ΠΕΤΡΟΚΕΦΑΛΙ

ΤΥΦ

Τ
*************************************************************
ταγή
βρώμη
Ταλαγιάζω-ξεταλαγιάζω
Επι ζωντανών και μη: ηρεμώ,  ησυχάζω ( Ήθελα να κολυμπήσω μα εφύσα αέρας και δεν εταλάγιασε η θαλασα καθόλου.  Συμπάθαμε σύντεκνε, μα εδά μονο εταλαγιάσανε τα κοπέλια, και γι αυτό ήργησα (άργησα) νάρθω….)
τάξε..
λες και… νομίζω πως … μου φάνηκε… (Ι. Εξελαίμισε* η Δεσποινιά το Μαργιό,  και τάξε πως το σφάζανε το κακονίζικο…,  ήκουσέ ντο ούλο το χωργιό…      ΙΙ.   Είδες μπρε τον άντρα μου, αν επέρασε από παέ; -Τάξε ως τον είδα  και λάλιε το γάιδαρο αθο ντου Κουσέ… )
τάσσω
ύπόσχομαι,   κυρίως προς αγίους  (το τάμα) (Φράση: τάσσει ο κάτης τση κατσούλας…)
τάφι (το)
ταχιά
=του χρόνου,  χρησιμοποιείται ειδικά σε γεγονότα ετήσιου κύκλου: -Είντα τηνε θές μωρε Νικολή τη ντάσκα εσύ; Ταχιά, απού θα πάς και συ στο σκολιό, θα σου παρειο κύρης σου μια πιο καλή αντράκι μου μονό πάψες  ν΄ανεστουλουχάς… -Ταχιά θα ξεστεγιάσομενε το σταύλο, να του σάξωμενε καινούργια στεγή,  γιατί σειρώνει και δε βγάνει μια σταλιά νερό όξω…
ταχινή
 πρωί, πρωί-πρωί.  (Οι αθρώποι παλιά ξεκινούσανε πρωί πρωί τσοι δουλειές των νε. Οι ντεμπέληδες αγαπούσανε τον πρωινό ύπνο και την τεμπελιά  του πρωινού Ο αθυρόστομος τωσε τραγούδιε περιπαιχτικά:
Απ΄αγαπά την ταχινή και τη δροσοπεζούλα // κάθε πρωί σηκώνεται και τρώει μια σκατούτλα !)
ταχυτέρου
 αύριο
τέλι
Σύρμα. Τα κάθε είδους σύρμα Μετά το 1970-80 άρχισε να χρησιμοποιείται  ο όρος «σύρμα»
τζαμπάζης
ο επ΄αμοιβή έμπορος δι΄ανταλαγής (τράμπα*) μεγάλων ζώων (Ο μοναδικός στο Πετροκεφάλι,  Νίκος Σπυριδάκης,  ήταν γνωστός με το επαγγελματικό παρατσούκλι: Ο Τζαμπάζης)
τζάρουκας
λαιμός  (Μάνη= καρίτζαφλος) κυρίως σε πουλερικά.
τζεβρές
Ι μαντήλι (τουρικη λ) ΙΙ. κουλούρι του γάμου , ειδικά στολισμένο και δεμένο με ομώνυμο μαντήλι ξομπλιαστή
τζέλομαι
χοροπηδώ χαρούμενα (κυρίως επί ζώων. Μεταφορικά και επί ανθρώπων: Συνδυασμός του: αλωνίζω (=κάνω ότι μου αρέσει) + κάνω ότι με ευχαριστεί (Φράση: ούλη τη μέρα ετζέλουντανε το Νικολιό, και δεν εσολαγούντανε* και το βράδυ το τίναξε το κακονίζικο,  40 πυρετός… Από νωρίς είτονε αυτό μπελί*, γιατί εκάθουντανε στην παρασθιά και ετουρτούριζε* Αύριο θα φωνιάξω την θειά μου την Κακοδείπναινα να του θέσει καμπόσες κούπες*,  να ξεζουτνουλέψει*…)
τζένιο
 πάσαλος, πηγόμενος κάθετα στη γη
τζιμπραγά
δίδυμα
τζιριτώ
τρέχω με όλη μου την ταχύτητα, τζιρίτι  (Παπατζιρίτης)
τζισβές
μπρίκι
τζοπατώ
Ισοδύναμη έκφραση του τζοπηδώ ή χοροπηδώ (Παροιμία: Ο γέρος κειανε τζοπατεί, κρυγιόρεμα* τονε κρατεί. Τε: όσο και αν ένας ηλικιωμένος προσπαθει να νεάσει, τα «ρευματικά» του είναι υπαρκτά (τ.ε. τον κρατούν,  τον κατέχουν)
τζοπηδώ
σύντμηση του ατζοπηδώ (πηδώ στηριζόμενος τσα ατζά* μου), ισοδύναμο του: χοραπηδώ
τζοτζόλα
κατσίκα  (το χαϊδευτικό της κατσίκας)
τζουλαμάς
Φαγητό-γλυκό (τούρκικο). (πολυμπούρικο* φαϊ-γλυκό για τις απλοϊκές μετα την τουρκοκρατία κουζίνες του κρητικού σπιτιού. Παρασκευαζότανε μόνο σε γιορτές,  λόγω του χρόνου και του συνδυασμού υλικών, και έλλειψης ψυγείων)
τινάσσει (ρήμα)  σε ειδική φράση: με τινάσει= τινάζομαι-τρέμω συνεχώς λόγω ρίγους-πυρετού. -Πούνε μπρέ το Νικολιό σου; -Άστα κακονίζικο, δυό μέρες το τινάσσει… Εμήνυσα τση Σανταρμομαργώς νάθρει να το ξελαιμίσει*  γιατί δεν πίνει μουδέ νερό από τη βραδυά απου επήγανε στσ΄ατσελέγους* με τα ντελικανιδάκια και αρπαξε πούντα…)
τινάσσω
Ιδιωματική χρήση του: τινάζω εμαυτόν . υποδηλοί τον έχοντα ρίγος τρέμπουλο από πυρετό. (Ε΄ τσοι κακομοίρηδες τσοι Ντυμπακιανούς  είντα τραβούσανε  κάθε ντάι-ντάι από την ελονοσία… προπαντός το Καλοκαίρι…  Από τη μια ήκαιγε ο ήλιος τσοι πέτρες, κι΄από την άλλη τσοι τίνασσε και εθωργιες και εσκεπάζουντανε με τρεις πατανίες μέχρι να τωσε περάσει…)
τοελάϊστο
=τουλάχιστον
τόπωμα
αντίστοιχο: χωσάρι, καρτέρι.  Θέση κυνηγού που περίμενε το λαγό (Φράση: εκειά που εμπαήλτισα στο τόπωμα, θωρώ ένα λάγαρο σκιάς τρεις οκάδες, τον μπαντέρμο…)
του καιρού…
=στην ώρα του (on time) (τα φρούτα είναι του καιρού ντως=ώριμα),  η αελιά είναι του καιρού τζη (= εναι στσοι μέρες τση να γεννήσει)
τούδιωξε…
Ισοδύναμο του: έδοξε τω ( αρχαία ρήση) =εσκέφθηκε, εκρινε,  ενόμισε (Δε γκατέχω είντα τούδιωξε, και δε θέλει να πατεί στο σπίτι μου)
τουλούμπα
Α: γλύκισμα, Β: αντλία χειροκίνητη, αναροφητική ή και καταθληπτική
τουλουπάνι
Ειδικό πανί που βάζανε στη μαδαριά για να στραγγίξει η τυρόμαζα από το χουμά και να πάρει το σχήμα του το τυρί (Σαν τη κολοκυθόπιτα θα σε τουλουπανιάσω // νασε ρουφώ να σε φιλώ,  μέχρι να σε χορτάσω).
τουρτουρίζω
τρέμω από κρύο ή και από υποθερμία,  έχω ρίγος
τραβαγιες
Φασαρίες (εκ του τραβώ,)
τράμπα (η)
ανταλαγή
τραχαπαλεύω
παλεύω ήπια (κυριολεκτικά ή και μεταφορικά)  (Φράση : επαέ τραχαπαλεύω  να καταστέσω τα κατσουμάντερα στο σταύλο, γιατί εκρυγιάδωσε ο καιρός και θέλω να βάλω τα μαρτάριακα μέσα. Άλλο: Εκεια απου τρχαπαλεύανε  τα κοπέλια με το τόπι,  τουδωκε  το αρούβαλο το Μιχαλιό μια λαχθιά*  στ΄αχαμνά, κείκαμε το κακορίζικο  μια ωρα να το παγουδιάσει…)
τριβίδια-τριβιδάκια
αρτίδια προς χάρη των παιδιών (τα έφτιαχναν από τα υπολείμματα ζύμης στη σκάφη του ζυμωτού. Αργότερα, τα τριβίδια φτιαχνόταν σε επαγγελματικούς φούρνους με «χάσικο» αλεύρι, πωλούμενα σε μικρά παιδιά
τριγουνίζω
Ι. κυριολεκτικά: με μεταλικό αντικείμενο (μαχαίρι συνήθως) τρίβω, προσπαθώντας να κόψω, κάτι χωρίς γρήγορο αποτέλεσμα ΙΙ μτφ.: =τριβελίζω, τσιγκλώ (παρόμοιο κρητικά=τρυγώ) (Πάψε μωρέ Γιωργιό να με τριγουνίζεις, γιατί θα σε καταχερίσω…)
τροζός
τρελλός (παραφθορά), αλλιώς: Κουζουλός
τροξαλίδα
=το τριζόνι (μικρό έντομο)
τρουλαφτιώ-τρουλαφτιάζω
Μτφ. Επισύρει την έντονη προσοχή τινός τι…(κατά λέξη=σηκώνω ταα αυτιά μου όρθια, γεγονός που ισχύει μόνο σε ζώα) (Επείνα το κακορίζικο το Μανωλιό, μα δεν ήφεγγε από την πείνα… , ειτονε και θεοσκοτωμένο από τη στραθιά*. Δεν επρόκαμα μαθές να βράσω την όρνιθα οντενεγιαγείρανε… Και εκεια απου εκουτούλα από την νύστα, οντενήκουσε την κουτάλα απου του γέμωνα το μοσοράκι*, ετρουλάφτιασε, και του πέρασε μονομιάς η νύστα… Έτσαναι μπάρεμ*. Ο δρόμος κάνει πόδια κι΄η πείνα κάνει αντόδια…Άλλη βολά  θελα τονε κανακεύω και θελα μου πρηξει τα σκώθια να φάει σούπα… )
τρουλιθιά
Φωλιά του τρουλίτη. Και μτφ: κακές πρόχειρες κατασκευές. (¨Ο ελεγκτής- επαείων,  βλέποντας μια κακή κατασκεύή : Είντα τρουλιθιές εκάμετε μωρέ επέ 😉
τρυγώ
Ι τρυγώ  ΙΙ μεταφορικά= εκμαυλίζω κάποιον προς χάριν κάποιου στόχου-σκοπού (ποαομοίωση με την ήπια  παρατεταμένη ενασχόληση με την κουρμούλα, μέχρι να της κόψουμε τα σταφύλια  (Φράση : Πάψε μωρε Γιωργιό να με τρυγάς, γιτί δεν έχω λεφτά, μα θα πω γω του κυρού σου το βράδι να σου παρει ταχυτέρου παπούσα με κορδόνια….)
τσακί
κλειόμενο φορητό μαχαιρίδιο (τσέπης), σουγιάς
τσακουμάκι
αναπτήρας
τσαπράζι
μαχαίρι μέσου μεγέθους, με ξύλινη λαβή,  κλειόμενο, οδωντωτό. Απαραίτητο εφόδιο στην τσέπη  του γεωργού το 1960
τσαφουνώ
γρατζουνώ  (Αφισε μωρέ Αντρουλιό του κατσούλι ορνικό* ντου, γιατί θα το μαρμαλιάσεις* και θα ψοφίσει… Δε γροικάς μωρέ …να  σε τσαφουνίσει θέλει η κάτα,  μονό πάψε να μπικίζεις τα κατσούλια τζη…Δεν ντηνε θωρείς απου σου γριβίζει*…  )
τσάχαλος-τσαχαλητό
ήπιος θόρυβος (που κάνουν αντικείμενα προστριβόμενα μεταξύ τους, αν τα μετακινήσει κάποιος-κάτι)
τσελεπής
λεβέντης (από μοιρολόγια : Εμάκρυνες και ξάπλωσες ντελή μου //και δε σε βάνει η κάσα λέω τσελεπή μου…)
τσέρκουλο
το τσέρκι (στεφάνι μεταλικών κυρίως βαρελιών, που κυλούσαμε και καθοδηγούσαμε, σαν παιγνίδι,  το 1950-60)
τσερόνια
δερματικές πληγές λοιμώδεις (δοθιήνες, μαλάθρακοι)
τσικάλι
=τσουκάλι. (Παροιμία-φράση: Όπου θέλει ο τσικαλάς κολά τ΄αυτί΄. Τονίζει την ανεξαρτησία-δύναμη του δημιουργού, να επιλέγει κατά την κρίση του το «σωστό» Όμως πολλάκις εχρησιμοποιείτο για να καταδείξει την αυθαιρεσία του κρατούντος.)
τσίκουδα
στέμφυλα (εξ ού και τσικουδιά το απόσταγμα των τσίκουδων)
τσιλαδιά
πηκτή
τσιλακώνω ή ξετσιλακώνω
Μετατρέπω σε: τσιλαδιά, πηκτή, άμορφη μάζα, ζουλώ. (Μη βάνεις τσοι ντομάτες στον πάτο του καφασού, γιατί θα τσοι ξετσιλακώλσεις.
τσιλούμαι
έχω ευκοίλια, διάροια.
τσιλώ
Ι.καθιζάνω.  Αναφέρεται σε ασταθή εδάφη είδικά μεσα στον υδροφόρο ορίζοντα. ΙΙ Υδραρείς κενώσεις , διάρροια, Παράγωγη λέξη για την πηκτή η: τσιλαδιά
τσιμούλια το λάχανο=φρύγκιο, κοπτόμενο, επέτρεπε την εκβλάστηση νεαρών κλώνων, παραφυάδων, των τσιμουλιών, λίαν τρυφερών βραστών χορταρικών.
τσιμπράγκαλα
= ομάδα αντικειμένων ή εργαλείων ή και υλικών ενασχλησης, που όμως συνήθως κάποιος άπλωσε, κάνοντας κάποια δουλειά ή παιχνίδι. (Μέχρι να ανεμαζώξω τα τσιμπράγκαλά μου, είπιασε μπόρα και δε μούφικε στεγνή κλωστή…) (Η μάνα στον κανακάρη τση: -Μάζψε αντράκι μου γερά-γερά* τα τσιμπράγκαλά σου, γιατί θωρώ τον παπά και έρχεται για τον αγιασμό και θα μασε μοτσάρει*…., απού δεν έχομε καταστεμένη την αυλή μας…)
τσινώ
κλωτσώ  (κύρια επί ζώων)
Σαν το τσινιάρη γάιδαρο, σαν το κακό το βουι // προσέχετε τη νύφη μας να μην μας βγάλει χούι..
τσιρώ σκσφενδονίζω υγρό με πιεση (συνήθως υγρό από τρύπημα ασκού ή δοχείου. Επίσης κατούρημα άνδρα με πίεση: Στάσου μωρέ Γιωργή να τη τσιρίξω εκε πουναι παράπαντας, γιατι θα σκάσω…)

(Ωσά γεράσει ο άθρωπος,  αδυνατεί το φώς του// θαρεί πως κατουρεί μακρυά, μα την τσιρά ομπρός του)

τσίτα
=αγκάθι. Σε αντιδιαστολή με τη μεταφορική έννοια, κοινή στην Ελλάδα,  η τσιτα=αγκάθι υποννοεί ό,τι μας προκαλεί νυγμό-τσίμπημα (Είμαι στη τσίτα, ή τσιτώνομαι= είμαι σε κατάσταση διέγερσης –επιφυλακής).
τσιτρετο
σταθερής λαβής κυρτό μαχαίρι για γεωργικές δουλειές
τσιφτελής
= ο άτυχος, ο κακότυχος (Φράση: Ετουτονά ναι το σπίτι του τσιφτελή του Γιώργη το σπίτι, απούχασε τη γυναία ντου οπέρισυ στη γένα, και τούφικε τέσσερα μικιά κοπέλα…   Επήγα στο γυναικοχώρι και είδα τον τσιφτελή τον μπάρμπα μου. Δε θωρώ να τονε βγάνει το χρόνο.  απίτις έχασε το κοπέλι ντου πήρε την κάτω βόλιτα…)
τσιφτές
εμπροσθογεμές μακρύκανο κυνηγετικό όπλο του 1950-60
τσούκος
σφαιρικό δοχείο με λαιμό προϊόν φυτού.  Καθαριζόταν και ήταν άριστο για για τη μεταφορά κρασιού (βλ φωτο στα  ΧΡΕΙΑΖΟΥΜΕΝΑ).
τσούλα
Η κουρελού (παλαιότερα στην Κρήτη δεν είχε την γνωστή προσβλητική έννοια η λέξη τσούλα)
τσούλια
Τα κουρέλια,(από όπου υφαιναν τις κουρελούδες, εξ ου και τσούλες)
τσούρλος
αποστρογγυλεμενη πέτρα  (ήπιασε ο κερατάς ένα τσούρλο και τονε σφεντούριξε* του κοπελιού, απού ναχε ντου δώσει θελα το αφήσει στον ΄τοπο… Κοπέλι μωρέ κακομοίρη είναι,  πώς ήκοψε ένα πορτακάλι εχάλεσε ο κόσμος…)
τσουρλώ ή τσουρώ
κυλώ,  κατρακυλώ
τσόχοι
Οι ζοχοί (φυτό)
τυλιγάδι
ξύλινος ορθογώνιιος σκελετός για την επξεργασία του νήματος που προέκευπτε από το κλώσιμο του μαλλιού.
Υ
*******************************************
ύστερο (το)
=ο πλακούς. (το εκ των υστέρων αποβαλόμενο κατά τον τοκετό μέρος της κυοφορίας)
Φ
******************************************
φαμέγιος-φαμεγούρι
Παιδί πολυμελούς άπορης οικογένειας, διδόμενο έναντι διατροφής μόνο, με υποχρέωση εργασίας, μέχρι την ενηληκίωση του (σε αντίθεση: ψυχογιός-ψυχοθυγατέρα, το ισοδύναμο της (δια λόγου) υιοθεσίας).
φάμπρικα
παραδισιακό ελαιοτριβείο, μη μηχανοκίνητο.
φαμπρικάρης
εποχιακός εργάτης στη φάμπρικα (ελαιοτριβείο)
φανταρά
φαντάσματα
Φάρδος (ο)
σακκί, τσουβάλι
φασίδι το υφάδι το προϊόν της ύφανσης. (Πούναι μωρέ Μανωλιό η γιαγιά σου; -Επήγανε να καταστέσουνε το φασίδι λέει τση θείας μου)
φέγγω
Βλέπω,  απλά και το σύνηθες : φωτίζω (έσβυσ΄ο φάρος πού φεγγε στο μαύρο μου σκοτάδι // για μένα τωρα  η ζωή θα νείναι πάντα βράδυ)
φελί φέτα, μερίδα.  από ενιαίο μεγάλο φρούτο πχ καρπούζι, πεπόνι. (-Κόψε μας μπρέ Πολυξένη ένα φελί πεπόνι και φέρε και τη ρακί να πιούμενε μια με τον σύντεκνο, μέχρι να βράσει η γιόρθα*…)
φέτσα η το κατακάθι από τη ζύμωση -ωρίμανση του μούστου
φιλιότσος
 το βαφτιστήρι (προσφώνηση εκ μέρους του νονού).
φκαιρώ
ευκαιρώ (ριζίτικο: -Υφάδι φαίνω και δεν αδειάζω // δεν μου φκαιρεί να κουβεντιάζω…)
φκεραίνω
αδειάζω
φλάσκα
Ι=φλασκί. ΙΙ. Πολλές φορές, η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πέσιμο κάποιου, και δη ηχηρό, σαν να σκάει κάτω ένα φλασκί. (Δεν επήγε από  εκειά απού εκάτεχε το δρόμο,  και έφαε ένα φλασκαρίδι, απου θα το θυμάται και θ΄ανεγυρίζει…).
φλασκί
βλ τσούκος, ίδιο, αλλά χωρίς λαιμό, και συμπιεσμένο στους πόλους. (Φράση: Πότε πίτα και φλασκί, πότε πίτα μοναχή) Όπως ο τσούκος για τη μεταφορά κρασιού.
φλέγα φλέβα. Συνήθης χρήση και στο σώμα (φλέβες) μα και στις πηγές (Στο Μάρτσαλο οντεν επηγαίναμε δεκαπενταριστάδες, η πρωτη δουλεια είτανε να βγάλωμε από την πηγή τα μπάζα γα να ξεφλεγίσουνε (τε να ανοίξουνε) οι φλέγες και νάχουμε νερό να πίνουμε)
φλετζακούδα
φλοίδα, κομμάτι αποφλοίωσης.
φλόμος
φυτό-πόα, ο γαλακτώδης χυμός του οποίου ήταν τοξικός. Πολλές φορές το χρησιμοποιούσαν για να ναρκώνουν-ψαρεύουν  τα χέλια ημιστάσιμων νερών.
φόρτωμα
=σχοινί, αρκετά μακρύ δεμένο στα σκαρβέλια του σαμαριού με σκοπό την συγκράτηση των φορτίων του γαιδουργιού ή μουλαριού. Αντιδιαστολη από το: κοντόδεμα
φουκάρι
θήκη (φουκομαίχαιρο= μαχαίρι με θήκη)
φουντουλεύομαι
περιποιούμαι εαυτόν (ακόμα: φουνταλάσσω =βάζω περιοιημένα ενδύματα, φουντούλης=κομψευόμενος)
φουντουλεύομαι
καλωπίζομαι
φρασκί
μεγάλο (20 λίτρα) πήλινο δοχείο, σαν κουβάς. Κυψέλη για τους μελισσοκόμους. Ακόμα, δοχείο γενικής οικιακής χρήσης.
φρίγκιο
λάχανο (σαλάτας)
φρίσσα
ρέγγα καπνιστή (Η επικρατούσα ονομασία εκείνα τα χρόνια για τη ρέγγα)
φρουκούμαι
αφουγκράζομαι, ακούω προσεκτικά. Αλλά και μεταφορικά : ασπάζομαι την γνώμη κάποιου (Φίλοι τση μιάς αργαντινής δε θένε το καλό σου // να μη φρουκάσαι  κειανενούς, μόνο των έδικώ σου) (Φράση( του κύρη στο κοπέλι ντου): Φρουκού μωρέ είντα σου λέει η μάνα σου, γιατί θα πιάσω τη χαχαλοβεργα και δε θα προκάμεις να μετήσεις μητέ την πρώτη…)
φταξούσιος
φτενός λεπτός, Αφορά χρήση μόνο σε στρώμα-φέτα (Φτενές (φέτες)  να κόβεις τσοι μελιτζάνες, γιατί θυμάσαι τα ανήψητα* κολοκύθια, τση νύφης σου τσοι προάλλες, να μην πάθεις τα ίδια….) (Φτενό χωράφι= το εδαφος είχε μικρό πάχος ενώ το υπόστρωμα ήταν πετρώδες και μη γόνιμο)
φύλι το εμβόλιο (επί φυτών) (Να σου φέρω θέλει σύντεκνε ένα καλό φύλι να κεντρώσωμενε την ανερατζα, οντε θα νείναι ο καιρό τση).
φύλιαση η φυσιολογικό σημείο διαχωρισμού-ένωσης είτε έμψυχων έιτε άψυχων. Φύλιαση βράχου=σημείο που μπορεί να επέλθει ρωγμή-διαχωρισμός. Φύλιαση φυτού: το σημείο διακλάδωσης μα και συνέχειας. Στους ανθρώπους-ζώα: υπονοούσε την άρθρωση (Με πονεί ο κόκαλος* μου στη φύλιαση= τε με πονά ο γοφός μου στην άρθωση)
φχιαγκώνω γίνομαι δυσκοίλιος, σφίγγουν τα κόπρανά μου.

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: