ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΔΕΖ

 ΚΡΗΤΙΚΑ ΔΕΖ.           Γιά λέξεις από άλλα γραμματα: ΚΛΙΚ ΣΤΟ: ΚΡΗΤΙΚΑ ΤΣΗ ΚΑΤΩ ΜΕΣΣΑΡΑΣ

Δ

*********************************************

δασκάλια

 τα παιδιά του σχολείου, σχολαρόπαιδα

δεμένος

 αφορούσε έκφραση βροχερού καιρού. Υπονοούσε την πλήρη συνέχεια βροχερής νέφωσης από την νοτιοδυτική περιοχή της Μεσσαράς, που ερχότανε συνήθως τα υδροφόρα νέφη (Εσόδεσε ο καιρός και δε θα πάμε πουθενά. )

δέσπολα

μούσμουλα

δέτης

γκρεμός (μικρού ύψους)

διακονιάρης

ζητιάνος

διάλε

Κατά σύντμηση από το : διάολε, διάβολε

διάλε τσ΄απολυμάρεις …

φράση-ήπια βρισιά, πολύ συνηθισμένη στα μέρη μας Η ίδια φράση εκσυγχρονισμένη: =διάλε τα΄αποθαμένους….. (απολυμάροι =απολεσθέντες, πεθαμένοι)

(Διαλε τα΄απολυμάρις του απου χρωστεί και δώσει //  κι΄απούχει πεθερά καλή και δεν την …απαυτώσει, άλλη εκδοχή: κι΄απούχει πεθερά κακή και δεν τηνε ψακώσει).

διαλεγώνας

Ειρωνικά: ό χώρος που μπορεί κάποιος να διαλέξει ότι του αρέσει,  από υπάρχοντα αγαθά.  Χρησιμοποιείται πάντοντε αρνητικά για κάποιον που απαιτεί, αν και δεν δικαιούται, να διαλέξει κάτι εκτός αυτού που του προσφέρεται. (Φράση : Πάρε αυτό που σούδωσα, δεν θα σε βάλω και στο διαλεγώνα…)

διανυρίζω

βλέπω με μεγάλη δυσκολία, βλέπω, ή και φωτίζω,  οριακά  (Ξεπασούλισε* μπρέ το λύχνο, μονό ίσα-ίσα που διανυρίζει)

διαρμίζομαι

συγυρίζω ένα χώρο, συνήθως δωμάτιο, αυλή, κουζίνα κλπ

δίμουρος

 ο διπρόσωπος

δίφορος

Αφορά  τύπους δένδρων που παρήγαγαν δυό φορές καρπό (συνήθως λεμονιές-πορτοκαλιές. Ο αμπελικός* (και εμβολιαστής) στο συμεθεράκι ντου: Να σου φέρω θελω γώ φίλι* από του Μονάντερου του Ζαχαρία τη λεμονιά, απούνε δίφορη και θανέχεις λεμόνια ολοχρονίς του χρόνου…Μονό να μην ξεχάσεις να μου το μεταπείς*  να τηνε κεντρώσω*, οντε θανείναι η ανερατζά* του καιρού ντζη*…)

δοχιό

Επιδαπέδια κατασκευή για τη συλλογή του μούστου από το πατητήρι

δρομώνω

παίρνω δρόμο (για γνωστό, συνήθως,  μέρος) ( Πούνε μπρε το κοπέλι να το πέψω να γεμώσει τον τσούκο κρασί; -Εδρόμωσε αυτό, κι΄αμε επαθέ θελα σου κάθεται, σαν εγροίκα στ΄αλλους και επαίζανε δεν εσολαγούντανε απίτις εποδιάβασε…).

δροσά

ουδέν, τίποτε, ίχνος  (Δροσά δεν ήκαμες από την ταχινή, άμε σκειάς να παρασύρεις το σταύλο, να μη γούζεται ο κύρης το βράδυ…) 

Ε

***************************************

εγούγια (επίρ)

αλλοίμονο 

έθοιο

τοιούτον, τέτοιο

είντα

τί;

(Μια παντρεμένη αγαπώ, κ’ είντα να βάζει ο νού τση // κ’ είντα να λέει καθ΄αργά,  του μπουνταλά, τα αντρούς τση)

επά, επαέ, επαδέ (επιρ.)

εδώ , εδωδά. (πιθανή παράφραση-σύντμηση του: επί-εδώ=επιαδέ-επαδέ-επαέ- επά)

εργώ

κρυώνω. (Παροιμία: Απούμαθε ξυπόλυτος,  εργά καλικωμενος* (τονίζει τη δύναμη της συνήθειας))

εργώ  (ρ)

κρυώνω , αισθάνομαι ψύχος (φραση: απούμαθε ξυπόλυτος, εργά καλικωμένος)

ετά (επίρ)

αυτού (..όπου ευρίσκεσαι..    Φράση: Επαέ βρέχει, ετά, είντα καιρό κάνει= Εδώ βρέχει, αυτού , τι καιρό κάνει; Ακόμα: Παλιά, θέλοντας να πειράξουν του Γαλιανούς (εκ Γαλιάς), την εποχή που το τηλέφωνο ήταν ένα ανά χωργιό, στο τηλεφωνείο, και ο παρευρισκόμενος, μορφωμένος ή μη,  έπιανε το ακουστικό που καλούσε, δίδοντας άμεσα το στίγμα του χωργιού: – Επά Γαλιά, Ετά;  Όπερ μεθερμηνευόμενο: Εδώ (όπου καλέσατε) είναι Γαλιά, αυτού (από όπου καλείτε) τι είναι;)

έχεντρη

ειδικά δαιμορφωμένο δίμετρο ξύλο με αιχμηρό  το ένα  άκρο, πολλάκις εφοριασμένο με καρφί, γιά την καθοδήγηση των βοδιών την ώρα του οργώματος

έχερη

λαβή του αρότρου

έχνη

τα οικόσιτα ζώα

Ζ

********************************************

ζάβαλε

(τουρκ ) καυμένε (σύνηθες καταληκτικό φράσεων., όπως το καημένε, στα νεοελληνικά. ΄Όμως ο «καυμένος» μπορεί νάναι και ο ίδιος ο ομιλών: -Έφυγε ζάβαλε το λεωφορείο και δεν το πρόκαμα. –Κάτσε, μα αφάωτος είσαι ζάβαλε…  (τε: Κάθισε καυμένε, μα σίγουρα δεν έχεις φάει (…κάθισε με σκοπό να φάμε…)

ζάλο

βήμα (εξ ου  και: πεντοζάλης= χορός πέντε ζάλων-βημάτων)

ζαμάνια

Μεγάλο χρονικό διάστημα (καιρούς και ζαμάνια είχαμε να σε δούμενε…

Ζαμάνια είχα να σε δώ, καιρούς να σ΄ανταμώσω // για να σε δουν τα μάθια μου, κι΄ο νούς μου, να μερώσω*). 

ζαφτι

Φράση : κάνω ζάφτι(ζάπτι;). Εννοεί: φέρνω στα μέτρα μου , φέρνω σε λογαριασμό. Χειρίζομαι κάτι  επιβάλλοντας την τάξη (;)- κανόνες, δρομολογώ τα προβλήματα.  Προέρχεται από τη λέξη ζαπτιέδες= χωροφύλακες (τούρκικα)

ζβιγάκια

κουβαρίστρες

ζερβός

αριστερός  (τοποθεσία: του Ζερβού το πέραμα)

ζερβοπαρούτης

αριστερόχειρας

ζευγαριά

μονάδα μέτρησης επιφάνειας, ή και εργασίας. Αφορούσε συνήθως έκταση που ώργωνε κανείς σε μια μέρα με τα βόδια.  (Φράση: Έχω στην Κυληστριά δυό ζευγαριές χωράφι, Αντίστοιχη μέτρηση: Έχω δυών εργατώ αμπέλι  τε.  τόσης έκτασης, όσο θα έσκαβαν δυο εργάτες σε μια μέρα)

ζεύλα

κυρτωμένο σίδερο 10-15 χιλιοστών δικην  U, χρησιμοποιούμενο για τη στήριξη του ζυγού στον τράχηλο του βοδιού κατά το όργωμα-αλώνισμα. (Άμε μωρέ  Νικολιό να  φορτώσεις τσοι ζεύλες και τα ζυγάλετρα, να παμε να κάμωμε (=οργώσωμε) το χωράφι στα Μπαϊργια)

ζευλώνω

κάμπτω λυγίζω (επί μεταλικών αντικειμένων (εξ ου και Ζεύλα= ειδική μεταλική κατασκευή  τύπου U για το στερέωμα του ζυγού στο σβέρκο των αγελάδων). (Ζεύλωσε Νικολή τα βούγια να κάμωμε μια ζευγαρια* χωράφι…) Μεταφορικά : ζευλώνω =ζεύω (κάποιον), ειδικά σε παντολογήματα με το στανιό…

ζήση

=ζωή

(Ετσα που με καντάντησες,  δεν είμαι μπλιό για  ζήση // εδά στην τύχη  πορπατώ, κι όπου με καταντήσει)

ζούμπερα

τα οικόσιτα ζώα

ζουρίδα

κουνάβι

ζυγώνω

=πλησιάζω. Ιδιωματική χρήση: Α.= κυνηγώ και απομακρύνω κάτι (χωρίς να τον σκοτώνω) (Οντανείτοναε τα ρύζα στη Μεσσαρά εδίδανε των κοπελιών ένα τάληρο και εζυγώνανε τσοι σπουργίτους (απού τρώγανε το ρύζι).    Ζύγωξε μωρέ Γιωργιό τσοι μύγες,  μονο θα μπούνε στη μπούκα σου…) Β Ακόμα ιδιωματικά, σύνηθες ήταν να «ζυγώνουνε» οι ντελικανήδες  τσοι κοπελιές (με την έννοια του προσπαθώ να προσεγγίσω ερωτικά)  (Εζύγωνε  το Κατερινιό, μ΄αυτό εκόνευε* αλλού…  Είδες Νικολιό ειντάπαθε ο ξαδέρφουλάς σου;  Ζύγωνε τη μια και την άλλη μέχρι που του φορτώσανε τη χειρότερη…)

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: