ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΠΡΣ

Π

*****************************************************

παγουδιάζω

(επί πόνου)= ελαττώνω τον πόνο (Πιθανόν από την κατευναστική δράση πάγου και γενικά των ψυχρών επιθεμάτων, σε σημείο έντονου πόνου)  -Έχεις μπρε Ρηνιώ κεινένα καλμόλ*; Θέλω να πάω στ΄αυγικό μα μέπιασε ο κόκαλός μου και δεν μπορεί να με παγουδιάσει ο παντέρμος ακόμη….) (* είδος παυσίπονου του 1950-60)

πανίζω

ρήμα εκ του: πανί. Σκουπίζω (…χρησιμοποιώντας ένα πανί). Ειδική χρήση: πανίζω το πιάτο μου= «σκουπίζω» το πιάτο μου χρησιμοποιώντας τεμάχιο ψωμιού και τρώγοντας το. (Όντεν εγύρισε ο άντρας μου από τα ξύλα, είτονε λιμασμένος ο κακομοίρης τση πείνας. Ήβαλάντου ένα μεγάλο μοσοράκι  φασούλες, και το πάνισε καλά καλά και μου ζήτα κιάλλο…)  ΙΙ Πανιστής: Ένα από τα χρειαζούμενα του παραδοσιακού φούρνου είτονε και ο πανιστής: Σε ένα κοντάρι 3-4 μέτρα δέναμε μερικά άχρηστα ρούχα, τα βρέχαμε σε νερό και με αυτό πανίζαμε (τ ε σκουπίζαμε) το πάτωμα του πυρωμένου φούρνου από τα κάρβουνα και τα υπολείματα στακτης, ώστε να τοποθετηθεί το ζυμάρι για ψήσιμο, χωρίς να κολήσουν επάνω του ακαθαρσίες)

πάντα (πφ πάdα) – παντώ

η πλευρά, θέση. Το ρήμα ιδιωματικά εννοεί την «κατασκευή» πάντας ή πλευράς, με την έννοια του εμποδίου (Παντώ τα ζώα να μην φύγουν.  τε είμαι από μια πλευρά και δεν τους επιτρέπω τη διέλευση.  Άλλο παράγωγο ρήμα το παντιδώνω*=κάνω πάντα , ταιριάζω, δίδω ευκαιρία. Ακόμα: φέρνω στην ίδια θέση Ι παντήχνω*=συναντω  = Ι μονοπαντίζω=αθροίζω-θέτω «πράγματα» στην ίδια θέση).  ΙΙ συναπαντήματα. Με τη λέξη αυτή ενοείται το ετήσιο μνημόσυνο κάποιου πεθαμένου (- Δε θα νέρθω  κουμπάρε, στη βάφτιση του γκονακιού σου, δε μου βολεί αυτές τσοι μέρες,  γιατί έχομε την Κυριακή τα συναπαντήματα του πεθερού μου και πρέπει να πάω δυο μέρες στο γυναικοχώρι…).
(Πάντα Ζαχάρη τα οζά, πάντα μωρέ Ζαχάρη // και τα στιβάνια  που φορείς χρώστείς τα του τσαγκάρη…)
παντέρμος
(=παντελώς έρημος) επίθετο ήπιας λύπης-συμπάθειας ή αντιπάθειας (Έ εε το παντέρμο το ψωμί, πόσα βούγια ανεθρέφει… (Φράση λεγόμενη για ανθρώπους που αντίθετα του αναμενόμενου, διαπράττουν παιδαριώδη λάθη, από κακή κρίση).
παντιδώνει
ταιργιάζει
παντήχνω
συναντώ
(Μια γκοπελιά μου πάντηξε και μούπε να κατσάσω*// να μου τα ξώσει* θελει ο θιός, τα΄ατζί* τζη, να τση πιάσω)
 παπούρι
λοφάκι,  γήλοφος
παραλέω παράπε
λέω κάτι με επιφύλαξη, με προσοχή… (Επαράπε μου το εμένα ο ξάδερφός μου, είντα κουμάσι είτονε, μα εγώ δεν εγροίουνα κειανενούς ετοτεσάς, καιδά τα πλερώνω…)
παρανομιάζω
παρατσουκλιάζω (παρανόμι =παρατσούκλι, προσωνύμιο)
παραπαντίζω
θέτω κατι στην άκρη (παραπαντίζω να περάσει το αμάξι=θέτω τον εαυτό μου στην άκρη. Παραπαντίζω χρήματα= φυλάω χρήματα)
παραστιά (η)
η εστία, το τζάκι μαγειρέματος (παρά την εστία). Η συνολική κατασκευή για μαγείρεμα με ξύλα.
παρασύρα
=σκούπα.  (Η παρασύρα πολυτελείας στο χωργιό μου είτονε η γνωστή με το κίτρινο χορτάρι, εμπορικό προϊόν, μιάς και δεν υπήρχε στη Μεσσαρά. (Δες την στα ΧΡΕΙΑΖΟΥΜΕΝΑ). Μεσαία σκούπα ήτονε η φτιαγμένη από βούρλα, άφθονα στην πεδιάδα. Κάποιοι Τυμπακιανοί τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έκοβαν βούρλα και εφταχναν-πουλούσαν σκούπες. Πρόχειρες σκούπες ήταν από θύμους, στερεωμένους στην άκρη ενός ξύλου).
παράωρος (ο)
κατά λέξη= ο άκαιρος, αυτός που δεν είναι στην ώρα του. Πρακτικά: ήπια μειωτική φάση για την πνευματική ισορροπία κάποιου (Φράση: Αυτός είναι παράωρος,  ή: όλο παραωργιές κάνει…)
πάσπαρος
λειοτριβημένο λεπτόκοκκο χώμα. (Φράση: του Μαρταπρίλη τα νερά, όλο πασπάροι και πηλά) (Οντονεπέρνα ο Παπατζιρίτης, είτονε, λένε, τοσονα γλήγορος , απού εθώργιες μόνο τον πάσπαρό ντου…).
πατανίες
 οι κουβέρτες που συνήθως υφαίνονταν στον αργαλειό
πατούλια
παρέα, μη οργανωμένη ομάδα
πατουχιά
«Φιλολογική» μονάδα επιφάνειας, ίση με την επιφάνεια της πατημασιάς. ( Τα πήρε για ένα κομάτι ψωμί, να εδάκάνουνε (=αποτιμώνται) πατουχιά και λίρα.  Ο κύρηςτου δεν τούφικε μηδε πατουχιά, μα είτονε αξιος κείκαμε ατράνταχτη περιουσία…)
πατσάβρα (η)
Χαρακτήρας γυναίκας (ίσως εκ του πατσαβούρα), που επέρυρε το θυμό κάποιου από παράπτωμα κακής συμπεριφοράς (μη σεξουαλικής πάντως…. ) (Φράση: Είδα τηνε τη πατσάβρα και έσερνε  το κοπέλι τζη από τ΄ αυτί, επειδή εμίλιε με τα κοπέλια τση κουνιάδας τζη, απούτανε τσακωμένες…Κοπέλι μωρή κακομοίρα είναι, δεν εσκότωσε εδά και κειανένα…)
παχνιά
Η βοδινή (=του βοδιού) μερίδα τροφής. (παχνίζω= βάζω μια παχνιά (μερίδα) τροφής στο ζώο. Η παροιμία για το μέγεθος της μερίδας τροφής γενικά, με τη φράση: «Κατά το βούι, είναι κιή παχνιά ντου». ήταν μεν δεικτική, (κύρια για εκείνους που έτρωγαν υπερβολικά μεγάλες μερίδες φαγητού), εννοούσε δε πως:  ανάλογα με το μέγεθος του ανθρώπου ώφειλε να είναι και η μερίδα φαγητού του)
πεζούλα =πεζούλι, πεζοδρόμιο (Παλιά, που ήταν δύσκολες αλλά και μικρής διάρκειας οι κατασκευές ποιότητας τύπου πάγκων, καναπέδων κλπ, ειδικά εξωτερικών χώρων, μαζύ με την κατασκευή του σπιθιού, μπορούσαν να σχεδιασθούν και να κατασκευασθούν στην αυλή κτιστά πεζούλια, καλυμένα με πλάκες, που δεν παθαιναν φθορές. Το πρωί δε, τους καυτούς καλοκαιρινούς μήνες αυτές οι πεζούλες ήταν ιδιαίτερα δροσερές και την αράζανε οι τεμπέληδες και ακαμάτες, αντί να πάνε στη δουλειά.  Από κει ορμώμενοι οι αθυρόσατομοι, πλήν αληθινοί, παππούδες μας για να κατσαδιάσουν τους τεμπέληδες, έλεγαν τη μαντινάδα:

Απ΄αγαπά την ταχινή και τη δροσοπεζούλα // κάθε πρωϊ σηκώνεται και τρώει μια σκατούλα!)

πεντακοσάρι

Ι ένα πεντακοσάρι είτονε το χαρτονόμισμα πεντακοσάρικο, μετέπειτα (μετά το 1953) μισή δραχμή. ΙΙ γυάλινο μπουκάλι με χωρητικότητα 500 δράμια. (Είπεψέ μου η Δρακογιώργαινα μια ψημαθιά* κουκιά και πάω να τα ξεματίσω* να τα μαγερέψω για ταχυτέρου*, απου θα πάει ο Γιωργής μου να κάνει καλουργιά* το χωράφι… Είχα τζη μαθές δόσει και γω δυο πεντακοσάρια κρασί, από το καλό μας λιάτικο*, μιάν αργαντινή απούρθανε παρωρας* οι προξενητάδες για το Κατερινιό τζη…)
πετρώνω Ι ρ παθ.: όπως η ελληνική γλώσσα: μετρατρέπομαι σε πέτρα ΙΙ ενεργ ρήμα: σκεπάζω τι- τινά με πέτρες. Με τη δεύτερη αυτή έννοια και με σκληρό, ρεαλιστικό, όχι όμως και απαξιωτικό τρόπο, εννοούσαν την ταφή ανθρώπων που ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους: «Επέρασα λιοβουτήματα σύντεκνε, κατά πουχαμε πει, μα ή πόρτα είτονε κάπα-καπί, είχετε πράμα και δεν επήρα χαμπάρι; -Όι σύνεκνε, είχα σου πει αλλότες πως ο  συμπέθερός μου στο γυναικοχώρι είτονε κακός* (τε στα τελευταία του), και επήγαμε οψές και τονε πετρώσαμε…. Ηρθα πάρωρα και εντράπηκα να ξεσμιλιώσω τα κοπέλια, γι αυτό δε σου χτύπησα…)
πηλατεύω
παρενοχλώ, οχλώ  προς ένα στόχο. Ρήμα κυριολεκτικό αλλλά και μεταφορικό. (εκ του πηλός-πηλά) Αφορά την ήπια πίεση για επίτευξη ενός σκοπού (Φραση: άδικα μωρέ Γιωργιό με πηλατεύεις, δεν έχω κακομόίρη φράγκο να σου δόσω, μονό να περιμένεις να γιαγείρει ο κύρη σου να σου δόσει).
πηλοτσίκαλο
πήλινο τσουκάλι (Φράση-δείγμα παιδαγωγικών αντιλήψεων της εποχής του 1950: Οι ξυλιές δεν κάνουνε κακό παρά μόνο στα πηλοτσίκαλα…. Όπερ μεθερμηνευόμενο, εσήμαινε: Ρίχνετε ένα χέρι ξύλο στα παιδιά σας, αποκλείεται με το ξύλο  να τα βλάψετε…)
πηλώθω σπρώχνω (αλλά σαν να έπρωχνα κάτι από πηλό). (Οι κουνιάδες συζητούν: Πού επόγειρε μπρέ ο Μανώλης μας;  -Αστα κακονιζικο,  ήπαθέ ντηνε ο αδερφός σου με τα καπλόσυκα*, απου τα τρώει σαν το χοίρο… Εδά επήγαινε στο μέρος και πηλώθει μια ώρα μα τα βγάνει με το δακτύλι ντου ο καψερός… Μα  καλά να πάθει γιατί του τάλεγα:  Μανώλη άφισε τα  καπλόσυκα γιατί θα φχιαγκώσεις*.  Αυτός τση κεφαλής του  Αλλη βολά θα θωρεί τσοι καπλοσυκιές και θ΄ανεγυρίζει….)
πλερωματικός
ο επι πληρωμή.
πλιαπαραδά
σύνθετη λέξη: πλέον ή τώρα, περισσότερον από σήμερο
πνιγάρης
περιοχές-κτήματα  με λίμναση νερών τους χειμερινούς μήνες, εξ ού και τα κατακλυόμενα εδάφη, ονομαζόταν πνιγάρηδες.
πογερμένος
πογέρνω = έχω κινηθεί προς … (Δε μου πήγανε καλά οφέτος τ΄ αμπέλια΄, μα δεν μπορώ να μην τωσε βάλω πάλι μια ολιά λίπασμα…. Άστα σύντεκνε… Αν δεν βρέξει είντα θα γενούμενε, μα κιανε βρέξει, που θ΄απογείρομε…)
ποδιαφωτά
=αχνοφέγγει το ξημέρωμα ( εκ του από-δια- φωτίζει, που σημαίνει το τέλος του οριακού φωτισμού κατά την μετάβαση από το απόλυτο σκότος της νύκτας στο φώς του πρωινού) (Αντέστε να κοιμηθούμενε, γιατί θα σηκωθούμε  αποδιαφώτιστα (τε πρίν ποδιαφωτίσει) να μη μασε φάει η κάψα. στο ανεβόλεμα).
πολυμπούρικος (ο)
περίπλοκος (κυρίως επί συνταγών μαγειρικής) (Φράση (η μια γειτόνισα στην άλλη απου εκουτσομπολεύανε με τσ΄’ωρες): Άντε κακονίζικο να μισέψω, για τι έχω πολυμπούρικο φαί σήμερο και αμα γιαγείρει η κακόσκωτη* η κουνιαδέτα μου και δεν έχω μαγερεμένα, δε θα με ξεπλύνει μητε ο Ιορδάνης ποταμός…. Ειντάθελε και ο προκομένος μου ν ανεμαζώνει την αμπλά του,  να κουτσοκορφίσουνε  λέει το αμπέλι απου μας ήφικε ο πεθερός μου και τόχουνε ακόμη αμοίραστο…)
πολυώρι
Η παρεύευση αρκετού χρόνου (το πολύώρι θα ήταν ισοδύναμο του: μετά από αρκετή ώρα). (Φράση: Με το πολυώρι είδε και αποείδε πως δεν του δινα δανεικά, και εσηκώθηκε και ήγειρε αθό την άλλη μπάντα του χωργιού, να πάνει να τρυγά* κειανέναν άλλο…).
πορισά (η)
Έκ του πόρος =πέρασμα (εχρησιμοποιείτο κύρια στην επικινωνία των εκ κληρονομίας και τεμαχισμού αγροτεμαχίων (Εγώ επήρα το από μέσα κομάτι (τε το εσωτερικό), εσύ όμως θα μου αφίσεις πορισά (τε δίοδο).
πούλος
μούτζα, φάσκελο
πουργεύω
=υπουργεύω συντετμημένο. Αφορούσε το βοηθό του κτίστη, που βοηθούσε τον μάστορα-κτίστη στο τελείωμα του κτισίματος, καθώς και σε βοηθητικές δουλειές. (όσο και αν γελάτε πικρόχολα, αυτή στην κυριολεξία είναι η κατ΄εννοια δουλειά του υπουργού: να υπηρετεί τους πολίτες….) (Ο παππούς μου, ορφανός  από μικρός,  πήγε στον Albert, στις αρχές του 20 αιώνα και επούργευε σε κάποιους κρίστες-αναστυλωτές στις ανασκαφές της Φαιστού, και έτσι έγινε χτίστης….)
πουρι (επιρ)
=ισως, μάλλον (-Εφάετέντο ούλο το φαϊ, ε πούρι… και είντα θα φάμε εδά οι αποίλοιποι*….)
πουσουνίζω-πουσουνιά
ψωνίζω  (πουσουνιά =το αρχαίο και στρατιωτικο ώνια,  τα ψώνια στην κυριολεξια. Μεταφορικά,  η πουσουνιά έχει μεταφορικό χαρακτήρα, αλλά διαφορετικό του σημερινού του τύπου: (αυτός είναι ψώνιο)  (αντίστοιχο του σήμερο απαξιωτικά  λεγόμενου: από πού τον ψώνισες αυτόνε… είναι το επίσης απαξιωτικό Κρητικά: μωρέ, καλή πουσουνιά είκαμες… )
πράμα
Ι. κάτι, πράγμα  ΙΙ με αρνητική έννοια=ουδέν, τίποτε, δροσά (ΙΙ. Φράση: είπαμέ τση οβραίας  τα κάλαντα, μα δεν μασε δόσε πράμα (τε τίποτε)…  Έχει μπρε πράμα (τε κάτι), να φάμε;).
πριχού
πρωτού, πριν
προς νερού μου (πάω…)
πάω για κατούρημα
πύργια
χωνί ( μικρού μεγέθους) Ένα από τα χρειαζούμενα*  του 1950-60, κατασκευασμένος από τσίγκο.
πυρόβολος
αναπτήρας (συνήθως με χοντρό φυτίλι και τροχό με πέτρα. Η βίαια περιστροφή του τροχού στην πέτρα έδιδε σπίθες, που άναβαν το φυτίλι)
πυρόμαχος
Εστία, τζάκι (κατά λέξη: η θέση που μαχώνουμε ή «στριμώχνουμε» την πυρά) άλλη λέξη η: παρασθιά
πυρώνω πυρώνομαι
πυρώνω= κλωσώ (έχανα εδά και τρεις μέρες τη μαύρη όρνιθα, κι΄αυτή η παντέρμη επύρωνε καμμιά δεκαριά αυγά στην κουφάλα τσ΄ελιάς).  Πυρώνομαι= ζεσταίνομαι καθισμένος στον πυρόμαχο (τζάκι)
Ρ
*****************************************
ραέτι
κάτι σαν : Ι. συμπαράσταση, ΙΙ. τα έχει  (Φράση απαξιωτική: χαράς το ραέτι! , να χαρείς το ραέτι σου! )
ράσσω ( ρμ)
ορμώ  με βουλιμία    Μεταφορικά η μαντινάδα με ερωτικά υπονοούμενα  στηλιτεύει την αταίριαστη  ή άκομψη σε κάποιους ή κάποιες περιστάσεις  σπουδή για εκπλήρωση κάποιας επιθυμίας )
( Ως και το γεροντόβουιδο, στην πρασινάδα ράσσει // μα δεν μπορεί να τη μασεί, και την αναχαράσει)
ρέγομαι
ορέγομαι, μου προκαλεί όρεξη–επιθυμία, μου αρέσει.
(Τον πεντοζάλη ρέγομαι, και θέλω να χορέψω // μάναι ταπόδια μου στραβά, και δεμπορώ ναπαίξω…)
ρόβι
σπόρος ψυχανθούς χρησιμοποιούμενο ως ζωοτροφή.
ρογαλίδα
αράχνη
ρουμάνι
Το επί μακρόν εγκαταλεμειμένο, αλλά πρότερον καλιεργούμενο, κτήμα.
Σ
*******************************************
σάζω
Εκ του ισιώνω=ισιάζω =σάζω. Μεταφορικά-γενικευμένα=τακτοποιώ, φτιάχνω (σασμός.  είναι ισοδύναμο του: τα βρήκαν. Τουτέστιν, μετά από μια αδικη πράξη, γίνεται εξωδικαστική διευθέτηση της αδικίας-διαφοράς)
σάικα
 σίγουρα, βεβαίως , ασφαλώς
σαίτα
κανάλι ηπια κινούμενου νερού
σακάζω
απογαλακτίζω (οποιοδήποτε θηλάζει, ζώο ή παιδί). ( Η φυσιολογική περί και μετά τα Χριστούγεννα αναπαραγωγή των αμνοεριφίων, επέβαλε απογαλακτισμό τους (σάκασμα) περί το Πάσχα, οπότε είτα τα κρατούσαμε για μάνες, είτε τα σφάζαμε για άμεση κατανάλωση, μετά τη νηστεία του Πάσχα. Το σάκασμα των παιδιών, ήταν μεγάλο βάσανο, μιάς και δεν ήταν διαθέσιμα εμπορικά γάλατα, άλλα πλήν του «Βλάχας» σακχαρούχο-συμπυκνωμένο, ή οικιακής παραγωγής, από την κατσίκα ή πρόβατίνα,  που συνήθως αποτελούσε μέρος της οικιακής οικονομίας.
σαλεύω
περπατώ ( κυρίως σε βαρύ, κουρασμένο απρόθυμο ή βαριεστημένο περπάτημα)
σαλιβιά
Ουλή (υπόλειμα αποθεραπευμένου εξωτερικού τραύματος,  μικρού ή μεγάλου) ( Πρόσεχε μωρε Νικολιό, γεμάτος σαλιβιές είσαι, άμα σου κακοσυνέψει κιαμμιά θα σου κόψουνε τον πόδα…)
σαμε
(Σύντμιση του: ίσαμε ή ίσο με) =έως (τοπική και χρονική έννοια)  (Να πάω θελω σαμε τη σοχώρα, να ανεμαζώξω τα μαρτάρικα πριχού νυχτώσει…) Έδά άρχισε να βρέχει,  και θα κάθομαι σαμε τα Χριστόγεννα…
σαμιά
σημείο, σημάδι (παλιά μόνιμη σήμανση αιγοπροβάτων, για να τα διαχωρίζουν οι κτηνοτρόφοι και να αποτρέπονται κλοπές, ή και παρεξηγήσεις. Σε εξάρσεις περιόδων ζωοκλοπών, ακόμα και μεταξύ συγγενών, αναφέρεται το υπό τύπο ανεκδότου: Ένας προσκαλεί το σύντεκνό του, να φάνε μαζί ένα κλεμένο μαρτή… Καθώς ετρώγανε, δίδει ο φιλοξενών για περιποίηση, το κεφάλι του μαρτή στον επισκέπτη και αυτός θωρεί τη σαμιά των δικών του προβάτων !!! Οπότε, ο φιλοξενών σύντεκνος για να δικαιολογηθεί του είπε την φράση, που έχει μείνει μέχρι σήμερο: Νύχτατανε σύντεκνε και τη σαμιά δεν είδα…)
σάντολος
ο νουνός  (εκ μέρους του βαφτιστηριού)
σάρακας
πριόνι
σαρνίτσι
υπόγεια τεχνητή δεξαμενή συλλογής βρόχινου ύδατος.
σαφί
συνεχώς , κάθε φορά, πάντοτε (σε επαναλαμβανόμενα γεγονάτα, φράση: σαφί εμουρμούριζε )
σβάχια
όρχεις, αμελέτητα
σβωλώνω
μισερώνω, (Μην πετάτε μωρέ πέτρες ογεις τ΄ αλλού,  γιατί θα σβωλωθείτε) (πιθανά εκ του: σβώλος, και ρίπτω σβώλο, λίθο, πετροβολώ)
σεβεντούκος
άζυμος άρτος, διπυρίτης παρασκευαζόμενος στα μοναστήρια
σειραγώ
κατά λέξη =είς σειραν αγω  τε κινούμαι συντεταγμένος,  κινούμαι σε παράταξη, με  τάξη Αφορούσε  κίνηση ανθρώπων, αλλά  και ζώων μαζύ,  σε φάλαγγα. Και όχι άτακτη μετακίνηση (διαφορά από του: σειραγάτε, από το:  τρέχάτε )
σεϊρι
χάζι
σέλινα
αντίστοιχα των ήμερων σέλινων,  αλλά αυτοφυή-υδρόβια, παρεμφερή με τις καρδαμυλίδες
σέρνει
 αφορούσε έκφραση έκτακτης ροής, συνήθως ανύπαρκτης πρότερον, ξεροπόταμων ή ρυακιών, λόγω έντονης βροχόπτωσης. Ελέγανε “Δέ θα πάμε στοι Μοίρες από τον Κόκκινο Πόρο, γιατί σέρνει Γέρο Ποταμός, απού καϊναντίζει
σέρνω (φύλο)
=ανοίγω φύλο
σεφτές
Στην εποχή του 1950-60, που δεν υπήρχε οργανωμένο εμπόριο, οι παραγωγοί ήταν και ελαφρώς έμποροι –μεταπράτες της παραγωγής τους στο λιανεμπόριο. Οι δοξασίες λοιπόν και η παρατηρητικότητα ήταν έντονες. Ό πρώτος συναλασσόμενος με τον πωλητή του έκανε «σεφτέ» και αυτό εθεωρείτο, όπως και σήμερο, πως ήταν σημαδιακό για τη εξέλιξη της ημερήσιας εμπορίας του πωλητή. (Η  «σχετικη» μαντινάδα του ερωτοχτυπημένου:
Σαν το φτωχό πραματευτή, μια κάτω και μια πάνω// παιρνοδιαβαίνω να σε δω , κιόμως σεφτέ δεν κάνω…)
σιντερένιος
μεταλικός , σιδηρούς, από σίδηρο
σιντερένιος (1)
αν έχεις και σιντερένια αντόδια…  φράση που χαρακτήριζε τον έχοντα  τεράστια αντοχή υπομονή, θάρος, τόλμη (Με όσα εγροικούσαμενε, δεν επέρνας νύχτα όξω από το νεκροταφείο αν είχες και σιντερένια αντόδια )  Αυτό αποκαλύπτει το δέος του απλοϊκού ανθρώπου, που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούσε ξύλινα-πέτρινα εργαλεία στις καθημερινές εργασίες, και ξαφνικά ανακαλύπτει τη δύναμη και αντοχή του μετάλλου
σιντεροκάζικο
σιντερότζενιο, Σιδερένιο τζένιο (πάσαλος). Όντας ανθεκτικό, (σε σύγκριση με τα ξύλινα), μεταφορικά άκουγες έντονα ταλαιπωρούμενους προς τους οικείους τους : Μη θαρείς πως είμαι σιντεροκάζικος….
σιργουλευω, σιργούλιο
Καλοπιάνω, το καλόπιασμα . (Ένα χόρτο των λιβαδιών είχενε κορμό σαν βούρλο και θύσανο στην κορυφή. Το κόβαμε και …. συργουλεύαμε τον καβρό (εξ ού και το ονομά του : συργουλιστίρι) στην τρύπα του, που οντως ερεθιζότανε και κυνηγώντας το έβγαινε έξω, όπότε τον αρπάζαμε…  Άλλη τεχνική, αρκετά τολμηρή (φόβος να μας δαγκώσει το καβούρι) ήταν ναχώσουμε όλο το χέρι στην τρύπα που κρυβόταν ο καβρός. Εξ ού και : του κουζουλού τη χέρα βάνουνε στην καβροτρυπιά…
σκαλίδα
Γεωργικό εργαλείο, διπλό,  από τη μια τσαπα και από την άλλη τρεκούρι.
σκαλούνι
σκαλοπάτι σκαλί
σκαμπίλι
Χαστούκι  ΙΙ. είδος παιγνίου με τραπουλόχαρτα
σκανιά  σκατίλα, οσμή κοπράνων
σκαπέτι
τσάπα (ίσως ορθότερον του κοινού ελληνικού, εκ του: σκάπτω)
σκάρα
πτωματοφάγο όρνεο, Αφθονούσε στα γύρο ορεινά της Μεσσαράς  το 1950, βοηθώντας στη διατήρηση του οικοσυστήματος. Η βελτίωση της υγειινής των ζώων, η υγειονομική ταφή όσων ζώων ψοφούσαν μα και η  ελλάτωση της κτηνοτροφίας τους στερούν  την τροφή και το είδος οδεύει προς εξαφάνιση στην περιοχή.
σκάρα (1).
Οι σκάρες να σε φάνε παντέρμη…. Εγροίκουνε τη μάνα μου οντονε  τραχαπάλευε τα ζούμπερα  να τηνε σέρνουνε οι γιαίγες αθο ντη μια μπάντα,  να  καλοξανοίγει ο γάιδαρός μας τη γαιδάρα του γειτόνου, και ούλα μαζύ να τηνε κάνουνε να γυρίζει γύρου-γύρου να ξεμπερδαίνεται από τα σκοινιά των αιγώ απου εκοντέβανε να τηνε μπουζάσουνε στη μέση μέση του δρόμου. Κι΄η μάνα μου να καταράται στη αίγα τζη να την ε φάνε οι σκάρες  να ξεμπλέξει απ΄όνομίς τση.
σκαρβελια
χειρολαβές του σαμαριού
σκειας επιρ. σχεδόν…, τότε…Δείχνει Ι προσέγγιση-εκτίμηση  στόχου, ΙΙ εναλακτική επιλογή. (Ο χοίρος είτανε σκειας εκατό οκάδες. Επερίμενάσε σκειας δυο ώρες. ΙΙ Στο χαρκιά: Άστο σκειάς άσαχτο (=άφτιακτο, ανεπισκεύαστο) το σπασμένο σκαπέτι, και θα γοράσω καινούργιο)
σκεπή
οροφή κτίσματος
σκινοπόδι (ή ασκονοπόδι)
Θάμνος που αντί φύλων είχε μόνο αγκάθια, αρκετά ξυλώδη και εύλεκτα. Χρήσιμο για προσάναμα
σκλαβέρι
=λέρι,  κουδούνι αιγοπροβάτων
σκλαπατζίκια
αυτοσχέδιες  τριγωνικές πασχαλινές κροτίδες της εποχής του 1950
σκληρίζω
τσιρίζω
σκοτίδι
απόλυτο σκοτάδι. (Η κατάληξη –ίδι σε πολλές κρητικές λέξεις επιτείνει την έννοια της λέξης. Σκότος-σκοτίδι, μπόμπα-μπομπαρίδι, φλάσκα*-φλασκαρίδι, βρισιά-βρισίδι.  )

(Πάνε χρόνια πολλά, που ήκουσα την ιστορία με το …μπομπαρίδι: -Κατάφθασε ο αδελφός μου στα Μάταλα (1980;), πήγε στου ανηψιού του το μπαρ, και παράγειλε κάποιο ποτό στο γκαρσόνι. Το ήπιε και μετά από λίγη ώρα πήγε να καλησπερίσει τον ανηψιό του στον πάγκο που παρασκεύαζε τα ποτά. –Γειά σου θείε είντα κάνεις, κάτσε να σε κεράσομενε… και ο αδελφός μου: -Νάσε καλά ανήψο, είπια εγώ ένα… και του ανέφερε το όνομα του ποτού. – Ε μάνα μου μπάρμπα, εσένα είτονε το … ποτό; Έφτιαξά σου ένα μπομπαρίδι, μα ένα μπομπαρίδι….  Επαράπεντο το πάθημά ντου στην αποδέλοιπη παρέα, και τονε μπικίζανε μετά για πολύ καιρό στο χωργιό….
σκούλος
Η κεφαλή-οπή του τσαπιού από όπου περνούσε το στυλιάρι
σκουτέλα
πιατέλα, απλάδα
σκουτελικό
προσφερόμενο σε σκουτέλα φαγητό. (Φράση: Απού  περιμένει σκουτελικό από τη γειτονιά, νηστικός κοιμάται.)
σκραφνί
Παιχνίδι τύχης μεταξύ παιδιών. Μερικά άνισα ξυλάκια με φανερό τα ένα μέρος μόνο, το άλλο μέρος κρυβόταν στη χούφτα εέκείνου που τα κράταγε. . Εκέρδιζε εκείνος που επέλεγε, κατόπιν συμφωνίας, το μακρύτερο ή το κοντύτερο.
σο- (πρόθεμα) ελεύθερο πρόθεμα που θέταμε σε διάφορες λέξεις για να δείξουμε:το αποκορύφωμα, το τελικό όριο, το παντελώς μιάς ενέργειας, που σήμαινε το αντίστοιχο ρήμα: –Εσόθεκε η πεθερά μου (τε εμεινε κατάκοιτη, έθεσε=ξάπλωσε εντελώς). Εσόδεσε ο καιρός= εδεσε εντελώς τε βρέχει από όλες τις πλευρές του ορίζοντα. Εσοπαλάβωσες μωρέ; τε τρελάθηκες εντελώς; Άλλα: εσοκουζουλάθηκε, σομάζωξα τσ΄ελιές, εσόστρωσα το τραπέζι μονο κοπιάστε, εσοστραβώθηκα,
σοϊλίδικος
ο από σόι, ο ποιοτικός , ο καλός (Έχεις μπρε Μερόπη καμπόσα μασούργια δανεικά,  να μου τα γεμώσει η νύφη μου εδά απου την έπιασε η ανεβασταγιά*; -Έχω καημέχαρη Κατίνα καμπόσα, δεν είναι σοϊλίδικα, μα να κάμεις θες τη δουλειά σου…)
σολαγούμαι
ησυχάζω, ηρεμώ
σορδινιά
σωστά, όπως ορίζω, όπως θέλω (πιθανή σύντμηση από το: ως ordino= όπως η διαταγή μου,  όπως ή εντολή μου. Φράση: δε μου πάει σορδινιά= κατά που θέλω)
σουχλιά
 τα ανακατερά, η διαβολή, τα λόγια  (πιθανόν εκ του: σχόλια)
σοφράς
Κυκλικό τραπέζι διαμέτρου 1-1,30 μέτρα, χαμηλού ύψους (30 εκ) σπάνια χρησιμοποιούμενο για τραπέζι φαγητού, απαραίτητο όμως στον οικιακό φούρνο για να πλάθονται τα καρβέλια και να σέρνουν* φύλο.
σόχωρο
Κήπος (επίπεδος) Εκ του= ίσιος χώρος, μιάς και στα ημιορεινά επικλινή εδάφη της Κρήτης,  οι άνθρώποι φτιάχνανε σόχωρα για κήπους.
σπαρμένο  σπαρτό, Κτήμα-αγρός που έχει σπαρεί με σιτηρά, (Κρητική παροιμία: είντα με νοιάζει μένα,  για του κόσμου τα σπαρμένα)
σπολάϊτη (επιρ)
=πάλι καλά,  και πάλι καλά (αγνωστη-ακατανόητη σύνθεση.  (Το κουτσομπολιο τση γειτονιάς: Λέει η μια:  -Ε εε κακονίζικο ένα μήνα  είν΄εδά αρρωσταριά , και δεν επάτησηε η νύφη τζη, μουδε για να  φράξει τσοι μπούκες των αθρώπω… Και απαντά ή άλλη: Εεε σπολάιτη, με τόσανά απούτσήξωσε (η πεθερά της νύφης)  απίτις  εκλεφτήκανε με το γιό τζη,  χαράς την απομονή τζη…. )
σποριά
Ι. μέτρο εκτίμησης της έκτασης ενός αγρού: το χωράφι είχε τόση έκταση όσο ήταν εκείνο που ο ζευγάς έσπερνε, χωρίς ανεφοδιασμό, για να επιστρέψει μετά λίγο και να το οργώσει σκεπάζοντας το σπόρο που έσπειρε… Κατι αντίστοιχο είταν και η ζευγαριά*
ΙΙ. Αφορούσε τη βιολογική προέλευση κάποιου: Αφορούσε το σπόρο-σπέρμα του άνδρα και την εξ αυτού καταγωγή κάποιου. Παράλληλα, χαρακτήριζε και την συμπεριφορά κάποιου: -Είντα σποριά είναι μπρε εκειονέ το κοπέλι; – Ε,εε μάνα μου σποριά… Κι΄αυτος και κύρης του,  απόπου κεια τους πιάσεις μαγαρίζουνε… (αφορούσε  την κακή κληρονομική –οικογενειακή συνισταμένη στη αντίστοιχα κακή συμπεριφορά κάποιου.)
στάκα-στακώνω
Ι. Βουτυροειδές, από πρόβειο γάλα, Κρητικό παρασκεύασμα, σαν κρέμα ή χυλός. Φτιαχνόταν στα μιτάτα* όπου υπήρχε άφθονο γάλα.ΙΙ Μετατρέπομαι σε στάκα=στακώνω.  Συνήθης έκφραση περιγράφουσα παν ότι χάνει τη φόρμα του: Ι από το πολύ ψήσιμο στα φαγητά (επραράβρασες τσοι πατάτες και εστακώσανε)  ΙΙ από πολύ βροχή (εστακώσανε τα χωράφια από τη βροχή)  ΙΙΙ από το πολύ ποτό (δεν το σηκώνει το κρασί , με δυό ποτήρια στακώνει) ΙV από υπερβολικό μούλιασμα (είπα σου να μην αφίσεις πολλή ώρα τον ντάγκο* στο νερό, εσύ τον εξέχασες, και εστάκωσε)
σταλίζω Ι  επι αντικειμένων: οτιδήποτε που  έπρεπε να πέσει στο έδαφος, αλλά έμεινε σε μια στέγη, δένδρο (Ανέβηκε στην ελιά να ξε-σταλίσει την μπάλα) ΙΙ βάζω σε υψηλό μέρος πράγματα για αργότερα (εστάλισα καμπόσες χειμωνικές ντομάτες) ΙΙΙ Σε γιδοπρόβατα: αράζουν σε θέση προφύλαξης σταματώντας τη βοσκή.
σταλίκι (το) σύνορο. Συνήθως μια μακρυά πέτρα που οριοθετούσε όμορες τις ιδιοκτησίες, χώνοντας την σταθερά στη γη.(Ι Επόθανε ο μπάρμας μου και εμοιράσανε τα κοπέλια ντου.Επήρανε τον αγροφύλακα και τον άλλο μου μπαρμπα, απου κατέχανε το χωράφι και επήγανε και το μοιράσανε και εβάλανε και τα σταλίκια. ΙΙ Κακός γείτονας είναι ο γαμπρός απούκαμε ο ξάδερφός μου. Κάτεχεις πόσες φορές έχει ξεσύρει τα σταλίκια; (Απάτη με μικρή μετακίνηση των συνόρων, που μεγάλωνε την ιδιοκτησία του δράστη…)
στάμενος
Μτφ.= ορθιος, αξιοπρεπής, ο έχων αυτοσεβασμό.
στανικά επιρ μετό στανιό, άθελα, ανόρεχτα (Εκάθουντανε στην παρέα στανικά ντου, να μη μασε κακοκαρδίσει, μα τονε τίνασε* τον καμοκοίρη ολημέρα)
σταφυλινάκοι
Είδος φυτού –πόας, λαχανικού.
στεγιάζω
τοποθετώ στέγη
στελιάρι
στύλος, στυλιάρι. είτε για εργαλεία (τσεκούρια, τσαπιά), είτε φυτά
στελιώνω
Ι= βαζω στύλο-στελιάρι σε εργαλεια ή φυτά. ΙΙ=συναρμολογώ, φτιάχνω, συνθέτω, δημιουργώ (πχ στελιώνω μαντινάδες, στελιώνω μια ιστορία (για να δικαιολογηθώ)).
στερνοβύζι
στερνοπαίδι (εκείνο που βυζαίνει τελευταίο)
στιμέρνω
λατινογενής λ (estimation=εκτίμηση, αποτίμηση αγαθού) καταγέλλω στην δικαιοσύνη με την επιθυμία όχι της τιμωρίας, αλλά την εκτίμηση της (αγρο) ζημίας. Ακόμα: στιμαδόρος =εκτιμητής (Εξεκαζίκωσε η αελιά του Διακογιώργη κείφαε καμπόσες κουρμούλες του συμπεθέρου μου, εστίμαρέντονε και ο αγρονόμος τουβαλε πρόστιμο. Και από τοτεσάς κρατεί η αλληλομαχιά ντως…..: – Όι επάτησες μου το χωράφι, όι εσύ μου τσούδισες δυό κουρμούλες,  και κάθε ντα-ντάι να τσοι κάνουνε οι γειτόνοι σεϊρι….).
στούμπουρο
τάπα, βούλωμα (συνήθως μπουκαλιού)
στραθιά (η)
Πορεία γνωστού μήκους ή βάρους. Έτσι παράγει μονάδα μέτρησης βάρους – ή όγκου-ή αποστασης. Μετρούσε την ποσότητα που ένα ζώο ή και σπανιοτερα άνθρωπος, μετέφερε. Ακόμα τα προκαθορισμένα δρομολόγια
στρασούδι
ειδικό «υφασμα» από τρίχες, πάχους 1 εκατοστού, εσωτερική επένδυση του σαμαριού, ατραμαυτική για το ζώο.
συβάζω (κάποιον)
=πείθω κάποιον να συμβυβαστεί (=αποδεχθεί) την απαίτησή μου (εσύβασε το κοπέλι τζη να κοιμηθεί και ύστερα επήγε στη γειτονιά…)
συκοφάς
συμμισάρης
Ο ένας εκτ των συμβαλλομένων  εξ ημισείας σε μια γεωργική δουλειά,  με μοιραζόμενα τα έξοδα και κέρδος.
συμπαίνω
τροφοδοτώ. Ειδική χρήση για τη φωτιά: συμπαίνω τη φωτιά=τροφοδοτώ με ξύλα, ξεπασουλίζω. (Μαντινάδα: Σύμπαινε  φώς  μου τη φωθιά, τα΄αγάπης να μη σβύσει //…)
συνάνταρος
μαζύ με την αντάρα*,  μεικτού βάρους, πολλάκις και περιπαικτικά : (Καλό ναι μωρέ τα γαμπρουλάκι του ξαδέρφου σου, μπορεί να μην είναι μουδέ τιάντα οκάδες συνάνταρος, μα δεν τσοι παίρνουνε δα τα’αντρες με τον καμπανό…)
συνεικάζω
Δεν κατέχω κιαολιάς πως το βλέπουνε οι γλωσολόγοι μα: αν βγαίνει από το συν+οικώ (μένω στο ίδιο μέρος είμαι από το ιδιο σόι) πρέπει να το γράψω με οι και όχι με ει. Αν πάλι βγαίνει από το συν+εικάζω (υποθέτω, συμπεραίνω, εικασία) σίγουρα του ταιργιάζει η γραφή με ει. Εγώ πάντως εγροίκουνα τη μάνα μου και είλεγε: Ξανοίγω μωρέ τόσην ώρα εκειονέ το κοπέλι, μα δεν το συνεικάζω κειανενούς… Τίνος κιαολιάς είναι; (Εννοούσε δε, πως δεν της ταίργιαζε με τά χαρακτηριστικά καμμιάς από τις γνωστές της οικογένειες –σογια του χωριγού)
συν της ώρας
Το συν προσδιορίζει το πρόσφατο γεγονός =την ίδα ώρα, πάνω στην ώρα  (Συν της ώρας είρθανε και οι μαουσαφίριδες, και εκάτσαμενε στο τραπέζι…)
σύντεκνος
 ο κουμπάρος από βάφτιση τέκνου.( βλ. μυρωτικός σύντεκνος)
συντουνούς μου:
φράση ισοδύναμη του: «υπόψη»
συντρέμω
παράφραση του : συνδράμω, συνδρομή =βοηθώ συμπαραστέκομαι.
συνωραντόϋνο
Το  σύνωρο  προσδιορίζει το πρόσφατο: =νέο αντρόγυνο, το πρόσφατα στεφανωμένο.
σύνωρας-πάρωρας
αντίθετα. συνώρας=συν της ώρας= την κατάλληλη ώρα, πάνω στην ώρα, πάρωρας=περασμένη ώρα (στο: παράωρος=άκαιρος ο χρονικός προσδιορισμός είναι αποκλειστικά μεταφορικός. Χαρακτηρίζοντος κάποιο:παράωρο,  εννοούμε τον εκτός λογικής και ορθολογισμού).
συραγώ
προχωρώ προς προκαθορισμένη πορεία (Συραγάτε εσείς, να μην αργήσετε, να εγώ θα σασε προκάμω (=προφθάσω) στσ΄ανεγύρους…) (πιθανα εκ του:  συρω+άγω)
σύρμα =συρτάρι
συρμαγιά
= «κεφάλαιο»  Η έναρξη επαγγέλματος ανευ χρηματοδότησης στα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης (1930-40) ήταν σοβαρό πρόβλημα. Συνήθως ο γονιός έβασε τη «συρμαγιά» στο παιδιά για την αρχική εμπορική δραστηριότητα (Μούλεγε χωργιανός για τον αδελφό του: τούνοιξε ο πατέρας μου μπακάλικο μ΄αυτός τον πρώτο μήνα είχενε δόσει, δανεικά κι΄αγεύριστα, και τη συρμαγιά. Ετσά εσηκώθηκε κείφυγε από το χωργιό…Δεν είκανε αυτός για εμπορας…)
συρταριά τρόπος δεσίματος-περίδεσης αντικειμένων, (θηλιά)  Κατ΄αυτόν, με μια κίνηση-τράβηγμα λυνόταν ο σπάγγος, σε αντίθεση με το δέσιμο-κόμπος, όπου δεν ήταν εύκολο το λύσιμο. (Παλιά, που δεν υπήρχαν λάστιχα, στα εσώρουχα (βρακιά, σώβρακα κλπ) υπήρχαν κορδόνια δεσίματος, το δε δέσιμο γινόταν με συρταριά και όχι κόμπο ώστε να λύεται εύκολα και να ξαναδένεται. Στο Χωργιό με γέλιο, σε αυτό το ιστολόγιο, αναφέρεται και η σχετική  ιστορία-μαντινάδα:

Ψεβία μου τη βράκα σου μην την ε δένεις κόμπο // μόνο την  δένε συρταριά, να τηνε λυώ ντελόγο*!)

σφεντουρώ εκσφενδονίζω τι. (και δή μετά οργής,  μανίας). (¨Ηπαιζε το Νικολιό φρόνιμο-φρόνιμο  με το μπεγλέρι του κυρού ντου, και γούζουντανε το Αντρουλιό γιατίθελε μπάρεμ΄κι΄αυτό να παίξει, και του μόνταρε και του το πήρε από τα χέργια. Εξεπμέρδεψε ντα η μάνα ντως, και ξαναπαίρνει το μπεγλέρι και το δίνει του Νικολιού και αυτό νευριασμένο το σφεντουρά στον  τοίχο κείπιασε ούλη την αυλή…. (παράγωγη λέξη η :σφεντόνα))
σφεντουρώ
Πετώ κάτι με δύναμη (πιθανά όπως εκτοξεύει η σφεντόνα) (δεν του αρέσανε τα  παπούτσα απου του πουσούνισα και τα σφεντούρηξε άλλη μπάντα…Όι, στο διαλεγώνα* θα τονε βάλω…)
σφεντύλι
είδος βαριδιού, ξύλινου, προσαρμοζόμενου στο άκρο του αρδαχτιού, για να περιστρέφεται σωστά.
σφουγκάτο
είδος φαγητού (καγιανάς) με αυγά –πατάτες. (Φράση: ακριβά τ΄Αι΄ Γιωργιού τα σφουγκάτα. Ακόμη : απούχει την υπομονή, τρώει τα΄αυγό σφουγκάτο // κι’ απου δεν έχει υπομονή, τρυπά το και ρουφάτο)
σφουκίζω
σκουπίζω
Advertisements

1 σχόλιο »

  1. k. Μπαμπιονιτάκη Χρόνια καλά.
    Πλούσιο σε παράδοση το Site σας, συγχαρητήρια για τις προσπάθειές σας να μη χαθούν αυτοί οι θησαυροί της Κρήτης μας.
    Έχομε ξαναεπικοινωνήσει, καλή η δουλειά του λεξιλογίου αλλά θέλει λίγη όχι προσοχή αλλά διασταύρωση λημμάτων και ερμηνείας. Δεν είμαι φιλόλογος αλλά φίλος εραστής της διαλέκτου μας επί 50 χρόνια, μην παρεξηγηθώ για τη διόρθωση μάλλον την εφαρμογή.
    Το συνεικάζω είναι σωστό και η μητέρα σας εννοούσε ότι δεν μπορεί να υπολογίσει να υποθέσει θετικά τίνος είναι το παιδί.
    Συντουνούς ή ευρύτερα συντινούς του, σημαίνει μεταφορικά χωρίς μπούσουλα, στα στραβά π.χ. -Συντινούς του πάει. (όχι λοιπόν υπ’ όψη)
    Ραέτι= όχι συμπαράσταση αλλά φιλοδώρημα, δώρο. «Σαν είν’ από γενιά καλή άθρωπος με μιλέτι, όλο το βγιό σου ξόδιασε και κάμε του ραέτι».
    Πατανίες: οι παραδοσιακές πατανίες δεν έχουν καν σχέση με κουβέρτες όπως συνηθίζεται να λέγεται.
    Σκιάς όχι σκειάς στην ερμηνεία ως συμπερασματικό σημαίνει αφού, τουλάχιστον «σα δε με θες, να φύγω μπάρε σκιάς».
    Ο πυρόβολος είναι αυτός με την ίσκα για φιτίλι και πυροβολόπετρα, και τέλος όχι σφουκίζω αλλά σφουγγίζω από το σπογγίζω με μετατροπή το π σε φ (βάπτιση – βάφτιση).
    Πιστεύω έτσι θα αποκαταστήσουμε τη σωστή διάλεκτο η οποία τείνει να γίνει υβριδική λόγω μη προσοχής στη σωστή ακουστική συνήθως νέων που δεν βίωσαν τη γνήσια διάλεκτο. Και πάλι καλόπιστα σας λέω δεν είμαι αρμόδιος για λάθη αλλά εφαρμόζω αυτά που επί χρόνια έψαχνα, μάθαινα, διασταύρωνα από βιωματικούς δασκάλους τους λέω εγώ βιγλάτορες της γλώσσας και της λαογραφίας μας.
    Ευχαριστώ για την κατανόηση και φιλοξενία. Γειά σας καλή δύναμη.

    Σχόλιο από Αντ. Τσιριγωτάκης — 22/01/2014 @ 10:33 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: