατι γινότανε δικαστήριο για ατασθαλίες στην Κοινότητα από προηγούμενη διαχείριση, αρκετά χρόνια πίσω, αλλά μετά την κατοχή πάντως. Η ατασθαλία είτονε κακοδιαχείριση για κάποια τρόφιμα από την Αμερικανική βοήθεια, και κάποιες κονσέρβες με σαλμούς (=σολωμούς) και ίσως και σαρδέλες σε άλλες κονσέρβες, τις ραμόνες(;) Από εκείνη την Αμερικάνικη βοήθεια θυμούμαι ναρα-ναρα στο παλιό δημοτικό πως ισως να μας δίδανε γάλα κάθε πρωϊ, δωρεάν από την επισιτιστική αυτή βοήθεια.

Ο κύρης μου (μέλος κάποτε  του Κοινοτικού Συμβουλιου), ο Μπιτσακοδημήτρης (ο Αμερικάνος, τέως πρόεδρος Κοινότητας), και οι αποδέλοιποι επήγανε λοιπόν στο Ηράκλειο. Καλά θυμούμαι τρία πράγματα:

Ι. Οντανεγύρισε το βράδυ ο πατέρας μου μασε κράθιε τα γνωστά κουλουράκια που πουλάνε στους δρόμους της Αθήνας οι κουλουράδες… Μούμεινε σαν ανάμνηση,  και τα συμπεράσματα δικά σας.

ΙΙ. Εχρησιοποίησαν πολιτικά μέσα, θυμούμαι πως αναφέρθηκε το όνομα του Βασίλη Μειμαράκη, βουλευτή τότε κάποιου λαϊκού κόματος (και μάλλον μπάρμπα του σημερινού Υπουργού Βαγγέλη Μεϊμαράκη), δεν είχε φτιαχτεί ακόμα η ΕΡΕ, ούτε και είχε έρθει ο Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος. Θωρείτε λοιπόν πως η δικαιοσύνη μπορεί νάτονε  στραβή, σίγουρα όμως κουφή δεν είτονε….

ΙΙΙ. Σε εκείνη τη δίκη καταδικάστηκε ο Αραπαλέξης, γιαυτό μετά το θάνατό του το σπίτι του περιήλθε στην Κοινότητα Πετροκεφαλίου. Ήτανε εκεί που αργότερα φτιάχτηκε το σημερινό Κοινοτικό Κατάστημα. Βέβαια, παρά εκείνη την καταδίκη, ο Αραπαλέξης ήταν  ένας πάντα σεβαστός Πετροκεφαλιανός. Ας μην ξεχνάμε, πως ήταν ο πατέρας του μοναδικού ενεργού ένοπλου αγωνιστή του Πετροκεφαλιού, που καταδόθηκε και εκτελέστηκε από τους κατακτητές: Του Νικολάου Αλεξάνδρου Σαββάκη 21 ετών… Θυμάμαι τον Αραπαλέξη, σαν μέλος των ΤΕΑ, να κρατά ένα ταχυβόλο, και να φυλά σκοπιά στα αρχαιολογικά ευρήματα, περί το 1960, κατά την ανόρυξη του πηγαδιού στο Μοναστηρικό κτήμα… Ήταν ακριβώς στη νοτιοανατολική γωνία του σημερινού γηπέδου του Πετροκεφαλιού ακριβώς δίπλα στο Πλακάκι…

Περί το 1955-60 πρέπει νάχαμε Πρόεδρο τον γιατρό Μιχελινάκη Μιχαήλ. Γραμματέaς είχενε αναλάβει ο Δασκαλογιάννης (Ιωάννης Δασκαλάκης)  Θυμάμαι πολύ καλά το γιατρό να πηγαινόρχεται στσοι Μοίρες, απούχενε το ιατρείο του,  πάνω σε μια κανελλί φοράδα. Καβάλα στην ίδια φοράδα επόπτευε και τα διάφορα έργα τση Κοινότητας.

Είτονε δύσκολα οικονομικά χρόνια τότες, και οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για δημόσια έργα γινότανε με το σταγονόμετρο και πάντα με πολιτικά κριτήρια.  Με χίλια ζορια ανοίχτηκε ο αμαξωτός δρόμος Μοιρών-Πετροκεφαλιού. Όμως, επειδή τα νότια πλαϊνά ετσιλούσανε* ήβαλε η κοινότητα αγγαρίες τσοι χωργιανούς και με τσοι κασμάδες φτιάχνανε τα σκάρπα (πρανή) από τη νοτική μεριά, ενώ ένα γρέϊντερ έφτιαχνε νοτικά το κανάλι για τα βρόχινα νερά….

Μπορεί να σασε φαίνεται  αστεία αυτή η δουλειά σημερο, μα δεν ξεχνώ  πως ακόμα και μιά αλυσιδοφόρα μπολντόζα, δεν τα κατάφερε να κόψει το …λόφο στου Μπίρμανη το Μύλο ! Αρχικά ο αμαξωτός  για τσοι Μοίρες,  μετά το περβόλι του Κατσιρντόκωστα από τα Πηγαιδάκια, εκύκλωνε το λοφάκι πριχού  κάμει τη στοφή για νότια αθό ντη Πόμπια, και επέρνα απάνω από τη στέρνα του Νερόμυλου στου Μπίρμανη το μύλο. Αρκετά χρόνια πιό μετά, μετά το 1955, μιά άλλη μπολντόζα έκοψε το βράχο και έκαμενε πιό ήπια τη στροφή στο συγκεκριμένο σημείο…

Κάθε χρόνο, εκειανά τα χρόνια,  κάθε οικογενειάρχης του χωργιού χρεωνότανε 10 ημέρες αγγαρίας, για κοινωφελείς εργασίες στο χωργιό. Αυτές γινότανε για διάφορα κοινωφελή έργα σε διάφορα μέρη του χωργιού. Βέβαια η λέξη αγγαρεία δεν τους εκαλόρχουντανε, εθυμούντανε μπάρεμ*  τσοι άλλες αγγαρείες τση κατοχής, που τους πήγαιναν οι Γερμανοί για οχυρωματικά έργα, που στην πραγματικότητα ήτανε καταναγκαστικά έργα….

Τέλη της δεκαετίας 50 και αρχές 1960 είτονε Πρόεδρος ο Αμερικάνος, ο Μπιτσακοδημήτρης. Έχομενε αναφέρει και αλλού το ζορε των αθρώπω, απούχανε περιουσίες στον ποταμό αποπέρα δηλαδή στα Καλύβια και το πια πολύ στα Μπαϊργια. Ας μην ξεχνούμε πως η μεν Γαλιά είτονε μικρό χωργιό, που μεγάλωσε μετά την τοουρκοκρατία από ριζίτες* που κατεβήκανε από τον Ψηλορέίτη, τα δε Καλύβια, το τουρκικο χωργιό, όλο και εμίκραινε, μεχρι που φύγανε ούλοι οι Τούρκοι στ΄αρχές του 20ου αιώνα. Είχανε το λοιπός πολλοί Πετροκεφαλιανοί περιουσίες στα Μπαϊργια, ενώ σιγά σιγα και οι Γαλιανοί είχανε περιουσίες στην πεδιάδα. Το πρόβλημα είτονε πως εκειανά τα χρόνια είχαμενε βαροχειμωνιές, και ο Γεροποταμός έσερνε ούλο το χειμώνα και πολλές φορές έπαιρνε το κακογιόφυρο που εσάχνανε οι ντόπιοι. Εϊπρεπε το λοιπός ν΄ανεγυρίζουνε από τσοι Μοίρες, την Πομπιανή καμάρα,  το Λιβαδειώτη για να κάνουνε τσοι δουλειές τωνε… (λιομαζώματα και  χωραφίματα το χειμώνα).

Κατά το 1960 ετάξανε καμπόσα τσιμέντα του Προέδρου του χωργιού, του Μπιτσακοδημήτρη, και το κατακαλόκαιρο απου είτανε στη χαμηλότερη στάθμη τα νερά,είβαλε αγγαρείες στο χωργιό, και εξεκινήσαμε να σάξωμενε το κεντρικό τόξο τση καμάρας στον Γέρο ποταμό… Εφέρανε οι χωργιανοί όσα αντλητικά είχαμενε, μιάς και τα νερά είπρεπε να αντλούνται συνέχεια… Είχενε μια αντλητική πετρελαιοκίνητη 7-9 Αποστολίδη, ο Γιώργης ο Καραϊσκος, ο κύρης μου μια βεζινοκίνητη Γερμανική 5 ίππων Kochler, και καμπόσες άλλες  αγγλικές Klinton, Αμερικάνικες Brings & Straton  και γερμανικές Jlo. Εγώ, 12-13 χρόνων,  είχα παέι για τα΄αγγαρείες του κυρού μου. Καλά-κακά μετά 2 μέρες τσαλαβούτημα, εκατάφερε ο εργολάβος να στέσει το καλούπι στο ένο πόδι το νοτικό και τα υλικά άμμος και τσιμέντα κουβαλημένα με το φορτηγό του Σπιθάκη από τα Πιτσίδια, αρχινίσανε να μαλάσονται ένα-ένα χαρμάνι με τσοι παλάμες και να πέφτει στα μισοαδεια-μισογεμάτα με νερό καλούπια… Σα δε μπιτίζει ερίξαμενε τσοι βάσεις και εφύγαμε από τα νερά και σιγά σιγά εγίνηκε ούλη η κεντρική γέφυρα το 1960.

Εκτός από το κεντρικό τόξο, τα πλευρικά, νοπτικό και βορεινό, τα σάξανε το 1964. Σε αυτά εγώ δεν εδούλεψα. Αυτά βέβαια δεν είχανε το ζόρι του κεντρικού, μιας και είτονε πιο ανάβαθεια. Το μόνο που μούμεινε είναι πως ετελείωσαν τις 24-12-1964 κατά τση 2-3 το μεσημέρι. Αν έχετε την περιέργεια πως το θυμούμαι, είναι απλό: Εϊχαμενε , σαν και εδά τη μανία να γράφομε το όνομά μας όπου εβρίχναμενε. Παραμονή λοιπόν των Χρισουγέννων το 1964 και εγώ είχα πάει στσοι Μοίρες ν΄αγοράσω πράμα για το σχολειό και καμμιά αθλητική εφημερίδα. Και μιάς και είσερνε έστω και λιγατάρια ο ποταμός, δεν εμπόρουνε να πάω από τοο Κόκινο Πόρο και επερπάτνουνα από τον Αμαξωτό για το περασμα τση Καλυβιανής Οντενέφταξα στην καμάρα μόλις θαχανε φύγει οι χωργιανοί, εγώ βρήκα βρέσκο το τσιμέντο και έγραψα στο Βορειοδυτικο Παρτέρι τση καμάρας: ΑΚΜ 24-12-1964 . ΄Οποιος έχει κουράγιο ας σκαλίσει να το βρεί γραμμένο….

Εκειονά πού μούμεινε  από τα Κοινοτικά έργα με τον Μπιτσακοδημήτρη είτονε πως εκουβάλιε πρώτα και καλύτερα τα δικά του κοπέλια για να συντρέμουνε* στα Κοινοτικά έργα… Θυμούμαι πολύ καλά το Κωστάκι,  Το Γιάννη και το Μιχάλη το Μελέτη στη καμάρα του γέρο ποταμού…

Την ίδια περίοδο εξεκίνησε και ένα άλλο μεγαλόπνοο έργο το Νέο Δημοτικό Σχολειό του Πετροκεφαλιού Είναι το γνωστό τριτάξιο σχολειό που πρέπει να ξεκίνησε επί Αντωνίου Βασιλάκη σαν Δασκάλου, με την Προεδρία πιθανώς του Μπιτσακοδημήτρη. Και σε αυτό το έργο οι αγγαρείες-προσωπική εργασία των χωργιανών είτανε δεδομένη. Θάτανε το 1958, και το Γιαννιό του Τσουρή (Ιωάννης Στυλ Σπυριδάκης 1946) είχενε ξεσκολίσει. Είσκαβε το λοιπός στα θεμέλια του καινούργιου σκολειού ξεχρεώνοντας αγγαρείες του κυρού ντου. Την ίδια εποχή εμαζωχτήκαμενε καμιά 30 χωργιανοί, αγγαρέψαμενε το Φορτηγό του Σπιθάκη από τα Πιτσίδια, και με προσωπική εργασία εβγάλαμε όύλες τσοι πέτρες από το παληό Νεκροταφείο, πούτανε φάτσα βορεινά στην είσοδο του Αγ Ελευθερίου. Και εκτίσαμενε με προσωπική προσφορά των χωργιανών χτιστάδων το σκολειό μέχρις 1 μέτο πάνω απ ό το έδαφος. Εκεια ετελειώσανε τα  πρώτα λεφτά και αρκετά αργότερα ο Μανώλης Κεφαλογιαννης (Μπάρμπας του σημερινού ομώνυμου Βουλευτή) μας είφερε έτοιμα πορτοπαράθυρα και πιθανώς και καποια σίδερα και ετελειώσαμενε το σκολειό…

Οι πολλές βέβαια αγγαρείς εγίνουντανε κυρίως στα κανάλια του νερού, όπου εδουλευαν κυρίως οι επωφελούμενοι σε κάθε θέση. Πολλές φορές ακόμα και χωρίς το συντονισμό του Προέδρου οι κάτοικοι σε μια περιοχή καθαρίζανε ωρισμένες σαϊτες, για να περνά το νερό να ποτίζουνε τσοι κήπους τωνε.

Πολύ παλιά γύρο στο 1952-53 (ήζε* ακόμη ο μακαρίτης ο Αλεξάκης ο παππούς μου) θυμούμε άλλη μια κοινοτική αγγαρεία: Είχενε αρχιξει να αναπτύσσεται η συγκοινωνία με λεωφορεία και η μεταφορά πραγμάτων με τα φορτηγά. Οι χωματόδρομοι το χειμώνα γινότανε όλο λακούβες, χαντάκια  και είτονε αδύνατο να περάσει το λεωφορείο. Αναμεσός Αι Λευτέρη και Κουσανού δρόμου εκατεβαίνανε τα νερά και από τον κουσανό δρόμο και από το ιερό τα΄Αι Λευτέρη χαράζοντας χαντάκια στη μέση του δρόμου  Πολύ χερότερα είτονε τα πράγματα πριν από το καινούργιο νεκροταφείο, απόπου κατέβαινε το ρυάκι απο Αρκαλιές-Αγία Παρασκευή.  Μιας και δεν υπήρχανε λεφτά για πραγματικά γιοφύρια, οι χωργιανοί χτιστάδες εφτιάξανε πλύστρες: Δεκαπέντε μέτρα οδόστρωμα σκάφτηκε και με μισό μέτρο ήπια κλίση τα νερά περνούσανε από την απανω πάντα του δρόμου (νοτικά)  στην βορεινή, χωρίς ρυγιακοφαγώματα.  Όλη αυτή η πλύστρα στρονώτανε με τσιμέντο, ώστε να μην την καταστρέφει το νερό. Θυμούμαι το λοιπός το Χαρίδημο και το Διονύση τον Τσικνάκη να τως υποδείχνει ο παππούς μου, σαν παλιότερος χτίστης, πώς να στρώσουνε το τσιμέντο και ποια κλίση ντα του δόσουνε…  Θάμουνε 4-5 χρονών τότε, όχι παραπάνω…

Οντενήθρε η δικτακτορία πρέπει νάτονε πρόεδρος ο Μπουρμάς ο Γιώργης (Γεώργιος Μπιτσακάκης) ένας αγαπητός από όλους καφετζής που χωρίς παρατράγουδα πέρασε όλο το διάστημα της δικτακτορίας. Είτανε οριακή εκείνη η εποχή, μιάς και από τη δικτακτορία και μετά η έννοια της κάθε αιρετής θέσης, απόκτησε άλλο ειδικό βάρος. Η εξωστρέφεια, η πληροφόρηση οι επικοινωνίες μα και οι ιδεολογοπολιτικές επιμειξίες με τα οικονομικά συμφέροντα έδοσαν άλλη δυναμική στις παντός είδους αιρετές θέσεις.  Η αυτοδιαχείριση των κοινοτήτων συνδέθκε με τις πολιτικές  τάσεις που επικρατούσαν και διαμόρφωσαν εξελικτικά το σημερινό τοπίο….

05/04/2009

ΟΙ ΑΜΠΑΤΑΡΙΣΤΟΙ…

ΟΙ ΑΜΠΑΤΑΡΙΣΤΟΙ …. (ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΞΑΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΟΥΝΕ)

Πολλοί θα θέλανε να «τα χώσω» στους αδέξιους δεξιούς που μας κυβερνούν.  Άλλη μια  μπατούλια*, θάθελαν να τα σύρω στους προηγούμενους, τους «σοσιαλιστές», που από την ιδεολογία τους κράτησαν το «…λιστές»,  αφού το αναβάθμισαν σε «…ληστές».

-Τι μας μένει;  Μα οι …ακατούρητοι,  οι πραγματικοί, οι αδοκίμαστοι (στην Ελλάδα), οι άπαιχτοι. Ποιοι είναι αυτοί; Μα οι …Αλαμπουρνέζοι (επί το σωστότερο Αλαβάνοι) οι Παπαρηγάδες, οι Τσιπραίοι , οι οικολόγοι κλπ, που αν θάθελε να τους δώσει κανείς ένα όνομα θα πρεπε να τους πει απλά  αριστερόφρoνες, και μιάς και  αυτό ενοχλεί κάποιους από τον αχραρμά τους, ας κρατήσουν το …ά-φρονες. Και όχι επειδή δεν έχουν μυαλό, μα για να μην τους μπερδεύουμε με τους άλλους άπαιχτους, τους έ-φρονες ντε, και παρεξηγηθούμε….

Βέβαια, θα μου πείτε, όλοι αυτοί δεν είναι παρά οι επιλογές του ….Έλληνα πολίτη (τρομάρα του…) Και καλα θα πουν οι λίγοι έως και ελάχιστοι, που με διαβάζουν: Τετοιοι είναι οι ψηφοφόροι, περίμενες καλύτερους εκπροσώπους στις διάφορες ηγεσίες;

Θέλοντας και μη, θυμήθηκα το ανέκδοτο:

Είτανε λέει μια φορά ένα χωριό, καλή ώρα σαν το Πετροκεφάλι, με μπόλικες πορτοκαλιές κατά την περιοδο του 1950. Για όσους θυμούνται, εκείνη την περίοδο το νάσαι Πρόεδρος σε μια Κοινότητα, και ειδικά μικρή. και παράλληλα νάχεις να θρέψεις και τα μπαρμπάκια*, είτονε κομμάτι δύσκολο… Δεν είτονε μαθές πλερωματικοί* οι Πρόεδροι εκειανά τα χρόνια, και από την άλλη δεν υπήρχανε τα διαφορα …διαχειριστικά προγράμματα, για να υπάρχει διάφορο…. Άντε νάπαιρνες κάνα … στουμπόχαρτο (το …χαϊδευτικό του στυπόχαρτου στα χρόνια μου),  για να μην κάνει ο γραμματέας τα έγγραφα όλο μουτζούρες), και κανα κασμά και μια παλάμη σαν …μηχανολογικό εξοπλισμό. Τα …δημοτικά, μα ακόμα και τα δημόσια έργα,  γινότανε με αγγαρείες και τα υλικά είτονε κομματικές επιχορηγήσεις σε είδος… (αλλού που,  θα σας αναφέρω ότι θυμούμαι…)

Είτονε το λοιπός δύσκολο να βρούνε υποψήφιο Πρόεδρο στο αλλοτεσινό χωργιό, ο καθένας είχενε τσοι δουλειές του… Έλα όμως που οι μεγάλοι-μεγάλοι απου επερνούσανε με στοι κούρσες από την πλατέα του χωργιού στη χάση και στη φέξη  είχανε ρητώς διαμηνύσει πως εθέλανε να προτείνουνε οι χωργιανοί ένα υποψήφιο Πρόεδρο, πάση θυσία… Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα… Αρχινίσανε το λοιπός οι πιο στάμενοι του χωργιού στο ντουκιάνι να προτείνουνε ο γεις τον ένα, ο άλλος τον άλλο, μα κειανείς δεν εσυβάζουντανε* να αναλάβει το περιπόθητο (σήμερις)  πόστο…

Με το πολυώρι εστριμώξανε ένα καλό άθρωπο, εφέρανέ ντονε στο φιλότιμο, και  σα δεν μπιτίζει, όντενεγενίκανε εκλογές ο (…μοναδικός και με το στανιό) υποψήφιος βγήκε παμψηφί (αυτό δα τούλειπε…). Οι αθεόφοβοι οι χωργιανοί του, μιάς και ούλοι είτονε με το …νικητή,  δεν το μπατέρνανε, α δε θελακάμουνε και …νικητήριο γλέντι. Εφωνιάξανε του λυράρη,  εσφάξανε  γερά-γερά και δυο αίγες και εκειά να σέχω να δεις γλεντι, φαγοπότι και και πήδους. Είλεγε ο γεις τη μια μαντινάδα και ο άλλος την άλλη και ο Πρόεδρος με το … στανιό συμμετείχε στο γλέντι θέλοντας και μη. Στο βάλε-βράση που λέτε, γυρίζουνε οι  …φίλοι ντου, και τονε ζορίζανε να πει κι΄αυτός μια μαντινάδα…

-Αφήσετέ με μπρε ορνικό μου, μα δεν γκατέω γω μαντινάδες…

-Μα είντα λογάται εδα Πρόεδρε, απου δε θα μας σε πεις και συ μιά…

Εκεια τονε πιλατεύανε* φαίνεται αρκετή ώρα, και εμπαντονιάρισε* ο κακομοίρης με τσοι κουζουλούς στοι χωργιανούς του και γυρίζει και κάνει τως:

-Αφού μωρέ δεν ντο μπατέρνετε, α΄ δε σασε πω μαντινάδα, κάτσετε σκειάς και γροικάτε τηνε:

ΤΑ ΠΟΡΤΑΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΓΙΟΥ ΓΕΜΙΣΟΥΝΕ ΠΑΠΟΡΙ // Ο,ΤΙ ΣΚΑΤΑΝΑΙ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΚΟΙ ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ….

Και θα μου πεις εδά, ποιος κιαολιάς* φταίει, γι πιο καλά,  ποιος φταίει πιο πολύ: αυτοί που κυβερνούνε γι αυτοί που τσοι ψηφίζουνε; Η αλήθεια είναι πως όσοι μασε κυβερνούνε είναι κύριοι… και μαλιστα με κεφαλαίο το κ …. Έρχονται, σου ζητούνε την εξουσία, και εσύ τους τηνε δίνεις. Δεν σε βάνουνε με το ζόρε να τσοι ψηφίσεις… Θα μου πεις βέβαια πως σε εξαπατήσανε γι, κατά που τόλεγε ο μακαρίτης ο Κοκινογούλης «άλλα μασε δείχνουνε, κι΄αλλα μασε μπήχνουνε). Μα άμα έρθει κειανείς και σου ζητήξει την πορτοφόλα σου και του τηνε δόσεις, και του χρόνου στου τηνε γιαγείρει* αδεινή, θαρείς πως φταίει μόνο αυτός; Στον κώλο είχες τα μάθια,  απού σούλεγε κι΄η μακαρίτισα η μάνα μου;  Θωρείς το πώς παχαίνουνε πολλώ λογιώ οι εκλεκτοί σου, μα δε σκιάζεσι και τους ξαναψηφίζεις…  Θωρείς πως εκακοποδωκανε από το φαγοπότι οι γιαθρώποι, θωρείς πως είναι αρρωστάρηδες, και μόνο που δεν σε παρακαλούνε να ψηφίσεις τσ΄αλλους (ναι αυτούς που κάθουνται μαζύ στη βουλή, και εσύ θαρρείς πως είναι …αντίπαλοι), για να χαρούνε τά έχει ντως και να ξανοίξουνε και την υγειά ντως… Όι να τσοι κάνουνε κάθε ντάι-ντάι ζάλη-ντάλη* οι ψηφοφόροι ντως…   (Αν και το κατέχετε  θαρρώ το πιό σύντομο ανέκδοτο: Βουλευτής απέθανε σε ώρα … καθήκοντος ! ).

Έχω να πλουμίσω ακόμη καμπόσους με καμπόσα, μα λέω να τα΄αφήσω για άλλη βολά*…

(Μα φυσικά και δεν ψηφίζω κανένα τους, και μη μου γριβίζετε*, πως δεν είμαι καλύτερος από μιά μπατούλια (απού γούζουνται μέχρι να κατουμώσουνε, και τσοι θωρείς την ημέρα των εκλογών έτοιμους να σκοτώσουνε άθρωπο,  αμα τωσε πεις πράμα για τον  …καλό ντως ).  Στο κάτω-κάτω έχω κάνει ένα σωρό κουτουράδες στη ζωή μου, για να βλαστημώ τον απατό μου γι΄αυτές…, Μα να τονε βλαστημώ και γιαυτούς απού εδιάξεξα για αφεντικά μου,  εεεε πάει πολύ.)

11/01/2009

ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ 2009

Filed under: ΑΤΤΙΚΗ,ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 10:07 πμ
Tags:

Νωρίς φέτος, ο ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ άνοιξε το χορό των χορών, και των συναντήσεων. Στην πρόσκληση βρέθηκαν πολλοί και μάλιστα νέοι, δίπλα στους παλαίμαχους, εκφράζοντας πρώτα από όλα τα δικά τους πιστεύω για τον τόπο τους… Όμως, αν και θα πούμε και λεπτομέρειες, ας αφήσουμε τις εικόνες να μιλήσουν μόνες τους, ίσως τα λένε καλύτερα….

Ο Πρόεδρος Δ. ΜΠΙΤΣΑΚΑΚΗΣ και ο Α Βασιλάκης Ό Πρόεδρος του ΞΩΠΑΤΕΡΑ Δημήτρης Μπιτσακάκης, καλοσορίζει τους Πετροκεφαλιανούς… Δίπλα του (αριστερά) ο Αντώνιος Εμμ Βασιλάκης, από τους ηρωικούς δασκάλους του χωριού της περιόδου 1953-1963.

picture-124Κοπή της Βασιλόπιττας. Ο σύλλογος ΞΩΠΑΤΕΡΑΣ, δια της Κας Κλειώς Μαρκάκη προσφέρει,  τιμής ένεκεν,  στον παλαίμαχο δάσκαλο του χωριού Αντώνη Βασιλάκη….

picture-116Μιά ακόμα εικόνα του δασκάλου Α.  Βασιλάκη, μαζί με τους μαθητές του. Διακρίνονται: Κονταξάκης Γ, Σαββάκης Γ, Παπουτσάκη Αγγελική, Βασιλάκη Σοφία και Ελένη (Νίνα), Μπαμπιονιτάκης Α.  και Μπιτσακάκης Μανώλης.  Ακόμα,  από τους νεότερους  οι Μπιτσακάκης Δ. και Τσικνάκης Ευθύμης…

picture-110Σειρά να τιμηθούν, έχουν τα παιδιά που τίμησαν το Πετροκεφάλι, με την είσοδο-επιτυχία στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Διά χειρός Α Μπαμπιονιτάκη (άνω) και Α. Βασιλάκη ο Σύλλογος απονέμει  τιμητικό δίπλωμα στους :

picture-1361Ευάγγελο (Άκη)  Σταυρόπουλο-Βασιλάκη  (προτελευταίο δεξιά, γιό της Σοφίας Βασιλάκη και εγγονό του Α. Βασιλάκη) και Χαρίδημο Μπιτσακάκη (τελευταίο δεξιά, γιό του Δημήτρη Μπιτσακάκη, δισεγγονό του Αμερικάνου).


picture-139

picture-141picture-140

Ας τιμήσουμε τους εκπροσώπους του Πετροκεφαλιού, που  μας τιμήσανε με την παρουσία τους δια του Προέδρου τους,  του Κωστή του Καδιάνη (εγγονού).  Ο διπάππους του, ο Καδιανογιώργης,  έφυγε  ακριβώς ένα αιώνα  πρίν,   το 1908,  για τους βαλκανικούς πολέμους και γύρισε 12 χρόνια μετά στο χωργιό.  Οι Πετροκεφαλιανοί, με τις επισκέψεις του Προέδρου του Συλλόγου,  προσπαθούν να κρατήσουν  ενωμένο το χωργιό.

Την παρέα της νέας γενιάς συμπληρώνουν ο Τσικνάκης Γεώργιος (του Νίκου), η Τσικνάκη Αρετή (του Μανώλη),  ο Μαρκάκης Μπάμπης (του Μαρκάκη Γιάννη) ,  και ο Μαραγκάκης Γεώργιος.

picture-138Η Μελιτίνη του Καραγιώργη και η Ελευθερία του Πιτσούνη μπορούν ναναι περήφανες για τις εγγονές τους. Παρούσες και οι δυό στη γιορτή του χωργιού τους (η Μελιτίνη Γεωργ Καραγιωργάκη και η Ελευθερία).

picture-142

Η Σταυρούλα Μπαμπιονιτάκη και ο Δημήτρης Τσεμπεράς.

picture-151

Η Αραποκώσταινα και η Αλμπατοβαγγελιά μπορούν νάναι περήφανες για την Αντωνία Σαββάκη και την  Λ Λεκκάκη , που με τους φίλους τους σκορπάνε το κέφι τους στην εκδήλωση

picture-089Ακόμα,  Βασιλική Καμπόλη με την Δάφνη Βαρδουλάκη, καλοί φίλοι του Πετροκεφαλιού

picture-090

Νέοι φίλοι του Πετροκεφαλιού:  Ο Θοδωρής Τσεμπεράς και η Ελένη Γεωργοπούλου, με την Πατρικάκου Μαρία

picture-0911

Μπροστά δεξιά η ΤζένηΣαββάκη, νύφη του Αραπόκωστα

picture-092

Ακόμα μιά νύφη, η Στέλλα του  Λεκκάκη, πρώτη από δεξιά. Πίσω, τα παιδιά του Γιώργη του Δράκου: Δράκος και Σταύρος Μανασσακης με τις γυναίκες και την παρέα τους

picture-098Μιχάλης Βαρδουλάκης από τον Αι Κύρλλο, με τη Δάφνη, πάντα παρόντες στη χαρά του Πετροκεφαλιού


picture-145

picture-158

picture-1631

*

*

*

*Και λίγες εικόνες από το κέφι και το χορό και το ξεφάντωμα στην πίστα


picture-164

Η δισεγγονή της Μπιτσακογιάναινας, σε Κεφαλονίτικη παραλαγή.  Τρισήμιση η ώρα τα ξημερώματα,  και η Μαριέττα Ιωάννου Μπιτσακάκη ακόμα δεν σολαγάται… Μας καληνυχτίζει στην πόρτα του κέντρου Κρήτη.

Και του χρόνου…..

(Συνεχίζεται….

05/01/2009

Αναμνήσεις του Μεγάλ’ αγιασμού.

Η γιορτή του Μεγάλου Αγιασμού είτονε, σα γκεδά, το τέλος τσ΄αρχής του χρόνου.  Εκειανά τα χρόνια, είπρεπε ούλοι μας, μικροί-μεγάλοι, να νηστέψομενε την παραμονή, του μικρού αγιασμού,  για να πιούμενε αγίασμα την ημέρα των Θεοφανείων.  Είτονε δε μέγα αμάρτημα η απόκλιση από τα θέσφατα, νηστείας και λήψης του αγιασμού, μιάς και «ο αγιασμός των Θεοφανείων είναι πιό πάνω και από το να μεταλαβαίνεις  Αντρέα!», η ξεκάθαρη προτροπή; εντολή; προειδοποίηση; ,  από τη μακαρίτισα τη μάνα μου…. Η ευχάριστη πλευρά της παραμονής των Θεοφανείων είτονε τα κάλαντα, που όπως και τα Χριστούγεννα και την πρωτοχρονιά, τα λέγανε τα κοπέλια πάντα την παραμονή το βράδυ.

Μεγάλη η λειτουργία, σωστό βάσανο για μας τα κοπελάκια,  μέχρι να τα πει ο παπάς κοι ψάλτες ούλα κατά πως είπρεπε, και μετά ο κάθε αρχηγός τση φαμελιάς  να πάρει τον αγιασμό, και να ξεκινήσουνε χαρούμενες οι ομάδες από την κάθε γειτονιά να ανεμαζώνουνε τα κοπέλια ντως και να σειραγούνε πατούλιες-πατούλιες για τα σπίθια ντως, Είτανε μιά καλή ευκαιρία ν΄ανταλάξουνε οι γειτόνισες τα τελευταία νέα του χωργιού, μέχρι να φτάξουνε στσ΄αυλόγυρους, να πούνε και του χρόνου, και να συνεχίσουνε το αποδέλοιπο τελετουργικό:

Ούλη η οικογένεια είπρεπε να πιεί αγίασμα, και με λίγο αρισμαρή (δεδρολίβανο), γι με κανακλαδί ελιάς, σαν αγιαστούρα,  έπρεπε ν΄αγιάσομε (παναπει να ραντίσομε)  τσοι καντούνες του σπιθιού, τα ζωντανά και ότι άλλο είχαμενε στο μυαλό μας σαν σημαντικό και μεγάλο. Τελειώνοντας το  άγιασμα στο σπίτι είπρεπε ο νοικοκύρης να να ξεκινήσει να πάει στα χωράφια, τσ΄ελιές και τσοι κήπους, για να τ΄αγιάσει και αυτά. Συνήθως αυτή την δουλειά τη συνταιργιάζαμε με το να πάμενε τα ζωντανά μας στον τόπο τση βοσκής…Είτονε ακόμη απαραίτητο, με στεντόρια φωνή να ψάλωμενε το:  «Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνηση…», καθ΄όλη τη διάρκεια του ραντίσματος.

Δεν είχαμενε τα μέρη μας το έθιμο να πετούμε το σταυρό σε θάλασσα-δεξαμενή. Και για μεν τη θάλασσα είναι λογικό,  μιας και το Πετροκεφάλι δεν είναι παραθαλάσιο. Όμως, όπως έλεγα και με το χριστουγενιάτικο δένδρο,  οι γιαθρώποι είτονε ανοιχτοί στις καινοτομίες. Πολλοί νεαροί πήγαιναν στον Κόκκινο Πύργο, γι στα Μάταλλα, για να δουνε την τελετή του αγιασμού και το ρίξιμο του Σταυρού στη θάλασσα.  Είναι πιθανόν, αν δεν είχαμε τις σημερινές λειψυδρίες και ανομβρίες, στου Παπά το Δέμα, συνηθισμένος τόπος που κολυμπούσανε τα μισά κοπέλια του χωργιού ούλο το καλοκαίρι,  θελα αποτελέσει σήμερο, ένα καλό μέρος να πετούμενε το σταυρό, ακολουθώντας το πανελλήνιο έθιμο…

Από την ημέρα των Θεοφανείων, μου χαρακτήκανε  στη μνήμη δυό χρονιές:

Θυμούμαι μια χρονιά, θάτανε 1961-62, που μετά από τη λειτουργία, πήγα με το αγιαστούρι στο λιβάδι και αφού άγιασα, κατά το έθιμο το σπιτάκι και τσ΄ελιές του κυρού μου, την άραξα στην πεδιάδα καταχείμωνο πάνω σένα δεμάτι κληματόβεργες και κοιμήθηκα δυο ώρες του καλού καιρού. Θα μου πεις βέβαια, τι σε έκανε να το θυμάσαι 50 χρόνια μετά; Μα απλά, οι κλιματικές συνθήκες. Είναι γνωστό πως ο ήλιος του χειμώνα είναι αρκετά ζεστός, ειδικά δε στη Νότια Κρήτη, και παρά τις όποιες κακοκαιρίες  του χειμώνα, οι ηλιόλουστες ημέρες ήταν αρκετά ζεστές και ο ήλιος το μεσημέρι, έμοιαζε με καλοδεχούμενο χάδι…

Έχοντας το λοιπός τέτοιες μνήμες από τη Νότια Κρήτη, θυμάμαι το 2002 στους πρόποδες του Υμηττού, από την πλευρά των Μεσογείων τη δεύτερη αλησμόνητη γιά μένα μέρα των Θεοφανείων: Μια ξαφνική χιονιά μας απόκλεισε κυριολεκτικά 5 μέρες στα σπίτα μας. Μέσα στον αποκλεισμό είταν και η μέρα των Θεοφανείων… Όσοι παπούδες είχανε τσαγανό (από ορεινά μέρη της Ελλάδας) πήρανε τις μαγκούρες, και περίπου  80 άτομα όλα κι΄όλα,   φθάσαμε μετά από αρκετό αγώνα στην μοναδική εκκλησία του Δήμου Γλυκών Νερών…  Βλέπεις, η δυνατότητα εκχιονισμού ήταν ανύπαρκτη, και έτσι του αίσθημα του αποκλεισμού ήταν όντως μοναδικό και αξέχαστο για μένα… Βλέπεις, οι διηγήσεις-παραμύθια από άλλα μέρη σίγουρα συγκινούν, φτιάχνουν τη μαγική εικόνα στο μυαλό του καθενός μας, ειδικά όμως σε ανθρώπους,  που το χιόνι ήταν περιγραφόμενο είδος, ή έστω τηλεοπτική εικόνα (χιόνι είδα στα 19 μου χρόνια στην Αγία Βαρβάρα, επιστρέφοντας για χριστούγεννα στη Μεσσαρά, από την ΑΘήνα).  Και μπορεί αυτό ναναι μια αδιάφορη καθημερινότητα  για όσους ζούνε σε χιονιζόμενα μέρη, όμως η όψιμη  βίωση μιάς τέτοιας πραγματικότητας, δείχει πως δουλεύει-καταγράφει και επεξεργάζεται  (και στο τέλος αποτυπώνει ανεξίτιλα), τα ερεθίσματα το μυαλό τ΄αθρώπου… Μούρθανε στο μυαλό δυο αντίστοιχες σκηνές:

Α) Οι  καυγάδες  των πιτσιρικάδων από το Γερακάρι Ρεθύμνου, για το πόσο μεγάλη ήταν η θάλασσα, (που δεν την είχαν δει ποτέ τους), ειδικά αν ήταν μεγαλύτερη ή μικρότερη από τη δεξαμενή νερού πούχενε στο χωράφι ντου ένας χωργιανός τους… (Όπως το περιγάφει ένας εκ Γερακαρίου στο site:  Amariotes.com) και,

Β) Πώς νάναι αυτό το πράμα-θάλασσα, απού κάνει βουτιά ο ξάδερφός μου ο Αλέκος για να πιάσει ένα τσακί απούπεσε μέσα στη θάλασσα; Πέντε χρόνων μόλις, δεν είχα δει ακόμα θάλασσα, και ακούγοντας τσοι πιά μεγάλους να διηγούνται το κατόρθωμα του ξαδέρφου μου, έσαξα τη θάλασσα στο μυαλό μου: Μια ξύλινη κατασκευή (το μόνο πρότυπο πουχα στο μυαλό  μου είτονε η σκάφη τση μάνας μου), απούχενε μέσα νερό,  κανα δυό μέτρα, Σε κανα χρόνο μετά, μόλις 6 χρόνων, ευρέθηκα νύχτα και θεοσκότεινα δίπλα στη θάλασσα, και εγροίκουνα με δέος τον παφλασμό των κυμάτων… και είπρεπε και να κοιμηθώ στην αμουδιά… Έτρεμα μπας και χαλάσει αυτή η θεόρατη σκάφη-θάλασσα την ώρα που κοιμόμουνα… , μπας και ξεχειλίσει έτσι που πάφλαζε  στη σκοτεινή ακρογιαλιά,  Και άντε να σε πιάσει ύπνος…Βέβαια το πρωϊ ξύπνησα, τέλειωσε το παραμύθι, μα έλα να σβύσεις από το μυαλό του πεντάχρονου τη θάλασσα-σκάφη…

02/01/2009

Το Ποδαρικό

Θάτανε 1950-52… Και  γη γυρίζει, κατά που λέει και ο Χατζής στο τραγούδι του, ο χρόνος πρέπει ν΄αλλάξει, για να μπορέσει  ο καθένας μας βάλει λίγο χρώμα, φως, και ελπίδα στο ξημέρωμα της επόμενης μέρας, τση επόμενης χρονιάς,  απούχενε το κακό χούι, να μας αλληλοστρατίζει κάθε ντάι-ντάι και μέρα με τη μέρα,  αθο ντη μιζέρια και την απογοήτευση…

Σαν εσίμωνε η αρχή του καινούργιου χρόνου, εγροίκας τσ΄αθρώπους εκειανά τα χρόνια:

-Άστα κακονίζικο, οπέρισυ μούκανε ποδαρικό τση Βασίλαινας το Γιωργιό, και η αελιά μας εβάστα τρια μουσκάργια και τάριξε, έθεσα τρεις κλωσουδιές και δεν ήβγαλα μουδε δέκα κλωσωπούλια. Και να πεις πως εμεγαλώσανε κι΄αυτά,  τα μισά φάγανε οι κοράκοι και τάλλα οι ζουρίδες…. Το κακορίζικο το Μανωλιό μου ήβγανε ολοχρονίς του χρόνου μαλαθράκους.  Ετέθοιο κακό ποδαρικό μούκανε το μαγαρισμένο…  Τση συνυφάδας μου τσήκανε ποδαρικό το μονάντερο το Στελιό τση Μιχαλομανόλαινας, και εγέμισε η γής κι΄ο κόσμος κλωσοπούλια, στου Ζερβού το Πέραμα, απούχενε τον κούμο τζη… Εμήνυσάν του το εγώ του Στελιού, την αργαντινή απού μας είπενε τα κάλαντα: -Ντελόγο απου θα σκολάσει η εκκλησά αντράκι μου την πρωτοχρονιά, να περάσεις από το σπίτι να μασε κάμεις οφέτος το ποδαρικό, να μην προκάμει κειανένα άλλο κοπέλι…

Είτανε, προκατάληψη  χρόνων πολλών,  να φορτώνομε τα στραβά μας ή και τα στραβά πούρχουνται μαζί με τα ντρέτα, σε κάποιους άλλους…. Θα μου πεις, πως δεν είναι και σήμερο καλίτερα τα πράγματα,  τέλος πάντων… Ο πρώτος επισκέπτης λοιπόν, την πρώτη μέρα του χρόνου σε ένα σπίτι είτονε χωρίς αμφιβολία εκειανά τα χρόνια «υπεύθυνος» για την καλο- ή και κακο-τυχία του σπιτιού όλο το χρόνο….  Πολλές φορές, συγγενικά πρόσωπα ή και γειτόνισσες, εσταματούσανε στο πανωπόρτι, γι την πόρτα,  του σπιθιού και εφωνάζανε του νοικοκύρη:  -Εκάνανέσας μπρε το ποδαρικό, γι΄ να μπώ;  Σε αρνητική απάντηση, …αναβαλλότανε για λίγο η επίσκεψη. Συνηθίζανε βλέπεις να προσκαλούνε οι ίδιοι οι  νοικοκυραίοι ένα κοπέλι απού το διαλέγανε αμοναχοί ντως, για να μη γροικούνε οι γονένοι ντου (του κοπελιού) την αντισοπόνοια  ντως, άμα θελατσοι βρει κειαμιά σοβαρή ατυχία…

Τόπαμε και αλλού, άμα δε θελα τελειώσει η εκκλησά, δεν εξεκίνα πράμα την κάθε σκόλη, πολύ δε περισσότερο την πρωτοχρονιά. Σαν εσκόλασε η λειτουργιά του Μεγάλου Βασιλείου, ατέλειωτη είτονε η παντέρμη, μούπενε η θειά μου η Βαγγελιά να πάω να τωσε κάνω το ποδαρικό, μιάς και μια αυλή εχώριζενε τα σπίθια μας.

Είτονε έθιμο, νάχουνε  μια μεγάλουρη πέτρα (15-20 πόντους), και οντενείρχουντανε το κοπέλι να κάνει το ποδαρικό είπρεπε να κάτσει στον τσούρλο απάνω, για να κλωσήσουνε λέει, τη χρονιά που είρχουντανε,  οι γιόρνιθες του σπιθιού.

Η συνέχεια στην τελετή είτονε να τρατάρουνε το κοπέλι με τα διάφορα καλολοϊδια τση μέρας, φυστίκα, φουντούκια, σταφίδες, κάστανα, κουραμπιέδες και μελομακάρουνα… Τελευταίο και σημαντικότερο είτονε η ΚΑΛΗ ΧΕΡΑ.  Στο ποδαρικό είτονε κάποιο νόμισμα, πεντακοσάριο γι χιλιάρικο… Δεν είχενε ακόμη γενεί η νομισματική αναπροσαρμογή του Μαρκεζίνη (αυτή εγίνικε θαρώ το 1953) απού εκοπήκανε τα τρία μηδενικά τση δραμχής και το χιλιάρικο (1000 δραχμές) έγίνηκε μια  δραχμή και το δολάριο 15 δραχμές…

Όξω όμως από το ποδαρικό, τα κοπέλια την πρωτοχρονιά επισκεφτότανε συγγενικά ντως σπίθια, τσοι παπούδες και γιαγιάδες, τσοι μπαρμπάδες και τσοι σαντόλους τως, απούχανε ιερή υποχρέωση να τα καλοχερίσουνε, πανα πει να τωσεκάμουνε την καλή χέρα, να τωσεδόσουνε κάποιο δώρο η φιλοδώρημα….

cf80ceb5cebdcf84ceb1cebacebfcf83ceb1cf81ceb9cebacebf

Το πεντακοσαράκι του 1950, μετέπειτα πενηνταράκι.

cf87ceb9cebbceb9ceb1cf81ceb9cebacebf
Το χιλιάρικο του 1950 μετέπειτα δραχμή.


Αν και δυσεύρετο το μετακατοχικό-μετεμφυλιοπολεμικό  χρήμα, μιάς και άρχιζε  σιγά-σιγά η νομισματική σταθεροποίηση στην Ελλάδα, για τα παιδιά της εποχής  το σνηθισμένο νόμισμα  ήταν το πεντακοσάρικο  και το χιλιάρικο (εκδοση 1950, διάρκεια μέχρι 1953). Το 1953 αφαιρέθηκαν τα τρία μηδενικά από τα παραπάνω χαρτονομίσματα που καταργήθηκαν, και το πεντακοσαράκι έγινε πενηνταράκι ενώ το χιλιάρικο έγινε δραχμή, και τα δυο μεταλλικά.Ήταν τα τελευταία ελληνικά κέρματα, που άντεξαν αναλλοίωτα από πλευράς μορφής τουλάχιστον, για πενήντα χρόνια, μέχρι το 2002,  την εποχή του ευρώ.


23/12/2008

Το σφάξιμο του χοίρου

Η οικιακή και αντιπραγματική οικονομία  είτανε πολύ εύκολα εφαρμόσιμη στο Πετροκεφάλι του 1950-60. Επειδή είχαμενε άφθονα κηπευτικά  και χορταρικά και το χειμώνα,  μα κυρίως και το καλοκαίρι, ήτανε εύκολο ν΄αναθρέψωμε και μερικά οικόσιτα ζώα  με τα περισσευούμενα κηπευτικά, χωρίς όμως νάμαστε κτηνοτρόφοι, μιάς και δεν είχαμενε  μεγάλες εκτάσεις (χειμαδιά) που απαιτούσε η ελεύθερη κτηνοτροφία εκείνης τσ΄εποχής,

Οι γιόρνιθες, τα κουνέλια, οι αίγες, τα πρόβατα, και ο χοίρος είτονε τα κυριότερα ζώα που αναθρέφαμε και καταναλώναμε κάθε χρόνο. Αντίθετα, ενώ είτονε πολύ εύκολο, δεν είχαμενε τη συνήθεια της γαλοπούλας. Είτονε μάλιστα τόσο ξένη στα νιάτα μου η έννοια γαλοπούλα, που οι ελάχιστες που βρισκόντουσαν στο χωργιό, γνωστές με το όνομα κούβες, μόνο σαν παραξενιά του ιδιοκτήτη τις θωρούσαμενε….

Από τα παραπάνω ζωντανά, όρνιθες και κουνέλια καταναλώναμε ολοχρονίς, εκτός βέβαια από τσοι νηστείες, μικρή και μεγάλη σαρακοστή και τον δεκαπεντάρη…. Από τα αιγοπρόβατα, περισσότερο μας ένοιαζαν το γάλα και τα τυροκομικά, και λιγότερο το κρέας, μιάς και η παραγωγή δεν είτονε μεγάλη. Μάλιστα δε, η πανελλήνια συνήθεια του Πασχαλινού αρνιού, δεν είτανε καθόλου διαδομένη στα μέρη μας….

Αντίθετα από τα παραπάνω, υπήρχε απόλυτη ταύτιση των Χριστουγέννων με τη σφαγή των χοίρων, όπως και σε ορισμένα άλλα μέρη της Ελλάδας. Κάθε καλονοικοκύρης, απούχενε τη βολή του στο σπίτι ντου, είπρεπε να κάνει κολάι από νωρίς, άμα θε λα νοίξει ο καιρός (Απρίλη-Μάη) να πάει στο παζάρι να διαλέξει ένα θηλυκό γουρουνάκι να το αναθρέψει μέχρι τα Χριστόγεννα. Είπρεπε να πάρει  καλές συστάσεις ο νοικοκύρης για τσοι γουρούνες του πωλητή, μιάς και μοναδικός στόχος είτανε νάναι το γουρούνι καλόφαγο, να τρώει κάθε είδους περίσσεμα από το σπίτι του αφεντικού και να παχαίνει μέχρι τα Χριστόγεννα. Χοιρομητέρες είχανε στην απάνω ρίζα, και συνήθως μας έφερναν γουρουνάκια από τσοι Μέλαμπες…

Μπορεί σήμερο να ακούμε κάπου-κάπου πως τα γουρουνάκια έγιναν μέχρι ζώα του …σαλονιού, όμως η συνήθειά τους να σκάβουν με τη μουσούδα τους, να επιδιώκουν να δροσιστούν το καλοκαίρι λόγω του λίπους τους, τα έχει χαρακτηρίσει με τα παντός είδους κοσμητικά που έχουν σχέση με τη βρωμιά… την απλυσιά. Εϊτονε λοιπόν από τα λίγα ζώα που δεν μπορούσαν νάναι στον ίδιο χώρο με τα΄ανθρώπους, και είτονε η μόνη δυσκολία στην αναθροφή τους. Συνήθως σε κάθε γειτονιά είτανε χώροι σε άγονα χωράφια ή οικόπεδα που έδενε ο καθένας το γουρούνι του και ωρισμένες περιοχές μοιάζανε με … πάρκινγκ  γουρουνιών. Μια τέτοια θέση είτανε ακριβώς βόρεια από το  σημερινό γήπεδο μπάσκετ στην έξοδο του χωριού, προς Μάταλλα καθώς και αντίστοιχα βόρεια στο άλλο παρκάκι στην είσοδο του χωριού από Μοίρες . Πολλές φορές τα γουρούνια μένανε εκεί αφύλακτα, όπου τα φρόντιζαν τα αφεντικά τους… Η ζωοκλοπή δεν είτονε τόσο εύκολη υπόθεση εκείνα τα χρόνια, ειδικά για τα γουρούνια, γιατί από τη μια δεν υπήρχανε μεταφορικά μέσα για να απομακρυνθεί γρήγορα ο κλέφτης, και από την άλλη τα γουρούνια είτανε ….φασαριόζικα και ανυπάκουα ζώα, οπότε είτανε βέβαιο πώς ο κλέφτης θα επέσυρε την προσοχή των χωργιανών με αποτέλεσμα τη σύλληψή του….

xoiros

Ένας καλοθρεμένος χοίρος, σκειάς εκατό οκάδες...

Το σφάξιμο των χοίρων, αν και μέρος της πραγματικότητας εκείνων των χρόνων, εν τούτοις αποτελούσε μια άγρια από τη φύση της  εργασία, που όμως όλοι μας είχαμε εξοικειωθεί με την ύπαρξη και την αναγκαιότητα της. Οι οιμωγές των χοίρων ήταν στην πραγματικότητα ανατριχιαστικές… Άλλωστε ήταν χαρακτηριστικές οι φράσεις  «κάνει σαν γουρούνι όντε το σφάζουνε» για εκείνους που ουρλιάζουν απελπισμένα από τον πόνο του τέλους.   (Κάπου στον Μεσσαρίτικο τύπο, ένας από τους λαογράφους των τοπικών ιστοριών της Κρήτης, ανάφερε χαρακτηριστικά για κάποιον καπετάνιο  από τα Ρεθεμνιώτικα, που ευτύχησε να ζήσει και στην ελεύθερη Κρήτη: «Ο Καπετάν ….  κάθε προπαραμονή  Χριστουγέννων, που σφάζανε τσοι χοίρους  στο χωργιό, έφευγε μακρυά από το χωριό του, γιατί δεν εμπόργιε να αντέξει τσοι φωνές των χοίρων όταν τους σφάζανε. Όλα αυτά του φέρνανε στο νου τσοι φωνές των Χριστιανών όταν τσοι  σφάζανε οι Τούρκοι ….».


Όταν φθάνανε τα Χριστόγεννα,  δυο-τρεις μέρες πριν, έπρεπε να σφάξουμε το χοίρο και να αρχίνίξωμε να τονε καταστένομε.  Βέβαια η όλη διαδικασία δεν είτονε εύκολη δουλειά μιας και τα ζώα είτονε πολλές φορές πάνω από εκατό οκάδες… Η λύση που είχανε βρει οι χωργιανοί είτονε η συνεργασία μεταξύ ντωνε, και η αλληλοβοήθεια… Συνήθως σε κάθε γειτονιά μαζευόντουσαν 3-5 νοικοκυραίοι και εσχεδιάζανε τα σχετικά:

-Πρώτο και καλύτερο είτονε να ετοιμάζουνε ξύλα και μια υπαίθρια μεγάλη παρασθιά για το μπουγαδοτσίκαλο, όπου βράζανε το νερό για να μαδήσουνε το χοίρο. Αν υπήρχε ρακοκάζανο στην γειτονιά, είτονε η καλύτερη λύση, μιάς και βράζανε όσο νερό θέλανε σ΄αυτό. Έπρεπε ακόμη νάχουν και βολικό πηγάδι γστο υπαίθριο σφαγείο, για να παίρνουν νερό και να μην το κουβαλούν σε μεγάλη απόσταση.

(ΣΦΑΓΕΙΑ: Σήμερο, με την αύξηση του όγκου καταλάλωσης κρέατος, αλλά και τους ορθότερους κανόνες υγειινής, έγιναν επίσημα σφαγεία. Πρόγονος αυτών υπήρξαν τα Δημοτικά σφαγεία Μοιρών (1955;), 100 μέτρα μετά από την Αποψη του Νότου, στην έξοδο των Μοιρών προς Τυμπάκι και δίπλα στο ρέμα-αποδέκτη των λιγοστών λυμάτων. Το σφαγείο χρησίμευε στους κρεοπώλες των Μοιρών όταν αγόραζαν ζώντα ζώα για την τοπική αγορά.)

-Είπρεπε ακόμη να βρουν μια ξυλόσκαλα ή ένα βολόσυρο, για να βάλουνε το σφαγμένο χοίρο επάνω για να τον μαδήσουνε… Ακόμα να φέρουνε μερικά σακιά πάνινα, που κρατούσαν ζεστό και βρεγμένο το δέρμα του χοίρου για να μισοβράσει και να μαδιούνται οι τρίχες…

-Είπρεπε να βρίσκεται κοντά καμιά βολική ελιά, όπου κρέμαγαν από το τσιγκέλι το χοίρο για να του ανοίξουν την κοιλιά και να του αφαιρέσουν τα εντόσθια.

– Η κάθε νοικοκερά του σπιθιού, είπρεπε να φέρει τα απαραίτητα τσικάλια, πετρολεκανίδες,  κοφίνια, για να βάλουν τα μισοκαθαρισμένα εντόσθια του χοίρου, την κεφαλή,  το σικώτι. Και βέβαια η κανάτες για το ζεμάτισμα και το ξέπλυμα του χοίρου, τα μαχαίργια και τα αποδέλοιπα χρειαζούμενα είπρεπε νάναι από νωρίς στον τόπο τση μάζωξης…

XOIROS 2

Ο σφάχτης, και οι νυκοκυραίοι κρατώντας το χοίρο...

 

-Είπρεπε ακόμη να καμουνε κουμάντο, για το σφάχτη, δεν είτονε απαραίτητο νάναι κασάπης, όμως εκείνος που έκανε τη συγκεκριμένη δουλειά έπρεπε να γνωρίζει ώστε να μην ταλαιπωρεί το ζώο. Συγκεκριμένα, ώφειλε ο σφάχτης να βάλει το μαχαίρι από την τραχεία στο στέρνο του ακινητοποιημένου ζώου λοξά ώστε να καρφώσει την καρδιά προκαλώντας ανακοπή, και όχι απλά να του κόψει το λαιμό, περιμένοντας πότε να ξεματώσει εντελώς το ζώο και να πεθάνει μετά από αρκετά λεπτά ταλαιπωρίας. Φυσικά, όλο αυτό το χρόνο, το ζώο κρατιώταν ακινητοποιημένο κάτω από το βάρος τριών- τεσσάρων ανδρών που με σχοινί είχαν δέσει το στόμα και πολλές φορές και τα πόδια του ζώου… Δεν ήταν σπάνιο το επεισόδιο της ..δραπέτευσης του μισοσφαγμένου ζώου από κακή συνεννόηση του σφάχτη και των βοηθών του…

Όλα λοιπόν τα παραπάνω έπρεπε να ετοιμαστούν και από νωρίς, 3-4 το ξημέρωμα, να ανάψει η φωτιά να βράσει το νερό και να ειδοποιηθεί ο σφάχτης.  Φυσικά ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε να πάει σε πάρα πολλά σπίτια, για να σφάξει τα γουρούνια των νοικοκυραίων. Μετά το σφάξιμο, το ζώο μεταφερόταν πάνω στη σκάλα και σκεπαζόταν με τα σακιά. Περιχυνόταν με καυτό νερό, και σε λίγη ώρα ξεσκεπαζόταν και ξύνοντας το δέρμα απομακρυνόντουσαν οι τρίχες. Μετά αναλάμβαναν να τον κρεμάσουν με ένα τσιγκέλι σε ένα δένδρο συνήθως ελιά και να συνεχίσουν να του καθαρίζουν όλες τις τρίχες Στο τέλος, τις  ελάχιστες που έμεναν τις τσούδιζαν, πανα πει τις τσουρούφλιζαν ανάβοντας κανένα ασκινοπόδι ή αστοιβίδα.  (εύφλεκτοι αγκαθωτοί θάμνοι).  Μετά από την πλήρη αποτρίχωση του χοίρου,  αναλάμβανε ο τεχνίτης να τον ξεκοιλιάσει και να τακτοποιήσει τα εντόσθια.

χοιρος

Ο χροίρος κρεμασμένος στα μεσοδόκια, έτοιμος να τονε καταστέσουνε οι νοικοκυρές...

Βέβαια η όλη εργασία είχε τη μορφή  …βιομηχανικής παραγωγής. Μέλη της ομάδας ετοίμαζαν το δεύτερο χοίρο για σφαγή, μάδημα, κρέμασμα, τσούδισμα, ξεκοίλιασμα, κλπ,  μετά ακολουθούσε ο τρίτος κοκ. Μέχρι το μεσημέρι έπρεπε να έχουν τακτοποιηθεί όλοι οι χοίροι της ομάδας και να μεταφερθεί κάθε  ζώο στο σπίτι του ιδιοκτήτη, όπου κρεμιόταν από το μεσοδόκι στη μέση του σπιθιού. Μπορεί να μην ήταν  ότι καλύτερο στο σπίτι, μα και για λόγους καθαριότητας  του ίδιου του κρέατος, αλλά και παραπέρα επεξεργασίας, ήταν η πιο βολική θέση.

Εμείς τα κοπέλια, είχαμενε ένα όνειρο:  Τη φούσκα του χοίρου! Πανα πει, μετά το σφάξιμο και το ξεκοίλιασμα του χοίρου αφαιρούσανε προσεκτικά την κύστη του χοίρου και την έδιδε ο χασάπης του κοπελιού του αφεντικού…. Εμείς με τη σειρά μας, την καθαρίζαμε την φουσκώναμε και αρχινούσαμε το παιχνίδι… Δεν είτονε μαθές  ακόμη οι πολυχρωμες πλαστικές μπάλες ή μπαλόνια ούτε στο εμπόριο μα ούτε και στην περιοχή μας….

Από το κρεμασμένο χοιρινό κοβόταν όσα κομάτια ήταν να μαγειρευτούν για το χριστουγενιάτικο τραπέζι. Πολλές φορές το κοντοσούβλι ήταν πολύ εύκολη δουλειά την ημέρα των Χριστουγέννων, με το μεν κρέας κρεμασμένο και άφθονο στη μέση του σπιτιού,  τη δε φωτιά να ανάβει για να ζεστάνει το σπίτι και τους νοικοκυραίους…. Φυσικά και το κρασί ήταν είδος σε αφθονία, μιάς και η περιοχή ήταν γεμάτη με αμπέλια. Άλλωστε στα «χρειαζούμενα» του σπιτιού,  που αλλού αναφέρω,   εκείνα τα χρόνια ήταν και το πατητήρι, για να πατούμε τα κρασοστάφυλα τον Αύγουστο και να αποθηκεύουμε τις ελιές που καθημερινά μαζεύαμε  το χειμώνα.

Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, όσοι είχαν χοίρο είχαν αρκετή, έστω και ευχάριστη, δουλειά. Έπρεπε να ξεκινήσει η διαδικασία αξιοποίησης και συντήρησης  όλων των  μερών του χοίρου. Τα χοιρινό έπρεπε να εφοδιάσει με κρέας την οικογένεια για μερικούς μήνες, συνήθως μέχρι το ξεκίνημα της πασχαλινής νηστείας.

Το κεφάλι, και τα  πόδια ήταν   η πρώτη ύλη για την τσιλαδιά , την πηκτή. Παρά την έλλειψη ψυγείων, η σωστή αναλογία κρέατος και χυμού από νεράντζι και πορτοκάλια που έδιδαν και άρωμα αλλά και το απαραίτητο ξινό, παρασκευαζόταν μια εξαιρετική πηκτή, που επέτρεπε τη συντήρηση μέρους του χοιρινού μέχρι του Αγίου Αντωνίου, μέρα που παραδοσιακά ανοίγαμε την τσιλαδιά.

Άμεσης κατανάλωσης μαγειρικό ήταν οι αμαθιές, που δεν ήταν άλλο από μέρος των εντοσθίων κυρίως το στομάχι που μετά το πλύσιμο γεμιζόταν με ρύζι σταφίδες και μπαχαρικά, και μαγειρευόταν στην κατσαρόλα.

Μετά από αυτές τις πρώτες εργασίες άρχιζε η συστηματική δουλειά. Έπρεπε να γδαρθεί το χοιρινό, αφαιρώντας λωρίδες τριών εκατοστών καθόλο το μήκος του κρεμασμένου ζώου, μαζύ με το υποκείμενο λίπος. Σημειωτέον δε, πως τα χοιρινά εκείνης της εποχής είχαν άφθονο λίπος 2-4 πόντους πάχος κάτω από το δέρμα. Αυτό το λίπος είταν ευπρόσδεκτο, μιάς και υπήρχε εκείνα τα χρόνια και σκληρή δουλειά , αλλά και έλλειψη φαγητού. Οι παραπάνω λωρίδες κοβόντουσαν στη συνέχεια σε κύβους 3Χ 3  εκ και ριχνόντουσαν σε ένα τσικάλι στη φωτιά, με αποτέλεσμα να λιώνει το λίπος στο μεγαλύτερο μέρος του εξάγοντας το χοιρινό λίπος τη γλίνα.  Το υπόλειμμα ξεροψημένο αλλά με αρκετό λίπος και ελάχιστο κρέας αποτελούσε τις τσιγαρίδες. Ήταν λόγω του τηγανισμένου λίπους αρκετά νόστιμες και θρεπτικές, και επειδή δεν αλοιωνότουσαν  εύκολα πολλές φορές τις διατηρούσαν ακόμα και μέχρι τον Ιούλιο  σαν συμπλήρωμα του υπαίθριου φαγητού κατά το θέρος…

Από ορισμένα μέρη του χοιρινού κοβόντουσαν λωρίδες καθαρού κρέατος με ελάχιστο λίπος και αυτές αποτελούσαν τα απάκια, (το καπνιστό χοιρινό).

Ορισμένα μέρη του χοιρινού, όπου το κρέας και το λίπος ήταν πολύ δύσκολο να διαχωρισθούν,  κοβόντουσαν σε μικρές μπουκιές και ψηνόντουσαν μαζί, αποτελώντας τα σύγκλινα, γνωστά στην Κρήτη, αλλά και στη Μάνη. Ήταν και αυτός ένας αποτελεσματικός τρόπος συντήρησης του κρέατος στο χοιρινό λίπος.

Ακόμα, στα έντερα του χοιρου   αποτελούσαν ένα πρώτης τάξης τρόπο οικιακής παρασκευής λουκάνικων. Κομμάτια κρέατος, συνήθως βουτηγμένα στ ξύδι, καθώς και φλίδα πορτοκαλιού και μπαχαρικά αποτελούσαν την γέμιση. Από κει και μετά τα λουκάνικα και τα απάκια κρεμόντουσαν σε κάθετα στον άξονα του τζακιού ξύλα, από κατασκευής τοποθετημένα σε αυτή τη θέση. Σημειωτέον βέβαια, πως τα τζάκια εκείνης της εποχής είχαν διάμετρο φούσκας περί το ενάμισι μέτρο και προβλεπόταν η παρασκευή καπνιστών χοιρινών σε αυτά. Ωφειλε λοιπόν ο νοικοκύρης να κουβαλά ξύλα, πολλές φορές δε και αρωματικά, όπως φασκομηλιές, ώστε με τη ζωηρή φωτιά και τον καπνό, να ψηθούν και να συντηρηθούν τα απάκια και τα λουκάνικα για αρκετούς μήνες…

Από τα παραπάνω λοιπόν, το μόνο μέρος του χοιρινού που απαιτούσε άμεση κατανάλωση ήταν τα εντόσιθα με τις αμαθιές και το σικώτι με τα πνευμόνια. Ειδικά τα τελευταία ήταν άμεσης κατανάλωσης την ημέρα των Χριστουγένων.

18/12/2008

Μαναριά και Μανάρια

Δε κατέχω μα το θεό ντον ένα, είντα κιαολιάς νιτερέσα είχανε οι διάφοροι άγιοι Ευτύχιος, Ευτυχιανός και η αδελφή αυτών Κασιανή με κάποιους Λισταριανούς, και εφάγασινε την κεφάλα του ενούς στη Μαναριά …. Εμένα μου μυρίζει σαν έγκλημα τιμής, συνηθισμένο πράμα στην Κρήτη του καιρού μου, γυναικοδουλειά τέλος πάντων, συνηθισμένος τρόπος να ξελαγαρίζουνε οι Κρητικοί τσοι διαφορές τωνε, ακόμη και στσοι μέρες μου……

Από την άρχη του καιρού επέρνουνα από τη Μαναριά…. Οντε είμουνε κοπέλι εκάθουμνε πισοκάπουλα στο ψαρό μας γαϊαρο να πάμε να κόψομε φουρνόξυλα και ο κύρης μου μούλεγενε, δείχνοντας ένα μεγάλουρο χαράκι πενήντα μέτρα κάτω από το μονοπάτι απου ανηφόριζε ο γάιδαρος μας μέχρι να σωπατήσει στη αυλή τσ΄εκκλησάς του Μιχαήλ Αρχάγγελου:

-Θωρείς το εκειονέ το χαράκι; Εκειά επροκάμανε οι ληστές τον Άγιο Ευτυχιανό και τονε βάλανε απάνω στο χαράκι, εσήκωσενε ο γεις τη μανάρα και τουδοσε μια στη ν κεφαλή και του την έκοψενε Είχε νε τόσονα ζόρε, απου έμεινε στο χαράκι η λακούβα από το χτύπο τση μανάρας ….Γι’ αυτό επαέ τη πλαγούρα την εκατέχουνε σαν: μαναριά….

Δεν είτοντε βολικό να ξετσουρλίσω να πάω εκειά απούτανε ο χάρακας…., και μούμεινε στο κοπελίστικο μυαλό μου σαν ιερό και σεβάσμιο μέρος, όπως με δασκάλευε ο κύρης μου με την αμάθειά ντου…

Επεράσανε χρόνια πολλά, και η τεχνολογία μασε πρόσφερε και γκρέιντερ και εκσκαφείς κλπ και μιάς και θελα μασε χαλάσουνε το παραμύθι οι μπολτόζες αμα θελα χώσουνε το χαράκι στα χώματα, οντε θελαανοίξουνε το δρόμο για την Οδηγήτρια, είπανε να πάρουνε με ένα φορτωτή το χαράκι να το αποθέσουνε στην πόρτα του Μιχαήλ Αργάγγελου, εκατό μέτρα πιο πάνω, να θωρούνε οι αθρώποι τη Μαναριά…

Κάθομαι και σκέφτομαι πως αμα δεν κάμω αμαρτία, αμα δε βάλω το μυαλό μου να σκεφτεί δεν είναι δυνατό να το χωνέψω: Καλά μωρέ το να φας μια μαναριά και να σε πάρει ο διάολος, αυτό είναι το πιο συνηθισμένο πράμα,…Θαύμα θάτανε να πέσει η μαναριά στην καυκάλα ντου του …άγιου και να μην πάθει πράμα….

Από τη άλλη πάλι θωρώ στο χαράκι μιά χαραμάδα, απου είπρεπε να το κουρκουνά κειανείς μιά ώρα για να τηνε κάνει με τη μανάρα….. Και θα μου πεις εδά: μα γιάντα μπρε συμπεθεράκι εισαι τόσονα μπροσάφορομος με αυτά που σου λένε οι παπάδες ….. Ε,… γροικάτε το λοιπός γιάντα γούζομαι:

-Εγώ μπρε και εσεις για να κοψομε ενα γομάρι ξύλα τα εκουρκουνούσαμενε σκειάς δεκα ώρες τα παντέρμα με τη μανάρα. Σκέφτομαι το λοιπός: λές να τανε ο θιός με την μπάντα των ληστών (ο θιός δεν είναι απού κάνει τα θάματα;) αλλοιώς, πώς να το καταλάβω πως η μανάρα του ληστή εκόντεψε να διαλύσει το χαράκι….. Ο θιός να μου συγχωρέσει μωρέ κοπέλια, μα φαίνεται μου πως έπρεπε να κόψει κι άλλα κεφάλια ο ληστής, ….

-Το πιό προσοδοφόρο επάγγελαμα του Δυτικού κόσμου το ανακαλύψανε οι Χριστιανοί ηγέτες. Γίνανε που λέτεΑΓΙΟΠΟΙΟΙ και τη βολεύανε πολύ καλά. Είναι σαν να στήνεις ένα εισπράχτορα στο πουθενά να σου μαζεύει λεφτά…. Ή να ξεπουλάς, ή απλά να επιδεικνύεις, τις …τρίχες της μοναχής Φεβρωνίας και να σε πληρώνουνε… Αλήθεια, πως και δεν έχουνε πάρει χαμπάρι οι αλλοδαποί κακοποιοί τη χαζομάρα και το κόλλημά μας με τα διάφορα «χριστικανικά» εκθέματα παρά παιδεύονται στα φανάρια; Για θυμηθείτε τον Εφραίμ με το κουτί που περιέφερε στην Αθήνα…. Παλιά, λίγοι θυμούνται τσ΄αρκουδιάρηδες με τσ΄αρκούδες και το ντέρφι… Όταν «εκπολιτιστίκαμε», γδάραμε τσοι αρκούδες και τσοι κάμαμενε γούνες, απειλήσαμε με ισόβια τον …καπιταλίστα τον αρκουδιάρη, επειδή όμως η «δουλειά» είχενε ψωμί, την πήρανε επάνω τους οι παπάδες… Εκεί να δεις χρήμα… Και η σύγρονη αρκούδα με τον αρκουδιάρη της (το «αξιον εστί» και ο Εφραίμ ντε !) να γυρίζουμε όχι βέβαια στα πανυγήρια (είντα, ψιλικατζής είναι ο άθρωπος;) μα στα υπουργικά γραφεία!

Και εκειά απού εκόντευα να ξεχάσω το Χριστόδουλο, είρθενε να με ανακατώσει το άνοιγμα του σπιθιού ντου στο Ψυχικό, 10 μήνες μετά το θάνατό ντου. Είντα πράμα είτονε μωρέ αυτό! Ο κακομοίρης ο Φίλιππος στη Βεργίνα, μπορεί νάτονε αλεργικός στη σκόνη και έσαξε ένα χρυσοποίκιλτο τάφο. Θα πεις βασιλιάς είτονε, 2500 χρόνια πιο παλιά είτονε, που να σκεφθεί ο άνθρωπος σωστά… Σα δεν μπιτίζει, τέθοια κάνασινε οι βασιλιάδες και ίσα-ισα κανα δυό κρατήσαμενε, στην βόρεια Ευρώπη, για να φοβερίζομε τα κοπέλια μας…. Και σούρχεται ο Χριστόδουλος καιείχενε σε τιμαλφή μήτρες ράσσα, πατερίτσες και άλλα στοιβαγμένα στο Ψυχικό άνω των 100 εκατομυρίων Ευρώ!Το πόσο ρευστό μπορεί νάχενε και που εξαφανίστηκε, ένας θεός το κατέχει !

Και έρχοχμαι εδά και σκέφτομαι: πόσοι αθρώποι (αλλοι καλοί και άλλοι κακοί) επομείνανε άλυωτοι, και οι πονηροί έμποροι του χριστιανισμού τους μετατρέψανε σε παϊδάκια προς πώληση, κατόπιν αγιοποιήσεως! Ποιος; Ο Αγιοποιός Χριστόδουλος ! Ήμαρτον ! Έμποροι των Αγίων λοιπόν, σε συνδυασμό με τη βιομηχανική κατασκευή τους με τη σίγουρη μέθοδο της «Αγιοποίησης», είναι η μοναδική, δυστυχώς, εμποροβιομηχανική δραστηριότητα, που δεν φοβάται την ύφεση! Τι καλά που θάτανε να πλήρωναν και κανα φόρο! Όμως το πρόβλεψαν οι πονηροί, και έχουν τις φοροαπαλαγές τους. !

Επειδή όμως η ιστορία έχει και πραγματικά στοιχεία, το παραμύθι τση Μαναριάς άμα θέτε το πιστεύετε. Το άλλο, για τα …. Μανάρια της εκκλησιάς μας, καλά θα κάνε τε να μην το πιστέψετε, όχι επειδή σας το λέω εγώ ο …αμαρτωλός, αλλά γιατί όπως βλέπετε και μόνοι σας, συμβαίνουν κυριολεκτικά ….ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ… ΠΏΣ ΛΟΙΠΟΝ ΚΆΠΟΙΟΣ ΑΦΕΛΗΣ, όπως ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΜΕ;

Εγώ πάντως, μιάς και επέρασα και φέτος το καλοκαίρι από το Μιχαήλ Αρχάγγελο πηγαίνοντας στο Αγιοφάραγγο και στσοι Καλούς Λιμένες, σας δείχνω την φωτογραφία του χαρακιού, μπροστά από την πόρτα του Μιχαήλ Αρχαγγελου, Θωρείτε τη Μαναριά απούφαε το Χαράκι;

(Ε,… ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΟΎΣΑΜΕ ΛΕΕΙ ΝΑ ΔΟΣΟΜΕΝΕ ΚΑΙ ΕΜΕΊΣ ΜΙΑ ΜΑΝΑΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑ ΚΑΜΠΟΣΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΤΣ’ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΣ ΤΩΣ ΑΝΑΒΕ ΟΣΑ ΚΕΡΙΑ ΤΟΥ ΓΟΥΣΤΑΡΕ, ΟΠΟΙΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΛΟ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΣΟΙ ΚΑΝΕΙ ΑΓΙΟΥΣ….. )

p8020058

Κάπου 10 χιλιομετρα βόρεια η οροσειρά του Ψηλορείτη, και μπροστά σου ένας βράχος, που στη δεξιά φωτισμένη από τον καλοκαιρινό ήλιο πλευρά του μιά σχισμή, η μαναριά (=τσεκουριά, για τους μη Κρητικούς…).Αν σας πονά λίγο το κουτί με το κόκκινο πλαστικό χρώμα και ο σκοπός του, έεεε τι να κάνουμε, Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ (λένε…)

p8020060

Σύ είπας….

p8020063

Στο γνωστό μύθο του Αισώπου, όταν ο φουκαράς γέρων, φορτωμένος ένα δεμάτι ξύλα παραπατούσε από την κούραση και παρακαλούσε το χάρο ναρθει, όταν αυτός σε λίγο ήρθε πραγματικά, ο γέρος τουπε το … αμίμητο: Να μου σηκώσεις το δεμάτι ! (ϊνα το φορτίον άρεις!). Θα μου πεις βέβαια: που τονε θυμήθηκες τον Αίσωπο χριστιανέ μου; Μα άμα, 50-100 χρόνια πίσω, έχεις ένα κακογαϊδουρο φορτωμένο ξύλα και είναι πίσα σκοτίδι και ψιλοβρέχει ολημερνίς τση μέρας και δεν έχεις απάνω σου μητεμιά στεγνή κλωστή, και θεωρείς το γάϊδαρό σου επαέ να πατεί και εκέ να βρίχνεται, όι το Χάρο θα παρακαλέσεις απούλεγε ό Αίσωπος, όι του Μιχαήλ Αρχάγγελου θα τάξεις άρτους, μονό και το …κοπέλι σου να δεκαπενταρήσει στο Μάρτσαλο, ετσά πουτόπαθα εγώ οντενείμουε στην κούνια.

p8020061

Η Κρήτη έχει και άλλους μύθους και θρύλους. Ό Δημήτρης Τσεμπεράς δίδει, με την καμπάνα του Μιχαήλ Αρχάγγελου, το σύνθημα για την αναχώρηση για τον άλλο Θρύλο: Οδηγήτρια ! Μάρτσαλο ! Αγιοφάραγγο ! Καλοί Λιμένες ! Λέντας ! Καλό μας ταξίδι …

16/12/2008

Δένδρο των Χριστουγέννων1972

Filed under: ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ — Λεοντάριον @ 12:42 μμ
Tags:

tree-1972

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !

Πετροκεφάλι 1972, παραμονές Χριστουγέννων. Θα τολμούσα να πω αλλαγή εποχής. Κάποια λίγα πράγματα άρχισαν να σηματοδοτούν τη ραγδαία αλλαγή στις συνήθειες του χωριού, που όμως δεν είχανε ακόμα παγιωθεί. Θα μου πείτε βέβαια, πως σε κάθε εποχή κάθε άνθρωπος θέτει στο κέντρο του κόσμου τον εαυτό του και τη δική του ηρωική στιγμή, θεωρώντας σαν αλλαγή του κόσμου, την αλλαγή του δικού του κόσμου…. Μα όχι, είναι σίγουρο, πως ενώ και άλλες φορές ο κόσμος είχενε δικτακτορία, και άλλες φορές έγιναν ιστορικά γεγονότα, μα ακόμα και απελευθέρωση από διάφορους κατακτητές, δεν είχε τόσο ριζοσπαστική αλλαγή στη συμπεριφορά του ανθρώπου, όση η αλλαγή που συντελέστηκε σε λίγα μόνο χρόνια, 1960-1980 Ας γίνουμε πιο αναλυτικοί:

Η μεταφορά της πληροφορίας στο σπίτι του καθενός πυροδότησε συγκλονιστικές εξελίξεις στην κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου, που με τη σειρά της επέφερε ριζοσπαστικές αλλάγές στην αντίληψη των θεμάτων παιδείας, αλλά και γενικότερα των ανθρώπινων σχέσεων και επαφών, μα και του κοινωνικού ελέγχου στις κλειστές κοινωνίες. Η μεταφορά της πληροφορίας, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν αλήθεια ή ψέμα, ενημέρωση ή προπαγάνδα, είδηση ή πονηρή διαφήμιση, άρχισε να φτάνει μέσα στο σπίτι του καθενός. Αρχικά το ραδιόφωνο, αλλά μετά το 1968, και μεσούσης της δικτακτορίας, η τηλεόραση, με την εικόνα της έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις συνήθειες ήθη και έθιμα των χωριών. Το τηλέφωνο από τη μεριά του αν και όχι μαζικά, έγινε και αυτό εργαλείο γρήγορης εξατομικευμένης ενημέρωσης των ανθρώπων του χωριού.

Ο εξηλεκτρισμός μόλις που είχε πάψει να μπουσουλά στα χωργιά, και έγινε σχεδόν υποχρεωτικό εργαλείο φωτισμού. Όμως, η γνωστή βασική σήμερα ηλεκτρική οικοσκευή, ραδιόφωνα, ψυγεία και πολύ λιγότερο τηλεοράσεις, ακόμα δε πιο σπάνια ηλεκτρικές κουζίνες, ήταν αρκετά σπάνια στον οικιακό εξοπλισμό της εποχής εκείνης.

Όλα τα παραπάνω συνδυασμένα κρατούσαν μέν ζωντανά ακόμα τα καφενεία στην παραδοσιακή τους μορφή, αλλά με τάσεις τροποποίησης–αλλαγής και συγχρονισμού με τα δεδομένα των καιρών. Έβλεπες για παράδειγμα, κάπου-κάπου στα προ της διτακτορίας σπίτια ένα περίεργο μπαουλάκι, σε περίοπη υπερυψωμένη θεση, στα σπίτια των παλινοστούντων από το Βέλγιο-Γερμανία χωργιανών μας, σκεπασμένο με ένα ακριβό σεμεδάκι ή πλεκτό της γιαγιάς «- Είντάχεις μωρέ Νιολή εκιέ πάνω;» «-Η τηλεόραση κουμπάρε είναι, απούχμενε στη Γερμανία, άμα θανέρθει και επαέ θα τηνε βάνομε να θωρούμενε! – Είντα λογάται μπρε, απού εκουβάλιες τέθοιο μπράμα από τη άκρα του κόσμου, αυτή μωρέ θανείναι από μέσα θρούψαλα γινωμένη…»

Όταν λοιπόν ήρθε επιτέλους η τηλεόραση οι πρώτοι που την προμηθεύτηκαν είταν οι καφετζήδες του χωργιού, μιάς και το γνωστό τηλεοπτικό σήμα περί την τετάρτη μεσημβρινήν (ή έκτην; δε θυμούμαι καλά) που ξεκινούσε το εθνικό πρόγραμμα, μοναδικό τότε, ήταν κυριολεκτικά προσκλητήριο στους χωργιανούς να λάβουν θέση στα καφενεία, να σταματήσουν τις χαζοσυζητήσεις, να διακόψουν άρον-αρον την πρέφα και την κολιτσίνα, ακόμα να σταματήσουν και την παρεϊτσα στο διπλανό τραπέζι που τυχόν δεν τους απασχολούσε το θέαμα της στιγμής. Έπρεπε λοιπόν να σταματήσουν τα πάντα, μιάς και ο «άγνωστος πόλεμος» με τον Αντωνόπουλο, οι εκπομπές της Μαρίας Αλειφέρη και τα τόσα άλλα απαιτούσαν θρησκευτική κατάνυξη και προσοχή. Σαν κουρδιστά ανθρωπάκια οι θαμώνες των καφενείων έστριβαν τα καθίσματά τους μονομιάς προς την οθόνη της τηλεόρασης, απαιτώντας ακρα ησυχία από τους τυχόν ομιλούντες στα διπλανά τραπέζια… «-Σσσσσσσ….., πάψετε μωρέ, θε θωρείτε πως αρχίνισε το έργο;» Εικόνες-φράσεις λαικού υπαίθριου σινεμά εκείνης τσ΄εποχής… Βέβαια, τους καλοκαιρινούς μήνες, η τηλεόραση τις βραδυνές ώρες, και φυσικά και οι θεατές της καθόντουσαν ετην αυλή των καφενείων και ποτέ μέσα σε αυτά, λόγω της ζέστης… Οι μαγαζάτορες βάζανε από νωρίς κάθε μέρα, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, το ψυγείο στην πρίζα (είτονε βλέπεις ακριβό το ρεύμα, και οι καταναλωτικές συνήθειες των ανθρώπων άργησαν αναναπτυχθούν), να προλάβει να κρυώσει λίγο τις γκαζόζες, τα λεμόνια, και ακόμα τους προγόνους της κοκα-κολα (τα ταμ-ταμ, για όσους τα θυμούνται…), συνηθισμένα κεράσματα τα εποχής εκείνης.

Έτσι άρχισε σιγα-σιγά να αποκαθηλώνεται η παντοδυναμία του Ρομάντζου, της Μάσκας, του Μικρού Ήρωα, του Γκαούρ-Ταρζάν, σαν λαϊκά αναγνώσματα όπως και των ραδιοφωνικών εκπομπών, τύπου «Μικρή πικρή μου αγάπη» , που έδιδαν μέχρι τότε τροφή στη φαντασία και τους έρωτες της νεολαίας…

Είτανε ο τελευταίος ολάκαιρος χειμώνας που πέρασα στο χωργιό πριν το εγκαταλείψω οριστικά. Τα έθιμα τσ΄αποδέλοιπης Ελλάδας είτανε γνωστά μόνο μέσα από τα ελάχιστα βιβλία για όσους είχαν πρόσβαση και έφεση στο διάβασμα, και βέβαια στους ταξιδεμένους… Η τηλεόραση όμως άρχισε σιγά-σιγά να τροφοδοτεί με το θέαμα και την εικόνα ενός διαφορετικού κόσμου και μάλιστα εικόνα ευπρόσδεκτη και κατανοητή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (σε αντίθεση με το διάβασμα…). Κάποιος λοπόν, και μάλιστα από τσοι στάμενους ανθρώπους του χωργιού, έριξε την ιδέα:

-Αντρέα, δεν σάζομε και μεις ένα Χρισουγενιάτικο δένδρο; Την ιδέα τη βρίκανε καλή όσοι εκάθουντανε στου Μπουρμά (Γεωργίου Ιωάννου Μπιτσακάκη) το καφενείο. Ανάλαβα το πλάνο της υλοποίησης και τον συντονισμό της επιχείρησης. Γρήγορα βρέθηκε ένας χωργιανός-χορηγός απούχενε ένα ψηλόλιγνο κυπαρίσι στο χωράφι του κατά τη γεώτρηση (προς του παπά την καμάρα) και μας έδοσε την άδεια να το κόψουμε. Βρέθηκε λοιπόν ένα βενζινοκίνητο ξυλοκοπτικό μηχάνημα και ένα τρακτέρ και το κυπαρίσι ήρθε αυθημερόν στην πλατεία. Χωρίς πολλή προσπάθεια το δένδρο, 7-8 μέτρα ψηλό, στήθκε στη μέση ακριβώς της πλατείας του χωριού. Τότε βέβαια η πλατεία δεν είχε διαμορφωθεί όπως σήμερα, και τα λίγα αυτοκίνητα που διερχότανε, ούτε εμποδίζονταν,μά ούτε και εμπόδιζαν το στήσιμο του δένδρου. Στη συνέχεια ανάλαβαν κάποιοι να διαδόσουν την προσπάθιεα στα διάφορα καφενεία και όλοι οι παρευρισκόμενοι στα καφενεία του Κοσμά, του Επιλοχία, και του Γιώργη του Δράκου, και φυσικά του Μπουρμά, με πρόχειρο έρανο μάζεψαν ένα ποσό χρημάτων για το στολισμό… Με τη βοήθεια των νεαρών τότε πρώτων ηλεκτρολόγων του χωργιού φτιάξαμε το κύκλωμα ηλετροφωτισμού και με αρκετές κλασικές, αλλά έγχρωμες, λάμπες φωτισμού από την αγορά των Μοιρών, φωταγωγήσαμε το Χριστουγενιάτικο δένδρο μας. Για τα χρυσοποίκιλτα στολίδια και άλλα φανταχτερά εξαρτήματα στολισμού της σημερινής εποχής, φυσικά ούτε λόγος να γίνεται.

Ήτανε μια προσπάθεια-θέαμα αρκετά πρωτοποριακή-φαντασμαγορική για τη εποχή της, μα και για την περιοχή μας. Θετικά φυσικά και τα σχόλια των περαστικών από τα γύρο χωργιά . Η ανέκαθεν καλή φήμη του Πετροκεφαλιού στην περιοχή της κάτω Μεσσαράς επιβεβαιώθηκε άλλη μια φορά….


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !

14/12/2008

Παραμονή Χριστουγέννων 1957 …

Παραμονή Χριστουγέννων… Ο βροχερός καιρός είχενε κατουμώσει και οι τελευταίοι Μεσσαρίτες από τα Νοτιοδυτικά Αστερούσια, (Πετροκεφάλι, Σϊββας, Κουσές, Λίσταρος και Πιτσίδα), ενιματούσανε τσοι γαιδάρους και εξεσουβιάζανε τα ζούμπερα απούχανε δεμένα να βοσκήσουνε στα λιβάδια, να γιαγείρουνε από νωρίς στα σπίθα ντως. Άλλοι πάλι είρχουνταν από το παζάρι, από τσοι Μοίρες, από τον ίδιο δρόμο: ΜΟΙΡΕΣ –ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΗΣ- ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΠΟΡΟΣ- ΜΕΣΟΣΤΡΑΤΙ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΙΑΡΗ- ΚΑΡΝΕΡΗΣ- ΚΑΜΑΡΑΚΙΑ- ΑΜΑΞΩΤΟΣ- ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ. Από κεια και πέρα, ο καθένας εσειράγα*για τον τόπο ντου… Ευτυχώς αθό ντη μέσα μπάντα (ήγουν στη Μέσα Μεσσαρά) δεν είχενε ρίξει πολύ νερό τσοι τελευταίες μέρες και είχενε κατουμώσει ο Γεροποταμός στον Κόκκινο Πόρο. Ήσερνε βέβαια ούλο ντο χειμώνα ο Γεροποταμός εκείνα τα χρόνια, μα οντενεκατούμωνε ο καιρός είχενε μισό μέτρο νερό στο πλάτωμα του Κόκκινου Πόρου, και οι γαϊδάροι και τα μουλάργια επερνούσανε προσεχτικά μέσα από τον ποταμό και χωρίς κίνδυνο. Ετσά, οι γιαθρώποι εκόβανε δρόμο και δεν ανεγυρίζανε από την Πομπιανή καμάρα. Είτονε τζάνεμ΄ μιαολιά ζόρικα στο μεγάλο δέμα και από του Μπαμπιονίτη το γιοφύρι μέχρι του Πετρογιάννη την καμάρα και του Μπαμπιονίτη το σπιτάκι, μα οι γαϊδάροι τση κάτω ρίζας είτονε μαθημένοι και επροσέχανε πια καλά από τσ΄ αθρώπους… (Ήπαθέντηνε μια βολά ο ξάδερφός μου σε εκειανά τα περίεργα καμαράκια του Καρνέρη: (Αυτά πρέπει να τάχανε σάξει οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι των Βαλκανικών πολέμων το 1912-18). Είχενε που λέτε ο ξάδερφός μου φορτωμένες ελιές τη μαύρη και τη γαλανή γαιδάρα του κυρούντου, και κατά που επέρνα στου Μπαμπιονίτη το γιοφύρι πέφτει η γαλανή γαϊδάρα φορτωμένη στη σαϊτα!. Και δεν ήφτανε απούπεσενε μέσα, μονό δεν εμπόργε η καμοοίρα η γαλανή γαιδάρα να ξεκολήσει από τσοι λάσπες. Ήλεγέμου το λοιπός ό ξάδερφός μου: Εμπήκα και γω στη σαϊτα, και της ξεφόρτωσα και επέταξα τσ΄ελιές και το σωμάρι απάνω στην καμάρα, μα πάλι δεν εξεκόλα η παντέρμη από τσοι λάσπες…. Αναγκάστηκα και την έβαλα στον καφά μου και τηνε σήκωσα και την επέταξα αθο του Τσιργώτη το χωράφι όξω από τη σαϊτα… )

Παραμονή Χριστουγέννων λοιπόν και, κατά που τόχανε συνήθειο κάθε Σάββατο, , είχανε πάει στο παζάρι από τα γυροχώργιουλα, για να πουλήσουνε τα λιγατάρικα πράματα απούχενε η εποχή των Χριστουγένων για πούλημα, μα το πιά πολύ για να κάμουνε τσοι πουσουνιές των Χριστουγέννων, κατά που εμπόργιε ο καθένας… Οι πουσουνιές είτονε, διάφορα χρειαζούμενα για να καταστέσουνε το χοίρο (πηλοτσίκαλα για την τσιλαδιά, συγλινοκουρούπες για τα σύγλινα, κειανα κοφτερό μαχαίρι να κόψουνε τσοι τσιγαρίδες και τα απάκια). Άλλοι πάλι επηγαίνανε να κονίσουνε τα μαχαίργια στου Μαχαιρογιάννη και να γανώσουνε το μπουγαδοτσίκαλο για τη χοιροκεφαλή. Επουσουνίζανε ακόμη και διάφορα καλολοϊδια (ξηροί καρποί, κάστανα) , μιάς και το καλούσανε οι μέρες… Δεν είχαμε μαθές καστανιές στον τόπο μας, και τα κάστανα είτονε ψηλά στην εκτίμησή μας. Άλλοι πάλι επουσουνίζανε κειανά ζευγάρι παπούτσα (ελβιέλα γι αλυσίδα ) των κοπελιών τως, να πάνε καλικωμένα στην εκκλησά τα Χριστόγεννα. Εγροίκας αποσπέρας τη μάνα να φωνιάζει του Μανωλιού: Ξάνοιξε μωρέ Μανωλιό να βρεις ένα καλάμι να σου κάμω ξαμάρι στην πατούσα σου, να σου πάρω αύριο παπούτσα. Άλλη πουσουνιά των ημερών είτονε δυο-τρεις πήχες δρίλι να τοσε ράψει η μάναντωνε κεινα κοντοπατέλονο γι σώβρακο να το γκεινιάσουνε την πρωτοχρονιά. Πολλοί πάλι που δεν είχανε χοίρο, επηγαίνανε στο χασάπικο στσοι Μοίρες και επουσουνίζανε καμπόσες οκάδες κρέας για να το καταστέσει η κερά ντωνε για το Χριστουγενιάτικο τραπέζι. Εμείς δεν είχαμενε τη συνήθεια τση γαλοπούλας στα μέρη μας, μα το χοιρινό είτονε σχεδόν απαραίτητο τα Χριστούγεννα στα σπίθια των νοικοκυραίων… Φαίνεται πως το κάνανε και από αντίδραση στσοι Τούρκους (που δεν τρώγανε χοιρινά).

Εϊμουτανε με τον κύρη μου στο ξοχικό μας στα Καμαράκια και η μάνα μου με την αμπλά μου είχανε έρθει από τσοι Μοίρες… Είχαμενε μαζώξει τα μαρτάρικα, ότι λαχανικά μασε χρειάζουνανε και επήραμενε τα μπράτη μας και ετοιμαζόμασταν να γείρομε νωρίς – νωρίς αθό ντο χωργιό. Είχαμενε βγάλει και καμπόσες οκάδες πρωτοφανίστικες Λασηθιώτικες πατάτες από τον κήπο και καμπόσους κεντανέδες (ένα είδος πράσου) για να καταστέσει το μαγερικό η μάνα μου τη δεύτερη μέρα των Χριστουγένων με κειαμιά οκά χοίρο. Εϊχαμενε ξεκρεμάσει και από τα δοκάρια μιά δεκαριά ολοκόκκινες χειμωνικές ντομάτες για να νοστιμίσει στο φαί των Χριστουγέννων. Εκείνα μαθές τα χρόνια εντακάρανε οι Αντισκαριανοί να φυτεύουνε χειμωνιάτικες ντομάτες αθο ντα Πλαθιά Περάματα… και μέχρις τοτεσάς, πουθενά στην Ελλάδα δεν είτανε ντομάτες τα Χριστόγεννα… Εμείς στον κάμπο, εκτός από τσοι κανονικές ντομάτες, εφυτεύαμε το καλοκαίρι και καμπόσες ρίζες μιάς ποικιλίας απού τσοι λέγαμε χειμωνικές, και όπως είτανε μικρές σε τσαμπιά τσοι αρμαθιάζαμε σε ένα τέλι και τσοι κρεμούσαμε στα μεσοδόκια του σπιθιού. Οι ντομάτες αυτές εκρατούσανε από το καλοκαίρι μέχρι το Φλεβάρη, και τσοι χρησιμοποιούσαμε για να νοστιμίζουνε τα φαγητά, ειδικά οντε δεν είχαμενε μπελτέ (τοματοπολτός), που κι΄αυτόν τονε σάζαμε στα φρασκιά μοναχοί μας…. Δεν είχαμενε εκείνη τη χρονιά αναθρέψει χοίρο στο σπίτι του κυρού μου, και είχενε πουσουνίσει η μάνα μου δυο-τρεις οκάδες από του Κωστή του Τζαμπράκου το κασάπικο.

Ένα κονταρόξυλο να βασιλέψει ο ήλιος, και λιγοστοί είτονε οι αργοπορημένοι απού γυρίζανε βιαστικοί στα χωργιά ντως και στα σπίθια ντως. Οι κοράκοι, είχανε βγάλει το μεροκάματό ντωνε, και εσιραγούσανε, κουράδια-κουράδια και αυτοί νωρίς-νωρίς δυτικά, αθό τον κάμπο, δυτικά του χωργιού, να κουρνιάσουνε στσοι κορακολιές. Εθώργιες που και που κειανένα, απούχενε καθυστερήσει από την παρέα του, να πετά βιαστικός να τσοι προκάμει… Εψυχανεμίζουντανε μαθές την μπόρα, μιάς και ο καιρός έδενε σιγά-σιγά από το Κεφάλι, και εθώργιες τ΄ ανέφαλα να σηκώνουνται σα ντα θεργιά από τη μπάντα των Ματάλων φορτωμένα με με νερό.

Όσο πιο αλάργο θελα πάει κειανείς, τόσονα πιο πολύ εξεσουβιάζουντανε… Είλεγε η μάνα μου: «Μπροσάφορμος μπε Κωστή είναι ο καιρός και δε θ΄αφίσει τσοι καλαντάρηδες να μας τα πούνε οφέτος…. Ευτυχώς ήβαλα την ταχινή καμπόσες αστοιβίδες στο σταυλάκι να μη γραθούνε και θ΄ανάψωμε φωθιά, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας, και να τηγανίσομε και τα πιταράκια….» Κοντά στου Στρατή τη Στέρνα μασε πρόκαμε ο Μανώλης ο τροζός , από τα Πιτσίδια…. Είρχουντανε πορπατάρης από τσοι Μοίρες βιαστικός για το χωργιό του, να προκάμει νάναι έτοιμος στο πρώτο χτύπημα τση καμπάνας για την εκκλησά… (Εκειανά τα χρόνια η Χριστουγενιάτικη λειτουργία ξεκίναγε γύρο στις 2 με 3 τα μεσάνυχτα, και πριν ποδιαφωτίσει είχενε τελειώσει). Από μακρυά, από του Παυλοευτύχιου τη Στέρνα είχαμε ακούσει τσοι ψαλμωδίες του Μανώλη: «Η Γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως…Εν αυτώ γάρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπο αστέρος εδιδάσκοντο, Σε προσκυνείν…» Με τη χουρχούδα ντου και με μεγάλες διασκελιές έτρεχε με χαρούμενη διάθεση να συναντήσει, να προυπανήσει το ραντεβού με την ελπίδα, με την (ανα) γένηση…

-Γειά σου κουμπάρε Κωστή, χρόνια πολλά καλή χρονιά… μασε φώναξε ο Μανώλης κατά πως μασε κοντοσίμωνε , σταματώντας την ψαλμωδία του… Ο κύρης μου του αντασπόδωσε το χαιρετισμό και τη φιλοφρόνηση, μιάς και μπορεί να τούχενε σαλέψει του Μανώλη, μα αυτό δεν τον εμπόδισε να εκτιμά και να σέβεται όσους τον εσέβονταν….

Και μούρχονται τώρα στο μυαλό η προτροπή του Κρητικού ριζίτικου, που κάπου αλλού είχα αναφέρει:

Ακούστ΄ είντα παράγγειλε μια φρόνιμη του γιού’ ντζη:

-Γιε μου σαν πάς στο καπηλειό και βρεις τσοι χαροκόπους,

με τον καλλιά σου κάθιζε, και νηστικός σηκώνου

Το φρόνιμο να σέβεσαι, τον κουζουλό χαιρέτα….

Σαν εμπαίναμε στο χωργιό, οι πιο πολλές καμινάδες εκαπνίζανε, και πίσω από τα’ αυλόπορτες υπήρχε ζωή και κίνηση. Ούλοι είτονε χαρούμενα βιαστικοί, δεν είτονε μαθές και λίγο πράμα η χριστουγενιάτικες προετοιμασίες. Οι παρασθιές φουντωμένες, να χαϊδέψουνε το σώμα μα και την ψυχή των ταλαιπωρημένων δουλευτήδων, να ξεκλέψουνε λίγη θαλπωρή, να ζήσουνε το παραμύθι που από γενιά σε γενιά κράταγε και ανάθρεφε την Ελλάδα του καιρού μου… Είπρεπε το λοιπός:

-Να καταστεθούνε από νωρίς τα ζούμπερα, ν΄αχεροταϊσουνε και να ποτίσουνε τα χοντρά έχνη, (αελιές, μουλάργια) μιάς και την επομένη δεν είτονε πρεπούμενο ν΄ασχοληθούνε πρωί- πρωί με τέθοιες δουλειές…

– Ο κύρης μου (κι΄ο κάθε νυκοκύρης) να τυρανάται καμπόση ώρα να κονίσει το ξυράφι στο ακόνι και να πολεμά να ξυρίσει τα γένια και τα περιποιηθεί το μουστάκι ντου….

-Η μάνα μου είπρεπε να βράσει κανα δυό τσικάλια νερό να μασε λούσει και να μασε ξεκασάσει τα πόδια. Τα θηλυκά είπρεπε μετά το λούσιμο να τα χτενίσει κα να τοσε ξεκοτσιπιδιάσει τα μαλλιά, απου εγίνουντανε ένα κουβάρι με το οικιακής κατασκευής σαπούνι τσ’ εποχής μου. Μα και το σαπούνι που μασέδινε ο Γιάννης ο Τρυγάς (Μαθαιογιάννης) από την Πόμπια (εμάζωνε τα τρυγόλαδα από τα γυροχώργιουλα και τα πήγαινε στου Χρονάκη απούχενε σαπωνοποιείο, δίδοντας το ανάλογο σαπούνι), δεν είτονε καλύτερο… Άμα θελανείναι μιαολιά ατζουμπαλο το θηλικό, εξεσήκωνε τη γειτονιά με στοι φωνές του μα και τση μάνας του, απου δεν εσολαγούνταναι από το ακούσιο …ξεμάλιασμα τση μάνας του.

-Τα κοπελάκια είπρεπε να ξεσουβιαστούνε να προκάμουνε να φουνταλάξουνε απίτις θελα πλυθούνε, και να πάνε να πούνε τα κάλαντα, τολάϊστο στα συγκενικά ντως σπιθια…. Εκείνα τα χρόνια, τα κάλαντα τα λέγαμε πάντα το βράδυ τση παραμονής των Χριστουγέννων και τση Πρωτοχρονιάς, και ο λόγος είτονε απλός: Οι νοικοκυραίοι από νωρίς το πρωϊ έτρεχαν, ακόμη και το χειμώνα, και εκαταστένανε τσοι δουλειές τση μέρας. Τα κοπελάκια πάλι είτονε κοντά στσοι γονέους τωνε, και έτσα οι καλαντάρηδες δεν εβρίχνανε κανένα στο σπίτι το πρωϊ…. Οι καλαντάρηδες ετελειώνανε τη γύρα στα σπίθα του χωργιού και ανεμαζώνουντνε στα σπίθια ντως νωρίς.

Καμιά βολά, άμα είχενε μεγάλη ανάγκη το σκολειό, ο δάσκαλος έπαιρνε τσοι πιο μεγάλες τάξεις και έλεγανε τα κάλαντα από πόρτα σε πόρτα δίδονταςτωνε οι νοικοκυραίοι λάδι ή χρήματα, συνήθως για έργα στο κτίριο του σκολειού. Μια χρονιά, πριν το 1959, θυμούμαι το δάσκαλό μας τον κυρ Αντώνη, καλή του ώρα, (Βασιλάκης Αντώνιος) δάσκαλό μου από το Πετροκεφάλι, που είχενε τροποποιήσει τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, μιάς και η Κύπρος εκείνα τα χρόνια πέρναγε και πάλι δύσκολες ώρες…(Πρέπει νάτανε τα γεγονότα με το Διγενή , ΕΟΚΑ και ανεξαρτησία της Κύπρου…) Με την Κυπριακή λοιπόν τροποποίηση, είπαμενε τα καλάντα ούλο το σκολειό στο χωργιό:

(Αρχημηνια΄κι΄αρχή χρονιά // η Κύπρος θέλει ελευθεριά

Κι΄αρχή καλός μας χρόνος // σβύνει της σκλαβιάς ο πόνος

Αρχή που βγήκε ο χριστός // αγιος και πνευματικός’

Στη γη να πορπατήσει // λευτεριά να τση χαρίσει…

Κρατά εικόνα και χαρτί // η Κύπρος είν΄Ελληνική…

………..)

-Οι νοικοκεράδες ετοιμάζανε το τσικάλι, συνήθως τηγανητό σικώτι και βραστό χοιρινό, σαν πρώτη, μετά σαράντα ολόκληρες μέρες νηστείας, ευωχία μετά το τέλος της χριστουγενιάτικης λειτουργίας…. Ακόμη ετιγάνιζαν και τα από γάλα σπιτικά εδέσματα (συνήθως πιταράκια), από το γάλα και το τυρί που έτσι κι΄αλλοιώς είτονε απαγορευμένο αυστηρά το σαρανταήμερο της νηστείας ! Τα διάφορα άλλα καλούδια, κουλουράκια, κουραμπιέδες κλπ όλα τους είχανε λεργιά, κατά πουλεγε η μάνα μου (ήγουν δεν είτανε νηστίσιμα) και είτονε έγκλημα έστω και να δοκιμάσει κανείς κάτι από όλα αυτά Η μάνα μας μας είβανε να κοιμηθούμενε από νωρίς:

-Άντε μωρέ Αντρουλιό να κοιμηθείς, γιατίι θα ξυπνήσωμε από την πρώτη καμπάνα να πάμενε στην εκκλησά. Άντε αντράκι μου να πα να κοιμηθείς να σου περάσει και η πείνα… (Είτανε μαθές η παντέρμη η πείνα χειρότερη από κάθε άλλη φορά, μιάς και εθώργιες πλούσια τα ελέη μπροστά σου μα δεν είπρεπε να τ΄ αγγίξεις για το φόβο του … σατανά…. )

-Οι μεγάλοι, οι άντρες του σπιθιού, εξετελεύανε από νωρίς την βόλτα στο ντουκιάνι, μα και οι καφετζήδες τόχανε αμέντες να κλείσουνε τα ντουκιάνια νωρίς-νωρίς για να προκάμουνε να κατασταθούνε και αυτοί, μιάς και στη λειτουργία των χρισουγέννων δεν είχαμενε συμβιβασμούς: Μόνο αν εψυχομάχενε κειανείς, γι΄οι λουχούνες, είτονε επιτρεπτό να μείνουνε στο σπίτι. Η θέση εκείνων απού ελλείπανε από την εκκλησά είτονε άδεια και εγροίκας τσοι κουτσομπόλες να τσουτσουρίζουνε την ώρα τση λειτουργιάς: «Πούνε μπρε η Θεονύφη, κοντό δεν ήκουσε την καμπάνα; – Όι κακονίζικο, δεν τάμαθες, η πεθεράτζη ψυχομαχεί και περιμένουνέν τηνε σήμερο-αύριο, και γι αυτό δεν είρθε…». Άλλη πάλι πιό φαρμακόγλωσση «Ετούρκεψε μπρε η νύφη μας, τση Κοντοβράκαινας από τη χώρα, κείκαμενε και την κακομοίρα τη θειά μου σα ντα μούτραντζη…Δε θωρείς που ακόμη δεν είρθανε στη λειτουργιά και κοντεύει να χτυπήσει και η δεύτερη καμπάνα;»

Η τελευταία δουλειά τση νοικοκεράς είτονε να μεσοστέσει το τραπέζι να του βάλει απάνω τα διάφορα, κουραμπιέδες, μελομακάρουνα, κάστανα, φουντούκια. Έτσι περίμενε τσοι πιστούς μόλις εσκόλαγε η εκκλησία… Τα τσικάλια με έτοιμα τα βραστά και τα μοσροράκια με τα τηγανιτά, περιμένανε υπομονετικά να κοιμηθούμενε, νάρθουν στον ύπνο μας σαν εφιάλτες να συνεργάζονται με την πείνα μας… Και εκειά ποθές να σε βρίχνει ο ύπνος, με την γλυκειά προσμονή, την ελπίδα για το καινούργιο, για τη διαφορετική αυριανή μέρα… Και όλα αυτά να φαίνονται στόχος που τον πιάνεις αύριο το πρωί… Ισως αυτή είναι και η απάντηση στο γιατί οι άνθρωποι που πεινούσανε, που είτανε ξυπόλυτοι και ρακένδυτοι, που είτανε κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι, αναθυμούνται συχνά εικόνες ευτυχίας που απαξιώνουν οι σημερινοί νέοι…. Απλά εκείνοι οι άνθρωποι, ή προηγούμενη γενιά, κάπου-κάπου υλοποιούσε τους απολοϊκούς στόχους τους… Σήμερα οι στόχοι των νέων, στην πλειονότητά τους, είτε είναι ανέφικτοι, είτε και αντικρουόμενοι μέσα στις κοινωνικές δομές, με αποτέλεσμα νάναι πολλές φορές ακατόρθωτη η υλοποίησή τους….


Καλά Χριστούγεννα !

30/11/2008

Ο τρυποτιγανάς

Αντρουλιό, χρόνια πολλά, και του χρόνου !

Πάνε 62 τόσα χρόνια, απού γροικώ την ίδια ευχή. Δε γκατέχω κιαολιάς από που εκράθιε το συνήθειο στο τόπο μου, μα η ευχή συνοδευότανε και με το (φιλικό) τράβηγμα του αυτιού, του μπόμπιρα που εόρταζε…. Και νάτανε βέβαια κάνα χέρι ευαίσθητο, απού εκάτεχενε που να σταματήσει, χαλάλι… Μα κιαμμιά φορά ή χερούκλα του Κρητικού απού έδινε την ευχή, έκανε πιά ζημιά παρά καλιμέντο….

Θα μου πεις βέβαια: είντα τα θυμάσαι δα, 60 χρόνια πίσω….. Έτυχε οψές αργά (παραμονή τα Αγι΄ Αντρέα…) να ξανοίγω από την πόρτα του σπιθιού μου το ψιλόβροχο στα Μεσόγαια, για καμπόσες ώρες…. Και θέλοντας και μη μούρθανε θύμισες παλιές από τα μικρά μου χρόνια, και σάικα, από εκειανά απού δεν ξεχνά κειανείς είναι η εορτή του….:

-Τ΄ Αγι΄ Αντρέα αντρειώνει το κρύο, ελέγασιν οι παπούδες μας, και δεν είχανε άδικο…. Από τη μια τα κακοσασμένα σπίθια, χωρίς μόνωση, χωρίς να σφαλίζουνε καλά οι πόρτες, ο βοριάς εμπαινόβγενε από τσι χαραμάδες κείπρεπε να μαζωνώμαστε ούλοι, μικροί μεγάλοι, θηλυκοί και αρσενικοί, στο πυρόμαχο να ζεστάνομε τα κόκαλά μας και να στεγνώξωμε τα ρούχα μας. Εθώργιες τα κοπελιδάκια, με κόκκινες στάμπες στσοι γάμπες, τσοι φοράδες κατά πως τσοι λέγαμε, απού δεν είτνουσαν παρά ήπια εγκαύματα, από το στρίμωγμα στον πυρόμαχο….

Ο Αγι΄Αντρέας ο κατρουλανζής. Είτονε παρατηρημένο στον τόπο μου εκειανά τα χρόνια, πως τα πρωτοβρέξα, τσοι Σετεμπριάδες ως τον Οκτώβρη, εγίνουντανε κάμποσες χρονιές κατακλυσμοί κείσερνε ο γέρο-ποταμός, μα από τα μέσα μέχρι τα τέλη του Νοέμπρη εμπαίναμε στην καρδιά του χειμώνα και ήβρεχε πολλές φορές ολημερνίς τση μέρας, σιγό σιγό νερό. Ελέγανε το λοιπός οι παππούδες μας: το σιγό-σιγό νερό τονε γραίνει το βοσκό. Μιας και οι πιο πολλές δουλειές είτονε οξωτάρικες, δεν εμπόργιε κειανείς να κάμει πράμα. Ετσά οι γιαθρώποι εμαζώνουντανε στα σπίθα ντωνε, είχανε δεν είχανε δουλειές. Και μιάς και ο Αγ΄Αντρέας είτονε στην αρχή τσ΄εποχής των συνεχών βροχών, τονε λέγαμενε κατρουλατζή….

Ο Αγι΄ Αντρέας ο τρυποτιγανάς. Είχαμενε εκειανά τα χρόνια στα σπίθια μας τα τιγάνια απούτανε κατάμαυρα από την καπνιά. Από την άλλη, μη θαρείτε πως είτονε πράμα αστραφτερά και ανοξείδωτα, σιδερένα και μάλιστα βαρέως τύπου, δυο τρεις οκάδες σίδερο το καθένα. Είτονε το λοιπός αναμενόμενο, να χαλούνε και να σκουργιάζουνε, με τη συνεχή χρήση μόνο με ένα τρόπο: με τρύπημα. Και μιάς και δεν είχαμενε εκειανά τα χρόνα τα διαφόρων ειδών γλυκά να φιλεύομε τα κοπελάκια, ένα είδος προσφοράς και διασκέδασης στα κοπέλια ευρίχνουντανε: να τωσε σάζει η μάνα ντως τιγανίτες. Τηλεόραση , ραδιο, παιγνίδια, ακόμη και διάβασμα-βιβλία, είτονε σχεδόν ανύπαρκτα). Αλεύρι είτονε πάντα διαθέσιμο, (δεν ήθελε ψυγείο), και το πετιμέζι ή το μέλι, ή η ζάχαρη είτονε το δεύτερο υλικό για τη συνταγή για τιγανίτες…. Και μιάς και το τιγάνι του Αγι΄Αντρέα έκανε υπερωρίες, μέχρι απού …τρύπαγε από τη συνεχή χρήση, εξέμεινε να παρανομιάζουνε τον Αγιο Αντρέα, σαν: Τρυποτιγανά….

18/08/2008

Διακοπές Αύγουστος 2008

Φέτος τις διακοπές μου είπα να τις χρησιμοποιήσω όχι μόνο για ξεκούραση, μα και για μια μικρή αναδιάταξη και ταξινόμηση και αρχειοθέτηση, όσων ο χρόνος απειλεί ταν σβύσει τελεσίδικα και ανεπιστρεπτί από τη μνήμη εκείνων που ο χρόνος προδίδει ύπουλα, σαν σύθαμπο και λησμονιά, τις διηγήσεις της γιαγιάς, της μάνας του πολυλογά παππού, που ντε και καλά ήθελε να μας κάνει κοινωνούς της αλυσίδας ή του κουβαριού που έπλεκε τους ανθρώπους άλλων εποχών μεταξύ τους με συγγένειες, σεβασμό και αλληλοεκτίμηση….

Πάνε δέκα χρόνια που χωρίς πολλή οργάνωση, είχα κρατήσει μιά παρτίδα από σόγια, συγγένειες και γενιές στο Πετροκεφάλι. Μιά ηλεκτρονική ταξινόμηση εβοήθησε τότε να μη χαθούν εκείνα, μα και τα λίγα παραπάνω που βρήκα τώρα να προστεθούν στη σωστή θέση.

Άλλο θέμα: Εγραφα αλλότες, πως το νερό είτονε πάντοτε ένα πολύτιμο αγαθό στον τόπο μας. Στο Πετροκεφάλι είχαμε δάφορους τρόπους άντλησης νερού για το πότισμα των κήπων. Λίγο μετά το 1950 μια κατασκευή, το μηχάνημα ήταν η απάντηση στις δυσκολίες του ποτίσματος στον κάμπο, αντλώντας νερό από βάθος όχι μεγαλύτερο από εξ-επτά μέτρα. Τα μηχανήματα ήταν σιδηροκατασκευές, που εφαρμοζόταν στα πηγάδια και τα υπομονετικά γαιδουράκια περιστρέφανε τον κάθετο άξονα της κατασκευής γύρο από το πηγάδι συνεχώς, αντλώντας νερό σε συνεχή ροή. Και ενώ τα μηχανήματα ήταν εκατοντάδες στην περιοχή του ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙΟΥ, ΚΟΥΣΕ, ΣΙΒΒΑ. δεν μπόρεσα να βρω ούτε μιά αναφορόα στο ιντερνετ. Με αρκετά μεγάλη δυσκολία εντόπισα δυο μηχανήματα στο Πετροκεφάλι, όπως φαίνονται στις παρακάτω φωτο. Εκτός από τον εικονιζόμενο τύπο, δεν γνωρίζω απο που έγινε η εισαγωγή, υπήρχε και μιά άλλη κατασκευή, που χρησιμοποιούσε το σύστημα του διαφορικού των καταστραμένων γερμανικών αυτοκινήτων του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Τη μετατροπή σε αντλητικό σύστημα αναλάμβαναν ειδικευμένοι σιδεράδες

Το Μηχάνημα. Αντλητικό εργαλείο διατηρημένο στην αυλή του Εμμανουήλ Αντωνίου Τσικνάκη (Πετροκεφάλι)

*

*

*

*

*

*

*

*

Μιά διαφορετική όψη του μηχανήματος Με μιά βαριά μπάρα 3 μέτρα στην οπή της κεφαλης και η περιστροφική κίνηση του γαιδουριού γύρο από το πηγάδι μετέδιδε την περιστροφή με τη βοήθεια γραναζιών στο δίκο, που στην περιφέρειά του είχε ειδικά διαμορφωμένη αλυσίδα με ελαστικές φλάντζες ανά 1 μέτρο. Η αλυσίδα διερχόταν από μια σιδερένια σωλήνα μερικών μέτρων, που το πάνω μέρος της έφθανε στο χείλος του πηγαδιού, ενώ το κάτω μέρος της ευρισκόταν μερικά μέτρα πιό κάτω, μέσα στο πηγάδι και κάτω από την επιφάνεια του νερού, στερεωμένη κάθετα σε αυτή τη θέση. Η αλυσίδα διερχόταν μέσα από τη σωλήνα σε ατέρμονα περιστροφή και η φάντζα εγκλώβιζε νερό από το εισερχόμενο στη σιδερένια σωλήνα και το ανέβαζε στην επιφάνεια. Αυτό διοχετευόταν στο αυλάκι για πότισμα.

Ο Σακκιές. Αντίστοιχης χρήσης με το μηχάνημα αλλά βαρέως τύπου Παρακάτω, καλοσυντηρημένος σακκιές στο σπίτι του τέως Επιθεωρητή ΜΕ, Κωνσταντίνου Δημ Μαρκάκη. στο Πετροκεφάλι.*

*

Μιας και κάνατε τον κόπο να φθασετε μέχρις εδώ, χαζεύοντας τα αντλητικά εργαλεία των παπούδων σας, δείτε ενα συνδεμενο video με (διπλό κλικ στην παρακάτω εικόνα στα 50 » ). Δείχνει πραγματικές εικόνες από την επίσκεψη του κρουαζερόπλοιου Βασ.  Φροιδερίκη το 1961 με Ανερικανοκρητικούς  στην Κρήτη και ενα σακιέ να βγάζει νερό στον Αποκόρωνα. Ακόμα, θα δείτε ζωντανά το αλώνισμα με το βολόσυρο κλπ που αλλού σας αναφέρω. Ας είναι καλά ο mr John Sooklaris, που και κατέγραψε, μα και ανέβασε στο διαδίκυτο  τις παραπάνω εικόνες

**

**

Τέλος, οι γνωστοί από το Λασήθι ανεμόμυλοι-νερόμυλοι, ήταν και στη δική μας περιοχή, αλλά πολύ λίγοι μιας και οι άνεμοι στη πεδιάδα τους καλοκαιρινούς μήνες ήταν λιγοστοί και δεν ήταν εύκολο να χρησιμοποιηθούν σαν κινητήρια δύναμη άντλησης. Με τη δύναμη του ανέμου η περιστροφή μετατρεπόταν σε παλινδρόμηση που κινούσε μια αναρροφητική υδραντλία ανασύροντας νερό από βάθος 5-7 μέτρων Στις παρακάτω φωτο, ότι απόμεινε από τους ανεμόμυλους του Λειβαδιώτη δίπλα από την εκκλησία των Αγ Αναργύρων. Ανήκε στα μοναστηριακά κτήματα του Λειβαδιώτη. (Οι ανεμόμυλοι κατασκευάσθηκαν στη Λειψία, 1700, χρησιμοποιήθηκαν πολύ στις ΗΠΑ το 1850 πριν από την ανακάλυψη κατασκευή των μηχανών εσωτερικής καύσης)

*

Αλλο θέμα: παραλίες. Προσπάθησα να επισκεφθώ όσο περισσότερα μέρη μπορούσα στην περιοχή της Κατω Μεσσαράς. Φυσικά τα Μάταλλα, Αγιοφάραγγο, Καλοι Λιμένες, Κόκκινος Πύργος, Τσίγκουνας, Λέντας, Ζαρός, Αγ Γαλήνη, Μονή Πρεβέλης, Αγ Παύλος, Σπήλι ήταν τα μέρη που έδωσαν το δικό τους χρώμα στις διακοπές μας. Πιό κάτω θα δόσω μερικές εικόνες από τα παραπάνω μέρη, μιάς και η ψηφιακή τεχνολογία μας «φόρτωσε» με με χιλιάδες μεγαμπάιτ, που απλά σημαίνει χιλιάδες φωτογραφικά στιγμιότυπα των παραπάνω περιοχών.

Η Παραλία της Αγ Γαλήνης στην εκβολή του Πλατύ ποταμού Κατά το 1955 η παραλία της Αγ Γαλήνης ήταν δίπλα στο Λιμάνι της Αγ Γαλήνης. Λίγα μέτρα άμμου, μα αρκετά για το μπάνιο των ντόπιων. Η επέκταση του λιμανιού και η τουριστική εκμετάλευση εξαφάνισαν την παραλία εκείνη και η συνθήκες τουριστικής ανάπτυξης επέβαλαν το δρόμο στο δέτη, μεταξύ λιμανιού και εκβολής πλατύ, ώστε να αναπτυχθεί και η παραλία της εκβολής του Πλατύ.

*

*

*

Παραλία Αγ Γαλήνης. Η επιτήρηση του Κόλπου της Μεσσαρας από τα Γερμανικά επάκτια πυροβολεία τον Β Παγκ Πόλεμο. Ανοίγοντας το μαντεμένιο στόμιο πρόβαλε η κανη του τρομερού παράκτιου πυροβόλου, έτοιμο να αποτρέψει απόβαση των συμμαχων στον κόλπο της Μεσσαράς.

*

*

*

*

*

Αγ Γαλήνη Μνημείο Δαιδάλου-Ικάρου, στη θέση που κατά το μύθο πέταξε ο Ικαρος, για την ελευθερία.

*

*

*

*

*

*

Αγιοφάραγγο. Η εκκλησία του Αγ Αντωνίου

Αγιοφάραγγο. Η ανατολική -αριστερή πλευρά της καταπληκτικής παραλίας του

Νότιες παραλίες Ρευθύμνου. Απο τα Σαχτούρια φθάνουμε στην παραλία Αγ Παύλος

Νότιο Ρέθυμνο Κρουταλιανό φαράγγι, κατα τη διαδρομή προς Μ Πρεβελη.

Μονή Πρεβελης στο νότιο άκρο του Ν Ρεθυμνου.

Παραλία Πρέβελη, από ψηλά

Μάταλλα Δεξιά πλευρά

Μάταλλα αριστερή πλευρά

Καλοί Λιμένες Η μεγάλη παραλία Καραβόβρυση

Λέντας. Αλλη μιά εικόνα από 2 χλμ μακριά, όπως φαίνεται από τα υψώματα των Καλών Λιμένων

Λίμνη Ζαρού Μιά καλοδεχούμενη όαση δροσιάς, πράσινου, νερού, στο ανυδρο τοπίο του Ψηλορίτη.

Ακόμα ένα θέμα, που με απασχόλησε ήταν η εικόνα, το τοπίο της Μεσσαράς, έχοντας πάντα στο μυαλό μου το πως ήταν 40-50 χρόνια πριν. Ηπρώτη εικόνα, που μουρχότανε στο μυαλό τα παιδικά μου χρόνια, για το πως μπορεί να είναι αυτό που στη γεωργαφία ονομάζαμε στέπα, ήταν η εικόνα της πεδιάδας του Τυμπακιού, προς τον Κόκκινο Πύργο βλέποντας την από τα Ξεροκάμπια. Όμως και οι γήλοφοι των Αστερουσίων και η ίδια η πεδιάδα της Μεσσαράς, όπως φαινόταν από το Μουλιανό Πόρο, ήταν ένα «σπανό», κατά την τοπική έκφραση, μέρος, χωρίς δένδρα, χωρίς πράσινο. Φυσικά τα χωργιουδάκια ήταν δακτυλοδειχτούμενα με τα λιγοστά φώτα τους τη νύχτα, χωρίς την πολυτέλεια του ηλεκτρικού ρεύματος.

Η σημερινή εικόνα, έχει κυριολεκτικά αλλάξει το τοπίο και παρά τη δυσκολία άδρευσης, κοντεύουν να εξαφανιστούν οι λόφοι, με τη μορφή που τους θυμάμαι, που προφανώς ήταν η εικόνα από τις καταστροφές και τις φωτιές των κρητικών επαναστάσεων μέχρι την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους. Η σημερινή βέβαια χλωρίδα και τα διάφορα είδη δένδρων είναι εκείνα που μπορούν να δώσουν κάποιο εισόδημα στους καλλιεργητές με κυρίαρχο την ελιά. Όμως και παλιότερα υπήρχαν οι παραδοσιακές ελιές στο Πετροκεφάλι οι κορακολιές, όπως τις ονομάζαμε, που μετά το 1960 έπαψαν να αποδίδουν, και άρχισε η αντικατάστασή τους με τη σημερινή ποικιλία.

Σήμερο, τη νύκτα τα όρια των οικισμών τείνουν να εξαφανιστούν στην πεδιάδα, εξ αιτίας των διαφόρων ηλεκτροδοτήσεων, σε αποθήκες, αγροικίες, κλπ σε όλη την πεδιάδα. Για να δεις τη φαντασμαγορική εικόνα του καλοκαιρινού έναστρου ουρανού της Μεσσαράς, πρέπει να περιπλανηθείς νύχτα στους δρόμους των Αστερουσίων και κάπου-κάπου να βρεθείς στο πουθενά από επίγειο φωτισμό, αλλά με ένα έναστρο ουρανό με χιλιάδες άστρα που νομίζεις πως είναι λίγο πιό πάνω από το κεφάλι σου….

Κράτησα λίγες εικόνες από την Κρητική παλιά χλωρίδα και πανίδα, ότι με εντυπωσίασε περισσότερο, έτσι για να θυμάμαι και να σας θυμίζω πως πράσινο δεν είναι μόνο το πάρκο της γειτονιάς

Πηγαίνοντας προς το Αγιοφάραγγο μιά χιλιόχρονη ελιά μιμείται τις ρυτίδες του γέρο Κρητικού που την εξημέρωσε κεντρίζοντας της (εμβολιάζοντάς την).

Εκεί που νομίζεις πως είσαι μόνος νάσου οι κατσίκες, που στους απόκρημνους γκρεμούς παίρνουν πόζα όλο καμάρι και στήνουν αυτί παρατηρώντας μας με την ίδια περιέργεια που εμείς τις παρατηρούμε…

Ψηλά στα Αστερούσια η ανάγκη της επιβίωσης έδωσε στο θάμνο αυτό το περίεργο σχήμα μαζί με τη γειτονική αγριελιά.

Βροντίσι. Στη ρίζα του Ψηλορίτη, δένδρα πουθενά, και εκεί ένας Πλάτανος «που δεν τον αγκαλιάζουνε πέντε άντρες» κατά τα λεγόμενα των παπούδων μας.

Και μπορεί η αγκαλιά μας να μην χωράει τον πλάτανο του Βροντισιού, όμως εμείς χωράμε άνετα στην κουφάλα του, που με τα χρόνια απόκτησε.

Αγάβη η Αμερικανική ο Αθάνατος, Αρκετοί για να σπάσουνε τη μονοτονία των Αστερουσίων όταν εμφανίζονται στο πουθενά μεγαλόπρεποι και θεαματικοί.

Αλλο ένα δένδρο τροπικό η φραγκοσυκιά φορτωμένη με τα καπλόσυκα στη διαθεση των τολμηρών και υπομονετικών για μιά ακόμα διαφορετική γεύση.

Αποσπερίδα στη Λίμνη του Ζαρού. Η γέμωση του φεγγραριού.

Πανσέληνος. Αύγουστος 16η, Πετροκεφάλι 2008

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.