ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΑΒΓ

ΚΡΗΤΙΚΑ ΑΒΓ.           Γιά λέξεις από άλλα γραμματα: ΚΛΙΚ ΣΤΟ: ΚΡΗΤΙΚΑ ΤΣΗ ΚΑΤΩ ΜΕΣΣΑΡΑΣ

Α

*********************************************

αβροματάροι

οι γεωσκώληκες, νεροσκούλικα (αγαπημένο γεύμα για τα κοράκια. Πίσω από την αυλακια του ζευγά τα κοράκια είχαν πάρτυ, μαζεύοντας τους αβροματάρους. Ακόμα, τους μπρουλιάζαμε* για ν΄ αχελεύομε με τσοι  καβούλες*).

αβρωνιά

Η αβρωνιά στα μέρη μας ονομαζόταν το  ανώφελο για μας κομάτι σε διάφορες πόες (πχ φασολιές), που είχε μήκος μερικών εκατοστών σαν σπαγάκι. Στόχος του φυτού ήταν η δια της αβρωνιάς μόνιμη περιέλιξη-αναρίχηση σε σταθερότερα είδη (π. χ. δένδρα, κλήματα, καλάμια, πασάλους) στο κοντινό περιβάλον της πόας.

αγγέλαμος

ποώδες μονοετές φυτό

αγκάβανος

πόα αγκαθωτή

αγκείνιος

=ο μη εγκαινιασθείς εισέτι, ο καινουργής, ο κατακαίνουργιος.

αγκρισμένος

(εκ του αγγλικού  angry=θυμώνω )  θυμωμένος, αναστατωμένος, φουντωμένος (Φράση : αγκρισμένος είναι ο καιρός,  μονο ξεσουβιαστείτε = ετοιμος για μπόρα είναι ο καιρός, βιαστείτε  μην βραχούμε)

άγκρουστος

αγριάδα,  ζιζάνιο αρκετά …φαγανιάρικο. Οφείλαμε λοιπόν να περιποιούμαστε-σκάβουμε τους κήπους και να το ξεριζώνουμε, προστατεύοντας την ανάπτυξη των ωφέλιμων φυτών.

αγλακώ

τρέχω, ατζιριτώ* (Φράση: αγλάκουνα   να προκάμω ν΄αποσκιάσω στο Μιχαήλ Αρχάγγελο, γιατί είρχουτανε ομπριά από το Κεφάλι).

άγομε, άμε

πήγαινε  (εκτ ου αρχαίου άγω. Φράση: άγομε στο καλό)

αγούδουρας

θυσανοειδές μονοετές  φυτό. (Ελαφρύτατο, ακόμα και όταν ξεριζωνόταν –ξεραινόταν διατηρούσε τη δομή του. Λόγω ελαφρότητας, τον περιέφερε ο φθινοπωρινός αέρας στα γυμνά χωράφια δώθε –κείθε, εξ ου και ο χαρακτηρισμός για τα υπερικινητικά  παιδιά: -Κάτσετε μωρέ ήσυχα,  μονό (=παρά) ανεμογυρίζετε σαν τον αγούδουρα…)

αγροικώ

βλ γροικώ*

αελιά

αγελάδα

αζόγυρος

 είδος λυγαριάς με έντονη και ενοχλητική μυρωδιά, που έδιωχνε τα κουνούπια.. Λόγω της ενοχλητικής του μυρωδιάς που προκαλούσε ανησυχία, προήλθε και η γνωστή φράση-παρατήρηση στα  ατακτούντα παιδιά: «Κάτσετε μωρέ φρόνιμα, μόνο λες και σας έχουνε στον αζόγυρο δεμένα»

αθιβολή

Αναφορά, λήτη* (αναφέρεται συνήθως σε πρόσωπο)

(μέκανες και σ’ αγάπησα και τώρα λές πουλί μου //πως δεν τη θές να τη γροικάς μπλειό την αθιβολή μου)

αθο (επίρ)

 προς (βρέχει αθο ντην απάνω ρίζα απου ντιντινίζει*)

άθος

 στάκτη

αθός  ή ανθός

Ι. το άνθος ΙΙ. ο ανθός της γλυκοκολοκύθας (με τον οποίο παρασκευάζονται εξαιρετικής νοστιμιάς ντολμάδες στην Κρητική παραδοσιακή κουζίνα)

άθος (1)

 έβγαλε τη μούρη ντου από τον άθο:  Φράση που περιέγραφε την άρνηση των παιδιών, λόγω ενηλικίωσης πλέον, να υπακούνε τυφλά στις γονεϊκές προσταγές, Ισοδύναμο του: Σήκωσε κεφάλι.

ακονιζάρα

Φυτό ξερότοπων, μη ωφέλιμο, μη βρώσιμο, με ερεθιστικό χνούδι στα φύλλα.

αλάι (επίρ)

Πιά, πλέον, τωρα πλέον (Εγούζουντανε η Καρακαϊδόναινα  τ΄αντρούς τσοι, γιατί επόνιε το κοπέλι στην κοιλιάντου:       -Να το πάμενε μπρε στου γιατρού,  να μασε πει ειντάχει, και το πονεί η κοιλιά ντου κάθε ντά-ντάι…. Και ο Καρακαϊδόνης: -Ναισ΄αλάι σου, μα επέρασέ ντου ο πόνος…)

αλάργο  (επίρ.)

μακρυά

αλατσερό (το)

η αλατιέρα. 

αλάτσι

Το αλάτι. Το καλύτερο αλάτι ήτανε (εθεωρείτο) το θαλασσινό ή γυαλίτικο (εκ του: γυαλός). Το εμπορικό αλάτι (χύμα) ήτανε προϊόν αποκλειστικής διάθεσης  του Ελληνικού μονοπωλείου, από όπου το προμηθεύονταν οι μπακάληδες του χωργιού, μαζύ με τα «πυρεία Ελληνικού μονοπωλείου» τα κοινά σπίρτα!  Πολύ αργότερα ήθρε το τυποποιημένο αλάτι των διαφόρων εταιρειών. Το χοντροκομένο αλάτι είπρεπε να το τρίψομενε στο χαβάνι* για αλάτσισμα ωμών φαγητών, ενώ το εμπορικό χοντρό αλάτι το χρησιμοποιούσαμε κατευθείαν στο μαγείρεμα. Και ως συνήθως, το Ελληνικό Κράτος ακόμα και τότε δεν έπειθε για την ποιοτική υπεροχή του αλατιού του. Ετσι, πολλοί Λισταριανοί, Πιτσιδιανοί, Πηγαϊδακιανοί τση κάτω Μεσσαράς, που γνώριζαν με λεπτομέρειες τις έστω μικρές αλυκιές των νότιων παραλίων, τις φρόντιζαν και συνέλεγαν το αλάτι τους, τους καλοκαιρινούς μήνες,  που διέθεταν είτε στο παζάρι των Μοιρών, είτε κατόπιν παραγγελίας.

αλλαμπλίρι (επίρ)

ποιος να ξέρει άραγε… (Φράση: αλλαμπλίρι ειντάχενε στο μυαλό ντου, όντε σε μοτσάριζε…)

αλληλομαχιά

διένεξη, διαπληκτισμός (συνήθως μεταξύ οικείων, γειτόνων, γνωστών) που κρατά επί αρκετό χρόνο

αλμπάτης

πεταλωτής (τούρκικη λέξη)

αλουσά

αλυσίβα (για λεύκανση των ρούχων). Ομώνυμο και το διάλυμα ποτάσσας για την παρασκευή  σταφίδας.

αμάλαγος

=ο μη μαλαχθείς ή διαπλασθείς.  Ευρεία χρήση. =ολάκαιρος, ολόκληρος, μη τεμαχισμένος, μη διαπλασμένος, μη χρησημοποιημένος ακατέργαστος Χρήση κυριολεκτική αλλά και μεταφορική. (Η μια γειτόνισα στην άλλη: -Εμονομεγάλωσε το Αντρουλιό μου, και δεν επρόκαμε μηδε να γκινιάσει  τα παπούτσα του σαντόλου ντου. Πάρε τα να τα βάλει το Γιωργιό σου,  μα αμάλαγα είναι…)

αμανίτες

Μανιτάρια (είχενε υποψίες ο εισαγγελέας πως ο υπόδικος είχενε σκοτώσει την …τρίτη γυναίκα του: «Κατηγορούμενε βλέπω πως η πρώτη σου γυναίκα πέθανε γιατί έφαγε δηλητηριώδη μανιτάργια… -Ναι κυρ εισαγγελέα, αρέσανέτζη οι αμανίτες,  τση λιγόχρονης… -Μα κατά που βλέπω, και η δεύτερή σου ζύζυγος πέθανε τρώγοντας μανιτάργια… -Ετσά που το λες είναι κυρ Εισαγγελέα μου, εμπεγέντιζέ* ντα η καψερή…   -Τώρα βλέπω, πως η τρίτη σύζυγός σου πέθανε από χτύπημα με χαχαλόβεργα* στο κεφάλι, τι έχεις να πεις; – Εεε, είντα να σου πω κυρ Εισαγγελέα μου… Αυτή δεν εσιβάζουντανε* να φάει τσ΄αμανίτους με πράμα στον κόσμο…)

αμάτι

Α. πηγή αναβλύζουσα νερό  (ειδικά σε επίπεδη επιφάνεια). Γνωστά τα : Γριά αμάτα, τση χήρας τ΄αμάτι, του καβρού τ΄αμάτι, του Κουκούλιο τ΄αμάτι. Β μάτι, οφθαλμός,  και τον πληθυντικό: μάθια

 (Μάθια μου μάθια, μάθια μου, των αμαθιών μου μάθια // επόδωκες μου τη γκαρδιά σαραντα δυο κομάθια)

άμε

σύντμηση του άγομε= πήγαινε. Ευρεία χρήση. (Άμε μωρή να μεταδέσεις τα μαρτάρικα. Βρισιά: άμε στο διάολο)

αμέντες

 υπ’ όψη,  ισοδύναμη του: συντουνού μου, προφανώς λατινογενές υπόλειμμα της ενετοκρατίας.

αμέτι-μουχαμέτι

ντε-μεντέ, οπωσδήποτε, χωρίς άλλο  (και παρά τους δισταγμούς μου) (Ήθελε, αμέτι-μουχαμέτι, να κά κάτσωμε να ξωμείνομε  και να φύγομε την ταχινή).

αμνώγω

αναγραματισμός-παραφθορά  του ομνύω=ορκίζομαι (Κυρίως  σε δουλοπρέπεια-εξάρτηση, ως μη όφειλε τις, σε  ατομα ή αγαθά.  (Φράση: «αυτός αμνώγει στα λεφτά»  τ.ε αυτός εξαγοράζεται, είναι φιλάργυρος).

αμπάσος

αργός (αργοκίνητο καράβι) (Μην τρέχετε μωρέ, γιατί δε σασε προκάνω. Δε θωρείτε πως ο γάιδαρος του κυρού μου είναι αμπάσος;)

αμπατάριστος

 (μέτριου βαθμού ύβρις) ο μη έχων σταθερή γνώμη ή θέση, ο ανερμάτιστος που όμως προξένησε κάποιου βαθμού βλάβη προς τρίτον, (και όχι ο απλά ανερμάτιστος).

αμπελικός

 αγροφύλαξ. (σε άλλα μέρη: δραγάτης. Η τοπική χρήση εξαρτάτο από το κυρίαρχο είδος φύλαξης της περιοχής).

αμπελοσκάμματα

=Η εποχή που σκάβονταν τα αμπέλια. Είναι άξιο παρατήρησης, πως τα χρόνια που οι ανθρωποι είχαν μικρή σχέση με τα βιβλία, γνώσεις επιστημονικές κλπ, όρισαν τις εποχές με τις αντίστοιχες ασχολίες τους  Ετσι: τα κουκολόγια* (Φεβρουάριος), τα αμπελοσκάμματα (Μάρτης Απρίλης), το Θέρος (Ιούλης),  το τρύγος (Αύγουστος-Σεπτέμβριος)

αμπλά

αδελφή  (λατινικό) (Φράση: -Μη μπικίζεις μωρέ Μανωλιό την αμπλά σου).

αμπώθω

Σπρώχνω, (παραφθορά του απωθώ) (Πομπιανό παρατσούκλι: Πιταμπώθης)

(καινούργια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση // δίνει η καινούργια τση παλιάς μιάν αμπωθιά να πέσει)

αναντινά

αντίθετα, ενάντια. (Τοπική φράση: -Αυτός πάει αναντινά σαν το Μηλιώτη. Φράση που διακομωδούσε την σχεδόν συστηματική αρνητική τοποθέτηση  κάποιου σε συζήτηση, δουλειά, επιλογές, κλπ). (Το ποιος ήταν ο …διάσημος Μηλιώτης, με αυτό το χαρακήρα δεν το γνωρίζω… Παρεπιπτόντως, στο Κουσε, υπήρχε το παρατσούκλι Μηλιώτης….)

αναχαράσω -ανεχαράσω

αναμασώ, μυρικάζω (ιδιότητα των μυρικαστικών ζώων, που αναμασούν την τροφή τους.) (Και μια εντελώς αλληγορική  μαντινάδα για τους Κρητικούς ιδίως Η παρακάτω μαντινάδα σατηρίζει τους αταίργιαστους έρωτες-σχέσεις  ωρίμων-ηλικιωμένων που εκδηλώνουν  διακαή τον πόθο για μικρούλες, αδυνατούν ‘όμως βιολογικά να τις ικανοποιήσουν πρακτικά, και απλώς σαλιαρίζουν…)

Ως και το γεροντόβουιδο, στην πρασινάδα ράσει // μα δεν μπορεί να τη μασεί, και την ανεχαράσει…

ανεβόλεμα

η ανηφοριά

ανεκερώνομαι

έχω τάση προς έμετο (Πιθανή εξήγηση είναι, η ωχρή-κέρινη όψη του έχοντος τάση προς έμετο, λόγω και του αντιπερισταλτισμού στο στομάχι για να συνετλεστεί ο έμετος).

ανεκούρκουβα

στάση ημικαθιστή, στα γόνατα.

ανεμαζωξάρης

μειωτικο χαρακτηριστικό μερικά ισοδύναμο του: ξενομπάτης*. Ενώ όμως ο ξενομπάτης είχε θετική–αξιοκρατική είσοδο στην κοινωνία του χωργιού, ο ανεμαζωξαρης =εκείνος που κάποιος ή καποιοι περιμάζεψαν (συνήθως δια γάμου) και,  αν και δεν άξιζε, τον έβαλαν στην κοινωνία του χωργιού…

ανεντρανίζω

 σηκώνω το κεφάλι, είτε α. από την τη αδιάκοπη δουλεια, β για να δώ κάποιον (Αρχίσαμε να σκάβομε και δεν ανεντρανίσαμε, μέχρι που τελέψαμε)

ανεπαταχλί

ο παραμικρός θόρυβος (Φράση: δεν ήκουσα ανεπαταχλί= δεν άκουσα τίποτε)

ανεπιάνω-αναπιάνω

αναπαράγω πολλαπλασιαστικά κάτι (Το άνέπιασμα του προζυμιού ήταν το πρώτο μέρος της αυξησης των μυκήτων ζύμωσης, από πολύ μικρή ποσότητα (μισό κιλό) προζυμιού. Άλλη περίπτωση: Ήφαέ μου η ζουρίδα τα΄όρνιθες, κείθεκα μια κλωσουδιά,  ν΄ανεπιάσω πάλι…

ανέραϊδος

Το αρσενικό του νεράιδα ή του ισοδύναμου ανεράιδα. Επειδή οι νεράιδες παρουσιαζόταν απρογραμμάτιστα, άναρχα και αναιτιολόγητα, το ανέραιδος χαρακτήριζε  ήπια μειωτικά τον αργόσχολο, ατιμέλητο, άεργο. (Φράση:  έτσα γυρίζει σα ντον ανέραϊδο) 

ανεραντζά

νερατζιά

ανεργιάζω ανεργιάζομαι

Ψυχανεμίζομαι* (επί ανθρώπων),  ή  μυρίζομαι (επί ζώων) (Ανεργιαστήκανε οι κάτες το ψάρι και παραλίγο να μου το παρουνε από τη μοσόρα* Θωρείς μπρε τσοι σκάρες; Πράμα ψοφίμι ανεργιαστήκανε επαέ κοντά και κάνουνε γύρους πάνω από τα ρυγιάκι)

ανερουφώ

αναροφώ  (Οντενείμαστε κοπέλια, εσύρωνε ολοχρονίς η μύτη μας, από τσ΄αρρώστιες και την κακοπέραση και τα κρυγιώματα, δεν είχαμενε και μαντηλάκια να ξεφτυλίζομενε τη μύτη μας  και η μάνα μας: Σάλευε μωρέ Νικολιό να ξεφτυλίσεις τη μύτη σου και πάψε ν΄ανερουφάς…)

ανεστουλουχώ

 κλαίω, όχι γοερά (μυξοκλαίω)

ανέφαλο

σύννεφο, νέφος

ανεχουμίζω

ανακατώνω χωρίς τέχνη ή στόχο. (μιμούμενος την παραγωγή χουμά.  (χουμάς=το υγρό υπόλειμμα κατά την παραγωγή τυριού)

ανημένω

αναμένω, περιμένω

ανηφοράς

τετράγωνη (50Χ50 εκαταστά) κλειόμενη οπή εξαερισμού-φωτισμού  εσωτερικών δωματίων, στο ταβάνι. Δίοδος φωτισμού και εξαερισμού. Οδός διαφυγής  επί τουρκοκρατίας.

αντάρα

Ι καταχνιά, ΙΙ μια περίεργη χρήση-έννοια-= απόβαρο ( κατσε να δούμε την αντάρα (τε το απόβαρο) του μπουκαλιού και ύστερα θα σου το γεμώσω κρασί, να δούμενε πόσο βάνει) ( σε με ωρισμένους ηλεκτρονικούς ζυγούς ο μηδενισμός, το ισοδύναμο του απόβαρου, επιτυγχάνεται με ένα πλήκτο με την ονομασία: tara (πιθανολογούμενη ξενόγλωσση η λέξη ανταρα, τάρα= απόβαρο)

άντες,  αντέστε

έλα, ελάτε

(αντέστε να μισέψωμε κ΄η γιώρα το φωνιάζει // κι΄ο σύντεκνός μ’ ο πετεινός από ντα νώρας κράζει)

αντζούμπαλος

άτακτος, απρόσεκτος. (-Πρόσεχε μπρέ Μανούσο το κοπέλι, γιατί είναι ατζούμπαλο, και θα το τσινίσει* ο γάϊδαρος να το μισερώσει*…)

αντικλίνες

γάμπες, πόδια ( Τους κρύους μήνες το χειμώνα η μάνα μπροστά στο τζάκι, απευθυνόμενη στο μεγάλο γιό: Μάζωξε μωρέ Νικολή τσ΄αντικλίνες σου,  να μαχώσει (=στριμωχθεί) και το Γιωργιό μας στον πυρόμαχο, γιατι δεν έχει μηδέ μια στεγνή κλωστή…)

αντιλογούμαι

λέω άλλα αντ΄αλλων,  τρελαίνομαι (Φράση: αγαπούσενε μια κοπελι΄, μα αυτή δεν τον ήθελε και αντιλόησε ο κακομοίρης…)

αντισοπόνια

Παράπονο, καταλογισμός (Η Κουκουλοκατίνα είχενε μεγάλη αντισοπόνια τση πεθεράς τση μέχρι πούζε, γιατί δεν την ήθελε για νύφη τζη….)

αντιστοιβάσω

χοροπηδώ, κάνω γκέλα  (αντίθετο του: στοιβάζομαι=μπαίνω σε στίβα. Χρησιμοποιείται σε κυρίως ελαστικά αντικείμενα ή αντικείμενα που έρχονται σε βίαια πρόσκρουση με σταθερό σημείο)

αντράκι

(=μικρός αντρας) σύνηθες χαϊδευτικό των μικρών αγοριών.

ανώφλιο

το άνω πελέκι ή μέρος της εισόδου. Αντίθετο του: κατώφλιο

αξά  ή ξά

η εξουσία  (Φράση: Δεν έχω την αξά μου να κάνω ότι θέλω= δεν είμαι ελεύθερος να πράττω όπως νομίζω…)

αξογύρου

Υποδηλοί απειλητική προσεγγιση κυκλωτικά  (Με πήραν΄αξογύρου οι σφίκγες. Σαν εκοντοσίμωσα στην καλύβα του μπάρμπα μου με πήρανε΄αξογύρου οι σκύλοι και ίσα-ίσα απου πρόκαμα και εβγήκα σε μιαν ελιά. Ευτυχώς κείκουσενε το μαλιχουλέ* ο γιός του και επρόβαλε από την καλύβα και με ξεμπέρδεψε…)

αξώσει

σύντμηση του: αξιώσει (αξιώνει ο θεός). 

Μικρή-μικρή σ΄αγάπησα, μεγάλη δε δε πήρα // να μου τα΄αξώσει θέλει ο θιός, και νασε πάρω χήρα)

απατός

εαυτός ( Μειωτικά: Αυτός είναι σαν τον απατό ντου,  περίπου σαν το: = δεν έχει το ταίρι του). 

Μα στην ομπρός μεργιά κρατώ, εγώ η γι απατή μου // και α δε με παινέσετε, παινιέμαι αμοναχή μου.

απίδια

=αχλάδια. (Το αρχαίο άπιον =αχλάδι, χρησιμοποιείται για το αντίστοιχο φρούτο, ενώ το: αχλάδι –αχλαδιά χρησιμοιοείται για τη μη εξημερωμένη και εμβολιασμένη ποικιλία )

απίδια(1)

Φράση: Να σου δείξω γω, πόσα απίδια βάνει ο σάκκος…. Η γνωστή απειλητική ή καταδειτική  φράση (θα σου δείξω γω πόσα αχλάδια βαζει ο σάκκος), σε τοπική έκδοση.

αποδέλοιποι

οι λοιποί, όσοι λείπουν, όσοι δεν συμμετέχουν στο παρόν γεγονός.

αποδιαφωτά

Το οριακό πέρασμα από το σκοτάδι στο πρώτο φως της ημέρας

απόδωκα

κατάντησα κάποιον  (Πώς τον επόδωκες μωρή τον άντρα σου;  (με την ένοια ότι ο άντρας της είναι ταλαιπωρημένος…)

απολείπει

Ι. μένει ατέλειωτο-ανεκτέλεστο κάτι, ΙΙ εκγαταλείπεται κάτι.

αποίλοιποι

αποδέλοιποι, υπόλοιποι, λοιποί.

απολυμάρεις

(εκ του απόλυμαι; Αυτοί που χάθηκαν, οι πεθαμένοι) ήπια επίπληξη (στη φράση-μαντινάδα :

Διάλε τς΄απολυμάρεις του, απού χρωστεί και δώσει //κι΄απούχει πεθερά κακή,  και δεν τηνε ψακώσει)

απόπλυμα

το έκπλυμα. Το άνευ απορυπαντικό μόνο με νερό καθάρισμα των υπολειμάτων φαγητού, συλλεγόμενο. Διδόταν στα γουρούνια, μαζύ με πίτουρα, αλεύρι και άλλα αποφάγια.

απορόχια

είδος φαγώσιμου χορταρικού

απότοκο

(το αποτελεσμα του τόκου-τοκετού). αυγό–κράχτης, για να γεννούν οι αλανιάρες κόττες το αυγό στην ίδια θέση-φωλιά καθημερινά. (Οι κόττες έχουν τη συνήθεια να γενούν στην ίδια θέση αρκετά αυγά και μετά, έαν  κλωσήσουν, να τα εκκολάψουν 40 μέρες για να βούν τα κλωσόπουλα. Πολλές φορές κάθε κότα έφτιαχνε δικιά της φωλιά στα χορτάρια, οπότε  δεν βρίκαμε τα αυγά τους. Τα απότοκο λοιπόν δεν το συλλέγαμε, το αφίναμε σε γνωστή φωλιά, και οι κότες καθημερινά γενούσαν το νέο αυγό δίπλα στο απότοκο…) Εγροίκας το λοιπός τη γιαγιά στο πεινασμένο αγκονάκι: Κάτσε μωρέ Γιωργιό φρόνιμο, και σε μιαολιά απού θα κάνει (=γεννήσει) η χοχλίδα όρνιθα τα΄αυγό θα σου το ψήσω να το φάς… Εδά κακακονίζικο δεν ήβρικα στον κούμο μόνο τ΄ απότοκο….)

Αράσσω-ράσσω

ορμώ από επιθυμία (Μαντινάδα με σεξουαλικά υπονοούμενα: Και στους γέρους αρέσουν οι ωραίες, έστω και αν δεν μπρούν να κάνουν και πολλά πράγματα) :

(Ως και το γεροντόβουϊδο στην πρασινάδα ράσει// μα δε μπορεί να τη μασεί και την ανεχαράσσει

αργαντινή

 βραδυά.

(Σα ντη κακήν αργαντινή, που βρέχει και χιονίζει//ετσάναι κ η γιαγάπη σου, και ποιός την κουλαντρίζει.)

αργουλίδες

αγριοελίδες, με αναγραμματισμό-παραφθορά. άγριες μικρές ελιές.

άρδαχτος  ή αδραχτος

άξονας, που με τη βοήθεια και του θρομυλιού, τύλιγαν την κλωστή από την ανέμη σε κυλίνδρους από καλάμι.

αρισμαρής

δενδρολίβανο

άρκαλος

ο ασβός (ζώον)

άρκλα

μνήμα, τάφος. (Μια βολά ζούσανε σ΄ένα μικρό χωργιό, ο Γιωργής ο νεόπλουτος λόγω γάμου, (μα  και μεσομπούνταλος) και  ο Μανώλης ο ξάδεργφός του, απούτανε κι΄αυτός σαν τον απατό ντου,  Εχρειγιάστηκε να πάνε στο γυναικοχώρι του Γιωργή σε μια κηδεία. Απίτις ετέλειωσε η κηδεία, ο Γιωργής όλο καμάρι γυρίζει και λέει του ξαδέρφου ντου: ¨Ελα δα ξάδερφε να σου δέιξω και τη δική μου άρκλα… Πάει τονε σε ένα τάφο όλο μάρμαρα και ξόμπλια, εθαμπώθηκε το Μανωλιό και γυρίζει και κάνει ντου: – Ήθελα μωρε Γιωργή και να κάτεχα είντα κάθεσαι  και κάνεις στο κολοχώρι μας, αφούχεις έθοιο μπράμα επαέ*…»

αρμυρίκια

είδος κέδρου ανθεκτικού στην αλμύρα της θάλασσας, φυόμενος στις παραλίες

αρνεύω

ηρεμώ (αυτολεξί=μετατρέπω σε αρνί) (Η μικρομάνα στο πιο μεγάλο τζη κοπέλι: -Δε θα πα να παίξεις αντράκι  μου, μονό κάτσε ν΄αρνεύεις το Μανωλιό μας, μέχρι να καθαρίσω μια ψημαθιά κουκιά…)

αρούβαλος

ο με απρόσεκτες κινήσεις, πολλάκις και στη συμπεριφορά, χωρίς όμως δόλο.

ασκομαντούρα

ο αρχαίος άσκαυλος, η φλογέρα

ασκορδουλάκοι

βολβοί  (σαρακοστιανό φαγητό)

ασκοτιζαρες

σκυλοκρεμύδες (φυτό με βολβό)

ατζί

γάμπα 

(Μια κοπελιά μου πάντηξε και μούπε να κατσάσω // να μου ταξώσει θέλει ο΄θιός, τ΄ατζί τζη να τση πιάσω)

ατζικνίδα

τσουκνίδα

ατζίποδας

γάμπα (Φράση: θα σε κρεμάσω από τον ατζίποδα)

ατζιρίτι

το τρέξιμο το τρεχαλητό.

ατζιριτιχτός

τρεχάτος

ατσέλεγοι

τα νεαρά σπουργιτάκια, λίγο πριν πετάξουν. (Αλλιώς : ξεπετασάρικα)

αυγιαργά

=αύριο αργά

αυγικό

η  βραδινή ακολουθία της Μεγάλης Εβδομάδας

αφάγωτα

Ι. παθητική εννοια= αυτά που δεν έχουν φαγωθεί. ΙΙ Αλλά και ενεργητική έννοια: =αυτά που δεν έχουν φάει  επίσης φαγωμένος=αυτός που έχει φάει Είμαι φαωμένος (φαγωμένος)=έχω φάει.

αφορδακός

βάτραχος

αχαϊρευτος

ανεπρόκοπος

Β

**********************************************

βαγιοκλαδίζω

περιποιούμαι

(Ρεθεμιανέ μου καντιφέ, ποιος σε βαγιοκλαδίζει // να παίρνει από τα μάτια μου δάκρυα να σε ποτίζει )

βαρεμένη (ή)

η γκαστρωμένη,  η έκγυος

βαρύχνω

τραυματίζω ή τραυματίζομαι. (Μην πετάτε μωρέ πέτρες, για΄τι θα βαρείτε ο γεις τα΄αλλού)

βαστάγια (τα)

α. Κορδόνια παπουτσιών (τ.ε. αυτά που κρατούν τα παπούτσια) β. τα κορδόνια της βούργιας. (βλ βουργιδοβάσταγα)

βαστώ

υπομένω,  αντέχω.  ενδιαφέρον παράγωγο, εκτός από το γενικής χρήσης : ανεβάσταγος= ανυπόμονος είναι και το : λιγοβάσταγος  (λιγοβασταγιά) (=μικρής αντοχής και υπομονής άτομο Φράση: Η γειτόνισα:  –Ηντάχει μπρε το Νικολιό και γκανίζει σα ντο γάιδαρο από την ταχινή; -Επόνιεντο  το κακονίζικο ο λαιμός του και επήγα και μου το ξελέμισε* η Καβρουλομαρία, είναι και λιγοβάσταγος και δε λέει να σολαϊστεί* μονο θα μασε τροζάνει… )

βαστώ  (1)

κρατώ και μεταφορικά αντέχω, εξ αυτού και το: Βαστάγια (αυτά πουν βαστούν, δηλαδή φέρουν,  το φορτίο ή το αντικείμενο)

βατοκόπος

δρεπανοειδές κοπτικό εργαλείο με ξύλινο στύλο-προέκταση, για να  κόνονται τα βάτα. Σπάνια ασχολούμασταν με τους βάτους, εκτός εάν εισχωρούσαν σε καλιεργούμενα εδάφη. Έτσι ο περίγυρος-φυσικός φράχτης των αγροκτημάτων γέμωζε βάτους. Σημαντικός λόγος της αφθονίας τους ήταν η αφθονία υπόγειων νερών. Αλλωστε, ήταν γνωστή η παροιμία: Όπου δες πλάτανο γι βάτο,  έχει και νερό από κάτω…

Σπάνια κόβαμε τα βάτα για να μαζέψωμε σαλιγγάρια. Αποτελούσαν όμως ένα απρόσβλητο καταφύγιο για τους σκατζόχοιρους, τους οποίους λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων, δεν έτρωγαν οι ντόπιοι. Αυτό το γνώριζαν οι ατζιγκάνοι, που καταφθάνοντας στο Πετροκεφάλι τσαντιρώνανε και μεταξύ των άλλων είχαν γυμνασμένους σκύλους που ξετρύπωναν μέσα από τα βάτα τους σκατζόχοιρους. Η συνέχεια ήταν: Σε μια σούβλα οι σκατζόχοιροι γινόταν κοντοσούβλι, στην πρόχειρη υπαίρθια ψησταριά, μοσχομυρίζοντας η γειτονιά, αλλά και ανεβάζοντας το κέφι των ατσίγκανων, που τόριχναν στο χορό και το φαγοπότι… Αξιοσημείωτο είναι πως δεν συγχρωτιζόμασταν στα γλέντια τους, μιάς και δεν υπήρχαν σημεία κοινωνικής επαφής…

βάτσουνα

Βατόμουρα. Το φρούτο από τους βάτους. Αφθονάτατοι οι βάτοι στην πεδιάδα, συνήθης φυσική και ακούσια περίφραξη των ιδιοκτησιών τσ΄εποχής μου. Μάλιστα ο χαρκιάς* έφτιαχνε είδικό εργαλείο, τον βατοκόπο, για να τους κόβουμε, περιορίζοντας την επέκτασή τους στα καλλεργημένα εδάφη.

βγορίζω

 α. Το ξημέρωμα, ώρα που θαμποφέγγει, ή και θαμπονυκτώνει. β. Η με δυσκολία, λόγω φωτισμού-απόστασης, διάκριση πράγματος.

βεγγέρα

Ισοδύναμο του καφενέ για τις γυναίκες του 1950 -60. Η παραδοσιακή μορφή ήταν η μάζωξη των γυναικών περί το λιοβασίλεμμα στην αυλή μιάς γειτόνισας. Όμως τους χειμερινούς μήνες η συνήθεια επεκτεινόταν και στα σπίθια, δίπλα στον πυρόμαχο*. (Είντα κάνεις Αντιγόνη; Θέτε μουσαφίρηδες; Επαέ ήρθα να βεγγερίσομενε μια ολιά*, μεχρι ν΄ανεμαζωχτεί ο αντρας μου από τσ΄αμπλάς του).

βένα η

ίνα (εξεραθήκανε οι φασλούλες και πρέπει να τσοι ξεβενήσω (τουτέστιν να τους αφαιρέσω τις ίνες) , πριχού τσοι γιαχνίσω, αλλώς δεν θα τρώγουνται)

βερβελίδες

τα σφαιρικού σχήματος περιτώματα των αιγοπροβάτων. (Με περιπαικτική διάθεση προς ατάλαντους καλλιτέχνες: «-Κατέχεις ποιος έιναι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης; -Όι; -Εεε γροίκατο σκειάς!: Ο κώλος τσ’ αίγας μας! –Γιάντα; -Γιατί κάνει κι΄αυτός τσοι βερβελίδες ολοστρόγγυλες,  χωρίς καλούπι!» 

βίτσα

βέργα (εργαλείο πειθούς-τιμωρίας στα πρό του 1960 δημοτικά σχολεία)

βλαψίδια

=ενοχλήματα εγκυμοσύνης.  (κακά βλαψίδια= ενοχλήματα των πρώτων μηνών της εγκυμοσύνης. (Εϊντα κάνει μπρε Ρηνιώ η νύφη σου; -Άστα κακονίζικο, κακά βλαψίδια έχει, ούλη την ώρα ανεκερώνεται*, κι΄ άμα φάει πράμα, το ξερνά ντελόγο*…)

βλόγα η

το στεφάνωμα, η τελετή του γάμου η στέψη (από το: ευλογία)

βόλιτα

βόλτα, πορεία

βολόσυρος

εξαρτημα αλωνίσματος. (σανίδα 1χ2 μέτρα, με μεταλικά δόντια (ή και ορυκτά παλιότερα), που θρυμνάτιζαν τα στάχυα στο αλώνι)

βούι, βούγια

το βόδι, τα βόδια

βουκέντρι

καρφί στερεωμένο σε δίμετρο ξύλο. Χρήση: Να ξεσουβιάζει* τα βόδια την ώρα του οργώματος ο ζευγάς, ενώ κρατούσε-οδηγούσε  και το αλέτρι.

βουλώ

βουλιάζω (Μαντινάδα λεχθείσα προς Μητσοτάκη, όταν αναριχήθηκε στην εξουσία της ΝΔ ο Σαμαράς:

Ε΄εε πως τα φέρνουν οι καιροί, κι βουλισμένοι χρόνοι / /να κελαηδεί ο κόρακας και να σιγά τα΄αηδόνι..)

βουρβουλακώ

βγάζω μπουρμπουλήθρες (κοχλάζει το νερό =βουρβουλακά)

βούργια

είδος ταγαριού με κορδόνια (βαστάγια*) για μεταφορά μικροποσοτήτων τροφίμων και αντικειμένων

(Τυμπακιανή τη θέλω γω να βλέπει και τα βούγια // να βγάνει τα παπούτσα τζη να τα πετά στη βούργια)

βουργιδοβάσταγα

 τα κορδόνια που με μιά κίνηση έκλειναν και κρατούσαν κλειστό το άνοιγμα της βούργιας. Και ο αθυρόστομος ριμαδόρος :

«μεγάλουρο μυστήριο είναι τ΄αθρώπ΄ο κώλος // χωρίς βουργιδοβάσταγα ανοιγοκλείνει μόνος»

βουτσά

σβυνιά, τα δισκοειδούς σχήματος περιτώματα των βοοειδών.

βρούχος

έντονος υποκωφος θόρυβος (ίσως από παραφθορά του: βρυχώμαι,  βρυχυθμός)

βυζαστάρι

=του γάλακτος,  που βυζαίνει ακόμα, βυζανιάρικα  (επί νεαρών ζώων)

Γ

*********************************************************

γάγλες

πορεία ζικ-ζακ (Φράση:  ο δρόμος κάνει γάγλες)

γαζέπι

λέξη-κατάρα. Τούρκικα σημαίνει θεομηνια-συμφορά.  (Θυμάμαι τον παππού μου να κυνηγά και να καταράται τον κάτη του, που προσπάθησε να του αρπάξει την καπνιστή φρίσσα*. –Εεε να σου δόσει γαζέπι παντέρμε και ναχα σε προκάμω…)

γαζέπι (1)

Εεε, να σου δόσει γαζέπι παντέρμε… Οι γιόρνιθες, οι κάτες, αλλά και άλλα ζούμπερα, πολλές φορές εβγάνανε τσοι νοικοκυραίους από τα ρούχα τους, οδηγούμενα από την πείνα τους. Είχανε το λοιπός οι γιαθρώποι  σχέσεις αγάπης και μίσους, και συνομιλούσανε μαζί τους, πιαπαραδά*, μα και τα καταριότανε άμα δεν τωσετρέχανε σορδεινιά. Μια βαριά κατάρα είτονε και ετουτινά… Προφανώς το γαζέπι υποννοούσε κακά ξέτελα*…

γαλανός

γαλακτόχρους, λευκός, άσπρος (εκ του: γάλα)

γαμηλιώτες

Οι συμετέχοντες σε ένα γάμο

γαμπάς

κάπα, ανδρική υφαντή από γίδινο μαλί αρκετά υδατοστεγής, για προφύλαξη των βοσκών από τη συνεχή βροχή. (Παροιμία προς μη προνοητικούς: -Όντο λιάζει, πάρε το γαμπά σου, όντο βρέχει, ξάσου… Και μεθερμηνευόμενο: Όταν είναι λιακάδα, προνόησε να πάρεις τον γαμπά σου, όταν όμως βρέχει, κάνε ότι νομίζεις, δεν χρειάζεται να σε συμβουλέψω).

γαρδούμι

γαρδούμπα

γαυρώνω

αγκυλώνομαι. (Εγαύρωσα και δεν μπορώ να κάμω πράμα…Ανε με ταϊσουνε θα φάω, ανε με σηκώσουνε θα σηκωθώ… (τα περί αρχαίων γαύρων και Ολυμπιακών γαύρων, οι παπούδες στην Κρήτη ουδεμία σχέση είχαν.)

γαστρί

Τεμάχιο-θραύσμα, από πήλινα σκεύη καθημερινής χρήσης. Μιάς και τα κεραμικά ήταν α) άκαυστα, β) μη θερμοαγώγιμα τα χρησιμοποιούσαμε για τη μεταφορά κάρβουνων (αναμένων) σαν θυμιατήρια κλπ.

γερά-γερά

γρήγορα – γρήγορα

γεραθειά

=γεράματα

(Είμουνα κράχτης πετεινός, μαδά στα γεραθειά μου // να με τζιμπούν΄οι γιόρνιθες, δε ν το βαστά η καρδιά μου)

γέρνω

=κινούμαι προς (κατεύθυνση) (Φράση: Εξεκαζίκωσε ο γάιδαρος, και έγειρε αθό ντ΄Αλυσσανδράκια. Αλαμπλίρι που θα νείναι ο παντέρος πογερμένος* …)

γιαγέρνω

επιστρέφω, γυρίζω πίσω.

(Σα ντο τρεχούμενο νερό, που δε γιαγέρενει πίσω //τρέχω  να μη σε ξαναδώ, γιατι θ΄αντλοήσω)

γιαγκιλίκι

παθιασμένος έρωτας προς κάποιον…

(Πάντα καθίζω σα σε δω, για δε μπορώ να στέκω // Θέ μου το γιακγκιλίκι σου, και πως θα το παλέψω)

γιαμιάς

άμεσα, ντελόγο, παρευθύς, αμέσως, αυτοστιγμεί.

γίγλα

δερμάτινο ή από σχοινί στερέωμα του σαμαριού στο στήθος του ζώου, που έφερε το σαμάρι

γιοργάνι

πάπλωμα

γκάγκαρα

φρύγανα, διαφορα ξερόχορτα

γκαζοντενέκα

επικασιτερωμένος ορθογώνιος τενεκές χωρητικότητας 17-20 λίτρων

γκανίζω

γκαρίζω (Περιπαιχτικά:

Στου Ψηλορείτη την κορφή γκανίζει ένα γαϊδούρι // μα δεν το καλοξάνοιξα, και σούμοιαζε στη μούρη!)

γκεινιάζω

παραφθορά του:  :εγκαινιάζω

γκερντανές

(πφ: gερdανές)

Δυό κρίκοι συνδεμένοι διπλός χαλκάς με άξονα ελεύθερης περιστροφής. Στους χαλκάδες δενόταν το σχοινί, οπου δενόταν τα ζώα για βοσκή. Σκοπός: η μη καταστροφή του σχοινιού λόγω περιστροφής από το ζώο.

γλίνα

το χοιρινό λίπος

γλυστρίδα

(χορταρικό για σαλάτα)

γούζομαι

διαμαρτύρομαι, παρατεταμένα, μα σε χαμηλό τόνο

γούσπα

ρηχός λάκκος, με στάσιμα νερά,  που προέκυψε είτε από βροχή, είτε από διακοπή ροής νερού σε ένα κανάλι, οπότε τα βαθύτερα σημεία του κρατούσαν νερό, φτιάχνοντας γούσπες…

γρά

= γριά,  κατά σύντμηση

(καλιάχω τσοι παστές ελιές παρά τσοι κολυμπάδες // καλιάχω δεκα κοπελιές, παρά σαράντα γράδες…)

γραντίζω

μπλέκω άσχημα, (μέχρι τρέλλας) αλλά άθελα μου. (φράση: Επαντρεύτηκεντηνε και εγράντισε…)

γριβίζω

αφορά επιθετική-προειδοποιητική-απειλητική ηχητική εκφορά αρχικά του σκύλου, μα και ττων ανθρώπων μεταφορικά… (μου γριβίζει ο σκύλος του Σαλιαροστελιανού κάθε που περνώ από το κονάκι ντου… Κακόσκωτος είναι ο παντέρμος πιά παρα τα΄αφεντικό ντου…)

γροικώ

 ακούω. Έχει όμως έντονη και τη χρήση-έννοια του: λαμβάνω υπόψη, υπακούω , αντιλαμβάνομαι (Νά γροικάς τση μάνας σου γιατί θα σε καταχερίσω. Άλλη φράση: Εκεντήσανε*  τα γκάγκαρα* γύρου-γύρου από την  παρασθιά*  απούχενε όξω, μα εκοιμούντανε βαριά  και δεν εγροίκα ανεπαταχλί*  Επρόκαμε ο σύντεκνός του και τον ήβγαλε, αλλοιώς θελα κρουφτεί από τσοι καπνούς σαν τον άρκαλο*)

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: